12 Ιανουαρίου 1822 πέφτει μαχόμενος ο Ηλίας Μαυρομιχάλης

Στις 12 Ιανουαρίου 1822 πέφτει μαχόμενος, ως άξιο τέκνο της μανιάτικης γης, στα Στύρα Ευβοίας, ο «Νεραϊδογέννητος Βeyizade» (γιος του μπέη), ο πρωτότοκος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Ηλίας. Η κεφαλή του, στεφανωμένη από την περιώνυμον κατάξανθη χαίτη του, προσκομίστηκε στον Ομέρ Μπέη της Καρύστου, ως λάφυρο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ως χάρισμα στον Σουλτάνο. Τον θάνατο του Ηλία ανακοίνωσε στον πατερά του, ο ίδιος ο Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Ιωάννης Φιλήμων αυτόπτης μάρτυρας του γεγονότος αναφέρει: «Ο Υψηλάντης καθήσας παρ' αυτώ, ήρξατο του λόγου με τας συνήθεις φιλοφρονήσεις ως εξής: Βέγη μου είσαι Σπαρτιάτης και γνωρίζεις ότι οι πρόγονοι σου όποσον εδεικνύντο γενναίοι και εχαίροντο μάλιστα, όταν ήκουον ότι οι υιοί τους εθανατώθησαν υπέρ πατρίδος...». Εκ τούτου ο γέρων υπονοήσας του προλόγου, ηρώτησε συγκεκινημένη την καρδιά πριν η προχωρήσει ο Υψηλάντης. «Σκοτώθη ο Ηλίας μου;» Τότε λέει ο Φιλήμων όλοι οι παρευρισκόμενοι σηκώθηκαν όρθιοι συγκινημένοι προσπαθώντας με τις κουβέντες τους να τον παρηγορήσουν. Εκείνος όμως τους αποστόμωσε λέγοντας: «Μη με συλλήπεισθε. Γέννησα γιο στρατιώτη και όχι μπακάλη. Το χρέος του έκαμε εις την πατρίδα». Η απώλεια του Ηλία Μαυρομιχάλη αποτέλεσε βαρύτατο πλήγμα για την Επανάσταση. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ήταν ατρόμητος στην γενναιότητα και την υπομονή και εάν ζούσε, θα ήταν ο εκλεκτότερος και στρατηγικότερος των νεότερων στρατιωτικών. Μόνο ο Ηλίας ηδύνατο να διαφιλονικήση ποτέ τη στρατιωτική ηγεσία της Πελοποννήσου». Καλλιτεχνική απεικόνιση του Ηλία Μαυρομιχάλη, από τη Συλλογή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, Αθήνα. Χρήστος Γ. Δήμτσιος Ιστορικός Νεοτέρων Χρόνων - Παιδαγωγός

''Πατέρα,όλα τα παιδιά έχουν χεράκια,εγώ δεν έχω!''

«Πολλές φορές μου λέει:''Πατέρα,όλα τα παιδιά έχουν χεράκια,εγώ δεν έχω!'' Και τότε πρέπει να απαντήσεις κάτι,να τους πεις κάτι,και τότε βρίσκουμε αυτές τις λέξεις.Του λέω ότι είναι ένα μικρό χεράκι,αλλά είναι δίκο του.Και χαίρεται πολύ.Αυτό θέλω να διδαχθούμε από αυτά τα παιδιά.Πολλές φορές αναρωτιόμαστε γιατί επέτρεψε ο Θεός να γεννηθούν έτσι.Πολλές φόρες και όσοι είναι αρτιμελείς,όσοι έχουν χέρια και πόδια,παραπονιούνται ότι η ζωή τους είναι δύσκολη.Υπάρχουν παιδιά που δεν έχουν όραση.Εμείς όμως που βλέπουμε;Που έχουμε χεράκια να αγκαλιάσουμε την μανούλα μας; Πάλι όμως παραπονιόμαστε ότι είναι δύσκολα. Αυτά(τα άρρωστα παιδιά)ποτέ δεν λένε αυτήν την λέξη.Ποτέ δεν τα άκουσα να λένε ότι τους είναι δύσκολα,παρότι δεν έχουν χέρια και πόδια.