Κυριακή ΙΕ΄ Λουκά(ZΑΚΧΑΙΟΥ)«Ατέλεστος τελειότης»

Ο Χριστός είπε κάποτε, ότι είναι ευκολότερο να περάσει η καμήλα από την τρύπα της βελόνας, παρά να μπει ο πλούσιος στη Βασιλεία του Θεού. Συμπλήρωσε όμως, ότι και αυτά ακόμα που φαίνονται ανθρωπίνως αδύνατα, με τη χάρη του Θεού γίνονται κατορθωτά. (Λουκ. 18, 24-27). Έτσι ο ίδιος ο Χριστός βεβαιώνει μετά από λίγο ότι ο αρχιτελώνης Ζακχαίος, που είχε πλουτίσει από την αδικία, σώθηκε. «Σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Μια ματιά, ένας λόγος του Χριστού έκανε τον μέχρι τότε εκμεταλλευτή και άδικο Ζακχαίο να καταλάβει, ότι ο αληθινός πλούτος, ο μεγαλύτερος θησαυρός, ο πολύτιμος μαργαρίτης, «το όντως εφετόν», είναι μόνο ο Χριστός. Και αμέσως μοίρασε τη μισή περιουσία του στους φτωχούς, με την άλλη μισή διόρθωσε τις αδικίες του αποδίδοντας τετραπλά σε όσους αδίκησε και εν συνεχεία έγινε και αυτός απόστολος του Χριστού. Η συνάντηση του Ζακχαίου με τον Χριστό ήταν καίριας σημασίας. Άλλαξε τη ζωή του εντελώς. Λένε όμως μερικοί: Τί μπορεί να είχαν καταλάβει για τον Χριστό οι απόστολοι από την πρώτη τους συνάντηση μαζί του, αφού τους βλέπουμε πολλές φορές αργότερα να είναι κατώτεροι των περιστάσεων; Να τον αρνούνται στον καιρό του πάθους Tου; Ή να επιζητούν αξιώματα, νομίζοντας επίγεια τη βασιλεία του; Δεν ήξεραν άραγε τί τους γίνεται; Αντιθέτως! Ο Ζακχαίος και οι απόστολοι κατάλαβαν από την αρχή ότι βρήκαν τον Μεσσία, «ον έγραψε Μωυσής» (Ἰω. 1, 46). Ότι ακολουθούσαν όχι τυχοδιωκτικά έναν απλό περαστικό που βρέθηκε τυχαία στον δρόμο τους, αλλά τον Υιό «του Θεού του ζώντος» που τους επέλεξε προσεκτικά (Ματθ. 16, 16). Σε όλους όμως ανεξαιρέτως η αποκάλυψη δόθηκε σταδιακά. Η θεογνωσία και η πίστη τους αυξάνονταν προοδευτικά. Κύριε, «πρόσθες ημίν πίστιν», έλεγαν (Λουκ. 17, 5). Είχαν την καλή πρόθεση, αλλά δεν μπορούσαν τα πάντα εξ αρχής. «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. 26, 41). Τους έπαιρνε κι αυτούς η κάτω βόλτα. Είχαν και τις μαύρες τους. Πόσες φορές ο Χριστός τους «μάλωνε»! «Ούπω νοείτε ουδέ συνίετε»; (Μάρκ. 8, 17). Η πνευματική ενηλικίωση έρχεται σιγά-σιγά. Με αγώνα. Με πτώσεις. Με αμφιβολίες. Με κόπο. Η σχέση με τον Θεό έχει τις παλινωδίες της. Φυσικό και κατανοητό, μια και είναι πορεία συνεχής από την ατέλεια προς την τελειότητα. Χωρίς τέλος. «Ατέλεστος τελειότης» (αγ. Ιωάννης της Κλίμακος). Πώς όμως να ξεκινήσει κάποιος μια τέτοια πορεία, αν δεν έχει καταλάβει καλά την αξία της; Γράφει ο άγιος Σωφρόνιος: «Μέχρι να έρθει η χάρη