Δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη άσκηση από τις μετάνοιες των χριστιανών...(Αγ.Πορφύριος)

Μία νέα ,ψηλή, πήγαινε κάθε τόσο στον Γέροντα, να τον συμβουλευθεί σε πολλά από τα νεανικά της θέματα. Όπως μας έλεγε, της άρεσε η γυμναστική άσκηση, πράγμα που την ξεκούραζε, μετά από το φόρτο των μαθημάτων. Ο Γέροντας Πορφύριος, που είχε το χάρισμα να συμβουλεύει ακόμη και τους επιστήμονες στον κλάδο που εξειδικεύοντο, της υπέδειξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη άσκηση από τις μετάνοιες των χριστιανών, όταν μετά που κάνουμε το σταυρό μας γονατίζουμε και αφού αγγίσουμε με το πρόσωπό τη γη, σηκωθούμε όρθιοι και το επαναλάβουμε αυτό και πάλιν και πάλιν, ενώ εσωτερικά η ψυχή αναστενάζει προς τον Θεό, προφέροντας τα λόγια του τελώνη,«Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Επίσης λέγουμε και όποια άλλη αυτομεμψία θα μας φώτιζε το Πνεύμα το Άγιο. Έτσι, της έλεγε ο Γέροντας, θα μπορούσε να αντικαταστήσει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου, που σπαταλούσε στις γυμναστικές ασκήσεις, με τις μετάνοιες. Μετά από τις μετάνοιες έρχεται μεγάλη χαρά, ανακούφιση πολλή και η ειρήνη στην ψυχή, στο δε σώμα δεν παραμένει ούτε το τελευταίο μέλος του να μην τεθεί σε λειτουργία και άσκηση. Ο Χριστός, για να τονίσει τη σημασία των μετανοιών, ο ίδιος, όπως διηγείται ο ευαγγελιστής, όταν βρισκόταν μέσα στον κήπο της Γεσθημανή, αποτραβήχτηκε από κοντά τους όσο να ρίξει ένας μία πέτρα και εκεί άρχισε να κάνει μετάνοιες, πίπτοντας επί του εδάφους κατ’ επανάληψη. Οι μετάνοιες κάνουν και στο σώμα το αντίστοιχο φυσικό καλό, όπως και στην ψυχή. Γι’ αυτό οι ασκητές δεν παθαίνουν εύκολα εμφράγματα, καρδιακά νοσήματα, εγκεφαλικά, γιατί αρτηρίες τους, τα διάφορα αγγεία δια των μετανοιών, συντηρούνται άριστα, τα λίπη διαλύονται, η ψυχή κι αυτή ηρεμεί κι έτσι ο άνθρωπος, μετά από τις ασκήσεις αυτές, μπορούμε να πούμε, δεν διαφέρει από ένα αυτοκίνητο, που πέρασε από το συνεργείο, κι έκανε ένα καλό σέρβις. Οι μετάνοιες δεν είναι ανθρώπινη, αλλά θεία αποκάλυψη, κι είναι δυστυχής, όποιος άνθρωπος δεν έχει ανακαλύψει το μυστήριο από τις περικλείει. Οι δε πολυπράγμονες, όταν τη νύχτα πριν κοιμηθούν, κάνουν τις καθιερωμένες μετάνοιες, κι από τις καθημερινές σκέψεις θα ξεφύγουν και θα ερμηνεύσουν, για να έρθει γρήγορα και ο ύπνος. [ Πορ. 14π. ] (Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ. 255-256)

Και αυτό το βλέμμα θα είναι η χειρότερη κόλαση..!