Έχουν μία δυνατή ψυχή και είναι για εμάς ένα παράδειγμα» Ο επίσκοπος Λογγίνος ανησυχεί για την τύχη των παιδιών του και αναρωτιέται τι θα απογίνουν όταν αυτός θα ''φύγει''.Γι'αυτό ζήτησε απ'όλους να φροντίζουν αυτές τις ψυχές.Είναι η πιο πολύτιμη κληρονομιά που μπορεί να αφήσει «Όταν εγώ θα πεθάνω να μην δώσετε το δικαίωμα κοροϊδέψουν αυτά τα παιδιά!Να τα προστατεύσετε αγαπητοί μου.Μαζί τα μεγαλώσαμε,με το ψωμί σας και με την εισφορά σας.Αυτά τα παιδιά πολύ έχουν υποφέρει.Μην τα αφήσετε να μείνουν ορφανά για δεύτερη φορά Απόσπασμα από κήρυγμα του επισκόπου Λογγίνου προς τους πιστούς της Μονής Μπαντσένι όπου μεγαλώνει εκατοντάδες ορφανά και εγκαταλελειμένα παιδιά

Ο Κύριος σπάει την «καραντίνα» του αγίου Ιωνά του Κιέβου

Από τις σημειώσεις του ίδιου του γέροντα Ιωνά[ΕΔΩ] γνωρίζουμε, ότι μερικοί από τους μοναχούς ιδιαιτέρως, απ’ αυτούς που είχαν κάποια εξουσία, δεν τον αγαπούσαν και τον ταλαιπωρούσαν. Ήθελαν μάλιστα να τον διώξουν από το μοναστήρι, αλλά τον προστάτευε ο ηγούμενος. Τελικά αυτοί που μισούσαν τον π. Ιωνά κατόρθωσαν να τον απομονώσουν από την αδελφότητα στο κελλί του. Μόνο ο γέροντας του, επιτρεπόταν να τον επισκέπτεται και κανείς άλλος. Έτσι λοιπόν ο πατέρας Ίωνάς βρέθηκε σε ένα ακούσιο εγκλεισμό, που ωστόσο ήταν πολύ ωφέλιμος γι’ αυτόν, ώστε να γράφει ο ίδιος «ζούσα σαν εκτός του σώματος». Όταν ελευθερώθηκε από την απομόνωση, άρχισαν καινούργιοι πειρασμοί. Οι αρχαιότεροι μοναχοί που είχαν κάποια εξουσία στο μοναστήρι, έκαναν ανταρσία κατά του ηγουμένου και αξίωναν να συμμετέχει και ο π. Ιωνάς. Εκείνος όμως αρνήθηκε προκαλώντας και πάλι το μίσος τους εναντίον του. Ο γέροντας του, π. Άβελ, είχε κοιμηθεί και ο π. Ιωνάς έμεινε χωρίς στήριγμα. Οι αντάρτες μοναχοί κατόρθωσαν μόνο να αλλάξουν τον αρχοντάρη και να βάλουν δικό τους άνθρωπο, τον μοναχό Καισάριο. Ήρθε όμως αμέσως η τιμωρία του Θεού· ο καινούργιος αρχοντάρης έπεσε παράλυτος, ώστε δεν μπορούσε να κινήσει ούτε πόδια ούτε χέρια ούτε καν τη γλώσσα του. Τότε αυτοί πρόσταξαν τον π. Ιωνά να περιποιείται τον άρρωστο και να κάθεται συνέχεια κοντά του, τόσο που δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από τον Καισάριο ούτε μία ώρα, ακόμη ούτε για να πάει στην εκκλησία. Υπέμενε όμως αυτή τη δοκιμασία με καρτέρια και προθυμία. Καθώς όμως πλησίαζε η μεγάλη γιορτή των Θεοφανείων, ένιωσε βαθιά θλίψη μέσα στην ψυχή του, που και πάλι δεν θα μπορούσε να λειτουργηθεί. Αλλά ο Κύριος τον παρηγόρησε με ένα θαυμαστό τρόπο. Διηγείται ο ίδιος: «Ήμουν πολύ λυπημένος στις 4 και 5 Ιανουαρίου. Μετά τη Θεία Λειτουργία και τον μεγάλο αγιασμό οι γέροντες ήρθαν να αγιάσουν, όταν είχε σχεδόν βραδιάσει κι έτσι