Δεν γίνεται να συνυπάρξουν Ορθόδοξη ομολογία και καύση

Με θλίψη παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια την ολοένα και αυξανόμενη τάση καύσης σωμάτων κεκοιμημένων, η οποία επιλέγεται άλλες φορές συνειδητά, άλλες φορές όμως από άγνοια για το τι πρεσβεύει η ταφή, όχι μόνον για την πίστη μας αλλά και για την παράδοση μας ως λαός, από αρχαιοτάτων χρόνων. Ναι, αντίθετα μ' όσα ορισμένοι υποστηρίζουν, η ταφή έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελλάδα, όπου μπορεί μεν κάποιοι να καίγονταν αλλά οι περισσότεροι εθάπτοντο εξού και τ' αμέτρητα ταφικά μνημεία σ' όλη την επικράτεια. Η παράδοση μας ως Ορθόδοξοι, θέλει να ταφόμεθα στη γη, στην οποία παραδινόμαστε, σε μία εμβρυϊκή θα λέγαμε κατάσταση, όπου μέσω της φυσικής διαδικασίας της διαλύσεως του παλαιού σώματος, προσδοκούμε τη νέα γέννηση, την ανάστασή μας δηλαδή, όταν ο Θεός αποφασίσει αυτή να έρθει. Κατά την εξόδιο ακολουθία, η οποία είναι ένα ακόμη υπέροχο δώρο της Εκκλησίας μας, όχι μόνον προς τον κεκοιμημένο αλλά και προς τους συγγενείς και τους οικείους του, αφού μέσω αυτής μεταφέρεται τόσο γλαφυρά, παρηγορητικά κι ελπιδοφόρα το μήνυμα της υπέρβασης του θανάτου, γίνεται σαφή αναφορά σ' αυτή την σύνδεση μας με τη γη και κατά την εκφώνηση από τον ιερέα της τελευταίας ευχής πριν την ταφή του σώματος, ακούμε: «Γη ει και εις γην απελεύσει», δηλαδή: «Γη είσαι (χώμα δηλαδή) και προς την γη πορεύεσαι». Aυτή είναι η αλήθεια. Δεν γίνεται λοιπόν αγαπημένοι μου να συνυπάρξουν Ορθόδοξη ομολογία και καύση, διότι η δογματική αλήθεια της Εκκλησίας μας ορίζει ρητά πως τα νεκρά σώματα παραδίδονται μεν στη φθορά μετά τον θάνατο αλλά μέλουν ν' αναστηθούν κατά την ημέρα της πανανθρώπινης ανάστασης όπου θα ενωθούν και πάλι με τις ψυχές τους. Απ' την άλλη, ο άνθρωπος, είναι χιλιοειπωμένο, είναι ψυχοσωματικός και το σώμα του, που είναι ναός Του Αγίου Πνεύματος, είναι ιερό, έστω και άψυχο. Και ως ιερό είναι άξιο τιμής και σεβασμού. Εντέλει, ο ίδιος ο Χριστός ετάφη, έτσι δεν είναι; Εύχομαι όλοι μας ν' αξιωθούμε να γίνουμε κληρονόμοι του Παραδείσου και ν' απολαύσουμε την άφθαρτη χαρά που ο Θεός επιφυλάσσει σ' αυτούς που την αναζητούν!