Ο Κύριος μόλις έχει συλληφθεί μετά το προδοτικό φίλημα του Ιούδα στον κήπο της Γεθσημανή και εν τω μέσω της νυκτός έχει οδηγηθεί «εις τον οίκον του αρχιερέως». Ο Πέτρος, ακολουθώντας από μακριά, μπαίνει στην αυλή του αρχιερέως και ανακατεύεται με τον όχλο και τους υπηρέτες, που λόγω του ψύχους ανάβουν φωτιά να ζεσταθούν. Εκεί όμως, εντελώς απροσδόκητα, μπρος στις καχύποπτες ερωτήσεις των υπηρετών αρνείται τρεις φορές τον Χριστό. Την τρίτη μάλιστα φορά προσπαθεί με όρκους και αναθέματα να αποσείσει από πάνω του κάθε υποψία για ενδεχόμενη σχέση και γνωριμία του με τον Χριστό. Αμέσως τότε λάλησε ο πετεινός. Τη στιγμή εκείνη «στραφείς ο Κύριος ενέβλεψε τω Πέτρω». Ενώ βρισκόταν ενώπιον του αρχιερέως, ανακρινόμενος υπό του Συνεδρίου, στρέφεται ελαφρά προς τον Πέτρο. Το βλέμμα του, διατρέχοντας το ανώνυμο πλήθος, αναζητεί μακριά στην αυλή το βλέμμα του Πέτρου. Και το συναντάει. Η θάλασσα του πόνου και της θλίψης που ξεχυνόταν από το βλέμμα του Χριστού, κάνει τον Πέτρο να ανανήψει αυτοστιγμεί. Ο Χριστός δεν ρίχνει κανένα κεραυνό στον Πέτρο, δεν του επιβάλλει καμμιά τιμωρία για την άρνησή του. Του δείχνει απλώς πόσο πόνεσε. Η χειρότερη κόλαση για τον Πέτρο ήταν το βλέμμα εκείνο του Χριστού. Αποτέλεσμα: «Και εξελθών έξω ο Πέτρος έκλαυσε πικρώς». Το σκηνικό αντιστρέφεται τώρα. Ο Υιός του ανθρώπου έρχεται «επί των νεφελών του ουρανού μετά δυνάμεως και δόξης πολλής». Συνοδεύεται από όλους τους αγγέλους του και κάθεται «επί θρόνου δόξης αυτού». Τα σύμπαντα τρέμουν. Ο ουρανός και η γη παρέρχονται. «Πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται». Πετιούνται σαν ρούχο παλιό και ανακαινίζονται. «Ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη απήλθον». Οι νεκροί ανασταίνονται. Τα πάντα αλλάζουν. Αναλλοίωτος και αιώνιος παραμένει μόνο ο Χριστός, «αεί ων, ωσαύτως ων», «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας», «ο ων και ο ην και ο ερχόμενος». Οι πάντες, επουράνιοι, επίγειοι, υποχθόνιοι, κλίνουν γόνυ ενώπιόν του περίτρομοι, αναγνωρίζουν ότι ένας και μόνο είναι ο Κύριος, «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός». Κάθε αλαζονεία και έπαρση ισοπεδώνονται. «Ημέρα γαρ Κυρίου επί πάντα υβριστήν και υπερήφανον... Και πεσείται ύψος ανθρώπων και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη». Και όμως! Ο φοβερός αυτός Κριτής δεν έρχεται για να ανάψει τις φωτιές και τα καζάνια της κόλασης. Δεν έρχεται για να ρίξει τους κεραυνούς του πάνω στους καταραμένους αμαρτωλούς. Δεν είναι ο κατά τον Όμηρο «νεφεληγερέτα Ζευς», που συμμαζώνει τα απειλητικά μαύρα σύννεφα, που κραδαίνει τους κεραυνούς «με φοβέρες και μ’αίματα» και εξαπολύει ανελέητα τη θεία νέμεση πάνω στην «ύβριν» του ανθρώπου. Δεν έρχεται για να τιμωρήσει και να βγάλει το άχτι του πάνω στους αποστάτες και αρνητές. Έρχεται να κλάψει για τελευταία φορά για τα τέκνα του, αυτά που ποτέ δεν σταμάτησε να αγαπάει, να τα συμμαζεύει πάντα στην αγκαλιά του, «ον τρόπον επισυνάγει η όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας», αλλά που με δική τους αμετάκλητη και αιώνια επιλογή θέλησαν να ζήσουν μακριά του. Τότε θα δούμε όλοι ότι στο βλέμμα του Χριστού δεν θα αστράφτει η φλόγα και η δίψα της εκδίκησης, αλλά ο ίδιος απροσμέτρητος εκείνος πόνος, η θλίψη και η αγάπη, με τα οποία κοίταξε τον Πέτρο τη στιγμή της άρνησής του. Και αυτό το βλέμμα θα είναι η χειρότερη κόλαση. Οδυνηρότερη από κάθε βάσανο, από κάθε φωτιά που μπορεί να φανταστεί κανείς. Καλύτερα να μας ρίξει μύριους κεραυνούς, παρά να αντικρύσουμε το δακρυσμένο εκείνο βλέμμα του Χριστού. Και μετά να χάσουμε για πάντα την ευκαιρία να βλέπουμε το γαλήνιο ήμερο πρόσωπό του. Βάλε μας, Κύριε, μ’ αυτούς που θα βλέπουν αιώνια «του σου προσώπου το κάλλος το άρρητον»!

Όσιος Άνθιμος της Χίου: Θαύματα και Οράματα από την ζωή του!