αξιώθηκα ν’ ασπαστώ τον Τίμιο Σταυρό και να με ραντίσουν με το Μέγα Αγιασμό. Και τότε όμως μου είπαν πάλι πως είμαι υπό δυσμένεια. Μετά οι άγιοι γέροντες έφυγαν κι εγώ συνέχισα να περιποιούμαι τον άρρωστο. Μόλις νύχτωσε, τον τακτοποίησα και τον έβαλα να κοιμηθεί. Τότε βίασα τον εαυτό μου να φάει κάτι. Ύστερα αφού διάβασα τις προσευχές προ του ύπνου, κάθισα στο σκαμνί για τη νοερά προσευχή. Έσβησα το φως και προσπαθούσα να ξεπεράσω τη συνεχιζόμενη εναντίον μου εχθρική επίθεση των γερόντων αυτών∙ δεν τα κατάφερα όμως. Τελικά νικήθηκα: τόσο πληγώθηκε η καρδιά μου από τη θλίψη, ώστε εξαντλήθηκα εντελώς και με δάκρυα στα μάτια πήγα και ξάπλωσα. Το μόνο που σκεφτόμουν, παρακαλούσα γι’ αυτό το Θεό, την Παναγία και όλους τους Αγίους, ήταν να με βοηθήσουν αυτή την ώρα της φοβερής θλίψεως. Στις δέκα σημάναν οι καμπάνες για την αγρυπνία και πικράθηκα ακόμα περισσότερο: Όλοι οι αδελφοί θα ψάλουν στην αγρυπνία των Θεοφανείων κι εμένα δεν μου επιτρέπεται ούτε να πάω στην εκκλησία. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. Ξαφνικά άκουσα κάποιον να μπαίνει μέσα στο κελλί. Όμως εγώ ήμουν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και νόμιζα πως ήρθε ο αρχοντάρης που πότε - πότε επισκεπτόταν τον π. Καισάριο. Με πλησίασε και είπε: - Είναι καλός στρατιώτης αλλά μικρόψυχος και δεν έχει υπομονή. Άγγιξε μετά με το χέρι του το κεφάλι μου και με ρώτησε: - Γιατί πάλι παραδίνεις τον εαυτό σου στη θλίψη και τη στεναχώρια; Σήκω στα πόδια σου σου και λάβε δύναμη και σθένος. Και μ’ έπιασε από το χέρι. Όμως εγώ δεν κατάλαβα ποιος ήταν, επειδή είχα τα μάτια κλειστά όπως το συνηθίζω πάντα, όταν είναι σκοτάδι. Νόμιζα ακόμα πως είναι ο αρχοντάρης και μάλιστα, εκνευρίστηκα που μ’ ενοχλεί. Μα όταν άνοιξα τα μάτια μου και είδα πολύ μεγάλο φως και λάμψη, φοβήθηκα κι έπεσα σαν νεκρός. Δεν αισθανόμουν, δεν καταλάβαινα, δεν θυμόμουν τίποτα ούτε ήξερα πόσο βρισκόμουν σ’ αυτή την κατάσταση. Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα χέρι πάνω στο αμαρτωλό κεφάλι μου και από αυτό το χέρι κύλησε μέσα σ’ όλο το σώμα μου η ζωή. Τότε αυτός που έλαμπε μέσα στο φως, κάθισε σ’ ένα κούτσουρο και με πήρε κοντά του. Έβλεπα μόνο τα πόδια του. - Γιατί είσαι τόσο πικραμένος; Με ρώτησε… κι εγώ ο ταλαίπωρος είδα τότε καθαρά και γνώρισα τον Κύριο και Θεό και Σωτήρα μου Ιησού Χριστό, που είχε έρθει σε μένα τον ανάξιο με τη συνοδεία πολλών αγίων. Μου λέει λοιπόν γεμάτος στοργή, έλεος, αγάπη και γλυκύτητα: - Δες και ψηλάφησε τις πληγές στα χέρια, τα πόδια και την πλευρά μου και βεβαιώσου ότι δεν είμαι φάντασμα, αλλά είμαι εγώ ο ίδιος, που ήρθα να σε θεραπεύσω. Ευδόκησε ο καλός μας Δεσπότης να μου