Γιατί εκείνο, γιατί το άλλο, γιατί σ’εμένα, γιατί όχι σ’εμένα...;

Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό του γέροντα ήταν η μεγάλη του ταπείνωση, η οποία δεν επηρεάστηκε καθόλου από το πλήθος των ανθρώπων που συνέρρεαν κοντά του από όλη σχεδόν την Ελλάδα. Στο πνευματικοπαιδι του π. Χαράλαμπο Αναστασιάδη έλεγε με λύπη: " Είμαι πέντε και ο κόσμος με λέει εκατό " δείχνοντας τη θλίψη του για την υπερεκτίμηση αυτή των ανθρώπων. Όσοι τον έζησαν από κοντά τον θυμούνται να μπαινοβγαίνει στο εκκλησάκι του και να ψιθυρίζει : " Είμαι αμετανόητος, είμαι αμετανόητος", "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με" ή να ψάλλει το " Εκ νεότητος μου....". Ήταν βαθιά νηπτικός και αυστηρός κριτής του εαυτού του. Η ζωή του ολόκληρη ήταν μια αδειαλειπτη πορεια προσευχής, οπλισμένη με την θεοειδη ταπείνωση. Πότε δεν έπαυε από τα χείλη του η μονολογιστη ευχή, καθώς διηγούνται τα αμέτρητα πνευματικοπαιδια του. Ήρεμα και σιγανα , μπορούσες , αν προσεχές λίγο , να δεις τα χείλη του να την ψελλίζουν σε κάθε στιγμή της μέρας. Για αυτό και στις παρακλήσεις της Παναγίας το "Από των πολλών μου αμαρτιών..." το έψελνε ο ίδιος επαναλαμβάνοντας το μάλιστα τρεις φορές. Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης * * * * Κλαίω γιατί είμαι ο μεγαλύτερος αμαρτωλός απ’ όλο τον κόσμο, και πενθώ για το αβέβαιο της σωτηρίας μου... Μόνο η ελεημοσύνη του Θεού μου με σώζει από τα κακά μου... Πλούτισα στην επίγνωση του απείρου μηδενικού μου. Όλος ο εαυτός μου είναι δωρεά του Θεού. Σε τι να καυχηθώ πώς έχω; Εάν μου δώση κάποιο χάρισμα ο Θεός θα έχω, διαφορετικά θα μείνω με τα ράκη της αυταπάτης. Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας * * * * Πολλοί άνθρωποι γκρινιάζουν και παραπονιούνται συνεχώς. Δεν μπορούν να χωνέψουν και να αποδεχτούν καταστάσεις στη ζωή τους διότι ο εγωισμός ουρλιάζει! Γιατί εκείνο, γιατί το άλλο, γιατί σ’εμένα, γιατί όχι σ’εμένα αυτό. Σταμάτα να γκρινιάζεις. Άσε τις κλάψες και προχώρα. Αναρωτήθηκες ποτέ αν κάνεις γι’αυτά που ζητάς ; Είναι ευλογημένο; Μήπως δεν κάνεις στην τελική για αυτό που ζητάς ; Μήπως δεν το αξίζεις ; Αναρωτήθηκες ποτέ ; ; ; Στην τελική ποιος νομίζεις ότι είσαι ; Ο Άγιος Παϊσιος έλεγε τον εαυτό του ντενεκέ και το βίωνε μέσα του, άλλοι Άγιοι ένιωθαν χειρότεροι πάσης κτίσεως. Εσύ δηλαδή το παίζεις κάποιος ; «Μα γιατί πάτερ ; ; ; !» Γιατί έτσι ! Πες ένα να’ ναι ευλογημένο και προχώρα. Πες ένα δόξα τω Θεώ για ό,τι σου έχει δώσει και για ότι σε έχει γλυτώσει και κάνε τον αγώνα σου ευχαριστιακά και όχι με κλάψες. Δεν ξέρεις τι είναι προς το συμφέρον σου και τι όχι. Μην ξεχνάς ότι το ΟΧΙ του Θεού είναι και αυτό απάντηση και μάλιστα σωτηριολογική. Σταμάτα να συμπιέζεις τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Κάποια στιγμή αυτά τα αναπάντητα «γιατί» θα σε σκοτώσουν ή θα σε αρρωστήσουν.