«Λοφ»: O σκύλος που κέρδισε τα τρία αστέρια του λοχαγού!

Άκουγε στο όνομα «Λοφ». Είναι ο Κρητικός σκύλος, που συντρόφευε τον Εμμανουήλ Παναγιωτάκη (καπετάν Βαβουλέ) και τα παλικάρια του, στη λίμνη των Γιαννιτσών και στον κάμπο της Αλμωπίας (Καρατζόβας), στην κορύφωση του Μακεδονικού Αγώνα από το 1904 έως το 1908. Ο πιστός… τετράποδος «Μακεδονομάχος», στον οποίο για τις υπηρεσίες του, του απονεμήθηκε τιμής ένεκεν ο βαθμός του… Λοχαγού! Πάνω του… σφύριξαν εκατοντάδες σφαίρες από «γκράδες». Εκείνος, πάντα κατάφερνε να γλιτώσει και να επιστρέψει πίσω στη γενέτειρά του, την Κρήτη, απ’ όπου είχε ξεκινήσει μαζί με τον ιδιοκτήτη του, για να σώσουν την Μακεδονία από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες που την ορέγονταν. Έγραψε κι αυτός, την δική του ιστορία, αν και δεν έγινε ποτέ γνωστή, όσο εκείνη του «Μάγκα», που ύμνησε στα «Μυστικά του Βάλτου», η Πηνελόπη Δέλτα. «Είναι κι αυτός σύντροφός μου» Όλα ξεκίνησαν από την Αθήνα. Στο κέντρο, που είχε αναλάβει την συγκρότηση σωμάτων από εθελοντές-αγωνιστές για την Μακεδονία, παρουσιάστηκε ένας πανύψηλος Κρητικός, έχοντας μαζί του τον σκύλο του. «Δεν μπορείς να τον πάρεις μαζί σου! Είναι επικίνδυνο! Θα γαυγίζει και θα σας προδώσει! Εκεί, είναι πολύ άγρια τα πράγματα!», είχε τις αντιρρήσεις του ο υπεύθυνος στρατολόγησης. Ο Εμμανουήλ Παναγιωτάκης, (Βαβουλές το προσωνύμιό του), ένας πανύψηλος και γεροδεμένος άνδρας, γύρω στα 30 χρόνια του, ατάραχος απάντησε: «Είναι κι αυτός σύντροφός μου. Θα έρθει μαζί με τα παλικάρια μου! Μάλιστα θα μας βοηθήσει, γιατί είναι εκπαιδευμένος!» Κι αμέσως έδωσε μερικά παραγγέλματα: «Λοφ, κρύψου! Εχθρός!». Ο σκύλος στη στιγμή έγινε άφαντος. «Έλα! Πρηνηδόν!». Κι εκείνος παρουσιάστηκε και έγινε ένα με το πάτωμα. «Πάρτε τον, μαζί σας!», λύγισε ο υπεύθυνος που έδωσε την έγκρισή του για να περάσει μαζί με το εκστρατευτικό σώμα στη Μακεδονία και ο «Λοφ». Ο καπετάν Βαβουλές είχε συνεργαστεί με πολλούς αρχηγούς του Μακεδονικού Αγώνα, όπως τον Δεσπότη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, τον Σπύρο Σπυρομήλιο (καπετάν Μπούα).

ΣΚΙΑΓΡΑΦΩΝΤΑΣ το Γέροντα Ιάκωβο Βαλοδήμο, τον Άγιο της Βίτσας Ζαγορίου, προσεγγίζουμε την αρετή.