δείξει στα χέρια του τις πληγές από τα καρφιά του, που ήταν βαθιές και μεγάλες, τα ματωμένα πόδια, που ήταν σαν να πληγώθηκαν τώρα και την άχραντη λογχισμένη πλευρά του. Όλα αυτά τα επέμεινα, μου είπε, επειδή αγαπώ πολύ τους ανθρώπους. Όμως πιο πολύ αγαπώ το τάγμα των μοναχών. Έπειτα με παρηγόρησε και με νουθέτησε: -Να είσαι ανδρείος∙ να κάνεις υπακοή πάντα με προθυμία, επειδή η υπακοή είναι αγία και αγιάζει τον μοναχό που την έχει και του δίνει φτερά που τον ανεβάζουν στο θρόνο του ανεσπέρου φωτός. Μη δειλιάζεις, σε βεβαιώνω ότι θα είμαι πάντα κοντά σου. Έθεσε τότε ο Κύριος την παλάμη του πάνω στο ακάθαρτο κεφάλι μου και κοιτάζοντας τον άρρωστο Καισάριο μου είπε: -Δεν πρόλαβα να τελειώσουν τα σχέδια τους! Έτσι είναι οι άνθρωποι! Να τον υπηρετείς στην αρρώστια του, επειδή γι’ αυτόν αυτή η αρρώστια είναι η σωτηρία του. Μετά τα λόγια αυτά ο Κύριος του παντός βγήκε από το κελλί μου με την ιερή συνοδεία του και εγώ τον συνόδεψα. Όταν φτάσαμε στην εικόνα της Παναγίας της Τριχερούσας μου είπε: -Να την τιμάς κι εσύ και όλοι οι πιστοί που έχουν εξαγοραστεί με το αίμα μου, γιατί χάρισε στον κόσμο τη σωτηρία. Να, αυτή τη στιγμή στην εκκλησία η αγρυπνία έφτασε στην 9η ωδή και όλοι οι μεγαλύνουν τη Θεοτόκο και Μητέρα του φωτός. Και πράγματι, μόλις είπε αυτά τα λόγια, σήμαναν οι καμπάνες για την 9η ωδή. Έστρεψε τότε το θείο πρόσωπο του σε μένα το ταλαίπωρο και μ’ ευλόγησε: -Έχε Ειρήνη∙ να σώζεσαι. Και αμέσως ένα υπέρλαμπρο σύννεφο τύλιξε τον Κύριο της δόξης μέσα σε ένα άπειρο φως θείας ελλάμψεως». Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ Μαθητής του οσίου Σεραφείμ στο Σαρώφ Σταυροπηγιακή και Συνοδική Ι. Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου ΠΗΓΗ Και η είδηση της ημέρας:Εκοιμήθη ο Πατριαρχης Ιεροσολύμων κ.Ειρηναίος Για κάποιους υπήρξε "σημείον αντιλεγομενον". Για άλλους, ένας επιτυχημένος Πατριάρχης, που όμως τον οδήγησαν στην... έκπτωση από τον πατριαρχικό θρόνο. Σίγουρα, πολιτικοί και κυρίως εκκλησιαστικοί κύκλοι, έπαιξαν τον δικό τους ρόλο σε όλο αυτό το δράμα, που συγκλόνισε το παλαιφατο και ιδιαίτερα ευαίσθητο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων. Η ιστορία, κάποια στιγμή, θα αναδείξει την αλήθεια και το τι ακριβώς συνέβη πίσω από τις κλειστές πόρτες, μεταξύ των διαφόρων... εξουσιών, αφού τα παρασκήνια, λέγεται, ήταν πολλά. Εμείς τον ενθυμουμεθα ως Έξαρχο του Παναγίου τάφου στην Αθήνα, ως άνδρα ευγενή και καλοκάγαθο. Ήσυχο, πράο και αθόρυβο κληρικό. Ο "έγκλειστος" πατριάρχης Ειρηναίος, ήδη βρίσκεται στα χέρια του... Θεού , όπου αναμένει την Δικαιοσύνη, που δεν βρήκε από τούς ανθρώπους....!!! Αιωνία του η μνήμη !!! [π.Γ.Πετ.]

