Μετανοῶ! (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Μετανοῶ!Γιὰ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ἁμαρτίες,μετανοῶ ἐνώπιόν Σου, Παντελεήμων. Νὰ τὸ σπέρμα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν βρίσκεται στὸ αἷμα μου. Μὲ τὴν προσπάθειά μου καὶ τὸ Ἔλεός Σου συμπνίγω τὸν κακὸ αὐτὸ σπόρο μέρα καὶ νύχτα. Γιὰ νὰ μὴ βλαστάνουν τὰ ζιζάνια, ἀλλὰ τὸ καθαρὸ στάρι στὸν ἀγρὸν τοῦ Κυρίου. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς μεριμνώντας, ποὺ σκοντάφτουν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν μεριμνῶν καὶ δὲν ξέρουν νὰ ἀποθέσουν τὶς μέριμνές τους ἐπάνω σὲ Σένα. Γιὰ τὸν ἀδύνατο ἄνθρωπο ἀβάσταχτη εἶναι καὶ ἡ πιὸ μικρὴ μέριμνα, ἐνῶ γιὰ Σένα καὶ ἕνα βουνὸ μεριμνῶν εἶναι σὰν μιὰ μπάλα χιονιοῦ πεταμένη στὴν κάμινο τοῦ πυρός. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς ἀρρώστους, γιατί ἡ ἀρρώστια εἶναι καρπὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν μὲ τὴν μετάνοια καθαριστεῖ ἡ ψυχή, τότε ἡ ἀρρώστια ἐξαφανίζεται μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ εἰσέρχεσαι στὴν ψυχὴ Ἐσύ, Αἰώνια Ὑγεία μου. Μετανοῶ γιὰ τοὺς ἀπίστους, ποὺ μὲ τὴν ἀπιστία τους σωρεύουν τὶς ἀνήσυχες φροντίδες τους καὶ τὶς ἀρρώστιες ἐπάνω τους καὶ ἐπάνω στοὺς φίλους τους. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους Θεοβλασφήμους, ποὺ βλασφημοῦν Ἐσένα, μὴ ξέροντας ὅτι βλασφημοῦν τὸν Οἰκοδεσπότη, πού τοὺς ντύνει καὶ τοὺς τρέφει. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους ἀνθρωποκτόνους ποὺ σκοτώνουν τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ φυλάξουν τὴ δική τους.Συγχώρεσέ τους Παντελεήμων, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν. Γιατί δὲν ξέρουν ὅτι δὲν ὑπάρχουν στὸ Σύμπαν δύο ζωές, ἀλλὰ μία καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἕνας.Καὶ κόβουν τὸ μισό τῆς καρδιᾶς γιὰ νὰ φυλάξουν τὸ ἄλλο μισό.Ἄχ, πόσο εἶναι νεκροὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀποκόψει τὸ μισό της καρδιᾶς! Μετανοῶ γιὰ τοὺς ψευδόρκους, διότι ἀλήθεια, καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνθρωποκτόνοι, αὐτόχειρες.Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀδελφούς τους καὶ συσσωρεύουν ἄχρηστο πλοῦτο, κλαίω καὶ ἀναστενάζω, γιατί ἔθαψαν τὴν ψυχή τους καὶ δὲν ἔχουν μὲ τί νὰ παρουσιαστοῦν ἐνώπιόν Σου. Γιὰ ὅλους τούς ὑπερηφάνους καὶ ἀλαζόνας κλαίω καὶ ἀναστενάζω, γιατί εἶναι ἐνώπιόν Σου σὰν ζητιάνοι μὲ ἄδειο σακκούλι. Γιὰ ὅλους τούς μέθυσους καὶ λαίμαργους κλαίω καὶ ἀναστενάζω, διότι κατήντησαν δοῦλοι τῶν δούλων τους. Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ χαλᾶνε τοὺς γάμους, μετανοῶ, γιατί πρόδωσαν τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο τοὺς ἐξέλεξε γιὰ νὰ κτίζει διὰ μέσου αὐτῶν τὴν νέα ζωή, ἐνῶ αὐτοί, τὴν διακονία τῆς ζωῆς, μετέβαλαν σὲ καταστροφὴ τῆς ζωῆς. Γιὰ ὅλα τὰ ψεύτικα χείλη, γιὰ ὅλα τὰ θολὰ μάτια, γιὰ ὅλες τὶς σκληρὲς καρδιές, γιὰ ὅλες τὶς ἀχόρταγες κοιλιές,γιὰ ὅλα τὰ σκοτεινὰ μυαλά, γιὰ ὅλες τὶς κακὲς θελήσεις, γιὰ ὅλους τούς ἄσχημους λογισμούς, γιὰ ὅλες τὶς