Άφησέ τα όλα στον Θεό και προχώρα.Σταμάτα τις γκρίνιες και το μουρμούρισμα.Τα πάντα έχουν τον λόγο τους. Μην ψάχνεις απαντήσεις στα γιατί !Διότι δεν πρέπει να μάθεις και στην τελική δεν χρειάζεται.Δεν χρειάζεται να τα μάθουμε και όλα, έτσι, για να δοκιμαζόμαστε. Προχώρα λοιπόν και ο Θεός μαζί σου …

Αυτός πού δεν μπορούσε σχεδόν να μιλήσει, έγινε παγκόσμια φωνή!(Όσιος Βησσαρίωνας)

Τους αφανείς εργάτες του αμπελώνος του εμφανώς τους δοξάζει ο Κύριος, που με την παγγνωσία Του προγνωρίζει ότι θα γίνουν όμοιοι της εικόνος Του· αυτούς τους καλεί στην υπηρεσία Του και, αφού τους καθιστά δικαίους τους δοξάζει· «Ους εδικαίωσε τούτους και εδόξασε» (Ρωμ. η΄ 30). Τέτοιο αφανή εργάτη στις ημέρες μας, που, αφού ανέβηκε τους αναβαθμούς από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν», τον κατέστησε κληρονόμο της Βασιλείας Του δοξάζοντάς τον ταυτόχρονα με αφθαρσία του σκηνώματός του παρουσίασε ο Κύριος τον Γέροντα Βησσαρίωνα τον Αγαθωνίτη. Μη ξεχνάμε ότι «τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα» (Α΄ Κορίνθ. α΄ 28), τους άσημους και περιφρονημένους επιλέγει πάντοτε ο Θεός, για να αποδείξει τιποτένιους και ελάχιστους αυτούς που ο κόσμος θαυμάζει και προβάλλει ως πρότυπα της εφήμερης ζωής τους. Η κοίμησή του Ο π. Βησσαρίων ήταν καλά στην υγεία του σε γενικές γραμμές· δεν είχε μεγάλα προβλήματα υγείας. Είχε υποβληθεί σε μία εγχείρηση νεφρού, αλλά ήταν καλά. Στα τελευταία του ήρθαν η κόπωση, τα γεράματα· έπαθε κι ένα κρυολόγημα και νοσηλεύτηκε για λίγο στο Νοσοκομείο της Λαμίας, αλλά επειδή ήταν δύσκολη η κατάστασή του, τον πήγαν στο Νοσοκομείο «Σωτηρία», στην Αθήνα. Εκεί, παρ’ ότι τον βοήθησαν οι γιατροί, δεν μπόρεσε … ο καημένος λόγω των γηρατειών του να ξεπεράσει το πνευμονικό οίδημα· κι έτσι εν Κυρίω και με τη χάρη Του εκοιμήθη στις 22 Ιανουαρίου 1991. Η είδηση του θανάτου του λύπησε κατάβαθα όλα τα πνευματικά παιδιά του· μάς συγκλόνισε. Εδώ στο μοναστήρι έπεσε μεγάλο πένθος. Όσον καιρό ήταν άρρωστος ο π. Βησσαρίων στην Αθήνα, ο γέροντας Γερμανός αγρυπνούσε δίπλα στο προσκέφαλό του, μέχρι πού του έκλεισε τα μάτια. Το μοναστήρι εκείνες τις ημέρες ήταν ντυμένο στα λευκά, είχε 50-60 εκ. χιόνι· με δυσκολία ανέβηκε η νεκροφόρα. Όταν έφεραν τον γέροντα στο μοναστήρι, τον βάλαμε στην εκκλησία, όπου τον αφήσαμε δύο ημέρες, καθώς το επέτρεπε ο καιρός. Όλη την νύχτα και όλη την ημέρα περνούσε κόσμος πολύς να χαιρετήσει τον π. Βησσαρίωνα και να κλάψουν, όπως πιθανόν δεν θα έκλαιγαν στον πατέρα τους και την μητέρα τους. Έλαμπε το πρόσωπό του μέσα στο φέρετρο και το σώμα του ευωδίαζε. Στις 24 Ιανουαρίου εψάλη η εξόδιος ακολουθία, χοροστατούντος του μητροπολίτη Δαμασκηνού. Ολιγόλογος τότε ο δεσπότης, με δάκρυα στα μάτια είπε: «Σήμερα κηδεύουμε έναν Άγιο!