Ο συμμαχικός αποκλεισμός το 1916-1917 στην λογοτεχνία

Μια από τις πιο τραγικές περιόδους στην ιστορία του ελληνικού κράτους είναι ο συμμαχικός αποκλεισμός το 1916-1917 που προκάλεσε πείνα στον πληθυσμό και εκατοντάδες θανάτους. Και όμως, το γεγονός αυτό ελάχιστα έχει απασχολήσει τους ιστορικούς αλλά και τους λογοτέχνες μας. Βλέπετε, ο βενιζελόπληκτος πνευματικός μας κόσμος δεν τολμάει να αγγίξει αυτά τα θλιβερά περιστατικά που θολώνουν τον μύθο του μεγάλου μας Εθνάρχη Ελευθέριου Βενιζέλου. (μην ξεχνάμε πως ο Βενιζέλος ήταν αυτός που κάλεσε τους Συμμάχους στην Ελλάδα και μάλιστα τους ζητούσε επίμονα να επιβάλλουν ναυτικό αποκλεισμό στα λιμάνια της χώρας). Ένα από τα λίγα βιβλία που ασχολείται με την περίοδο αυτή είναι το μεσοπολεμικό μυθιστόρημα του Αντώνη Τραυλαντώνη, "Λεηλασία μιας ζωής", ανάγνωσμα δημοφιλές στην εποχή του αλλά ξεχασμένο σήμερα (είναι εξαντλημένο αλλά μπορείτε να το βρείτε στα παλαιοβιβλιοπωλεία). Το πρώτο μέρος αυτού του καλογραμμένου μελοδράματος (και δεν χρησιμοποιώ τον όρο απαξιωτικά) διαδραματίζεται την περίοδο του αποκλεισμού και, μέσα από γλαφυρές εικόνες, ο συγγραφέας αναπαριστά την αθηναϊκή καθημερινότητα εκείνους τους δύσκολους μήνες. Δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα : «- Μα τώρα βλέπετε, κύριε Αγγελή, οι έμποροι δεν μπορούν να φέρουν σχεδόν τίποτε από την Ευρώπη· ο κύριος Κομπολογάς όμως όχι μόνο φέρνει ό,τι θέλει- και τα πουλεί όσο θέλει, εννοείται- αλλά τα φέρνει και αφορολόγητα, γιατί τα φέρνει με το μέσον των πρέσβεων της Αντάντ, προ πάντων του κύριου Ντεμίντωφ... Ο κύριος Κομπολογάς έζησε, βλέπετε, πολλά χρόνια στη Ρωσία, έχει, μάλιστα, και τη ρωσική υπηκοότητα, και είναι, όπως λέει, και προσωπικός φίλος του Ντεμίντωφ, από τη Ρωσία ακόμα· γνωρίστηκε έτσι και με τον Έλλιοτ και το Γκυγεμέν και το Μποσδάρη· και τώρα αυτοί μας κυβερνούν, καθώς ξέρετε. Έχει πελάτισσες όλες τις πρέσβειρες και όλο το προσωπικό των πρεσβειών. - Α, είπα, έτσι εξηγείται και ο φανατισμός του για το Βενιζέλο και για την Αντάντ. - Και το άσπρο ψωμί και το μαύρο χαβιάρι, επρόσθεσε ο Πάρης. Έδειξα κάποια απορία γι' αυτόν το συνδυασμό, και τα δυό αδέρφια μου εξήγησαν : Ο Κομπολογάς είχε ελεύθερη επικοινωνία με το Κερατσίνι όπου τότε έμεναν οι πρέσβεις της Αντάντ με το προσωπικό των πρεσβειών και με άλλους αφοσιωμένους ξένους και ρωμηούς, από κείνους που είχαν καταδιωχθή στα Νοεμβριανά. -Και καταλαβαίνετε, είπε ο Πάρης, αυτοί εκεί ούτε πεινούν, ούτε χαρούπια τρώνε όπως ο ελληνικός λαός. Έχουν όλα τα αγαθά του Θεού, τόσο άφθονα, ώστε μπορούν να χορταίνουν κι' αυτοί και οι φίλοι τους, και οι φίλοι των φίλων τους...» «Κατέβηκα σαν κυνηγημένος και, για