είμαστε ασταθείς σε όλα. Παρατηρήστε τον Πέτρο: Ομολογεί τη Θεότητα του Χριστού με τέτοια, όπως φαινόταν, ασάλευτη βεβαιότητα· αξιώνεται της θεωρίας του Θαβωρίου Φωτός και ακούει τη φωνή του Πατρός, που μαρτυρούσε για τον αγαπητό Υιό· υπόσχεται αμετάθετη πίστη προς τον Χριστό ακόμη και μέχρι θανάτου και πολύ γρήγορα στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της Γεθσημάνιας νύκτας, αλλάζει μικρόψυχα. Αν έτσι συνέβη με τον Πέτρο-«πέτρα», τότε εγώ τρομάζω. Δεν με εγκαταλείπει η συνείδηση της αδυναμίας μου, ωσότου διαβώ με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος τα τελευταία όρια· ωσότου μπω τελειωτικά στον χώρο του Φωτός, ξεφεύγοντας από το εξώτερο σκότος... Ακόμη και στη Θεομήτορα η αποκάλυψη δόθηκε σταδιακά και όχι αμέσως, σε μία στιγμή. Αν πάρουμε ως αρχή την αποκάλυψη που Της δόθηκε κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού, τότε το τέλος της πρέπει να το τοποθετήσουμε στην εμφάνιση του Χριστού σε Αυτήν μετά την Ανάσταση, την Ανάληψή Του, και έπειτα την Κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Επιπλέον, ίσως και την ώρα της Κοιμήσεώς Της, έλαβε και νέα προσθήκη σε αυτό που γνώρισε προηγουμένως, και τότε προσέλαβε το πλήρωμα της Θείας Ζωής στο προσωπικό Της είναι» (Αρχιμ. Σωφρονίου, Το μυστήριο της χριστιανικής ζωής, σ. 44-45 και 67). Η Παναγία, οι απόστολοι, ο Ζακχαίος, είχαν τις δυσκολίες τους. Τις νίκησαν όμως, γιατί ήξεραν απ’ την αρχή ότι ακολουθούν τον μόνο αληθινό Θεό. Έστω κι αν δεν τον γνώριζαν τέλεια και σε βάθος εξ αρχής, έστω κι αν έβγαιναν εκ του βυθού της αγνοίας σταδιακά. «Αντιύλη». Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζας

''Το παραμύθι του Κωνσταντίνου''.

Μιά φορά κι’ έναν καιρό, πριν από πολλά χρόνια σε μια όμορφη χώρα, ζούσε ένα μικρό παιδάκι, ο Κωνσταντίνος. Εκεί μεγάλωνε σχεδόν όπως όλα τα παιδάκια, παίζοντας με τους φίλους και τα αδέρφια του στο παλάτι. Ξέχασα βέβαια να σας πω, ότι οι γονείς του Κωνσταντίνου, ο Μανουήλ Παλαιολόγος και η Ελένη Δραγάτση, ήταν οι βασιληάδες της όμορφη αυτής χώρας. Μια μέρα λοιπόν εκεί που έπαιζε με τους φίλους του στο δάσος, είδε έναν μικρό δικέφαλο αητό πληγωμένο από κάποιους ανόητους κυνηγούς, να κάθεται πάνω σ’ ένα παληό κομμάτι άσπρο μάρμαρο. Χωρίς να φοβηθεί καθόλου τον πήρε στην αγκαλιά του και τον έφερε μαζί με τους φίλους του στο παλάτι. Εκεί ο δικέφαλος αητός μεγάλωνε πια, κοντά στον Κωνσταντίνο. Πέρασαν πολλά χρόνια και πέθανε ο πατέρας του Κωνσταντίνου ο βασιληάς Μανουήλ. Έτσι ο