Υπάρχει ένα βιβλίο της Εκκλησίας, το «Ευχολόγιο», το οποίο έχουμε ξεχάσει γιατί είμαστε εκλογικευμένοι και αυτοδικαιωμένοι χριστιανοί.

Υπάρχει ένα βιβλίο της Εκκλησίας, το «Ευχολόγιο», το οποίο έχουμε ξεχάσει γιατί είμαστε εκλογικευμένοι και αυτοδικαιωμένοι χριστιανοί. Θέλουμε να είμαστε καλοί για να μας προσέξει ο Θεός, να μας κάνει δωρεές, να μας δώσει χαρίσματα κι ό,τι θέλει ο καθένας. Οι άνθρωποι στο παρελθόν γνώριζαν ότι δεν είναι καλοί. Οι ευχές του «Ευχολογίου», για όλες τις περιστάσεις, κινούνται σ’ αυτό το δίπολο: «Θεέ μου, είμαστε αμαρτωλοί, είμαστε άθλιοι, αλλά Εσύ βοήθησέ μας. Απ’ τη μία η δική μας αθλιότητα, απ’ την άλλη η δική Σου Αγαθότητα. Εκδήλωσέ την σε μας». Και βλέπουμε ευχή για τα μελίσσια, ευχή για τα μοσχαράκια, ευχή για να ανοίξουμε πηγάδι, ευχή για τους ασθενείς, ευχή για αυτούς που δεν μπορούν να κοιμηθούν, ευχή κατά της βασκανίας. Δεν φορούσαν σκόρδα και ματάκια οι άνθρωποι για να φύγει το μάτι, πήγαιναν στον παπά και τους διάβαζε. Αρρώσταινε το άλογο, το διάβαζε ο παπάς και γινόταν καλά. Αυτή είναι η Εκκλησία. Αγκαλιάζει τα πάντα. Διαβάζανε το ευχέλαιο για τις ασθένειες, κάνανε εξορκισμούς, αγιασμό να καθαρίσουν τον τόπο, τους ανθρώπους. Και φεύγανε πολλές δαιμονικές επήρειες που έρχονται από την αδυναμία και τις αμαρτίες μας. Τώρα τα έχουμε ξεχάσει όλα, δεν διαβάζουμε τίποτα, ούτε νιώθουμε ότι τα έχουμε ανάγκη. Κάποτε όλα τα σπίτια πρωτομηνιά θέλανε να κάνουν αγιασμό. Το θεωρούσανε απαραίτητο να αγιαστεί το σπίτι σε κάθε αλλαγή, σε μία ανακαίνιση, συχνά πυκνά. Είχαν μάθει οι άνθρωποι να ζητάνε τη Χάρη του Θεού. Εμείς έχουμε μάθει να τα δουλεύουμε με το μυαλό μας. Κι ενώ μπορεί να κρατάμε στο χέρι μεγάλα κομποσχοίνια, το σπίτι μας δεν λιβανίζεται και το καντήλι δεν ανάβει. Σπάνια καλούμε ιερέα. Και τι συμβαίνει; Δεν πάμε πολλές φορές εμείς στην Εκκλησία, δεν βοηθάμε και την Εκκλησία να βγει προς τα έξω. Γιατί η κίνηση της Εκκλησίας να αγκαλιάσει όλη τη ζωή του ανθρώπου ήταν ταυτόχρονα η έξοδός της από τους τοίχους του ναού. Ο παπάς ήταν παρών σε όλη τη ζωή της κοινότητας και ερχόταν μέσω αυτού η Χάρη του Θεού. Και άλλαζε η ζωή, φώτιζε ο τόπος, ερχόταν το Φως της Χάριτος του Χριστού. Στην εποχή μας αυτά τα έχουμε σβήσει. Θέλουμε να σταματήσουμε τους αγιασμούς στα σχολεία, στη Βουλή, στα στρατόπεδα