Κάθε Κυριακή, ο μικρός Αργύρης πήγαινε για να εκκλησιαστεί στο Μοναστήρι των Αγίων Νικήτα, Ιωσήφ και Ιωάννου. Εκεί γνώρισε τον Άγιο Νεκτάριο ιεροδιάκονο τότε,ο οποίος μετά από μια συζήτηση που είχε με τον 8χρονο Αργύρη, είπε στο Γέροντα της Μονής, Παχώμιο: “Βλέπετε Γέροντα, αυτό το παιδί; Μια μέρα θα γίνει Άγιος”. Η προφητεία του Αγίου Νεκταρίου, φυσικά εκπληρώθηκε! Ο νεαρός Αργύρης, σε ηλικία 17 ετών, αποφάσισε να γίνει μοναχός. Έτσι, αναχώρησε για το Μοναστήρι των Αγίων Πατέρων, του Γέροντος και πνευματικού του πατέρα Παχωμίου, στο Προβάτειο Όρος. Εκεί, με πολύ ζήλο, άρχισε να αγωνίζεται σκληρά με όπλα του, τη νηστεία, την προσευχή και την υπακοή στο Γέροντα του. Αργότερα, ζήτησε από το Γέροντα του Παχώμιο, την ευλογία να χτίσει δυο μικρά κελλάκια σε κάποιο ερημικό πατρικό του χωραφάκι, για να συνεχίσει εκεί τους ασκητικούς του αγώνες. Εκεί, αντιμετώπισε πολλές επιθέσεις του μισόκαλου εχθρού, ο οποίος με διαφορετικές πανουργίες θέλησε να γκρεμίσει το νεαρό ασκητή από το πνευματικό του ύψος. Άλλοτε, του εμφανιζόταν σαν κατσίκα, ανεβαίνοντας στη στέγη του κελιού του, άλλοτε έσειε ολόκληρο το κελί του, φώναζε και γλεντούσε. Προσπαθούσε να του προκαλέσει φόβο για να τον αποκάμει. Αλλά ο Άγιος, δεν λύγισε. Είχε κοντά του πάντοτε μια εικόνα, πού του είχε δώσει η μητέρα του και ήταν της γιαγιάς του. Ο ίδιος την είχε ονομάσει: “Παναγία η Βοήθεια”. Ή Παναγία μας, πάντοτε τον έσωζε και τον βοηθούσε στις φανερές επιθέσεις του διαβόλου.Το 1910, κατόπιν προτροπής του αναδόχου του πήγε στο Αδραμύτιον, όπου υποκύπτοντας στο θέλημα του θεού, χειροτονήθηκε διάκονος και την επομένη, στις 8 Νοεμβρίου ιερέας στον Ι.Ν. Αγίας Άννης στο Κορδελιό Σμύρνης. Οι ασθενείς, έγιναν μάρτυρες των θαυμαστών σημείων, που η πίστη του Αγίου διενεργούσε. Οι προσευχές του, χάριζαν την θεραπεία σε πολλούς, έδιωχναν δαιμόνια μια φορά, κάποιος παραπονέθηκε στον “Άγιο ότι ένας ποντικός τρώει τα φυτίλια από το καντήλι της Παναγίας. Ο Άγιος του είπε: “μη στενοχωριέσαι, η Παναγία θα πιάσει τον κλέφτη” Την επόμενη ημέρα, την ώρα που λειτουργούσε ένας ποντικός βγαίνει στο καντήλι κι αρχίζει να τρώει το φιτίλι. τότε ένα αόρατο χέρι, τον βουτάει και τον κρατάει στον αέρα. Όταν ο Άγιος τελείωσε την προσκομιδή, πήγε από κάτω και είπε στον ποντικό. “Έλα, φτάνει, κατέβα κάτω”. Εκείνος υπακούοντας, ανέβηκε στον ώμο του αφού ο Άγιος τον επετίμησε με καλοσύνη λέγοντας του να μη βρίσκει την τροφή του στην Εκκλησία, έφυγε τρεχάτος και ουδέποτε εμφανίστηκε πάλι. Αργότερα, το 1912, με προτροπή πολλών μοναζουσών που σώθηκαν από το διωγμό που υπέστησαν οι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους, ξεκίνησε να χτίζει ένα μικρό μοναστηράκι για να στεγάσει αυτές τις ψυχές που τον είχαν πνευματικό τους πατέρα και καθοδηγητή. Το 1928, έκανε μόνος του το σχέδιο της μονής και έβαλε θεμέλια. Με πολύ κόπο και μόχθο, ξεκίνησαν οι αδελφές με τον άγιο να ανεγείρουν το Μοναστήρι. Όλη την νύχτα, ετοίμαζαν τα υλικά για να τα βρουν έτοιμα οι εργάτες και να συνεχίσουν εργασία τους. Ο Άγιος, δούλεψε πολύ σκληρά για τη Μονή, φυτεύοντας δένδρα καρποφόρα για να τρέφονται οι μοναχές.