ψυχοφθόρες ἐνθυμήσεις, μετανοῶ καὶ ἀναστενάζω. Μετανοῶ, Κύριε, γιὰ τοὺς πολυλογοῦντας,γιατί τὸ πολύτιμο δῶρο Σου,τὸ δῶρο τοῦ λόγου, μετέβαλαν σὲ φθηνὴ ἄμμο. Μετανοῶ, γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ καταστρέφουν τὴν ἑστία τοῦ γείτονα καὶ τὴν εἰρήνη του, γιατί ἔτσι μάζεψαν στὸν ἑαυτό τους καὶ στὸ λαὸ τὴν κατάρα. Μετανοῶ, γιὰ ὅλη τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ὡς ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, γιατί ὅλη ἡ ἱστορία εἶναι στὸ αἷμα μου.Γιατί ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Ἀδάμ, καὶ ὁ Ἀδὰμ μέσα μου. Γιὰ ὅλους τούς μεγάλους καὶ μικρούς, ποὺ δὲν τρέμουν μπροστὰ στὴν φοβερὰ παρουσία Σου, κλαίω καὶ κραυγάζω· Δέσποτα Πολυέλεε, ἐλέησον καὶ σῶσον με. Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Οι ”Τεσσαράκοντα” Μάρτυρες της Ρωσίας που ετελειώθησαν σε παγωμένη λίμνη ενώ ήταν κρατούμενοι στα γκούλαγκ

''Οδηγηθήκαμε όλοι σε μια λίμνη καλυμμένη με κρούστα πάγου. Ήθελαν όλοι να απαρνηθούμε την πίστη. Υπήρχε ένας πικρός παγετός, στον οποίο δεν μπορούσε κανείς να σταθεί για πολλή ώρα με ζεστά ρούχα. Μας διέταξαν να γδυθούμε και να μπούμε στο νερό, υπακούσαμε. Έτσι μας άφησαν, βάζοντας σκυλιά και φύλακες, που άλλαζαν συνεχώς – έκανε τόσο κρύο. Στέκομαι, άνθρωποι γύρω μου – επίσκοποι, ιερείς, λαϊκοί. Όλοι προσευχόμαστε σιωπηλά. Η ενδυνάμωση του Θεού έγινε αισθητή, άρχισα να εκτελώ νοερά την Προσευχή του Ιησού. Ακόμη και στη μνήμη του κρατούσε συνεχώς τη χαρά της Θεοτόκου. Κάποια στιγμή ζεστάθηκα. Ο καθένας μας προσπάθησε να στριμωχτεί ο ένας με τον άλλον, αλλά πού ! Όλοι καταλάβαμε ότι αργά ή γρήγορα θα πηγαίναμε στον Κύριο. Κάποιοι έλεγαν το Ψαλτήρι από μνήμης, αλλά δεν μπορούσαμε πια να μιλήσουμε με τα χείλη μας -το κρύο ήταν άγριο, όλο το σώμα ήταν αδρανοποιημένο- ούτε η αναπνοή ήταν αρκετή. Κοιτάζω, πολλοί πάνε κάτω από το νερό – έσκυψαν τα κεφάλια. Τότε μόνο ακούω έναν λυγμό και η ψυχή πετάει αμέσως στον θρόνο του ίδιου του Κυρίου Θεού – όλων των μαρτύρων. Κανείς δεν Τον αρνήθηκε. Είδα αγγέλους να κατεβαίνουν και να τους παίρνουν τις ψυχές. Και σε μένα τον αμαρτωλό, εμφανίστηκε η ίδια η Βασίλισσα των Ουρανών. Μου ζήτησε να μην εγκαταλείψω την προσευχή – είπε ότι ο Κύριος θα με γιατρέψει και θα με αφήσει στη γη – για να ενισχύσω την εκκλησία του Χριστού. Μετά από αυτό, η Μητέρα του Θεού με τύλιξε με τη φλογερή της ζεστασιά, και στάθηκα μέσα σε αυτό, ο μόνος επιζών. Το επόμενο πρωί με έσυραν έξω και με πήγαν στον αρχηγό, που αγέλαστος τώρα πια, λέει:Σε βοήθησε ο Θεός σου; -Βοήθησε, του ομολογώ. –Προσευχηθείτε για την κόρη μου, είναι πολύ άρρωστη, – είπε ο αρχηγός. Αυτός ο άνθρωπος έγινε πιστός από τη μια μέρα στην άλλη. Ενθυμούμενος αυτή την ιστορία, ο γέροντας πάντα έκλαιγε. O στάρετς Νικολάι Γκουριάνοφ Ο Νικολάι Γκουριάνοφ (1909-2002), θεωρείται ένας από τους πιο σεβαστούς Γέροντες της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του τέλους του 20ού – των αρχών του 21ου αιώνα. Στις 24 Αυγούστου 2002, ο Γέροντας Νικολάι Γκουριάνοφ εκοιμήθη εν Κυρίω.. YΓ.