…». Λόγια προφητικά. Ξέρετε, ο δεσπότης εξομολογείτο στον π. Βησσαρίωνα. Τσάκισε η φωνή του, έβαλε τα κλάματα και σταμάτησε. Αφού λόγω του χιονιού δεν μπορούσαμε να πάμε στο κοιμητήριο για να ενταφιάσουμε τον σεπτό γέροντά μας, πρότεινα στον ηγούμενο να τον κηδεύσουμε στα βαπτιστήρια, όπου υπήρχαν δύο δωμάτια προορισμένα για την εξομολόγηση· να τον πάμε στο εξομολογητήριο τιμητικά, μια και ήταν εξομολόγος. Έτσι βρέθηκε ο π. Βησσαρίων εκεί κάτω. Όλο τον καιρό πού βρισκόταν εκεί ο γέροντας, εμείς γνωρίζαμε ότι εκεί ήταν θαμμένος ένας Άγιος. Είχα γράψει κι ένα ποίημα στον τάφο του, το οποίο τον περιγράφει. Όλα αυτά τα χρόνια κατέβαιναν εκεί κάτω πολλοί άνθρωποι για να προσκυνήσουν· βρίσκαμε μέχρι και αφιερώματα. Αυτά δείχνουν την ευσέβεια του κόσμου και σε ποια θέση μέσα στην καρδιά τους είχαν τοποθετήσει από την πρώτη στιγμή τον π. Βησσαρίωνα. Αυτοί πού κατέβαιναν στον τάφο του προσεύχονταν και με τα αφιερώματά τους είχαν συνείδηση ότι προσφέρουν κάτι σε Άγιο, χωρίς να περιμένουν οποιοδήποτε σημείο για ν’ αποδείξει την αγιότητά του. Πολλοί άνθρωποι μάς μίλησαν για θαυμαστές εμπειρίες και βιώματα πού είχαν στον τάφο του γέροντα. Πολλοί είχαν ταραχή μέσα στο σπίτι τους, μα είδαν τον π. Βησσαρίωνα στον ύπνο τους και ήρθε η γαλήνη πάλι στην οικογένειά τους, και πολλά άλλα. Η εκταφή του άφθαρτου λειψάνου του Αφού είδαμε ότι ο γέροντας τιμάται στον τάφο του, αποφασίσαμε να μην κάνουμε εκταφή, αλλά να αναβαθμίσουμε λίγο τα βαπτιστήρια, να περιποιηθούμε τον χώρο και να τον διαφυλάξουμε ως τόπο προσκυνηματικό. Όμως οι τεχνικές υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Φθιώτιδος –προς την οποίαν από επταετίας είχαμε απευθύνει αίτημα να μάς βοηθήσει, γιατί το μοναστήρι παρουσίαζε καθιζήσεις στην ανατολική πλευρά του– μάς είπαν ότι για να είναι σωστό το έργο έπρεπε να … γκρεμιστούν τα βαπτιστήρια, ώστε να γίνει η απαραίτητη στήριξη του μοναστηριού. Το κρίναμε λογικό, καθώς τα βαπτιστήρια εκ της καθιζήσεως δεν παρείχαν καμίαν ασφάλεια. Είπαμε το «ναι», αλλά εκεί είχαμε τον τάφο του παππούλη. Κάναμε προσευχή και παρακαλέσαμε τον παππούλη να μάς επιτρέψει την εκταφή του. Έτσι, στις 3 Μαρτίου, όλοι οι αδελφοί μαζί πήγαμε κάτω, κάναμε τρισάγιο, ασπαστήκαμε τον τάφο του κι αρχίσαμε να αφαιρούμε τούβλα από την πλευρά του. Όταν έπεσαν τα πρώτα τούβλα, είδαμε ένα φέρετρο άθικτο, όπως το είχαμε βάλει. Συνέστησα προσοχή, για να μη χτυπηθεί το φέρετρο· το βγάλαμε έξω και το πήγαμε