κι αν είναι δυνατόν να κλείσουμε τους ναούς στις φυλακές και στα νοσοκομεία. Θεωρούμε ότι δεν χρειάζεται ιερέας στο νοσοκομείο. Όποιος είναι να ζήσει, θα ζήσει, όποιος είναι να πεθάνει, θα πεθάνει. Πιστεύουμε μόνο στους γιατρούς και στην επιστήμη. Αλλά και σήμερα γίνονται θαύματα. Και σήμερα ο ιερέας διαβάζει τον ασθενή που οι γιατροί έχουν ξεγράψει και ο ασθενής γίνεται καλά. Κι αυτό δεν έχει γίνει λίγες φορές. Η Χάρη του Θεού μέσω του ιερέα κάνει θαύματα. Δεν υπάρχει παπάς που να μην έχει ζήσει απτά δείγματα της αγιαστικής Χάριτος των μυστηρίων της Εκκλησίας. Η Εκκλησία αγκαλιάζει τους πάντες και εκεί που όλοι σταματάνε Εκείνη συνεχίζει. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο ισχυρό από την Εκκλησία του Χριστού, από τη Χάρη του Χριστού που έρχεται μέσα στην Εκκλησία και μεταλαμπαδεύεται, μετοχετεύεται στους ανθρώπους. Κι εμείς προσπαθούμε να πούμε στον Χριστό και στην Εκκλησία Του: «Άπελθε από των ορίων ημών. Σήκω και φύγε, δεν Σε χρειαζόμαστε». Όμως, πολλά θα ήταν τα παιδιά μέσα στα στρατόπεδα που θα έφταναν στην απελπισία αν δεν έβρισκαν σε μία δύσκολη στιγμή έναν παπά να κουβεντιάσουν. Και δεν έχει τόση σημασία τι τους είπε, αλλά ότι τους άκουσε ο Θεός. Πολλές ψυχές ανθρώπων έχουν σωθεί έτσι. Πολλοί άνθρωποι στα νοσοκομεία – δεν έγιναν καλά από την ασθένεια, γιατί αυτό είναι μικρό το θαύμα – σώθηκαν την τελευταία στιγμή και πήγαν στον Παράδεισο. Εξομολογήθηκαν και έβγαλαν από πάνω τους βάρη δεκαετιών και σώθηκαν. Αυτό είναι το μεγάλο θαύμα. Αυτά η εποχή μας δεν τα βλέπει, ούτε οι άνθρωποι τα αντιλαμβάνονται πολύ. Καμιά φορά και εμείς οι χριστιανοί δεν τα προσέχουμε. Γι’ αυτό δεν καταλαβαίνουμε τι είναι όλο αυτό που ζούμε, γιατί υπάρχει πόλεμος και γιατί θέλει να μας βγάλει από την Εκκλησία ο πονηρός. Γιατί επιτίθεται στον καθένα όταν προσεύχεται, όταν ανάβει ένα κερί, όταν προσκυνάει σε ένα μοναστήρι, όταν κάνει μία καλή κουβέντα σε κάποιον για την εξομολόγηση; Αρχίζει ο πονηρός και πολεμάει γιατί δεν πετυχαίνει το έργο του. Ακυρώνουμε το έργο του διαβόλου που είναι να απογοητεύσει τους ανθρώπους και να τους καταστρέψει. Αυτό κάνει η Εκκλησία μας, που είναι το μεγαλύτερο δώρο που μας έχει δώσει ο Θεός. Είναι το άμεσο εκχύλισμα της αγάπης του Θεού στη ζωή μας, η πιο απτή απόδειξη ότι ο Θεός μας αγαπάει.