Το μαρτύριο του κρύου, ακραίας παγωνιάς ή η βύθιση σε παγωμένο νερό για ώρες ήταν από τα προσφιλή βασανιστήρια των δεσμοφυλάκων κατά των κρατουμένων στα γκούλαγκ. Στο βιβλίο για έναν μεγάλο Ρώσο Άγιο τον π. Αρσένιο Ακαδημαϊκό στην Ιστορία Τέχνης που επιγράφεται ”Pere Arsene Passeur de la foi, consolateur des ames” editions Cerf περιγράφεται πως ο Άγιος με την προσευχή του ενώ ήταν σε κελί ακίνητος στους -30 κατάφερε να προσελκύσει τη θεία χάρη και να το θερμάνει με την παρουσία του Αγίου Νικολάου κι έτσι έσωσε και τους συγκρατούμενούς του!

Δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη άσκηση από τις μετάνοιες των χριστιανών...(Αγ.Πορφύριος)

Μία νέα ,ψηλή, πήγαινε κάθε τόσο στον Γέροντα, να τον συμβουλευθεί σε πολλά από τα νεανικά της θέματα. Όπως μας έλεγε, της άρεσε η γυμναστική άσκηση, πράγμα που την ξεκούραζε, μετά από το φόρτο των μαθημάτων. Ο Γέροντας Πορφύριος, που είχε το χάρισμα να συμβουλεύει ακόμη και τους επιστήμονες στον κλάδο που εξειδικεύοντο, της υπέδειξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη άσκηση από τις μετάνοιες των χριστιανών, όταν μετά που κάνουμε το σταυρό μας γονατίζουμε και αφού αγγίσουμε με το πρόσωπό τη γη, σηκωθούμε όρθιοι και το επαναλάβουμε αυτό και πάλιν και πάλιν, ενώ εσωτερικά η ψυχή αναστενάζει προς τον Θεό, προφέροντας τα λόγια του τελώνη,«Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Επίσης λέγουμε και όποια άλλη αυτομεμψία θα μας φώτιζε το Πνεύμα το Άγιο. Έτσι, της έλεγε ο Γέροντας, θα μπορούσε να αντικαταστήσει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου, που σπαταλούσε στις γυμναστικές ασκήσεις, με τις μετάνοιες. Μετά από τις μετάνοιες έρχεται μεγάλη χαρά, ανακούφιση πολλή και η ειρήνη στην ψυχή, στο δε σώμα δεν παραμένει ούτε το τελευταίο μέλος του να μην τεθεί σε λειτουργία και άσκηση. Ο Χριστός, για να τονίσει τη σημασία των μετανοιών, ο ίδιος, όπως διηγείται ο ευαγγελιστής, όταν βρισκόταν μέσα στον κήπο της Γεσθημανή, αποτραβήχτηκε από κοντά τους όσο να ρίξει ένας μία πέτρα και εκεί άρχισε να κάνει μετάνοιες, πίπτοντας επί του εδάφους κατ’ επανάληψη. Οι μετάνοιες κάνουν και στο σώμα το αντίστοιχο φυσικό καλό, όπως και στην ψυχή. Γι’ αυτό οι ασκητές δεν παθαίνουν εύκολα εμφράγματα, καρδιακά νοσήματα, εγκεφαλικά, γιατί αρτηρίες τους, τα διάφορα αγγεία δια των μετανοιών, συντηρούνται άριστα, τα λίπη διαλύονται, η ψυχή κι αυτή ηρεμεί κι έτσι ο άνθρωπος, μετά από τις ασκήσεις αυτές, μπορούμε να πούμε, δεν διαφέρει από ένα αυτοκίνητο, που πέρασε από το συνεργείο, κι έκανε ένα καλό σέρβις. Οι μετάνοιες δεν είναι ανθρώπινη, αλλά θεία αποκάλυψη, κι είναι δυστυχής, όποιος άνθρωπος δεν έχει ανακαλύψει το μυστήριο από τις περικλείει. Οι δε πολυπράγμονες, όταν τη νύχτα πριν κοιμηθούν, κάνουν τις καθιερωμένες μετάνοιες, κι από τις καθημερινές σκέψεις θα ξεφύγουν και θα ερμηνεύσουν, για να έρθει γρήγορα και ο ύπνος. [ Πορ. 14π. ] (Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ. 255-256)

Και αυτό το βλέμμα θα είναι η χειρότερη κόλαση..!

Ο Κύριος μόλις έχει συλληφθεί μετά το προδοτικό φίλημα του Ιούδα στον κήπο της Γεθσημανή και εν τω μέσω της νυκτός έχει οδηγηθεί «εις τον οίκον του αρχιερέως». Ο Πέτρος, ακολουθώντας από μακριά, μπαίνει στην αυλή του αρχιερέως και ανακατεύεται με τον όχλο και τους υπηρέτες, που λόγω του ψύχους ανάβουν φωτιά να ζεσταθούν. Εκεί όμως, εντελώς απροσδόκητα, μπρος στις καχύποπτες ερωτήσεις των υπηρετών αρνείται τρεις φορές τον Χριστό. Την τρίτη μάλιστα φορά προσπαθεί με όρκους και αναθέματα να αποσείσει από πάνω του κάθε υποψία για ενδεχόμενη σχέση και γνωριμία του με τον Χριστό. Αμέσως τότε λάλησε ο πετεινός. Τη στιγμή εκείνη «στραφείς ο Κύριος ενέβλεψε τω Πέτρω». Ενώ βρισκόταν ενώπιον του αρχιερέως, ανακρινόμενος υπό του Συνεδρίου, στρέφεται ελαφρά προς τον Πέτρο. Το βλέμμα του, διατρέχοντας το ανώνυμο πλήθος, αναζητεί μακριά στην αυλή το βλέμμα του Πέτρου. Και το συναντάει. Η θάλασσα του πόνου και της θλίψης που ξεχυνόταν από το βλέμμα του Χριστού, κάνει τον Πέτρο να ανανήψει αυτοστιγμεί. Ο Χριστός δεν ρίχνει κανένα κεραυνό στον Πέτρο, δεν του επιβάλλει καμμιά τιμωρία για την άρνησή του. Του δείχνει απλώς πόσο πόνεσε. Η χειρότερη κόλαση για τον Πέτρο ήταν το βλέμμα εκείνο του Χριστού. Αποτέλεσμα: «Και εξελθών έξω ο Πέτρος έκλαυσε πικρώς». Το σκηνικό αντιστρέφεται τώρα. Ο Υιός του ανθρώπου έρχεται «επί των νεφελών του ουρανού μετά δυνάμεως και δόξης πολλής». Συνοδεύεται από όλους τους αγγέλους του και κάθεται «επί θρόνου δόξης αυτού». Τα σύμπαντα τρέμουν. Ο ουρανός και η γη παρέρχονται. «Πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται». Πετιούνται σαν ρούχο παλιό και ανακαινίζονται. «Ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη απήλθον». Οι νεκροί ανασταίνονται. Τα πάντα αλλάζουν. Αναλλοίωτος και αιώνιος παραμένει μόνο ο Χριστός, «αεί ων, ωσαύτως ων», «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας», «ο ων και ο ην και ο ερχόμενος». Οι πάντες, επουράνιοι, επίγειοι, υποχθόνιοι, κλίνουν γόνυ ενώπιόν του περίτρομοι, αναγνωρίζουν ότι ένας και μόνο είναι ο Κύριος, «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός». Κάθε αλαζονεία και έπαρση ισοπεδώνονται. «Ημέρα γαρ Κυρίου επί πάντα υβριστήν και υπερήφανον... Και πεσείται ύψος ανθρώπων και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη». Και όμως! Ο φοβερός αυτός Κριτής δεν έρχεται για να ανάψει τις φωτιές και τα καζάνια της κόλασης. Δεν έρχεται για να ρίξει τους κεραυνούς του πάνω στους καταραμένους αμαρτωλούς. Δεν είναι ο κατά τον Όμηρο «νεφεληγερέτα Ζευς», που συμμαζώνει τα απειλητικά μαύρα σύννεφα, που κραδαίνει τους κεραυνούς «με φοβέρες και μ’αίματα» και εξαπολύει ανελέητα τη θεία νέμεση πάνω στην «ύβριν» του ανθρώπου. Δεν έρχεται για να τιμωρήσει και να βγάλει το άχτι του πάνω στους αποστάτες και αρνητές. Έρχεται να κλάψει για τελευταία φορά για τα τέκνα του, αυτά που ποτέ δεν σταμάτησε να αγαπάει, να τα συμμαζεύει πάντα στην αγκαλιά του, «ον τρόπον επισυνάγει η όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας», αλλά που με δική τους αμετάκλητη και αιώνια επιλογή θέλησαν να ζήσουν μακριά του. Τότε θα δούμε όλοι ότι στο βλέμμα του Χριστού δεν θα αστράφτει η φλόγα και η δίψα της εκδίκησης, αλλά ο ίδιος απροσμέτρητος εκείνος πόνος, η θλίψη και η αγάπη, με τα οποία κοίταξε τον Πέτρο τη στιγμή της άρνησής του. Και αυτό το βλέμμα θα είναι η χειρότερη κόλαση. Οδυνηρότερη από κάθε βάσανο, από κάθε φωτιά που μπορεί να φανταστεί κανείς. Καλύτερα να μας ρίξει μύριους κεραυνούς, παρά να αντικρύσουμε το δακρυσμένο εκείνο βλέμμα του Χριστού. Και μετά να χάσουμε για πάντα την ευκαιρία να βλέπουμε το γαλήνιο ήμερο πρόσωπό του. Βάλε μας, Κύριε, μ’ αυτούς που θα βλέπουν αιώνια «του σου προσώπου το κάλλος το άρρητον»!

Όσιος Άνθιμος της Χίου: Θαύματα και Οράματα από την ζωή του!

Κάθε Κυριακή, ο μικρός Αργύρης πήγαινε για να εκκλησιαστεί στο Μοναστήρι των Αγίων Νικήτα, Ιωσήφ και Ιωάννου. Εκεί γνώρισε τον Άγιο Νεκτάριο ιεροδιάκονο τότε,ο οποίος μετά από μια συζήτηση που είχε με τον 8χρονο Αργύρη, είπε στο Γέροντα της Μονής, Παχώμιο: “Βλέπετε Γέροντα, αυτό το παιδί; Μια μέρα θα γίνει Άγιος”. Η προφητεία του Αγίου Νεκταρίου, φυσικά εκπληρώθηκε! Ο νεαρός Αργύρης, σε ηλικία 17 ετών, αποφάσισε να γίνει μοναχός. Έτσι, αναχώρησε για το Μοναστήρι των Αγίων Πατέρων, του Γέροντος και πνευματικού του πατέρα Παχωμίου, στο Προβάτειο Όρος. Εκεί, με πολύ ζήλο, άρχισε να αγωνίζεται σκληρά με όπλα του, τη νηστεία, την προσευχή και την υπακοή στο Γέροντα του. Αργότερα, ζήτησε από το Γέροντα του Παχώμιο, την ευλογία να χτίσει δυο μικρά κελλάκια σε κάποιο ερημικό πατρικό του χωραφάκι, για να συνεχίσει εκεί τους ασκητικούς του αγώνες. Εκεί, αντιμετώπισε πολλές επιθέσεις του μισόκαλου εχθρού, ο οποίος με διαφορετικές πανουργίες θέλησε να γκρεμίσει το νεαρό ασκητή από το πνευματικό του ύψος. Άλλοτε, του εμφανιζόταν σαν κατσίκα, ανεβαίνοντας στη στέγη του κελιού του, άλλοτε έσειε ολόκληρο το κελί του, φώναζε και γλεντούσε. Προσπαθούσε να του προκαλέσει φόβο για να τον αποκάμει. Αλλά ο Άγιος, δεν λύγισε. Είχε κοντά του πάντοτε μια εικόνα, πού του είχε δώσει η μητέρα του και ήταν της γιαγιάς του. Ο ίδιος την είχε ονομάσει: “Παναγία η Βοήθεια”. Ή Παναγία μας, πάντοτε τον έσωζε και τον βοηθούσε στις φανερές επιθέσεις του διαβόλου.Το 1910, κατόπιν προτροπής του αναδόχου του πήγε στο Αδραμύτιον, όπου υποκύπτοντας στο θέλημα του θεού, χειροτονήθηκε διάκονος και την επομένη, στις 8 Νοεμβρίου ιερέας στον Ι.Ν. Αγίας Άννης στο Κορδελιό Σμύρνης. Οι ασθενείς, έγιναν μάρτυρες των θαυμαστών σημείων, που η πίστη του Αγίου διενεργούσε. Οι προσευχές του, χάριζαν την θεραπεία σε πολλούς, έδιωχναν δαιμόνια μια φορά, κάποιος παραπονέθηκε στον “Άγιο ότι ένας ποντικός τρώει τα φυτίλια από το καντήλι της Παναγίας. Ο Άγιος του είπε: “μη στενοχωριέσαι, η Παναγία θα πιάσει τον κλέφτη” Την επόμενη ημέρα, την ώρα που λειτουργούσε ένας ποντικός βγαίνει στο καντήλι κι αρχίζει να τρώει το φιτίλι. τότε ένα αόρατο χέρι, τον βουτάει και τον κρατάει στον αέρα. Όταν ο Άγιος τελείωσε την προσκομιδή, πήγε από κάτω και είπε στον ποντικό. “Έλα, φτάνει, κατέβα κάτω”. Εκείνος υπακούοντας, ανέβηκε στον ώμο του αφού ο Άγιος τον επετίμησε με καλοσύνη λέγοντας του να μη βρίσκει την τροφή του στην Εκκλησία, έφυγε τρεχάτος και ουδέποτε εμφανίστηκε πάλι. Αργότερα, το 1912, με προτροπή πολλών μοναζουσών που σώθηκαν από το διωγμό που υπέστησαν οι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους, ξεκίνησε να χτίζει ένα μικρό μοναστηράκι για να στεγάσει αυτές τις ψυχές που τον είχαν πνευματικό τους πατέρα και καθοδηγητή. Το 1928, έκανε μόνος του το σχέδιο της μονής και έβαλε θεμέλια. Με πολύ κόπο και μόχθο, ξεκίνησαν οι αδελφές με τον άγιο να ανεγείρουν το Μοναστήρι. Όλη την νύχτα, ετοίμαζαν τα υλικά για να τα βρουν έτοιμα οι εργάτες και να συνεχίσουν εργασία τους. Ο Άγιος, δούλεψε πολύ σκληρά για τη Μονή, φυτεύοντας δένδρα καρποφόρα για να τρέφονται οι μοναχές.Μέσα σε δύο χρόνια, χτίσθηκε η Μονή στη Χίο και ονομάστηκε, “Παναγία η Βοήθεια”. Σιγά-σιγά, οι μοναχές έγιναν 70, όλες υπό την πνευματική προστασία και καθοδήγηση του Αγίου. Όλες οι μοναχές που τον έζησαν, έχουν πάμπολλες μαρτυρίες χαραγμένες στην καρδιά τους από τα θαύματα που επιτελούσε ο Άγιος, όσο ήταν ακόμα εν ζωή! Πόσες φορές συνομίλησε με αγγέλους, ακόμη και με την ίδια τη Θεοτόκο, που τόσο πολύ αγαπούσε… Οι διδαχές και οι πολύτιμες συμβουλές του, καταγράφηκαν σε βιβλία και διαφωτίζουν μέχρι και σήμερα, τις διψασμένες ψυχές. Κάποτε, ενώ βρισκόταν στην τραπεζαρία της Μονής, ο Άγιος σηκώθηκε και βιαστικός και τρομαγμένος πετάχθηκε έξω, φωνάζοντας δυνατά στους εργάτες που έσκαβαν με δυναμίτη μέσα στο βουνό. -Παντελήηηη φύγετε γρήγορα από κει που είστε..” Εκείνοι,το έκαναν γρήγορα και απορημένοι και σε λίγο το βουνό που βρισκόταν λίγα λεπτά πριν,έσκασε κι έπεσε.