Μέσα σε δύο χρόνια, χτίσθηκε η Μονή στη Χίο και ονομάστηκε, “Παναγία η Βοήθεια”. Σιγά-σιγά, οι μοναχές έγιναν 70, όλες υπό την πνευματική προστασία και καθοδήγηση του Αγίου. Όλες οι μοναχές που τον έζησαν, έχουν πάμπολλες μαρτυρίες χαραγμένες στην καρδιά τους από τα θαύματα που επιτελούσε ο Άγιος, όσο ήταν ακόμα εν ζωή! Πόσες φορές συνομίλησε με αγγέλους, ακόμη και με την ίδια τη Θεοτόκο, που τόσο πολύ αγαπούσε… Οι διδαχές και οι πολύτιμες συμβουλές του, καταγράφηκαν σε βιβλία και διαφωτίζουν μέχρι και σήμερα, τις διψασμένες ψυχές. Κάποτε, ενώ βρισκόταν στην τραπεζαρία της Μονής, ο Άγιος σηκώθηκε και βιαστικός και τρομαγμένος πετάχθηκε έξω, φωνάζοντας δυνατά στους εργάτες που έσκαβαν με δυναμίτη μέσα στο βουνό. -Παντελήηηη φύγετε γρήγορα από κει που είστε..” Εκείνοι,το έκαναν γρήγορα και απορημένοι και σε λίγο το βουνό που βρισκόταν λίγα λεπτά πριν,έσκασε κι έπεσε.Τρομαγμένοι έπεσαν στα πόδια ευχαριστώντας τον που τους έσωσε. Μία από τις μοναχές διηγείται ότι, κάποια μέρα και ενώ ο Άγιος καθόταν στο κρεβατάκι του και είχε αποκοιμηθεί, είδε έναν Άγγελο μπροστά από τον Άγιο που του είπε: “Άνθιμε, ακολούθα με!”. Ο Άγιος άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε τον Άγγελο και κάτι σαν μια λευκή σκιά βγήκε από μέσα του και τον ακολούθησε. Μετά από λίγο οι μοναχές τον σκούνταγαν για να τον ειδοποιήσουν για την τράπεζα, αλλά εκείνος δεν συνερχόταν, ήταν σαν να απουσίαζε! Μετά από μία ώρα συνήλθε και ψιθύρισε: “Δόξα σοι ο θεός! Τους έσωσες Παναγία μου!”. Οι μοναχές τον ρώτησαν τι συνέβη αλλά εκείνος απέφυγε να πει κάτι παραπάνω. Μετά από ένα μήνα, ένας νέος που ήταν καπετάνιος έτρεξε συγκλονισμένος και έπεσε κλαίγοντας μπροστά στα γόνατά του Αγίου λέγοντας: “Σ ευχαριστούμε Άγιε μας Γέροντα που μας έσωσες!”. Ο Άγιος απάντησε ότι δεν ήταν εκείνος, αλλά η Παναγία. Κατόπιν προτροπής της ηγουμένης ο καπετάνιος διηγήθηκε στις Μοναχές ότι, καθώς ταξίδευαν στον ωκεανό έπεσαν σ’ ένα φοβερό κυκλώνα από όπου ήταν αδύνατο να ξεφύγουν. Πάλευαν με τα κύματα και το σφοδρότατο άνεμο χωρίς ελπίδα. Εκείνος τότε απελπισμένος έβγαλε μια εικόνα του Άγιου Γέροντα που είχε πάντα επάνω του φωνάζοντας του: “Σώσε μας Άγιε Άνθιμε!”. Αμέσως τότε είδε τον Άγιο Άνθιμο πάνω από το πλοίο και του φώναξε: “Μη φοβάσαι παιδί μου!”. Και πήρε το πλοίο πετώντας το ένα μίλι μακριά από τον κυκλώνα!”. Έτσι σώθηκαν. Πόσα τέτοια θαυμαστά είχαν να διηγηθούν οι μοναχές που τον έζησαν! Το 1960, ο Άγιος αρρώστησε βαριά και ο ίδιος παρηγορούσε τις μοναχές και τα πνευματικά του παιδιά, λέγοντας τους ότι ήρθε η ώρα που ο Κύριος τον καλούσε να αναχωρήσει από τούτη την ζωή.Στις 15 Φεβρουαρίου 1960, 10 λεπτά πριν παραδώσει την αφιερωμένη στο Θεό ψυχή του ακούστηκε μια γλυκιά φωνή: “Άνθιμε έλα παιδί μου στο Χριστό σου, που τόσο με δίψασες”. Εκείνος, προσήλωσε τα μάτια του εκεί από όπου ακούστηκε η φωνή και,αφού φωτίστηκε το πρόσωπό του, ανεχώρησε για να συναντήσει τον Αγαπημένο του Ιησού Χριστό που τόσο πολύ αγάπησε και να συγκατοικήσει αιώνια μαζί του. Μακάρι οι ευχές του και οι πρεσβείες του να μας συνοδεύουν πάντα για να μιμηθούμε την αγάπη του. Λίγο πιο έξω από την πόλη της Χίου συναντά κανείς τη Μονή “Παναγίας της Βοήθειας που έχτισε ο Άγιος Άνθιμος και που σήμερα εγκαταβιώνουν αρκετές μοναχές,υπό την σκέπη του Αγίου Ιδρυτού της μονής. Εκεί βρίσκεται η κάρα του Άγίου, ο τάφος του αλλά και η ζωντανή παρουσία διαμέσου των πολλών θαυμάτων που καθημερινά επιτελεί σε όσους προστρέχουν στη χάρη του.Τον άγιο ιδιαιτέρως επικαλούνται οι άτεκνες γυναίκες και εκείνος τους χαρίζει το ποθούμενον.