Μετανοῶ! (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Μετανοῶ!Γιὰ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ἁμαρτίες,μετανοῶ ἐνώπιόν Σου, Παντελεήμων. Νὰ τὸ σπέρμα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν βρίσκεται στὸ αἷμα μου. Μὲ τὴν προσπάθειά μου καὶ τὸ Ἔλεός Σου συμπνίγω τὸν κακὸ αὐτὸ σπόρο μέρα καὶ νύχτα. Γιὰ νὰ μὴ βλαστάνουν τὰ ζιζάνια, ἀλλὰ τὸ καθαρὸ στάρι στὸν ἀγρὸν τοῦ Κυρίου. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς μεριμνώντας, ποὺ σκοντάφτουν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν μεριμνῶν καὶ δὲν ξέρουν νὰ ἀποθέσουν τὶς μέριμνές τους ἐπάνω σὲ Σένα. Γιὰ τὸν ἀδύνατο ἄνθρωπο ἀβάσταχτη εἶναι καὶ ἡ πιὸ μικρὴ μέριμνα, ἐνῶ γιὰ Σένα καὶ ἕνα βουνὸ μεριμνῶν εἶναι σὰν μιὰ μπάλα χιονιοῦ πεταμένη στὴν κάμινο τοῦ πυρός. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς ἀρρώστους, γιατί ἡ ἀρρώστια εἶναι καρπὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν μὲ τὴν μετάνοια καθαριστεῖ ἡ ψυχή, τότε ἡ ἀρρώστια ἐξαφανίζεται μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ εἰσέρχεσαι στὴν ψυχὴ Ἐσύ, Αἰώνια Ὑγεία μου. Μετανοῶ γιὰ τοὺς ἀπίστους, ποὺ μὲ τὴν ἀπιστία τους σωρεύουν τὶς ἀνήσυχες φροντίδες τους καὶ τὶς ἀρρώστιες ἐπάνω τους καὶ ἐπάνω στοὺς φίλους τους. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους Θεοβλασφήμους, ποὺ βλασφημοῦν Ἐσένα, μὴ ξέροντας ὅτι βλασφημοῦν τὸν Οἰκοδεσπότη, πού τοὺς ντύνει καὶ τοὺς τρέφει. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους ἀνθρωποκτόνους ποὺ σκοτώνουν τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ φυλάξουν τὴ δική τους.Συγχώρεσέ τους Παντελεήμων, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν. Γιατί δὲν ξέρουν ὅτι δὲν ὑπάρχουν στὸ Σύμπαν δύο ζωές, ἀλλὰ μία καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἕνας.Καὶ κόβουν τὸ μισό τῆς καρδιᾶς γιὰ νὰ φυλάξουν τὸ ἄλλο μισό.Ἄχ, πόσο εἶναι νεκροὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀποκόψει τὸ μισό της καρδιᾶς! Μετανοῶ γιὰ τοὺς ψευδόρκους, διότι ἀλήθεια, καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνθρωποκτόνοι, αὐτόχειρες.Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀδελφούς τους καὶ συσσωρεύουν ἄχρηστο πλοῦτο, κλαίω καὶ ἀναστενάζω, γιατί ἔθαψαν τὴν ψυχή τους καὶ δὲν ἔχουν μὲ τί νὰ παρουσιαστοῦν ἐνώπιόν Σου. Γιὰ ὅλους τούς ὑπερηφάνους καὶ ἀλαζόνας κλαίω καὶ ἀναστενάζω, γιατί εἶναι ἐνώπιόν Σου σὰν ζητιάνοι μὲ ἄδειο σακκούλι. Γιὰ ὅλους τούς μέθυσους καὶ λαίμαργους κλαίω καὶ ἀναστενάζω, διότι κατήντησαν δοῦλοι τῶν δούλων τους. Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ χαλᾶνε τοὺς γάμους, μετανοῶ, γιατί πρόδωσαν τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο τοὺς ἐξέλεξε γιὰ νὰ κτίζει διὰ μέσου αὐτῶν τὴν νέα ζωή, ἐνῶ αὐτοί, τὴν διακονία τῆς ζωῆς, μετέβαλαν σὲ καταστροφὴ τῆς ζωῆς. Γιὰ ὅλα τὰ ψεύτικα χείλη, γιὰ ὅλα τὰ θολὰ μάτια, γιὰ ὅλες τὶς σκληρὲς καρδιές, γιὰ ὅλες τὶς ἀχόρταγες κοιλιές,γιὰ ὅλα τὰ σκοτεινὰ μυαλά, γιὰ ὅλες τὶς κακὲς θελήσεις, γιὰ ὅλους τούς ἄσχημους λογισμούς, γιὰ ὅλες τὶς ψυχοφθόρες ἐνθυμήσεις, μετανοῶ καὶ ἀναστενάζω. Μετανοῶ, Κύριε, γιὰ τοὺς πολυλογοῦντας,γιατί τὸ πολύτιμο δῶρο Σου,τὸ δῶρο τοῦ λόγου, μετέβαλαν σὲ φθηνὴ ἄμμο. Μετανοῶ, γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ καταστρέφουν τὴν ἑστία τοῦ γείτονα καὶ τὴν εἰρήνη του, γιατί ἔτσι μάζεψαν στὸν ἑαυτό τους καὶ στὸ λαὸ τὴν κατάρα. Μετανοῶ, γιὰ ὅλη τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ὡς ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, γιατί ὅλη ἡ ἱστορία εἶναι στὸ αἷμα μου.Γιατί ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Ἀδάμ, καὶ ὁ Ἀδὰμ μέσα μου. Γιὰ ὅλους τούς μεγάλους καὶ μικρούς, ποὺ δὲν τρέμουν μπροστὰ στὴν φοβερὰ παρουσία Σου, κλαίω καὶ κραυγάζω· Δέσποτα Πολυέλεε, ἐλέησον καὶ σῶσον με. Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Οι ”Τεσσαράκοντα” Μάρτυρες της Ρωσίας που ετελειώθησαν σε παγωμένη λίμνη ενώ ήταν κρατούμενοι στα γκούλαγκ

''Οδηγηθήκαμε όλοι σε μια λίμνη καλυμμένη με κρούστα πάγου. Ήθελαν όλοι να απαρνηθούμε την πίστη. Υπήρχε ένας πικρός παγετός, στον οποίο δεν μπορούσε κανείς να σταθεί για πολλή ώρα με ζεστά ρούχα. Μας διέταξαν να γδυθούμε και να μπούμε στο νερό, υπακούσαμε. Έτσι μας άφησαν, βάζοντας σκυλιά και φύλακες, που άλλαζαν συνεχώς – έκανε τόσο κρύο. Στέκομαι, άνθρωποι γύρω μου – επίσκοποι, ιερείς, λαϊκοί. Όλοι προσευχόμαστε σιωπηλά. Η ενδυνάμωση του Θεού έγινε αισθητή, άρχισα να εκτελώ νοερά την Προσευχή του Ιησού. Ακόμη και στη μνήμη του κρατούσε συνεχώς τη χαρά της Θεοτόκου. Κάποια στιγμή ζεστάθηκα. Ο καθένας μας προσπάθησε να στριμωχτεί ο ένας με τον άλλον, αλλά πού ! Όλοι καταλάβαμε ότι αργά ή γρήγορα θα πηγαίναμε στον Κύριο. Κάποιοι έλεγαν το Ψαλτήρι από μνήμης, αλλά δεν μπορούσαμε πια να μιλήσουμε με τα χείλη μας -το κρύο ήταν άγριο, όλο το σώμα ήταν αδρανοποιημένο- ούτε η αναπνοή ήταν αρκετή. Κοιτάζω, πολλοί πάνε κάτω από το νερό – έσκυψαν τα κεφάλια. Τότε μόνο ακούω έναν λυγμό και η ψυχή πετάει αμέσως στον θρόνο του ίδιου του Κυρίου Θεού – όλων των μαρτύρων. Κανείς δεν Τον αρνήθηκε. Είδα αγγέλους να κατεβαίνουν και να τους παίρνουν τις ψυχές. Και σε μένα τον