Τρομαγμένοι έπεσαν στα πόδια ευχαριστώντας τον που τους έσωσε. Μία από τις μοναχές διηγείται ότι, κάποια μέρα και ενώ ο Άγιος καθόταν στο κρεβατάκι του και είχε αποκοιμηθεί, είδε έναν Άγγελο μπροστά από τον Άγιο που του είπε: “Άνθιμε, ακολούθα με!”. Ο Άγιος άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε τον Άγγελο και κάτι σαν μια λευκή σκιά βγήκε από μέσα του και τον ακολούθησε. Μετά από λίγο οι μοναχές τον σκούνταγαν για να τον ειδοποιήσουν για την τράπεζα, αλλά εκείνος δεν συνερχόταν, ήταν σαν να απουσίαζε! Μετά από μία ώρα συνήλθε και ψιθύρισε: “Δόξα σοι ο θεός! Τους έσωσες Παναγία μου!”. Οι μοναχές τον ρώτησαν τι συνέβη αλλά εκείνος απέφυγε να πει κάτι παραπάνω. Μετά από ένα μήνα, ένας νέος που ήταν καπετάνιος έτρεξε συγκλονισμένος και έπεσε κλαίγοντας μπροστά στα γόνατά του Αγίου λέγοντας: “Σ ευχαριστούμε Άγιε μας Γέροντα που μας έσωσες!”. Ο Άγιος απάντησε ότι δεν ήταν εκείνος, αλλά η Παναγία. Κατόπιν προτροπής της ηγουμένης ο καπετάνιος διηγήθηκε στις Μοναχές ότι, καθώς ταξίδευαν στον ωκεανό έπεσαν σ’ ένα φοβερό κυκλώνα από όπου ήταν αδύνατο να ξεφύγουν. Πάλευαν με τα κύματα και το σφοδρότατο άνεμο χωρίς ελπίδα. Εκείνος τότε απελπισμένος έβγαλε μια εικόνα του Άγιου Γέροντα που είχε πάντα επάνω του φωνάζοντας του: “Σώσε μας Άγιε Άνθιμε!”. Αμέσως τότε είδε τον Άγιο Άνθιμο πάνω από το πλοίο και του φώναξε: “Μη φοβάσαι παιδί μου!”. Και πήρε το πλοίο πετώντας το ένα μίλι μακριά από τον κυκλώνα!”. Έτσι σώθηκαν. Πόσα τέτοια θαυμαστά είχαν να διηγηθούν οι μοναχές που τον έζησαν! Το 1960, ο Άγιος αρρώστησε βαριά και ο ίδιος παρηγορούσε τις μοναχές και τα πνευματικά του παιδιά, λέγοντας τους ότι ήρθε η ώρα που ο Κύριος τον καλούσε να αναχωρήσει από τούτη την ζωή.Στις 15 Φεβρουαρίου 1960, 10 λεπτά πριν παραδώσει την αφιερωμένη στο Θεό ψυχή του ακούστηκε μια γλυκιά φωνή: “Άνθιμε έλα παιδί μου στο Χριστό σου, που τόσο με δίψασες”. Εκείνος, προσήλωσε τα μάτια του εκεί από όπου ακούστηκε η φωνή και,αφού φωτίστηκε το πρόσωπό του, ανεχώρησε για να συναντήσει τον Αγαπημένο του Ιησού Χριστό που τόσο πολύ αγάπησε και να συγκατοικήσει αιώνια μαζί του. Μακάρι οι ευχές του και οι πρεσβείες του να μας συνοδεύουν πάντα για να μιμηθούμε την αγάπη του. Λίγο πιο έξω από την πόλη της Χίου συναντά κανείς τη Μονή “Παναγίας της Βοήθειας που έχτισε ο Άγιος Άνθιμος και που σήμερα εγκαταβιώνουν αρκετές μοναχές,υπό την σκέπη του Αγίου Ιδρυτού της μονής. Εκεί βρίσκεται η κάρα του Άγίου, ο τάφος του αλλά και η ζωντανή παρουσία διαμέσου των πολλών θαυμάτων που καθημερινά επιτελεί σε όσους προστρέχουν στη χάρη του.Τον άγιο ιδιαιτέρως επικαλούνται οι άτεκνες γυναίκες και εκείνος τους χαρίζει το ποθούμενον.