στο κοιμητήριο, ώστε να μαζέψουμε τα κόκκαλα του παππούλη. Ανοίγουμε το φέρετρο, σηκώνουμε το σάβανο και βλέπουμε το σώμα του άφθαρτο. Συγκλονιστήκαμε· γονατίσαμε κάτω, φιλήσαμε το φέρετρο και μετά το σηκώσαμε και το πήγαμε στον ναό. Είχαμε αντιληφθεί ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα θαυμαστό γεγονός. Κάπου το περιμέναμε κιόλας, αφού πιστεύαμε στην αγιότητά του. Αφού τον βάλαμε στον ναό, είπαμε ότι αυτό το βάρος δεν μπορούμε να το σηκώσουμε μόνοι μας και ότι πρέπει να καλέσουμε την Αγία Εκκλησία να έρθει να επιληφθεί της υποθέσεως. Πήραμε αμέσως στο τηλέφωνο τον ποιμενάρχη μας, στον οποίον κάποτε είχα αναφέρει ότι ο παππούλης μου έλεγε πώς μπορεί και να τον βρούμε έτσι· εκείνος τότε με κοίταξε μειδιώντας, αλλά χωρίς να αντιδράσει· μου είπε μόνο πώς, αν δω κάτι θαυμαστό, να τον ειδοποιήσω αμέσως. Ο σεβασμιώτατος υπέστη ισχυρό σοκ, όταν του ανέφερα τί είχε συμβεί, κι έφθασε αμέσως στο μοναστήρι. Προσκύνησε, συγκινήθηκε· δεν είχε ξαναδεί κι αυτός κάτι τέτοιο. Μάς έδωσε οδηγίες, έκανε κάποιες υπηρεσιακές ενέργειες και ανέλαβε πλέον εκείνος την υπόθεση. Εμείς πήραμε το σκήνωμα και το τοποθετήσαμε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδος για να προστατεύεται, και έκτοτε τελούμε πλέον υπό τις εντολές της Εκκλησίας. Ωστόσο, πώς να μη σκεφτεί κανείς ότι ο Θεός οικονόμησε την καθίζηση του μοναστηριού, και μάλιστα στη μεριά των βαπτιστηρίων, ώστε να μάς οδηγήσει στην εκταφή του π. Βησσαρίωνα και να μάς δώσει το σημείο Του με την αφθαρσία του σκηνώματός του; Άλλωστε, με κάπως παρόμοιο τρόπο –όπως θρυλλεί η παράδοσή μας- δεν οικονόμησε την ανακάλυψη της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Αγάθωνης σε σπηλιά από τον όσιο Αγάθωνα, κτίτορα και προστάτη της Μονής μας; Ο ήσυχος παππούλης με τη χάρη του Τριαδικού Θεού μας τάραξε το πανελλήνιο, και όχι μόνον! Αυτός πού δεν μπορούσε σχεδόν να μιλήσει, έγινε παγκόσμια φωνή! Όπου θέλει ο Θεός, ενεργεί με τη χάρη Του και όλα τ’ άλλα παραμερίζουν, όπως όταν μία αχτίδα φωτός μπαίνει μες στο σκοτάδι και το διαλύει. Μέχρι και της φύσης η τάξη νικάται, όπως ψάλλουμε στην Παναγία μας. Τί ορίζουν οι νόμοι της φύσης για έναν άνθρωπο πού πεθαίνει; Σε δύο, τρία, το πολύ πέντε χρόνια, θα βρεις ένα σώμα λιωμένο, και στην χειρότερη περίπτωση θα βρείς σάρκες και κόκαλα μαζί. Αλλά ύστερα από δεκαπέντε χρόνια να βρείς το σκήνωμα ενός ανθρώπου σε πλήρη συνοχή, απλώς συρρικνωμένο, αφυδατωμένο, να κρατά μάλιστα το Ιερό Ευαγγέλιο και να μην μπορείς να του το αποσπάσεις; Σαν να θέλει να πεί σε όλους, και ιδιαιτέρως σε μάς τους ιερείς, ότι ξεφύγαμε από το Ευαγγέλιο και διδάσκουμε αλλότρια πράγματα· σαν να μάς λέει ότι: «Εδώ είναι