Προβάλλουμε μπροστά μας την αγιότητα προσωποποιημένη, τον ίδιο τον Κύριό μας «παρατεινόμενον εις τούς αιώνας». Ό άγιος, καλοκάγαθος, άπειρόκακος Λειτουργός τού Θεού τού Υψίστου, π.Ιάκωβος Βαλοδήμος είναι μια σύγχρονη αγιασμένη μορφή, πού κατακόσμήσε τά τελευταία χρόνια την Ήπειρο μας και έφυγε μόλις το 1960 σέ βαθιά γεράματα, για να διακοσμήσει και τη χορεία της θριαμβεύουσα στον ουρανό Εκκλησίας. Ό π. Ιάκωβος ήταν ένας βιαστής του πνεύματος, ένας σύγχρονος Πατροκοσμάς, ένα φιλέρημο στρουθίο της αρετής, από τά έρημοπούλια της πίστεως, πού χτίζουν τις φωλιές τους στις απάτητες κορυφές της αρετής, καλλικέλαδο ώς προς την αδιάκοπη δοξολογία τού Θεού μας. Υπήρξε ό Όσιος Ασκητής του Μοναστηριού του Προφήτη Ηλία, στα ψηλώματα τών Ζαγοροχωρίων, στου όποιου το πρόσωπο διαπιστώνουμε περίτρανα για μια ακόμη φορά, ότι έχει και ή εποχή μαστούς Αγίους της, αφού ή αγιότητα είναι διαχρονικό φαινόμενό προς βεβαίωση τών λόγων τού Αποστόλου τών εθνών: «Όπου έπλεόνασεν ή αμαρτία, ύπερεπερίσσευσεν ή χάρις» (Ρωμ. ε’ 20). Ό πατήρ Ιάκωβος ζούσε στα ύψηλά. Δεν αναπαυόταν στα χαμηλά, αφού είχε υψηλές πνευματικές ανατάσεις και δεν συμβιβαζόταν με τη ζωή στα χειμαδιά της πνευματικής ζωής. Ανέπνεε τον καθαρό αέρα της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στο έργο του ευαγγελισμού τών ψυχών και στη θεία Αγάπη. Προτιμούσε τη σκληρή ζωή τών στερήσεων και τών θλίψεων λέγοντας ότι «διά πολλών θλίψεων δει ημάς είσελθεϊν εις την Βασιλείαν τών Ουρανών» (Πράξ. ιδ’ 22). Κακουχία γι’ αυτόν σήμαινε αναψυχή. Στέρηση σήμαινε πλουτισμός. Λύπη και πειρασμός σήμαινε άγαπητική επίσκεψη τού Θεού. Ήθελε να βιώνει την πτωχεία του Ιησού σέ όλο της το μεγαλείο. Είχε εγκαταλείψει τον εαυτό του στο θειο έλεος και από τον ουρανό αντλούσε δύναμη και υγεία. Ασκητικός, γλυκύτατος, λαμπερός ό π Ιάκωβος, με απλά λόγια εξηγούσε το Ιερό Ευαγγέλιο στους πιστούς. Ό λόγος του ήταν βαθειά θεολογικός, αλλά απόλυτα κατανοητός και πάντοτε συμβουλευτικός. Για κάθε πρόβλημα έδινε μία λύση, ή οποία ήταν πάντοτε ή καλύτερη. Αν κάποιος έκανε σοβαρή αμαρτία τον συμβούλευε πατρικά και έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στη συκοφαντία, την οποία θεωρούσε μεγάλο ολίσθημα μισητό από τον ακατάκριτο Κύριό μας. Αυτή είναι διαβολή, έλεγε, και είναι βέβαιο ότι ό διάβολος είναι ό εφευρέτης της, αφού είναι ό πατέρας τού ψεύδους. Ό βίος τού π. Ιακώβου ήταν στολισμένος με όλες τις αρετές, με καρτερία, σεμνότητα, εγκράτεια, Αγάπη και προ πάντων με την υψοποιό ταπείνωση. Γι’ αυτό κέρδισε και την Ουράνια Βασιλεία. Στα χωριά πού περιόδευε ιεραποστολικά ο Γέροντας διδάσκοντας την ευσέβεια μαζευόταν όλη ή γειτονιά να ακούσει τον ψυχωφελή λόγο του. Όταν τού πρότειναν να φάει εκείνος έτρωγε μόνο δύο κουταλιές, πάντοτε νηστίσιμο, και ευχαριστούσε τούς πάντες. Μιλούσε και προφητικά λέγοντας: «Μή χαίρεστε! Πίσω θα έρθουν χειρότερες ήμερες». Επίσης έλεγε: «Θα έρθει καιρός πού ό ένας δεν θα θέλει να δει τον άλλον. Θα αλλάξει ό κόσμος. Το μεγάλο ποτάμι δεν ήρθε ακόμη, πίσω είναι. Γι` αυτό εξομολογηθείτε, κοινωνήστε. Δεν ξέρουμε την ώρα μας. Θα έχετε όλα τά καλά, αλλά δεν θα τά χαίρεστε». Στην εκταφή τών λειψάνων του βρήκαν ένα λουλούδι στο κεφάλι του. Πώς να μή ανθήσει λουλούδι, όταν ό ίδιος ήταν το ρόδο της ασκητικής ζωής, το κρίνο της ιεραποστολική δράσεως και το ζουμπούλι της ψυχικής κενώσεως στις ανάγκες τών συνανθρώπων του; Το άνθισμα τού λουλουδιού έδειχνε την ευαρέσκεια τού ουρανού στους αγώνες τού Γέροντος Ιακώβου. Στα δύσκολα χρόνια της πείνας και της ανέχειας, αν εξοικονομούσε καμιά οκά αλεύρι ή καμιά χούφτα φασόλια μπορούσε να πάει και δύο ώρες δρόμο σέ κάποιο χωριό, για να τα δώσει σέ φτωχές οικογένειες. Όλα για τούς άλλους! Τίποτα δεν κρατούσε για τον εαυτό του. Τά βράδια, στη μικρή ανάπαυση πού έδινε στον εαυτό του κοιμόταν κατάχαμα πάνω σέ ένα χράμι από γιδόμαλλο με μαξιλάρι μια πέτρα. Στον εμφύλιο σπαραγμό πού έζησε σέ δυσχείμερα χρόνια τον ρωτούσαν: -Γέροντα, πόλεμος γίνεται, φονικά βλέπουμε, με ποιόν να πάμε; -Με αυτόν πού έχει το μικρότερο πειρασμό, απαντούσε, χωρίς να παίρνει θέση. Στην αμφίεση του ήταν πάντοτε ταπεινός. Έτσι, όταν τού έδωσαν σέ ένα Ί. Ναό πού πήγε για να λειτουργήσει ωραία άμφια με φανταχτερά χρώματα χωρίς να τούς προσβάλει ρώτησε: -Δεν υπάρχουν άλλα πιο απλά, με πιο μουντά χρώματα; Φρονούσε και έλεγε ότι ό Ιερεύς είναι υπηρέτης τού Παμβασιλέως Θεού. Και όπως ό υπηρέτης παρουσιάζεται πάντοτε στο Βασιλέα ευπρεπής, καθαρός, καλοντυμένος και πρόθυμος να τον εξυπηρετήσει, έτσι και ό Ιερεύς παρουσιάζεται ευπρεπής και ιεροπρεπής στο Ιερό Θυσιαστήριο. Δεν ντύνεται, όμως, ό υπηρέτης με βασιλικές φορεσιές. Δεν μπορεί ό υπηρέτης να ντύνεται με ακριβότερα ρούχα από το αφεντικό του. Δεν τού ταιριάζει ή πορφύρα και ό βύσσος. Κόσμημά του είναι ή απλότητα, ή καθαριότητα, ή σεμνότητα. Τά πολύτιμα κοσμήματα και ενδύματα τά φυλάει για την αθάνατη ψυχή του, αυτή πού θα μετέχει τού ουρανίου Μεγάλου Δείπνου. Αφού σώθηκε από νάρκες και πολλούς ορατούς και αοράτους εχθρούς με τη Θεία συνέργεια και με θαύμα στους τρόπους πού μόνο σέ Αγίους συμβαίνουν, ο π. Ιάκωβος κοιμήθηκε τις 15 Φεβρουάριου του 1960 ήσυχα και Άγγελοι Κυρίου παρέλαβαν τη μακαρία του ψυχή, για να τη μεταφέρουν στο θρόνο τού Έσφαγμένου Άρνίου. Ήταν ημέρα νίκης, ημέρα λυτρωμού, ημέρα θριάμβου, για το Γέροντα, πού έσπαγε το φράγμα της ύλης και πορευόταν στην αφθαρσία, στην αιωνιότητα, κοντά στο Χριστό μας, «όπου ήχος καθαρός έορταζόντων και βοώντων άπαύστως, Κύριε, δόξα Σοι.

Σαν σήμερα, 27/01/1974, περνά στο πάνθεο της αθανασίας, ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ Στρατηγός Γεώργιος Γρίβας Διγενής

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΠΕΘΑΝΕ!!!! «Επεσεv o βαθύσκιoς δρυς υπό τη σκιάv τoυ oπoίoυ τo Εθvoς τωv Ελλήvωv εγvώρισεv ημέρας μεγαλείoυ και αvατάσεως. Ο μυθικός Διγεvής υπέκυψε χθες εις τα μαρμαρέvια αλώvια αφoύ εκτυπήθη γεvvαίως με τov χάρovτα. Ο ακατάβλητoς κατεβλήθη υπό τηv κoιvήv μoίραv τωv αvθρώπωv. Και διήλθε τηv Αχερoυσίαv, όπoυ o ψυχoπoμπός περιδεής τov ωδήγησε διά vα συvαvτήση τoυς συvτρόφoυς και τα παλληκάρια τoυ μετά τωv oπoίωv ηγωvίσθη αγώvας ωραίoυς και μεγάλoυς υπέρ τov ήμισυ αιώvα, vα συvαvτήση εκείvoυς πoυ άφησαv τα oστά τωv vα λευκαίvωvται εις τov Σαγγάριov, εκείvoυς πoυ εις τηv κατάλευκov απεραvτoσύvηv της Πίvδoυ έγραψαv επάvω εις τo χιόvι καταπόρφυρov τov ύμvov εις τηv Ελευθερίαv, εκείvoυς oι oπoίoι έστησαv τείχoς απόρθητov τα ηρωϊκα στήθη τωv εις τo Θησείov και εις τo Παγκράτι και αλλαχoύ της Ελλάδoς, εκείvoυς τoυς αλησμovήτoυς εφήβoυς της ΕΟΚΑ τoυς oπoίoυς μετέτρεψε με τηv θερμoυργόv πvoήv τoυ εις ημιθέoυς και ήρωας. Τov συvώδευσε χθες συγκεκιvημέvoς και αυτός o ψυχoπoμπός, διά vα συvαvτήση τov Αυξεvτίoυ και τov Καραoλήv, και τov Παλληκαρίδηv. Τov υπεβάστασε κατά τηv άvoδov εις τας κλίμακας τoυ εθvικoύ παvθέoυ, όπoυ συvήvτησε τoυς πεσόvτας υπό τας διαταγάς τoυ εις τη Τηλλυρίαv και αλλαχoύ. Νεκρός o Διγεvής. Είχoμεv πιστεύσει σχεδόv ότι ήτo αθάvατoς. Η μεγαλωσύvη τoυ μας έκαμε vα λησμovήσωμεv, ότι ακόμη και ως Διγεvής υπέκειτo εις τηv μoίραv τωv αvθρώπωv, εις τηv μoίραv ακόμη τoυ Σαραvτάπηχoυ. Επεσεv o Δρυς. Και τo Εθvoς τωv Ελλήvωv έμειvε oρφαvόv. Ξέχασε τov ηγέτηv και τov πατέρα τoυ. Η Iστoρία, η oπoία δεv δεκάζεται και δεv κατατρoμoκρατείται, θα είπη τov λόγov της διά τov Διγεvήv. Θα γράψη σελίδας δι’ αυτόv. Διότι, υπήρξε μέγας. Διότι υπήρξεv εθvική πρoσωπικότης αvήκoυσα σχεδόv εις άλλov κόσμov από τov ιδικόv μας. Ητo ως vα ήλθεv- από κάπoιαv αγαθήv της Iστoρίας βoυλήv- από τo Εικoσιέvα και ήλθεv εις τηv επoχήv μας διά vα τηv διαμoρφώση, διά vα μας δημιoυργήση μoίραv ιστoρικήv. Υπήρξε μεγάλη, αλλά και τραγική μoρφή o Διγεvής. Εvώ χάριv της vέας εθvικής πρoσπαθείας ευρίσκετo αφαvής, απεβίωσαv πρoσφιλείς oικείoι τoυ ως o αδελφός τoυ, o σύγγαμβρός τoυ, o πεvθερός τoυ. Εφυγεv τηv ώραv της μεγάλης εθvικής εξoρμήσεως. Επάvω εις τo ιερόv λείψαvov τoυ, με τηv χείρα εις τηv καρδίαv και γvωρίζovτες καλώς τα πράγματα λέγoμεv τoύτo: Ο Διγεvής πoλύ εταλαιπωρήθη τελευταίως. Τov κατεπόvησαv και τoυ αφήρεσαv ζωήv τα μέτρα ασφαλείας τα oπoία ελάμβαvov. Διότι εκατovτάδες επικoυρικώv εστάλησαv vα τov εύρoυv και τov εξovτώσoυv. Διότι στρατιά χαφιέδωv ειργάζετo πρoς τov σκoπόv αυτόv. Και απέθαvεv εις αυστηρόv απoκλεισμόv. Εδωσε και τηv τελευταίαv πvoήv τoυ διά τηv Εvωσιv. Τo “έπεσεv εις τας επάλξεις δεv είvαι σχήμα κεvόv. Απoδίδει απoλύτως τηv πραγματικότητα. Ο Διγεvής έπεσεv εις τας επάλξεις. Και η μεv σαρξ θα καταβή εις τη γηv, ακoλoυθoύσα τov δρόμov της φθoράς και της τελειώσεως. Ομως o Διγεvής είvαι o αθάvατoς. Τρέμoυv αι χείρες μας. Αιμάσσει η καρδία μας, κρoυvoί εξέρχovται από τoυς oφθαλμoύς μας. Ο Διγεvής απέθαvεv. Αφήvει o εκλιπώv εθvικός γίγας μίαv oλόκληρov εθvική περιoυσίαv oπίσω τoυ. Περιoυσίαv η oπoία θα αξιoπoιηθή. Ο,τι διαρκέστερov θα μείvη, θα είvαι η μέχρι θαvάτoυ εμμovή εις τηv Ελλάδα και εις τηv Εvωσιv. Θα μείvη αιωvίως αvηρμέvη εις τας ψυχάς η φλόγα πoυ έδωσεv o Πρoμηθεύς εκείvoς. Γovατίζει εμπρός εις τo φέρετρov τoυ τo Εθvoς. Τov πρoσκυvά η ελληvική Κύπρoς. Τov κλαίvε τα παλληκάρια τoυ, μέσα από τα υγρά κρησφύγετα τωv, μέσα από τας σκoτειvάς φυλακάς, παvτoύ όπoυ ευρίσκovται. Αλλά και oμvύoυv και πάλιv: Ο ΑΓΩΝ ΣΥΝΕΧIΖΕΤΑI ΔIΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣIΝ. Και όταv η κυαvόλευκoς απλωθή εδώ, σύμβoλov κρατικής πλέov εξoυσίας, θα μεταβώμεv εις τo Μvήμα τoυ διά vα τoυ αvακoιvώσωμεv. Οσoι απoμέvωμεv. Και θα σκιρτήση o ” Γέρoς” μας».

Ο πληγωμένος αετός

Τέτοια μέρα, κάθε χρόνο,που ξημερώνει η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου θρέφομαι απ' το σχετικό βιβλίο του μακαριστού Στ. Παπαδόπουλου που με αφηγηματικό τρόπο έκφρασης αποδίδει τόσο όμορφα την ζωή του Αγίου, του «Πληγωμένου Αετού» όπως τον ονομάζει….. Και δεν είχε κι άδικο….. Τόσο σταυρωμένος μα και τόσο ελεύθερος ο Άγιος μας...Γονάτιζε κι ακουμπούσε τα κράσπεδα τ' Ουρανού... Λίγες αράδες διαβάζω και γεμίζει η ψυχή μου τόση παρηγοριά…Θαρρείς και οι λέξεις κουβαλούν την Χάρη του Αγίου...Να…κι εγώ...θέλοντας να σας κεράσω λίγες σταγόνες βάλσαμο που όλοι, λίγο πολύ έχουμε ανάγκη,σας παραθέτω λίγες γραμμές απ’ το βιβλίο… «Το πρωί πέσανε οι πρώτες ακτίνες στο καλυβάκι του Γρηγορίου.Κουράστηκαν ζητώντας να τρυπώσουνε μέχρι μέσα.Το είχανε τάμα, να μπαίνουνε το πρωί νωρίς, ν' ακουμπάνε απαλά στην ιερή κεφαλή του γέροντα,έτσι για να πάρουνε την ευλογία του. Το 'χαν καλύτερο,να βλέπουνε το ιερό καλυβάκι από το να φωτίζουνε ανίερα παλάτια.Και σήμερα, μόλις είδανε το μικρό φεγγίτη,μπήκανε διακριτικά στο ιερό βήμα της προσευχής. Βρήκανε το γέροντα γονατιστό.Ακούμπαγε το κεφάλι σε οριζόντιο ξύλο,καρφωμένο σε κάθετο κοντόξυλο. Ο γέροντας τώρα δεν έκλαιγε γοερά.Τα δάκρυα μόνο κύλαγαν ήρεμα.Κύλαγαν απαλά και τα μάζευε ο Θεός,τα 'βαζε προσεχτικά στη ζυγαριά.Μ' αυτά μέτραγε τη χάρη του.Πολλά δάκρυα, πολλή χάρη.Και είχανε τόσο πολύ βάρος αυτά τα δάκρυα, που δεν πρόφταινε ο Θεός να δίνει χάρη. Έδινε, έδινε...λευτερωνόταν ο Γρηγόριος από το παράπονό του,γέμιζε μέσα του με παρουσία του Θεού... Μέχρι που ένιωσε στο πλευρό,στο κεφάλι, τη θωπεία της ακτίνας του ήλιου... κουνήθηκε να σηκωθεί,να βγει στην πορτούλα,να δει το Θεό στο πρόσωπο του ήλιου.Να σηκωθεί... μία κουβέντα ήταν...Πως να σηκωθεί;Τ' άρρωστα μέλη τουείχανε ξυλιάσει σε κείνη τη στάση.Είδε κι έπαθε, προσπάθησε πολλή ώρα, κάποτε σύρθηκε στο κατώφλι να πει καλημέρα του ήλιου. Άπλωσε τα χέρια του να χαϊδέψει το αεράκι,έφερε γύρω τα μάτια να συνεννοηθεί με τα δέντρα, το χώμα...Κούνησε τα χείλη να πει δύο κουβέντες και στα μικρά πουλάκια. Ξημέρωσε αλλιώτικη, χαριτωμένη, εποχή για τον Γρηγόριο. Ζούσε για να προσεύχεται, να κλαίει, ν' αγαπάει,να περιαυγάζεται από το θείο φως,ν' αναπαύεται στην αγκάλη της αγίας Τριάδας, να...»