Η ψυχή είναι ο σκληρός δίσκος που έχει μέσα της γραμμένα όλα όσα έζησε, ένιωσε και έπραξε...

Όλοι έχουμε χάσει αγαπημένους ανθρώπους μας καί μας λείπουν.Είμαστε όμως Χριστιανοί καί γνωρίζουμε ΌΤΙ: Η ψυχή δεν μπαίνει κάτω από το χώμα. Η ψυχή δεν σαπίζει, ούτε καί γερνάει όπως το σώμα. Η ψυχή δεν μπαίνει σε εντατικές, ούτε καί σε χειρουργεία. Η ψυχή δεν είναι όργανο να γίνει μεταμόσχευση σε άλλο σώμα. Ζεί στο σώμα μέχρι καί την εκπνοή της θνητής ζωής καί έκτοτε αναχωρεί από αυτό καί συνεχίζει να ζεί έως καί την ημέρα της κρίσεως. Η ψυχή μας είναι η ταυτότητά μας, η μόνη που δεν μπορούν να αλλάξουν καί στην οποία τσιπάκια δεν χωρούν. Η ψυχή είναι ο σκληρός δίσκος που έχει μέσα της γραμμένα όλα όσα έζησε, ένιωσε,έπραξε καλά καί κακά σε τούτο τον θνητό κόσμο. Η ψυχή είναι αυτή που κινεί το σώμα καί του δίνει πνοή καί ζωή την οποία μόνον ο Θεός θα εξετάσει. Δεν είναι μαγικό;Την θνητή ζωή μας μπορούν να μας την αφαιρέσουν αλλά την ψυχή μας κανείς. Η ψυχή χαμογελάει,κλαίει,χαίρεται,πονάει,ζηλεύει,μισεί,αγαπάει καί πολλά άλλα αισθήματα γνωστά σε όλους μας. Η ψυχή πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας ότι δεν έχει ημερομηνία λήξης. Αναχωρεί στον ουρανό όπου πάντες οι άνθρωποι μας αναπαύονται έως την ημέρα της κρίσεως για αυτό καί πρέπει να προσευχόμαστε γι’αυτήν. Για την ψυχή του ανθρώπου μας προσευχόμαστε καί όχι για το πρόσωπο που γνωρίσαμε. Ο θάνατος είναι κάτι ξένο για εμάς τους ανθρώπους καί μας προκαλεί πολύ πόνο καί θλίψη. Ο Θεός όμως δεν μας έπλασε για να πεθαίνουμε αλλά για να ζήσουμε αιώνια. Όσο καί να βλέπουμε ανθρώπους να πεθαίνουν ποτέ δεν συνηθίζουμε καί πάντα όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο άτομο η θλίψη είναι βαθειά. Τα ευχάριστα νέα όμως είναι ότι υπάρχει ελπίδα. Γιατί;Επειδή υπάρχει Θεός! Ένα μέρος από την Νεκρώσιμη ακολουθία μας λέει: "Θα ζήσει η ψυχή μου καί θα σε υμνήσει καί οι κρίσεις σου θα με βοηθήσουν. Ζήσεται η ψυχή μου καί αινέσει σε καί τα κρίματα σου βοηθήσει μοι". Τί υπάρχει λοιπόν μετά τον θάνατο;Υπάρχει η ψυχή του τάδε ανθρώπου. Το σώμα του λοιπόν λόγο της απουσίας της ψυχής αλλοιώνεται, φθείρεται καί τελικά γίνεται χώμα. Η ψυχή είναι αυτή που διατηρεί την ύπαρξη συνείδηση κάποιου ανθρώπου Οι κεκοιμημένοι δεν είναι νεκροί αλλά θα εγερθούν κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού που σταυρώθηκε καί αναστήθηκε για να χαρίσει την Ανάσταση Λέγει ο Απ. Παύλος: «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α Θεσ. δ , 13). Καί ο Άγιος Παΐσιος μάς τονίζει: Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος στην πραγματικότητα δεν πεθαίνει.Ο θάνατος είναι απλώς μετάβαση από την μία ζωή στην άλλη.Είναι ένας αποχωρισμός για ένα μικρό διάστημα.Ούκ έστιν ο Θεός,Θεός νεκρών αλλά Θεός ζώντων(Μάρκος 27).Για εμένα δεν υπάρχουν Νεκροταφεία αλλά Κοιμητήρια! Ούτε πεθαμένοι αλλά κεκοιμημένοι! Με πολλή Αγάπη!