για μάς η πηγή της αληθείας του Θεού. Κουβεντιάζουμε περί ανέμων και υδάτων· κατάφερε ο σατανάς να μάς πείσει να κουβεντιάζουμε για όλα τα άλλα και να μην κουβεντιάζουμε για τον Χριστό μας· περί άλλων τυρβάζουμε, αλλά ενός μόνον εστί χρεία. Ντρεπόμαστε να πούμε τις παραβολές του Κυρίου, τις θεωρούμε “φτωχές”, ότι είναι μόνον για χαμηλού επιπέδου ανθρώπους. Όμως ας αναλογιστούμε πόσες ψυχές αυτές οι παραβολές ανέβασαν στον Παράδεισο! Δεν έχουμε την απλή φρόνηση να σκεφτούμε ότι τα λόγια πού είπε ο Κύριός μας δεν αντικαθίστανται με άλλα λόγια, λόγια του κόσμου τούτου;». Αυτό, λοιπόν, θέλει να πεί ο παππούλης μας σε όλους εμάς τους ιερείς και μοναχούς, όχι από τον τάφο του, αλλά από τις ουράνιες νομές όπου μετά των Δικαίων και Αγίων του Θεού συγκαταλέγεται, για να μάς προστατέψει, προτρέποντάς μας: «Γυρίστε πάλι στις γάργαρες πηγές της Πίστεως μας, στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση. Πάψτε να ασχολείσθε με τις κοσμικότητες και τα κοινωνικά ζητήματα, είναι άλλοι αρμόδιοι γι’ αυτά τα θέματα· εσείς έχετε χρέος να οδηγήσετε τις ψυχές εις “νομάς σωτηρίους”, ν’ ανεβάσετε τον άνθρωπο από τη Γη στον Ουρανό!…».

Κυριακή ΙΕ΄ Λουκά(ZΑΚΧΑΙΟΥ)«Ατέλεστος τελειότης»

Ο Χριστός είπε κάποτε, ότι είναι ευκολότερο να περάσει η καμήλα από την τρύπα της βελόνας, παρά να μπει ο πλούσιος στη Βασιλεία του Θεού. Συμπλήρωσε όμως, ότι και αυτά ακόμα που φαίνονται ανθρωπίνως αδύνατα, με τη χάρη του Θεού γίνονται κατορθωτά. (Λουκ. 18, 24-27). Έτσι ο ίδιος ο Χριστός βεβαιώνει μετά από λίγο ότι ο αρχιτελώνης Ζακχαίος, που είχε πλουτίσει από την αδικία, σώθηκε. «Σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Μια ματιά, ένας λόγος του Χριστού έκανε τον μέχρι τότε εκμεταλλευτή και άδικο Ζακχαίο να καταλάβει, ότι ο αληθινός πλούτος, ο μεγαλύτερος θησαυρός, ο πολύτιμος μαργαρίτης, «το όντως εφετόν», είναι μόνο ο Χριστός. Και αμέσως μοίρασε τη μισή περιουσία του στους φτωχούς, με την άλλη μισή διόρθωσε τις αδικίες του αποδίδοντας τετραπλά σε όσους αδίκησε και εν συνεχεία έγινε και αυτός απόστολος του Χριστού. Η συνάντηση του Ζακχαίου με τον Χριστό ήταν καίριας σημασίας. Άλλαξε τη ζωή του εντελώς. Λένε όμως μερικοί: Τί μπορεί να είχαν καταλάβει για τον Χριστό οι απόστολοι από την πρώτη τους συνάντηση μαζί του, αφού τους βλέπουμε πολλές φορές αργότερα να είναι κατώτεροι των περιστάσεων; Να τον αρνούνται στον καιρό του πάθους Tου; Ή να επιζητούν αξιώματα, νομίζοντας επίγεια τη βασιλεία του; Δεν ήξεραν άραγε τί τους γίνεται; Αντιθέτως! Ο Ζακχαίος και οι απόστολοι κατάλαβαν από την αρχή ότι βρήκαν τον Μεσσία, «ον έγραψε Μωυσής» (Ἰω. 1, 46). Ότι ακολουθούσαν όχι τυχοδιωκτικά έναν απλό περαστικό που βρέθηκε τυχαία στον δρόμο τους, αλλά τον Υιό «του Θεού του ζώντος» που τους επέλεξε προσεκτικά (Ματθ. 16, 16). Σε όλους όμως ανεξαιρέτως η αποκάλυψη δόθηκε σταδιακά. Η θεογνωσία και η πίστη τους αυξάνονταν προοδευτικά. Κύριε, «πρόσθες ημίν πίστιν», έλεγαν (Λουκ. 17, 5). Είχαν την καλή πρόθεση, αλλά δεν μπορούσαν τα πάντα εξ αρχής. «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. 