αμαρτωλό, εμφανίστηκε η ίδια η Βασίλισσα των Ουρανών. Μου ζήτησε να μην εγκαταλείψω την προσευχή – είπε ότι ο Κύριος θα με γιατρέψει και θα με αφήσει στη γη – για να ενισχύσω την εκκλησία του Χριστού. Μετά από αυτό, η Μητέρα του Θεού με τύλιξε με τη φλογερή της ζεστασιά, και στάθηκα μέσα σε αυτό, ο μόνος επιζών. Το επόμενο πρωί με έσυραν έξω και με πήγαν στον αρχηγό, που αγέλαστος τώρα πια, λέει:Σε βοήθησε ο Θεός σου; -Βοήθησε, του ομολογώ. –Προσευχηθείτε για την κόρη μου, είναι πολύ άρρωστη, – είπε ο αρχηγός. Αυτός ο άνθρωπος έγινε πιστός από τη μια μέρα στην άλλη. Ενθυμούμενος αυτή την ιστορία, ο γέροντας πάντα έκλαιγε. O στάρετς Νικολάι Γκουριάνοφ Ο Νικολάι Γκουριάνοφ (1909-2002), θεωρείται ένας από τους πιο σεβαστούς Γέροντες της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του τέλους του 20ού – των αρχών του 21ου αιώνα. Στις 24 Αυγούστου 2002, ο Γέροντας Νικολάι Γκουριάνοφ εκοιμήθη εν Κυρίω.. YΓ.Το μαρτύριο του κρύου, ακραίας παγωνιάς ή η βύθιση σε παγωμένο νερό για ώρες ήταν από τα προσφιλή βασανιστήρια των δεσμοφυλάκων κατά των κρατουμένων στα γκούλαγκ. Στο βιβλίο για έναν μεγάλο Ρώσο Άγιο τον π. Αρσένιο Ακαδημαϊκό στην Ιστορία Τέχνης που επιγράφεται ”Pere Arsene Passeur de la foi, consolateur des ames” editions Cerf περιγράφεται πως ο Άγιος με την προσευχή του ενώ ήταν σε κελί ακίνητος στους -30 κατάφερε να προσελκύσει τη θεία χάρη και να το θερμάνει με την παρουσία του Αγίου Νικολάου κι έτσι έσωσε και τους συγκρατούμενούς του!

Δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη άσκηση από τις μετάνοιες των χριστιανών...(Αγ.Πορφύριος)

Μία νέα ,ψηλή, πήγαινε κάθε τόσο στον Γέροντα, να τον συμβουλευθεί σε πολλά από τα νεανικά της θέματα. Όπως μας έλεγε, της άρεσε η γυμναστική άσκηση, πράγμα που την ξεκούραζε, μετά από το φόρτο των μαθημάτων. Ο Γέροντας Πορφύριος, που είχε το χάρισμα να συμβουλεύει ακόμη και τους επιστήμονες στον κλάδο που εξειδικεύοντο, της υπέδειξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερη άσκηση από τις μετάνοιες των χριστιανών, όταν μετά που κάνουμε το σταυρό μας γονατίζουμε και αφού αγγίσουμε με το πρόσωπό τη γη, σηκωθούμε όρθιοι και το επαναλάβουμε αυτό και πάλιν και πάλιν, ενώ εσωτερικά η ψυχή αναστενάζει προς τον Θεό, προφέροντας τα λόγια του τελώνη,«Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Επίσης λέγουμε και όποια άλλη αυτομεμψία θα μας φώτιζε το Πνεύμα το Άγιο. Έτσι, της έλεγε ο Γέροντας, θα μπορούσε να αντικαταστήσει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου, που σπαταλούσε στις γυμναστικές ασκήσεις, με τις μετάνοιες. Μετά από τις μετάνοιες έρχεται μεγάλη χαρά, ανακούφιση πολλή και η ειρήνη στην ψυχή, στο δε σώμα δεν παραμένει ούτε το τελευταίο μέλος του να μην τεθεί σε λειτουργία και άσκηση. Ο Χριστός, για να τονίσει τη σημασία των μετανοιών, ο ίδιος, όπως διηγείται ο ευαγγελιστής, όταν βρισκόταν μέσα στον κήπο της Γεσθημανή, αποτραβήχτηκε από κοντά τους όσο να ρίξει ένας μία πέτρα και εκεί άρχισε να κάνει μετάνοιες, πίπτοντας επί του εδάφους κατ’ επανάληψη. Οι μετάνοιες κάνουν και στο σώμα το αντίστοιχο φυσικό καλό, όπως και στην ψυχή. Γι’ αυτό οι ασκητές δεν παθαίνουν εύκολα εμφράγματα, καρδιακά νοσήματα, εγκεφαλικά, γιατί αρτηρίες τους, τα διάφορα αγγεία δια των μετανοιών, συντηρούνται άριστα, τα λίπη διαλύονται, η ψυχή κι αυτή ηρεμεί κι έτσι ο άνθρωπος, μετά από τις ασκήσεις αυτές, μπορούμε να πούμε, δεν διαφέρει από ένα αυτοκίνητο, που πέρασε από το συνεργείο, κι έκανε ένα καλό σέρβις. Οι μετάνοιες δεν είναι ανθρώπινη, αλλά θεία αποκάλυψη, κι είναι δυστυχής, όποιος άνθρωπος δεν έχει ανακαλύψει το μυστήριο από τις περικλείει. Οι δε πολυπράγμονες, όταν τη νύχτα πριν κοιμηθούν, κάνουν τις καθιερωμένες μετάνοιες, κι από τις καθημερινές σκέψεις θα ξεφύγουν και θα ερμηνεύσουν, για να έρθει γρήγορα και ο ύπνος. [ Πορ. 14π. ] (Ανθολόγιο Συμβουλών, εκδ. Ι. Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι, σελ. 255-256)

Και αυτό το βλέμμα θα είναι η χειρότερη κόλαση..!

Ο Κύριος μόλις έχει συλληφθεί μετά το προδοτικό φίλημα του Ιούδα στον κήπο της Γεθσημανή και εν τω μέσω της νυκτός έχει οδηγηθεί «εις τον οίκον του αρχιερέως». Ο Πέτρος, ακολουθώντας από μακριά, μπαίνει στην αυλή του αρχιερέως και ανακατεύεται με τον όχλο και τους υπηρέτες, που λόγω του ψύχους ανάβουν φωτιά να ζεσταθούν. Εκεί όμως, εντελώς απροσδόκητα, μπρος στις καχύποπτες ερωτήσεις των υπηρετών αρνείται τρεις φορές τον Χριστό. Την τρίτη μάλιστα φορά προσπαθεί με όρκους και αναθέματα να αποσείσει από πάνω του κάθε υποψία για ενδεχόμενη σχέση και γνωριμία του με τον Χριστό. Αμέσως τότε λάλησε ο πετεινός. Τη στιγμή εκείνη «στραφείς ο Κύριος ενέβλεψε τω Πέτρω». Ενώ βρισκόταν ενώπιον του αρχιερέως, ανακρινόμενος υπό του Συνεδρίου, στρέφεται ελαφρά προς τον Πέτρο. Το βλέμμα του, διατρέχοντας το ανώνυμο πλήθος, αναζητεί μακριά στην αυλή το βλέμμα του Πέτρου. Και το συναντάει. Η θάλασσα του πόνου και της θλίψης που ξεχυνόταν από το βλέμμα του Χριστού, κάνει τον Πέτρο να ανανήψει αυτοστιγμεί. Ο Χριστός δεν ρίχνει κανένα κεραυνό στον Πέτρο, δεν του επιβάλλει καμμιά τιμωρία για την άρνησή του. Του δείχνει απλώς πόσο πόνεσε. Η