Ἡ μετάνοια εἶναι μιά μεγάλη καί ἰσόβια σπουδή, εἶναι μιά μεγάλη καί ἰσόβια χαρά.

Νομίζω πώς ἀπό τό σημερινό Εὐαγγέλιο(του Ασώτου) μποροῦμε νά καταλάβουμε, μελετώντας προσεκτικά, πώς ἡ μόνη χαρά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ μεγάλη χαρά, ἀπό τήν ὁποία πηγάζουν ὅλες οἱ χαρές, ἡ χαρά ἡ μόνη τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας καταλάμπεται ἀπό αὐτήν τή χαρά. Αὐτή ἡ χαρά δέν εἶναι μία χαρά κοινή, τοῦ Πάσχα, ἔχει καί τήν Μ. Παρασκευή προηγουμένως. Δέν εἶναι μιά κοινή εὐφορία, εἶναι ἡ χαρά τῆς μετανοίας. Πρέπει νά προσέξουμε νά μήν κατανοοῦμε τή μετάνοια ψυχολογικά καί ἀτομιστικά μόνο. Ἡ μετάνοια δέν εἶναι μιά μεταβολή στήν αὐτογνωσία καί μόνο, πού μᾶς δίδαξαν οἱ δυτικοί Θεολόγοι μέ πρῶτο τόν Αὐγουστῖνο. Δέν εἶναι μόνο μιά μεταβολή στή γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ τήν ἴδια τήν ὕπαρξή μου, τήν ὀντολογία. Θά λέγαμε εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ τό γεγονός, τό εἶναι, τήν ὕπαρξη, εἶναι κοινωνία. Καί ἐγώ ἔχω ἐκπέσει τῆς κοινωνίας καί δέν ἔχω τό εἶναι μου. Δέν ἔχω τή ζωή, παρόλο πού φαίνεται πώς τήν ἔχω. Εἶναι τό αἴσθημα διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος πραγματικά φαίνεται νά σταυροῦται τῷ κόσμῳ, φαίνεται νά ἀρνεῖται τήν κοινή εὐφορία τοῦ κόσμου, πλήν ὅμως αἰσθανόμενος ὅτι τό εἶναι, ἡ ζωή, ἐνεργεῖται πολύ βαθύτερα, πολύ πληρέστερα, ἀπ᾿ ὅτι ὁ κόσμος συνήθως μπορεῖ νά καταλάβει καί νά νιώσει. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος πραγματικά μέ τή μετάνοια ἀνήκει σέ ὅλους καί καταλαβαίνει τήν ἀληθινή ζωή μέ τό νά ἀνήκει σέ ὅλους καί νά μπορέσει νά προσφερθεῖ σέ ὅλους. Τό νά μάθεις τήν τέχνη τοῦ νά προσφέρεσαι σέ ὅλους, τό νά μάθεις τήν ἁπλότητα τοῦ Θεοῦ, καί νά τό ποῦμε μέ ἄλλα λόγια, νά μάθεις πώς ὁ Θεός φανερά μετέδωσε τήν ἁπλότητα πρός ὅλους καί ἐνῶ ἐμεῖς ἔχουμε γίνει τόσο περίπλοκοι, ὁ καθένας, καθώς εἴμαστε κλεισμένοι -ἀκριβῶς γι᾿ αὐτό- στή φιλαυτία μας. Ἡ μετάνοια εἶναι μιά μεγάλη καί ἰσόβια σπουδή, εἶναι μιά μεγάλη καί ἰσόβια χαρά. Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ εἶναι μυστήριο τῆς ἀναστάσεως. Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ μετάνοια. Εἶναι αὐτό πού βιώνουν καί λένε οἱ Πατέρες μας, ὅτι δηλαδή ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ καί μόνον διά τοῦ Θεοῦ ἀληθεύει. Στή μετάνοια ξαναβρίσκουμε τά ἴχνη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Μαθαίνομε τόν τρόπο αὐτῆς τῆς ἁπλότητος τοῦ εἶναι. Μαθαίνομε πώς τό εἶναι, ἐνεργεῖται, ὑπάρχει ὡς κοινωνία. Μαθαίνομε ὅτι ὅλοι εἴμαστε ἕνα. Καί μαθαίνομε ὅτι ἡ ζωή αὐτή τῆς ἑνότητος εἶναι ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἴδιου καί μαθαίνομεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῶν μυστηρίων. Γι᾿ αὐτό ἡ Ἐκκλησία, βλέπετε, ἔβαλε αὐτά τά ἀναγνώσματα πρό τῆς Τεσσαρακοστῆς, γιατί εἶναι ἡ Σαρακοστή ἀκριβῶς μιά ἀφιέρωση, ἕνα ἀφιέρωμα τοῦ καθενός μας στόν Θεό. Μέ τόν γλυκύ αὐτό καί ἁπαλό τρόπο εἶναι ἡ μετάνοια προσωπική.