26, 41). Τους έπαιρνε κι αυτούς η κάτω βόλτα. Είχαν και τις μαύρες τους. Πόσες φορές ο Χριστός τους «μάλωνε»! «Ούπω νοείτε ουδέ συνίετε»; (Μάρκ. 8, 17). Η πνευματική ενηλικίωση έρχεται σιγά-σιγά. Με αγώνα. Με πτώσεις. Με αμφιβολίες. Με κόπο. Η σχέση με τον Θεό έχει τις παλινωδίες της. Φυσικό και κατανοητό, μια και είναι πορεία συνεχής από την ατέλεια προς την τελειότητα. Χωρίς τέλος. «Ατέλεστος τελειότης» (αγ. Ιωάννης της Κλίμακος). Πώς όμως να ξεκινήσει κάποιος μια τέτοια πορεία, αν δεν έχει καταλάβει καλά την αξία της; Γράφει ο άγιος Σωφρόνιος: «Μέχρι να έρθει η χάρη είμαστε ασταθείς σε όλα. Παρατηρήστε τον Πέτρο: Ομολογεί τη Θεότητα του Χριστού με τέτοια, όπως φαινόταν, ασάλευτη βεβαιότητα· αξιώνεται της θεωρίας του Θαβωρίου Φωτός και ακούει τη φωνή του Πατρός, που μαρτυρούσε για τον αγαπητό Υιό· υπόσχεται αμετάθετη πίστη προς τον Χριστό ακόμη και μέχρι θανάτου και πολύ γρήγορα στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της Γεθσημάνιας νύκτας, αλλάζει μικρόψυχα. Αν έτσι συνέβη με τον Πέτρο-«πέτρα», τότε εγώ τρομάζω. Δεν με εγκαταλείπει η συνείδηση της αδυναμίας μου, ωσότου διαβώ με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος τα τελευταία όρια· ωσότου μπω τελειωτικά στον χώρο του Φωτός, ξεφεύγοντας από το εξώτερο σκότος... Ακόμη και στη Θεομήτορα η αποκάλυψη δόθηκε σταδιακά και όχι αμέσως, σε μία στιγμή. Αν πάρουμε ως αρχή την αποκάλυψη που Της δόθηκε κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού, τότε το τέλος της πρέπει να το τοποθετήσουμε στην εμφάνιση του Χριστού σε Αυτήν μετά την Ανάσταση, την Ανάληψή Του, και έπειτα την Κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Επιπλέον, ίσως και την ώρα της Κοιμήσεώς Της, έλαβε και νέα προσθήκη σε αυτό που γνώρισε προηγουμένως, και τότε προσέλαβε το πλήρωμα της Θείας Ζωής στο προσωπικό Της είναι» (Αρχιμ. Σωφρονίου, Το μυστήριο της χριστιανικής ζωής, σ. 44-45 και 67). Η Παναγία, οι απόστολοι, ο Ζακχαίος, είχαν τις δυσκολίες τους. Τις νίκησαν όμως, γιατί ήξεραν απ’ την αρχή ότι ακολουθούν τον μόνο αληθινό Θεό. Έστω κι αν δεν τον γνώριζαν τέλεια και σε βάθος εξ αρχής, έστω κι αν έβγαιναν εκ του βυθού της αγνοίας σταδιακά. «Αντιύλη». Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζας

''Το παραμύθι του Κωνσταντίνου''.