χειρότερη κόλαση για τον Πέτρο ήταν το βλέμμα εκείνο του Χριστού. Αποτέλεσμα: «Και εξελθών έξω ο Πέτρος έκλαυσε πικρώς». Το σκηνικό αντιστρέφεται τώρα. Ο Υιός του ανθρώπου έρχεται «επί των νεφελών του ουρανού μετά δυνάμεως και δόξης πολλής». Συνοδεύεται από όλους τους αγγέλους του και κάθεται «επί θρόνου δόξης αυτού». Τα σύμπαντα τρέμουν. Ο ουρανός και η γη παρέρχονται. «Πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται». Πετιούνται σαν ρούχο παλιό και ανακαινίζονται. «Ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη απήλθον». Οι νεκροί ανασταίνονται. Τα πάντα αλλάζουν. Αναλλοίωτος και αιώνιος παραμένει μόνο ο Χριστός, «αεί ων, ωσαύτως ων», «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας», «ο ων και ο ην και ο ερχόμενος». Οι πάντες, επουράνιοι, επίγειοι, υποχθόνιοι, κλίνουν γόνυ ενώπιόν του περίτρομοι, αναγνωρίζουν ότι ένας και μόνο είναι ο Κύριος, «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός». Κάθε αλαζονεία και έπαρση ισοπεδώνονται. «Ημέρα γαρ Κυρίου επί πάντα υβριστήν και υπερήφανον... Και πεσείται ύψος ανθρώπων και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη». Και όμως! Ο φοβερός αυτός Κριτής δεν έρχεται για να ανάψει τις φωτιές και τα καζάνια της κόλασης. Δεν έρχεται για να ρίξει τους κεραυνούς του πάνω στους καταραμένους αμαρτωλούς. Δεν είναι ο κατά τον Όμηρο «νεφεληγερέτα Ζευς», που συμμαζώνει τα απειλητικά μαύρα σύννεφα, που κραδαίνει τους κεραυνούς «με φοβέρες και μ’αίματα» και εξαπολύει ανελέητα τη θεία νέμεση πάνω στην «ύβριν» του ανθρώπου. Δεν έρχεται για να τιμωρήσει και να βγάλει το άχτι του πάνω στους αποστάτες και αρνητές. Έρχεται να κλάψει για τελευταία φορά για τα τέκνα του, αυτά που ποτέ δεν σταμάτησε να αγαπάει, να τα συμμαζεύει πάντα στην αγκαλιά του, «ον τρόπον επισυνάγει η όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας», αλλά που με δική τους αμετάκλητη και αιώνια επιλογή θέλησαν να ζήσουν μακριά του. Τότε θα δούμε όλοι ότι στο βλέμμα του Χριστού δεν θα αστράφτει η φλόγα και η δίψα της εκδίκησης, αλλά ο ίδιος απροσμέτρητος εκείνος πόνος, η θλίψη και η αγάπη, με τα οποία κοίταξε τον Πέτρο τη στιγμή της άρνησής του. Και αυτό το βλέμμα θα είναι η χειρότερη κόλαση. Οδυνηρότερη από κάθε βάσανο, από κάθε φωτιά που μπορεί να φανταστεί κανείς. Καλύτερα να μας ρίξει μύριους κεραυνούς, παρά να αντικρύσουμε το δακρυσμένο εκείνο βλέμμα του Χριστού. Και μετά να χάσουμε για πάντα την ευκαιρία να βλέπουμε το γαλήνιο ήμερο πρόσωπό του. Βάλε μας, Κύριε, μ’ αυτούς που θα βλέπουν αιώνια «του σου προσώπου το κάλλος το άρρητον»!