Κωνσταντίνος τώρα με τη σειρά του στέφθηκε βασιληάς (στον Μυστρά κοντά στην αρχαία Σπάρτη όπου βρισκόταν τότε). Αμέσως μετά, σ’ ένα μεγάλο βαπόρι με βασιλικά εμβλήματα, ο Κωνσταντίνος, ο δικέφαλος και οι φίλοι του, ταξίεψαν στην πρωτεύουσα της χώρας την αγαπημένη Πόλη. Εκεί ο Κωνσταντίνος, άφησε τον αητό να πέτάει γύρω απ΄τα τείχη της και πήγε να προσκυνήσει στην μεγάλη εκκλησία, την Αγία Σοφία, για να κυβερνήσει δίκαια την περιτριγυρισμένη από εχθρούς πόλη του και τους ανθρώπους της. Ο Θεός τον άκουσε λυπημένος γιατί «Ηταν θέλημα Θεού, η πόλη να τουρκέψει», άλλα του έδωσε τρία σημαντικά και αόρατα για τους πολλούς δώρα. Αγάπη, πίστη και ελπίδα. Ήρθε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου κι έπεσε η πόλη του Κωνσταντίνου στα χέρια των αλλόθρησκων και μαζί της έπεσε κι ο βασιληάς Κωνσταντίνος στα τείχη της, εκεί κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, σαν απλός στρατιώτης, προτιμώντας τον τιμημένο θάνατο, από το να δεί την πόλη του σκλαβωμένη. Στον ουρανό τώρα, η μητέρα Του Θεού, που αγαπούσε και τον Κωνσταντίνο και την πόλη του, δάκρυσε. Οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ που ήταν κοντά της, Την παρηγορούσαν λέγοντας. «Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά Σου θάναι». Την ίδια στιγμήκάτω στη γή, ο Κωνσταντίνος λίγο πρίν κλείσει τα μάτια του, ακούει ένα φτερούγισμα και Άγγελος κυρίου, (άλλοι λένε ο αγαπημένος του δικέφαλος αητός) τον σκέπασε με τις φτερούγες του και τον και τον έκρυψε κάτω απ’ την Πόλη. Εκεί μαρμαρωμένος θα περιμένει τη σωστή ώρα, να τον ξυπνήσει ο Αγγελος και να τον φέρει πάλι στην αγαπημένη του Πόλη, για να συνεχίσει την βασιλεία του μαζί με τους φίλους και τον δικέφαλο αητό του. Είναι πολλοί που λένε ότι όλα αυτά είναι ψέματα ή παραμύθια για μικρά παιδιά. Τι να σας πω, μπορεί και να ‘χουν δίκιο. Εγώ θα έλεγα: «Παρέα μα τους μύθους ταξιδεύω στ’ ανοιχτά γιατί ότι είναι κρυμμένο, μυστικό και μαγεμένο, αγαπώ αληθινά».

Αυτός ο ωκεανός καταστροφολογίας τσακίζει ψυχικά όποιον άνθρωπο δεν διαθέτει πνευματικές άμυνες.

''Δραματική αύξηση στις αυτοκτονίες: «Αόρατοι» οι αυτόχειρες μπροστά σε μια φοβισμένη κοινωνία που κυνηγάει τη σκιά της καλοπέρασης'' Είναι ολοφάνερο πως η διετία μιας καταστροφικής διαχείρισης της πανδημίας αφήνει το θανάσιμο αποτύπωμα της στην κοινωνία, έτσι όπως προειδοποιούσαν κάποιες μεμονωμένες φωνές που αντιτάχθηκαν στα παρανοϊκά μέτρα που λειτούργησαν ως ολετήρας της δημόσιας υγείας. «Δεν υφίσταται υγεία χωρίς ελευθερία», φωνάζαμε πολλοί από τότε, απέναντι σε ένα απολυταρχικό σύστημα με «κώφωση» που συμπεριφερόταν σαν η υγεία του ανθρώπου να εξαρτάται αποκλειστικά από ένα και μόνο «τσίμπημα» από την πραμάτεια των «Μπουρλά», ακόμα και αν αυτό προϋπέθετε ότι θα καταπατηθεί η αξιοπρέπεια του, θα γίνει φυλακή ο τρόπος ζωής του, θα εξανεμιστεί η ιδιωτικότητα του, θα παραβιαστούν τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα του, θα γίνει ένας απρόσωπος κωδικός με «προνόμια» ελευθερίας και επιδόματα ψηφιακής επαιτείας. Η βιομηχανία τρόμου δούλευε και συνεχίζει να δουλεύει υπερωρίες. Φόβος για τις μεταλλάξεις του κορωνοϊού, φόβος για άλλες «εξωτικές» ιώσεις, φόβος για την κρίση ενέργειας, φόβος για παγκόσμιο πόλεμο, φόβος για επισιτιστική κρίση, φόβος για την «κλιματική κρίση», φόβος για επερχόμενες «μετεωρολογικές βόμβες», φόβος για τα ελληνοτουρκικά. Μια ολόκληρη ατζέντα τρομοκρατίας, σε non – stop μετάδοση. Είναι απολύτως λογικό και βέβαιο πως όλη αυτός ο ωκεανός καταστροφολογίας και καταπίεσης θα τσακίσει ψυχικά όποιον άνθρωπο δεν διαθέτει πνευματικές άμυνες. Ας αναρωτηθούμε για ποιο λόγο πληθαίνουν οι αυτοχειρίες, ειδικά των νέων. Είναι κυρίως διότι μεγαλώνουν σε οικογένειες που τους μαθαίνουν πως η επίγεια ζωή είναι η μοναδική ζωή που απολαμβάνει ο άνθρωπος, οπότε πρέπει να διεκδικήσουν ό,τι προλαβαίνουν σε αυτό το ολιγόχρονο διάστημα. Στον σύντομο βίο τους «πρέπει» να επιτύχουν στις σπουδές, να ανελιχθούν επαγγελματικά, να πατήσουν επί πτωμάτων, να γίνουν λαοφιλή «είδωλα», να βγάλουν λεφτά με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο, να μαζέψουν στρατιές από «followers», να κάνουν συλλογή από περαστικούς συντρόφους, να δοκιμάσουν κάθε ψυχοφθόρα ή σωματοκτόνο εξάρτηση. Δυστυχώς αυτό είναι το υποσυνείδητο σύνθημα των ημερών μας, για πολύ κόσμο. Αυτή είναι η νοσηρή νοοτροπία που κυριαρχεί όλο και περισσότερο στη νεολαία. Αντί να ψάχνουν πρώτα τις λύσεις για τα υπαρξιακά τους ερωτήματα, δίνουν την απόλυτη προτεραιότητα στην αχόρταγη ικανοποίηση της σάρκας, μεταθέτοντας τις απαντήσεις στο διηνεκές. Και τελικά έρχεται μια στιγμή που τα ερωτήματα έρχονται από μόνα τους σαν ακάλεστοι επισκέπτες και τους χτυπούν κατακέφαλα, βρίσκοντας τους απροετοίμαστους και πλήρως ανοχύρωτους. Αυτή είναι η κρίσιμη στιγμή που πολλοί άνθρωποι λυγίζουν και «σπάνε» από το βάρος των αμέτρητων «γιατί»...

«ΠΕΘΑΙΝΩ, ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΤΕΛΩ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ!»

Πήγαινε στα σπίτια, έπαιρνε τα παιδιά στην αγκαλιά του και, με τα λεγόμενά του, που σφραγίζονταν από ασυνήθιστη πραότητα και στοργή, βοηθούσε τους γονείς να μεταστραφούν. Φρόντιζε τους αρρώστους μεταμορφώνοντας την «κλίνη του πόνου τους σε κλίνη ευτυχίας με την παραμυθία της πίστεως». Έδινε ελεημοσύνη ό,τι είχε και δεν είχε και, πολύ συχνά, επέστρεφε στην οικία του δίχως υποδήματα ή πανοφόρι. Πήγαινε παντού, όχι για να κρίνει και να επιτιμήσει, αλλά για να προσευχηθεί και για να μεταφέρει την παρουσία του Χριστού. Με το πνεύμα διαρκώς προσηλωμένο στον Θεό, διέσχιζε το πλήθος που πάντα συγκεντρωνόταν στο διάβα του και, όπως ο ήλιος διαχέει καθολικά το φως του, έτσι και ο πατήρ Ιωάννης διέχεε γύρω του την ευωδία Χριστού και την φιλευσπλαχνία, ευλογώντας, προσευχόμενος, προσφέροντας αμέσως με το αριστερό χέρι του ό,τι δεχόταν στο δεξί (βλ. Ματθ. 6, 4). Παρά τις αναρίθμητες δυσκολίες, κατόρθωσε χάρη στις όλο και μεγαλύτερες δωρεές να ιδρύσει τον «Οίκο Εργασίας», ένα τεράστιο φιλανθρωπικό συγκρότημα που αποτελούνταν από ναό, σχολεία, νοσοκομεία, εργαστήρια, όπου χιλιάδες κάτοικοι της πόλης λάμβαναν όχι μόνο υλική βοήθεια, αλλά ξαναέβρισκαν την αξιοπρέπειά τους μέσω της εκπαίδευσης και της συμμετοχής τους στην εκκλησιαστική ζωή. Ξυπνούσε στις τρεις το πρωί και πήγαινε στην εκκλησία, που ήταν ήδη γεμάτη κόσμο για τον όρθρο. Την ώρα της Προσκομιδής έφερναν τα πρόσφορα σε πελώρια πανέρια, μαζί με ατελείωτους καταλόγους ονομάτων. Ο πατήρ Ιωάννης τα έπαιρνε στα χέρια του και ανέπεμπε διάπυρη προσευχή προς τον Κύριο, ωσάν να μεσίτευε για κάθε έναν ξεχωριστά. Δέος και θάμβος σε καταλάμβανε, όταν τον έβλεπες να τελεί τη θεία Λειτουργία· στεκόταν ενώπιον της Αγίας Τραπέζης ωσάν να βρισκόταν ενώπιον του θρόνου της δόξης του Θεού, πρόφερε τις ευχές με τρόπο που συγκινούσε και τους πιο σκληρόκαρδους και, όταν μεταλάμβανε, το πρόσωπό του λουζόταν από δάκρυα. «Πεθαίνω, όταν δεν τελώ τη θεία Λειτουργία!», έλεγε με ιερό ενθουσιασμό. Παρά το πλήθος των δραστηριοτήτων του, το πνεύμα του δεν περιεσπάτο ποτέ από την προσευχή, διότι έχοντας γίνει ο ίδιος κατά χάριν θεός, όλα τα λόγια και τα έργα του ήταν προσευχές πλήρεις θείας ενεργείας. Προείπε την ημέρα της εκδημίας του και εκοιμήθη εν Κυρίω στις 20 Δεκεμβρίου του 1908, περιβεβλημένος την τιμή και την ευλάβεια όλου του ρωσικού λαού. Σταλείς από τον Θεό ωσάν προφήτης, ο άγιος πατήρ ημών Ιωάννης της Κρονστάνδης κατέστη αφετηρία της πνευματικής αφύπνισης του ρωσικού λαού τις παραμονές της Επανάστασης των Μπολσεβίκων και κατέδειξε τι και πώς πρέπει να είναι ο Ορθόδοξος ιερέας του Υψίστου Θεού: έφορος και οικονόμος της θείας φιλευσπλαχνίας μεταξύ των ανθρώπων…

Η ΧΑΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ

Μια ματιά να ρίξει κάποιος στο διαδίκτυο, κάτω από ειδήσεις, θα διαπιστώσει στους σχολιασμού μία άνευ προηγουμένου τοξικότητα. Δημόσια πρόσωπα δεν κρίνονται για τις πράξεις τους στο επίπεδο του ήθους, αλλά κατακρίνονται με χαρακτηρισμούς οι οποίοι πόρρω απέχουν από τους κανόνες ενός ευπρεπούς διαλόγου. Σαν να διαβάζεις φωνασκίες εφήβων, οι οποίοι εκτονώνουν το κρεσέντο των ορμονών τους. Και ο δημόσιος λόγος κανονικά έχει ως χαρακτηριστικό του την επωνυμία. Αναλαμβάνω την ευθύνη γι' αυτό που λέω και το δηλώνω με το όνομά μου. Αν θέλω να κρίνω, πρέπει να είμαι έτοιμος και να κριθώ. Εδώ όμως βρισκόμαστε στην αποθέωση της κρυψίνοιας. Ο κρίνων χρησιμοποιεί ψευδώνυμα. Σαν να φοβάται όχι για την ακεραιότητά του, αλλά για την ποιότητα της σκέψης του. Γιατί είναι σκληρή η αλήθεια γι' αυτόν που δεν έχει επιχειρήματα αλλά μόνο κραυγάζει. Όμως το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην ανωνυμία των τρολ του Διαδικτύου. Γίνεται χαρακτηριστικό στοιχείο των ανθρώπινων σχέσεων. Μας περιτριγυρίζουν τοξικοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν μπορούν ή δεν έχουν μάθει να χαίρονται με την χαρά των άλλων, με τις ικανότητές τους και τα επιτεύγματά τους, με την αποδοχή από τους συνανθρώπους τους. Κι επειδή δεν χαίρονται οι ίδιοι και οι ίδιες, σπεύδουν να αρνηθούν το δικαίωμα στην χαρά και στους άλλους. Είναι σαν να τους λένε: "δεν θέλω να ζήσεις την χαρά, γιατί εγώ δεν την ζω". Και έχουν αποδοχή αυτοί οι άνθρωποι. Είναι είρωνες και σαρκαστικοί. Είναι, συχνά, χαρισματικοί. Έχουν όμως μέσα τους μία ναρκισσιστική διάθεση για τον εαυτό τους, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπουν ούτε σ' εκείνον ούτε στον πλησίον τους να μπορεί να αφεθεί στις χαρές των μικρών πραγμάτων, όπως και των μεγαλύτερων που έχουν να κάνουν με χαρίσματα και συγκυρίες. Παλιά οι άνθρωποι αυτοί περιορίζονταν στην γειτονιά. Ήταν οι γεροντοκόρες, οι οποίες για λόγους που δεν εξηγούνταν πάντοτε, δεν μπορούσαν να κάνουν οικογένεια. Έτσι, έβγαζαν κακία σε όσες κοπέλες είχαν σχέση και προχωρούσαν στην ζωή τους. Ήταν οι φθονεροί, τύπου Σαλιέρι, που έβλεπαν τους Μότσαρτ της ζωής να πετυχαίνουν με το ταλέντο και τις συγκυρίες που ευνοούσαν. Ήταν όμως και εκείνοι που παρέμεναν ανικανοποίητοι στην ζωή τους, σαν να τους χρωστούσε εκείνη κάτι, εκείνοι που είχαν μέσα τους τραύματα από απορρίψεις είτε της οικογένειας είτε εκείνων στους οποίους επένδυσαν είτε λόγω των δικών τους δυνατοτήτων που δεν έφταναν για παραπάνω, με αποτέλεσμα να αισθάνονται φθόνο για όσους πετύχαιναν, μολονότι οι ίδιοι κάποτε πετύχαιναν περισσότερα κι από τους άλλους. Δεν τους αρκούσε όμως αυτό. Έπρεπε να μειωθούν οι άλλοι. Σαν εκείνο τον αρχαίο τύραννο της Μιλήτου Θρασύβουλο, που έκοβε τα στάχυα που ξεχώριζαν, δηλαδή εκείνους που βρίσκανε αγάπη από τον λαό, μην τυχόν και του πάρουν την θέση. Έτσι και οι τοξικοί άνθρωποι. Μειώνουν όσους πετυχαίνουν κάτι, μόνο και μόνο για να μη φανούν κατώτεροι. Η Εκκλησία μάς ζητά να αποφεύγουμε τον φθόνο. Τον θεωρεί βαρύτατο αμάρτημα, όχι μόνο διότι συνεπάγεται την κατάργηση της αγάπης, αλλά και γιατί στο σώμα του Χριστού χωρούμε όλοι. Η ενότητα έρχεται μέσα από την ταπείνωση. Και ταπεινός είναι αυτός που χαίρεται με την χαρά και την πρόοδο του άλλου, ακριβώς διότι νιώθει πως ο πλησίον είναι ο αδελφός του. Θέλει αγώνα εντός και υπομονή, ώστε η τοξικότητα να μη μας καταπιεί.