Δέν εἶναι νομική ἡ μετάνοια, δέν εἶναι νομικισμός.Εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο καταλαβαίνουμε πραγματικά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἀνοιγόμαστε καί ἐμεῖς στήν ἀγάπη αὐτήν. Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα ἐρωτικό γεγονός. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς βλέπομε στό Εὐαγγέλιο σήμερα ὅτι ὁ μετανοῶν ἁμαρτωλός αὐτός ὁ ὁποῖος ἐσκόρπισε τίποτε ὀλιγώτερον ἀπό τήν οὐσίαν του -ἡ λέξη αὐτή «οὐσία» ἔχει πολλές σημασίες- ἐσκόρπισε τόν ἑαυτό του χωρίς οὐσία, θά μπορούσαμε νά ποῦμε. Ὅμως μέ τήν μετάνοια αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόν «μόσχον τόν σιτευτόν», ἔχει ἕνα κομμάτι χαρᾶς, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, πού δέν μπορεῖ κανείς νά τοῦ τό πάρει. Καί ὁ ἄλλος ἀδελφός, ὁ πρεσβύτερος, ἔχοντας τή σκληρότητα τήν νομική, δέν ἔχει «μόσχον σιτευτόν»! Οὐδέποτε, λέγει, ἔλαβα ἔρριφον! Τίποτε δέν ἔχω λάβει. Δέν ἔχω χαράν!!! Πιστέψτε με ἡ μεγαλύτερη κατηγορία πού ἀπευθύνθηκε ποτέ στούς Χριστιανούς εἶναι αὐτή πού ἀπηύθυνε ὁ Νίτσε: ὅτι οἱ Χριστανοί δέν ἔχουν χαρά! Καί δέν ἐννοῶ αὐτή τήν τοῦ κόσμου, τά τραγούδια κτλ., ἐννοῶ αὐτήν τήν χαρά τήν ὁποία εἶχε ὁ ἄσωτος μέ τόν «μόσχον τόν σιτευτόν»! Ἐννοῶ τήν χαρά, ὅτι ἔλαβε μέρος στή Θεία Ζωή! Τήν ἔκπληξη, τήν ἀναπάντεχη αὐτήν, τήν ἐρωτική ἔκπληξη τοῦ προσώπου πού βρέθηκε μπροστά στό πέλαγος τῆς Θείας ἀγάπης, μέ τή μετάνοια. Ἐνῶ ὁ ἄλλος, ὁ πλήρης ἐντολῶν καί τηρήσεων, ἦταν ἀδύνατον νά καταλάβει τόν θεῖο ἔρωτα. Λέγει κάπου ὁ π. Παϊσιος: Εἶναι πολύ παράξενο τό γεγονός αὐτό· τό πῶς κοσμικοί ἄνθρωποι ὅταν τούς πεῖς γιά τόν θεῖο ἔρωτα τόν καταλαβαίνουν, καί ἄνθρωποι χριστιανοί δέν καταλαβαίνουν τόν θεῖο ἔρωτα. Δέν ἔχει σπάσει μέσα τους κάτι, τό ἐγώ, δέν ἔχει βρεῖ τήν διέξοδό του πρός τήν ἀγάπη. Μπορεῖ νά εἶναι γεμάτοι ἀπό ἀρετές, ἀλλά καί τίς ἀρετές αὐτές τίς χρησιμοποιοῦν γιά νά θωρακίσουν τό ἐγώ τους. Δέν τίς χρησιμοποιοῦν ὡς ὁδούς, δέν τίς χρησιμοποιοῦν ὡς διοδεύσεις πρός τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Λέγει κάπου ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ὅτι «ἡ ἀρετή ἔστω διά τήν ἀλήθειαν». Οἱ ἀρετές εἶναι μέσα, δέν εἶναι αὐτοσκοποί, ὅπως εἶναι αὐτοσκοποί στή φιλοσοφική ἀρετή. Δέν εἶναι αὐτοσκοπός νά εἶμαι ἐλεήμων, ἀγαθός, φιλάνθρωπος. Εἶναι ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ, πού γιά μένα εἶναι «ἄκτιστες ἐνέργειες», «ἄκτιστοι λόγοι» πού μέ ἱκανώνουν νά ζήσω ἐν τῷ Θεῷ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ σκοπός, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ σκοπός. Δέν εἶναι τό νά εἶμαι ἐνάρετος ἁπλῶς· μπορεῖ νά σημαίνει μεγάλη φτώχεια ἡ ἀρετή, ὅταν συνοδεύεται μέ τό θανάσιμο αὐτό κλείσιμο. Τό κλείσιμο αὐτό σπάει ἀκριβῶς ἡ μετάνοια καί ὁδηγεῖ τό εἶναι ἐν κοινωνίᾳ μετά τοῦ Θεοῦ καί μέ ὅλη τήν κτίση. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς πάντοτε οἱ Πατέρες μιλοῦν γιά τίς ἀρετές, συνδέοντάς τες πάντοτε, μέ τήν μετάνοια καί τήν ταπείνωση! Ἡ θεοπτία εἶναι ἡ μετάνοια! Ἡ κατάσταση τῆς αἰώνιας ζωῆς εἶναι μιά κατάσταση ἡ ὁποία ὁδοποιεῖται διά τῆς μετανοίας, ἀλλά ὄχι μέ τήν νομική αἴσθηση ἡ ἔννοια τῆς μετανοίας, ἀλλά μέ αὐτήν τήν ἐρωτική καί χαρμόσυνη αἴσθηση, ὅτι ὁ Θεός μέ ἀγαπάει καί ἐγώ εἶμαι ἀνάξιος τῆς ἀγάπης Του. Καί ἔρχεται λοιπόν «ὁ μόσχος ὁ σιτευτός καί ὁ δακτύλιος καί τά καινούρια ροῦχα», καί ὅλα αὐτά τά ἐσχατολογικά, τά ἐνδύματα τά ὁποῖα ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός σέ ἐκείνους πού μετανοοῦν. Καί παραδόξως οἱ ἄλλοι, αὐτοί πού ἔχουν τίς ἀρετές καί τίποτε ἄλλο, δέν ἔχουν αὐτή τή δυνατότητα. Ἡ λογική αὐτή εἶναι παράξενη, θά ἔλεγα ὅτι εἶναι ἐρωτική λογική. Δέν ἐξηγεῖται ἀλλιῶς. Δέν νομίζω ὅτι μποροῦμε νά τό καταλάβουμε ἀλλιῶς. Ἕνας ἄνθρωπος ἀκοινώνητος, γεμάτος ἀρετές, δέν ἔχει Θεό. Καί ἕνας ἄνθρωπος παναμαρτωλός γεμάτος μετάνοια εἶναι ὁ «ἄσωτος υἱός». Αὐτό εἶναι χαρμόσυνο γιά ὅλους μας, γιατί ἀρετές μπορεῖ νά μήν ἔχουμε, ἔχουμε ὅμως ἁμαρτίες, ἔχουμε ἐλλείψεις, ἀλλά μποροῦμε νά ἔχουμε αὐτή τήν πνευματική τήν σταυροαναστάσιμη χαρά τῆς μετάνοιας. Αὐτό μᾶς δίνει κουράγιο στήν πνευματική ζωή. Αὐτό εἶναι μεγάλο πράγμα. Ἐκφράζει ἰσοβίως τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἔκπτωσή μας ἀπό τήν ἀγάπη αὐτή. Αὐτό εἶναι πού σᾶς εὔχομαι νά κερδίσουμε: Νά δεχθοῦμε πραγματικά νά ἀγωνισθοῦμε νά σβήσουμε τή φιλαυτία καί νά κοιτάξουμε ὅλο τόν ἑαυτό μας, νά τόν «προσάξωμεν ὡς θυσία δοξολογική», ἔτσι ὅπως ὁ ἄσωτος ὁ ὁποῖος ἐπιστρέφει δοξολογώντας. Ἐνῶ ὁ ἄλλος, ὁ νομικός «ἄμεμπτος» ἀδελφός, «ὁ μεγάλος», ὁ «ἐνάρετος» ἁπλῶς καί μόνον, δέν μπορεῖ νά φθάσει στή θεοπτία, δέν ἔχει πνεῦμα Θεοῦ. «Διά τήν ἀλήθειαν, λοιπόν, ἔστω ἡ ἀρετή»! Οἱ ἀρετές εἶναι τόποι θεανθρώπινης ζωῆς, εἶναι τό Θεανθρώπινον τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ὅταν τό ἀποκτήσουμε, τό πλησιάσουμε, μᾶς ὁδηγεῖ, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, στήν ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Εἶναι χῶροι οἱ ἀρετές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ἔλεγεν ὁ ἅγιος Σεραφείμ. Καί διά τῶν ἀρετῶν ἐλπίζομεν πραγματικά, τά αἰώνια αὐτά χαρίσματα, τά ὁποῖα δέν εἶναι μακριά μας. Οὔτε ἡ θεοπτία εἶναι κάτι πού εἶναι πολύ μακριά ἀπό μᾶς. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού θά πεῖ κανείς «μετανοῶ», ἐσωτερικά, ἔχει πρώτου βαθμοῦ θεοπτία. Ἔχει μιά πρώτη θέα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ!