ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ-Τα όπλα του φωτός

Αγαπητοί μου αδελφοί, ο μεγάλος των Αποστόλων Παύλος έρχεται σήμερα καθώς βρισκόμαστε στο κατώφλι του σταδίου των αρετών, της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής να μας μιλήσει για την εγγύτητα της σωτηρίας μας. Καθώς περνούν οι μέρες και τα χρόνια πλησιάζουμε στην στιγμή κατά την οποία θα βρεθούμε ενώπιον του Θεού για την δική μας σωτηρία «νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία» «η νυξ προέκοψεν η δε ημέρα ήγγικεν αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός». Ανάμεσα στην νύκτα και την ημέρα δεν υπάρχει ουσιαστικά μεγάλη απόσταση. Υπάρχει όμως ουσιαστική και ποιοτική διαφορά. Η νύκτα προσδιορίζει το σκοτάδι, τρομάζει προκαλεί φόβο γιατί κρύβει το άγνωστο, το μη φανερό. Για τον Απ. Παύλο η νύχτα και η ημέρα συμβολικά μας προσδιορίζουν την αμαρτία και την αρετή. Η ημέρα λούζεται με φως όλα γίνονται φανερά και κόσμια, κυριαρχεί το καλό και η ομορφιά της δημιουργίας. Μην ξεχνάμε ο Χριστός μας είναι το φως του κόσμου και της ζωής. Αντίθετα το κακό ο διάβολος, είναι ο άρχων του σκότους. Καιρός λοιπόν να αφήσουμε κάθε τι που έχει σχέση με το σκοτάδι με κάθε είδους αμαρτία να αρχίσουμε μια νέα μέρα φωτεινή και όμορφη. Μέρα αγώνος και πνευματικής προσπάθειας. Άλλωστε από αύριο γινόμαστε αθλητές πνευματικών αγώνων. Γινόμαστε μάχιμοι στρατιώται της παρατάξεως του Κυρίου. Ας αναλάβουμε την πανοπλία του πνεύματος και όλα εκείνα τα όπλα του φωτός που προσφέρει η Αγία μας Εκκλησία. Την προσευχή, την νηστεία, αποφυγή κάθε είδους πονηρών σκέψεων και επιθυμιών, γλώσσας, ρημάτων απρεπών παντός πονηρού βλέματος, ακοής που οδηγεί στην αμαρτία. Ιδιαίτερα η λατρευτική ευκαιρία που προσφέρει η Εκκλησία μας σε συνδυασμό με το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας, που άφθονο το παρέχει μέσα από τις κατανυκτικές Προηγιασμένες θείες Λειτουργίες είναι όπλο παντοδύναμο. Να ενδυθούμε τον Χριστό μας έτσι όπως η Αγία μας Εκκλησία μας τον έδωσε την ημέρα της αναγεννήσεως μας που βαπτισθήκαμε: «Ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν» μας λέγει. Ο μεγάλος Απόστολος μας τονίζει αδελφοί επίσης να είμαστε συγκαταβατικοί απέναντι στους αδελφούς που η πίστη τους δεν είναι και τόσο δυνατή και θερμή. Από την στιγμή που ο ίδιος ο Θεός τους δέχεται εμείς γιατί να κρίνουμε και να κατακρίνουμε; Πόσες και πόσες φορές δεν ξεγελαστήκαμε από περιπτώσεις ανθρώπων που ενώ δημιουργήσαμε μια άλφα εντύπωση τελικά πέσαμε έξω; Γι’ αυτό ας δεχόμεθα τον αδελφό μας χωρίς κριτήρια και κατακριτήρια. Αυτό είναι δουλειά του παντογνώστη Θεού. Τι μας λέγει ο Κύριος μας «μη κρίνετε ίνα μη κρίθήτε». Τα συναξάρια της Εκκλησίας μας είναι γεμάτα από ιστορίες αγίων με αμαρτωλό παρελθόν που φαινόταν ότι δεν είχαν ελπίδα σωτηρίας. «ο Θεός γαρ αυτόν προσελάβετο. Συ τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην;». Μόνον ο Θεός προσλαμβάνει ή απορρίπτει ψυχές, διότι μόνον Αυτός γνωρίζει και «ετάζει νεφρούς και καρδίας». Καλή και αγία νικηφόρα Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Αμήν!