Μιά φορά κι’ έναν καιρό, πριν από πολλά χρόνια σε μια όμορφη χώρα, ζούσε ένα μικρό παιδάκι, ο Κωνσταντίνος. Εκεί μεγάλωνε σχεδόν όπως όλα τα παιδάκια, παίζοντας με τους φίλους και τα αδέρφια του στο παλάτι. Ξέχασα βέβαια να σας πω, ότι οι γονείς του Κωνσταντίνου, ο Μανουήλ Παλαιολόγος και η Ελένη Δραγάτση, ήταν οι βασιληάδες της όμορφη αυτής χώρας. Μια μέρα λοιπόν εκεί που έπαιζε με τους φίλους του στο δάσος, είδε έναν μικρό δικέφαλο αητό πληγωμένο από κάποιους ανόητους κυνηγούς, να κάθεται πάνω σ’ ένα παληό κομμάτι άσπρο μάρμαρο. Χωρίς να φοβηθεί καθόλου τον πήρε στην αγκαλιά του και τον έφερε μαζί με τους φίλους του στο παλάτι. Εκεί ο δικέφαλος αητός μεγάλωνε πια, κοντά στον Κωνσταντίνο. Πέρασαν πολλά χρόνια και πέθανε ο πατέρας του Κωνσταντίνου ο βασιληάς Μανουήλ. Έτσι ο Κωνσταντίνος τώρα με τη σειρά του στέφθηκε βασιληάς (στον Μυστρά κοντά στην αρχαία Σπάρτη όπου βρισκόταν τότε). Αμέσως μετά, σ’ ένα μεγάλο βαπόρι με βασιλικά εμβλήματα, ο Κωνσταντίνος, ο δικέφαλος και οι φίλοι του, ταξίεψαν στην πρωτεύουσα της χώρας την αγαπημένη Πόλη. Εκεί ο Κωνσταντίνος, άφησε τον αητό να πέτάει γύρω απ΄τα τείχη της και πήγε να προσκυνήσει στην μεγάλη εκκλησία, την Αγία Σοφία, για να κυβερνήσει δίκαια την περιτριγυρισμένη από εχθρούς πόλη του και τους ανθρώπους της. Ο Θεός τον άκουσε λυπημένος γιατί «Ηταν θέλημα Θεού, η πόλη να τουρκέψει», άλλα του έδωσε τρία σημαντικά και αόρατα για τους πολλούς δώρα. Αγάπη, πίστη και ελπίδα. Ήρθε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου κι έπεσε η πόλη του Κωνσταντίνου στα χέρια των αλλόθρησκων και μαζί της έπεσε κι ο βασιληάς Κωνσταντίνος στα τείχη της, εκεί κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, σαν απλός στρατιώτης, προτιμώντας τον τιμημένο θάνατο, από το να δεί την πόλη του σκλαβωμένη. Στον ουρανό τώρα, η μητέρα Του Θεού, που αγαπούσε και τον Κωνσταντίνο και την πόλη του, δάκρυσε. Οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ που ήταν κοντά της, Την παρηγορούσαν λέγοντας. «Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά Σου θάναι». Την ίδια στιγμήκάτω στη γή, ο Κωνσταντίνος λίγο πρίν κλείσει τα μάτια του, ακούει ένα φτερούγισμα και Άγγελος κυρίου, (άλλοι λένε ο αγαπημένος του δικέφαλος αητός) τον σκέπασε με τις φτερούγες του και τον και τον έκρυψε κάτω απ’ την Πόλη. Εκεί μαρμαρωμένος θα περιμένει τη σωστή ώρα, να τον ξυπνήσει ο Αγγελος και να τον φέρει πάλι στην αγαπημένη του Πόλη, για να συνεχίσει την βασιλεία του μαζί με τους φίλους και τον δικέφαλο αητό του. Είναι πολλοί που λένε ότι όλα αυτά είναι ψέματα ή παραμύθια για μικρά παιδιά. Τι να σας πω, μπορεί και να ‘χουν δίκιο. Εγώ θα έλεγα: «Παρέα μα τους μύθους ταξιδεύω στ’ ανοιχτά γιατί ότι είναι κρυμμένο, μυστικό και μαγεμένο, αγαπώ αληθινά».