να συνέλθω, κάθησα, πριν πάω στο ξενοδοχείο μου, και πήρα έναν καφέ με σταφιδοζάχαρη στο Μοναστηράκι. Μια σκηνή που είδα εκεί έκρινε οριστικά την απόφασή μου. Στα πόδια μου ήταν μια στιμμένη λεμονόφλουδα. Ένας λούστρος πέρασε, την εσήκωσε, την έβαλε στο στόμα του, την επιπίλισε κάμποσο και την επέταξε λίγο παρέκει. Σε λίγο πέρασε μια γρηά· την εμάτιασε, την εσήκωσε, την εμάσησε όσο μπορούσε και την ξαναπέταξε μπροστά στα πόδια μου. Όσο να κλάψω την πείνα των δύο πρώτων, πέρασε ένας με ημίψηλο· την εμάτιασε κι' αυτός, κύτταξε ένα γύρο του, ύστερα την άρπαξε, την έβαλε στο στόμα του, και έφυγε βιαστικά κατά το σταθμό. Κύριε των Δυνάμεων! Στα χωριά δε μπορούσαν ναχουν τόση αθλιότητα! Θα τους βρίσκονταν λίγο καλαμπόκι, θα μάζευαν δυο αγριοχόρταρα ή λίγα σαλιγκάρια να παρηγορήσουν την πείνα τους. Να φύγω λοιπόν το γρηγορώτερο από τη φριχτή τούτη κόλαση, όπως είχαν καταντήσει οι Σύμμαχοι την Αθήνα μας· να μην ακούω για το Φουρνιέ, να μη βλέπω Σενεγαλέζο μπροστά μου».

Το παιδί του Προδρόμου.'Ετσι χαρακτηρίστηκε ο Όσιος Δαυίδ...

Το παιδί του Προδρόμου,έτσι χαρακτηρίστηκε ο Άγιος Δαυίδ,από ένα περιστατικό που συνέβη όταν ήταν ηλικίας 3-4 ετών. Εκεί που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβατάκι του , πήγε ο Τίμιος Πρόδρομος και του λέγει: - Δαυίδ ανάστα, σήκω και ακολούθησέ με. Εκείνο, κάνοντας υπακοή, μια αρετή που την είχε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, τον ακολούθησε τον Τίμιο Πρόδρομο και πήγαν σ’ ένα εξωκκλήσι, που ετιμάτο προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Στάθηκε ο μικρός Δαυίδ, - εκεί η παράστασις δείχνει αυτό το περιστατικό το θαυμαστό- στάθηκε ο μικρός Δαυίδ μπροστά στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου στο Τέμπλο, όπου μπήκε ο Τίμιος Πρόδρομος και για 4-5 μερόνυχτα συνομιλούσε με τον Τίμιο Πρόδρομο. Οι γονείς, όταν δε βρήκαν το παιδάκι τους, ανησύχησαν, το ψάχνανε, ώσπου το βρήκαν στο εξωκλήσι αυτό , βλέποντας να λάμπει το προσωπάκι του και τους εξήγησε τί ακριβώς είχε συμβεί. Έτσι σ’ όλη του τη ζωή ήταν κάτω από την προστασία του Τιμίου Προδρόμου, ο οποίος είχε ήδη κοιμηθεί με μαρτυρικό θάνατο 1.500 και πλέον χρόνια πριν, αλλά για να είναι ζωντανός - διότι Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι και αυτοί οι οποίοι πιστεύουν στο Θεό δεν αποθνήσκουν, αλλά ζουν την πραγματική, την αιωνία ζωή- για να ‘ναι ζωντανός ο Τίμιος Πρόδρομος παρέστη στο μικρό Δαυίδ και τον νουθέτησε, τον βοήθησε και τον είχε πάντοτε υπό την σκέπη του... ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ι.Μ.ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ (Απόσπασμα από το κήρυγμα της 7/1/2021)