«Θεέ μου, Σε παρακαλώ, είπε, ανάστησέ τον, για να μετανοήση, και μετά πάρ᾿ τον».

-Όταν ήμουν δικαίος, στην Σκήτη των Ιβήρων, με επισκέφθηκε μια μέρα κάποιος που ήταν περίπου πενήντα πέντε χρονών. Είχε έρθει αργά το απόγευμα και δεν χτύπησε, για να μην ενοχλήση τους Πατέρες και κοιμήθηκε έξω. Όταν τον είδαν οι Πατέρες, τον πήραν μέσα και με ειδοποίησαν. -«Καλά, του είπα, γιατί δεν χτύπησες το καμπανάκι, για να σού ανοίξουμε και να σε τακτοποιήσουμε;». -«Τί λές, Πάτερ μου, πώς να ενοχλήσω τους Πατέρες;», μου είπε. Βλέπω, το πρόσωπό του είχε μία λάμψη.Κατάλαβα ότι θα ζούσε πολύ πνευματικά. Μου είπε μετά ότι είχε μείνει μικρός ορφανός από πατέρα και γι᾿ αυτό, όταν παντρεύτηκε, αγαπούσε πάρα πολύ τον πεθερό του. Πρώτα περνούσε από το σπίτι των πεθερικών του και μετά πήγαινε στο σπίτι του. Στενοχωριόταν όμως, γιατί ο πεθερός του έβριζε πολύ. Πολλές φορές τον είχε παρακαλέσει να μη βρίζη, αλλά εκείνος γινόταν χειρότερος. Κάποτε αρρώστησε βαριά ο πεθερός του. Τον πήγαν στο νοσοκομείο και μετά από λίγες μέρες πέθανε.Εκείνος δεν ήταν κοντά του την ώρα που ξεψύχησε, γιατί έπρεπε να ξεφορτώση ένα πλοίο. Όταν πήγε στο νοσοκομείο και τον βρήκε στο νεκροστάσιο κάτω,προσευχήθηκε με πολύ πόνο: «Θεέ μου, Σε παρακαλώ, είπε, ανάστησέ τον, για να μετανοήση, και μετά πάρ᾿ τον». Αμέσως ο νεκρός άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να κουνάη τα χέρια του. Το προσωπικό, μόλις τον είδαν, εξαφανίσθηκαν. Τον τακτοποίησε και τον πήγε στο σπίτι του εντελώς καλά.Έζησε πέντε χρόνια με μετάνοια και μετά πέθανε. -«Πάτερ μου, μού είπε, ευχαριστώ πολύ τον Θεό, που μου έκανε αυτήν την χάρη. Ποιός είμαι εγώ, για να μου κάνη ο Θεός τέτοια χάρη;». Είχε απλότητα και τέτοια ταπείνωση, που ούτε καν του περνούσε από το μυαλό ότι ανέστησε νεκρό. Είχε διαλυθή από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό γι᾿ αυτό που του έκανε. Πολλοί άνθρωποι βασανίζονται, γιατί δεν κατορθώνουν να δοξασθούν με μάταιες δόξες ή να πλουτίσουν με μάταια πράγματα. Δεν σκέφτονται ότι αυτά στην άλλη, την αληθινή ζωή ,ούτε χρειάζονται, αλλά ούτε και μεταφέρονται. Εκεί μόνον τα έργα μας θα μεταφέρουμε, τα οποία θα μας βγάλουν από εδώ και το ανάλογο διαβατήριο για το μεγάλο και αιώνιο ταξίδι μας. Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οικογενειακή Ζωή»

Υπάρχει ένα βιβλίο της Εκκλησίας, το «Ευχολόγιο», το οποίο έχουμε ξεχάσει γιατί είμαστε εκλογικευμένοι και αυτοδικαιωμένοι χριστιανοί.