Δεν γίνεται να συνυπάρξουν Ορθόδοξη ομολογία και καύση

Με θλίψη παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια την ολοένα και αυξανόμενη τάση καύσης σωμάτων κεκοιμημένων, η οποία επιλέγεται άλλες φορές συνειδητά, άλλες φορές όμως από άγνοια για το τι πρεσβεύει η ταφή, όχι μόνον για την πίστη μας αλλά και για την παράδοση μας ως λαός, από αρχαιοτάτων χρόνων. Ναι, αντίθετα μ' όσα ορισμένοι υποστηρίζουν, η ταφή έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελλάδα, όπου μπορεί μεν κάποιοι να καίγονταν αλλά οι περισσότεροι εθάπτοντο εξού και τ' αμέτρητα ταφικά μνημεία σ' όλη την επικράτεια. Η παράδοση μας ως Ορθόδοξοι, θέλει να ταφόμεθα στη γη, στην οποία παραδινόμαστε, σε μία εμβρυϊκή θα λέγαμε κατάσταση, όπου μέσω της φυσικής διαδικασίας της διαλύσεως του παλαιού σώματος, προσδοκούμε τη νέα γέννηση, την ανάστασή μας δηλαδή, όταν ο Θεός αποφασίσει αυτή να έρθει. Κατά την εξόδιο ακολουθία, η οποία είναι ένα ακόμη υπέροχο δώρο της Εκκλησίας μας, όχι μόνον προς τον κεκοιμημένο αλλά και προς τους συγγενείς και τους οικείους του, αφού μέσω αυτής μεταφέρεται τόσο γλαφυρά, παρηγορητικά κι ελπιδοφόρα το μήνυμα της υπέρβασης του θανάτου, γίνεται σαφή αναφορά σ' αυτή την σύνδεση μας με τη γη και κατά την εκφώνηση από τον ιερέα της τελευταίας ευχής πριν την ταφή του σώματος, ακούμε: «Γη ει και εις γην απελεύσει», δηλαδή: «Γη είσαι (χώμα δηλαδή) και προς την γη πορεύεσαι». Aυτή είναι η αλήθεια. Δεν γίνεται λοιπόν αγαπημένοι μου να συνυπάρξουν Ορθόδοξη ομολογία και καύση, διότι η δογματική αλήθεια της Εκκλησίας μας ορίζει ρητά πως τα νεκρά σώματα παραδίδονται μεν στη φθορά μετά τον θάνατο αλλά μέλουν ν' αναστηθούν κατά την ημέρα της πανανθρώπινης ανάστασης όπου θα ενωθούν και πάλι με τις ψυχές τους. Απ' την άλλη, ο άνθρωπος, είναι χιλιοειπωμένο, είναι ψυχοσωματικός και το σώμα του, που είναι ναός Του Αγίου Πνεύματος, είναι ιερό, έστω και άψυχο. Και ως ιερό είναι άξιο τιμής και σεβασμού. Εντέλει, ο ίδιος ο Χριστός ετάφη, έτσι δεν είναι; Εύχομαι όλοι μας ν' αξιωθούμε να γίνουμε κληρονόμοι του Παραδείσου και ν' απολαύσουμε την άφθαρτη χαρά που ο Θεός επιφυλάσσει σ' αυτούς που την αναζητούν!