Υπάρχει ένα βιβλίο της Εκκλησίας, το «Ευχολόγιο», το οποίο έχουμε ξεχάσει γιατί είμαστε εκλογικευμένοι και αυτοδικαιωμένοι χριστιανοί. Θέλουμε να είμαστε καλοί για να μας προσέξει ο Θεός, να μας κάνει δωρεές, να μας δώσει χαρίσματα κι ό,τι θέλει ο καθένας. Οι άνθρωποι στο παρελθόν γνώριζαν ότι δεν είναι καλοί. Οι ευχές του «Ευχολογίου», για όλες τις περιστάσεις, κινούνται σ’ αυτό το δίπολο: «Θεέ μου, είμαστε αμαρτωλοί, είμαστε άθλιοι, αλλά Εσύ βοήθησέ μας. Απ’ τη μία η δική μας αθλιότητα, απ’ την άλλη η δική Σου Αγαθότητα. Εκδήλωσέ την σε μας». Και βλέπουμε ευχή για τα μελίσσια, ευχή για τα μοσχαράκια, ευχή για να ανοίξουμε πηγάδι, ευχή για τους ασθενείς, ευχή για αυτούς που δεν μπορούν να κοιμηθούν, ευχή κατά της βασκανίας. Δεν φορούσαν σκόρδα και ματάκια οι άνθρωποι για να φύγει το μάτι, πήγαιναν στον παπά και τους διάβαζε. Αρρώσταινε το άλογο, το διάβαζε ο παπάς και γινόταν καλά. Αυτή είναι η Εκκλησία. Αγκαλιάζει τα πάντα. Διαβάζανε το ευχέλαιο για τις ασθένειες, κάνανε εξορκισμούς, αγιασμό να καθαρίσουν τον τόπο, τους ανθρώπους. Και φεύγανε πολλές δαιμονικές επήρειες που έρχονται από την αδυναμία και τις αμαρτίες μας. Τώρα τα έχουμε ξεχάσει όλα, δεν διαβάζουμε τίποτα, ούτε νιώθουμε ότι τα έχουμε ανάγκη. Κάποτε όλα τα σπίτια πρωτομηνιά θέλανε να κάνουν αγιασμό. Το θεωρούσανε απαραίτητο να αγιαστεί το σπίτι σε κάθε αλλαγή, σε μία ανακαίνιση, συχνά πυκνά. Είχαν μάθει οι άνθρωποι να ζητάνε τη Χάρη του Θεού. Εμείς έχουμε μάθει να τα δουλεύουμε με το μυαλό μας. Κι ενώ μπορεί να κρατάμε στο χέρι μεγάλα κομποσχοίνια, το σπίτι μας δεν λιβανίζεται και το καντήλι δεν ανάβει. Σπάνια καλούμε ιερέα. Και τι συμβαίνει; Δεν πάμε πολλές φορές εμείς στην Εκκλησία, δεν βοηθάμε και την Εκκλησία να βγει προς τα έξω. Γιατί η κίνηση της Εκκλησίας να αγκαλιάσει όλη τη ζωή του ανθρώπου ήταν ταυτόχρονα η έξοδός της από τους τοίχους του ναού. Ο παπάς ήταν παρών σε όλη τη ζωή της κοινότητας και ερχόταν μέσω αυτού η Χάρη του Θεού. Και άλλαζε η ζωή, φώτιζε ο τόπος, ερχόταν το Φως της Χάριτος του Χριστού. Στην εποχή μας αυτά τα έχουμε σβήσει. Θέλουμε να σταματήσουμε τους αγιασμούς στα σχολεία, στη Βουλή, στα στρατόπεδα κι αν είναι δυνατόν να κλείσουμε τους ναούς στις φυλακές και στα νοσοκομεία. Θεωρούμε ότι δεν χρειάζεται ιερέας στο νοσοκομείο. Όποιος είναι να ζήσει, θα ζήσει, όποιος είναι να πεθάνει, θα πεθάνει. Πιστεύουμε μόνο στους γιατρούς και στην επιστήμη. Αλλά και σήμερα γίνονται θαύματα. Και σήμερα ο ιερέας διαβάζει τον ασθενή που οι γιατροί έχουν ξεγράψει και ο ασθενής γίνεται καλά. Κι αυτό δεν έχει γίνει λίγες φορές. Η Χάρη του Θεού μέσω του ιερέα κάνει θαύματα. Δεν υπάρχει παπάς που να μην έχει ζήσει απτά δείγματα της αγιαστικής Χάριτος των μυστηρίων της Εκκλησίας. Η Εκκλησία αγκαλιάζει τους πάντες και εκεί που όλοι σταματάνε Εκείνη συνεχίζει. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο ισχυρό από την Εκκλησία του Χριστού, από τη Χάρη του Χριστού που έρχεται μέσα στην Εκκλησία και μεταλαμπαδεύεται, μετοχετεύεται στους ανθρώπους. Κι εμείς προσπαθούμε να πούμε στον Χριστό και στην Εκκλησία Του: «Άπελθε από των ορίων ημών. Σήκω και φύγε, δεν Σε χρειαζόμαστε». Όμως, πολλά θα ήταν τα παιδιά μέσα στα στρατόπεδα που θα έφταναν στην απελπισία αν δεν έβρισκαν σε μία δύσκολη στιγμή έναν παπά να κουβεντιάσουν. Και δεν έχει τόση σημασία τι τους είπε, αλλά ότι τους άκουσε ο Θεός. Πολλές ψυχές ανθρώπων έχουν σωθεί έτσι. Πολλοί άνθρωποι στα νοσοκομεία – δεν έγιναν καλά από την ασθένεια, γιατί αυτό είναι μικρό το θαύμα – σώθηκαν την τελευταία στιγμή και πήγαν στον Παράδεισο. Εξομολογήθηκαν και έβγαλαν από πάνω τους βάρη δεκαετιών και σώθηκαν. Αυτό είναι το μεγάλο θαύμα. Αυτά η εποχή μας δεν τα βλέπει, ούτε οι άνθρωποι τα αντιλαμβάνονται πολύ. Καμιά φορά και εμείς οι χριστιανοί δεν τα προσέχουμε. Γι’ αυτό δεν καταλαβαίνουμε τι είναι όλο αυτό που ζούμε, γιατί υπάρχει πόλεμος και γιατί θέλει να μας βγάλει από την Εκκλησία ο πονηρός. Γιατί επιτίθεται στον καθένα όταν προσεύχεται, όταν ανάβει ένα κερί, όταν προσκυνάει σε ένα μοναστήρι, όταν κάνει μία καλή κουβέντα σε κάποιον για την εξομολόγηση; Αρχίζει ο πονηρός και πολεμάει γιατί δεν πετυχαίνει το έργο του. Ακυρώνουμε το έργο του διαβόλου που είναι να απογοητεύσει τους ανθρώπους και να τους καταστρέψει. Αυτό κάνει η Εκκλησία μας, που είναι το μεγαλύτερο δώρο που μας έχει δώσει ο Θεός. Είναι το άμεσο εκχύλισμα της αγάπης του Θεού στη ζωή μας, η πιο απτή απόδειξη ότι ο Θεός μας αγαπάει.

Μετανοῶ! (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Μετανοῶ!Γιὰ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ἁμαρτίες,μετανοῶ ἐνώπιόν Σου, Παντελεήμων. Νὰ τὸ σπέρμα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν βρίσκεται στὸ αἷμα μου. Μὲ τὴν προσπάθειά μου καὶ τὸ Ἔλεός Σου συμπνίγω τὸν κακὸ αὐτὸ σπόρο μέρα καὶ νύχτα. Γιὰ νὰ μὴ βλαστάνουν τὰ ζιζάνια, ἀλλὰ τὸ καθαρὸ στάρι στὸν ἀγρὸν τοῦ Κυρίου. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς μεριμνώντας, ποὺ σκοντάφτουν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν μεριμνῶν καὶ δὲν ξέρουν νὰ ἀποθέσουν τὶς μέριμνές τους ἐπάνω σὲ Σένα. Γιὰ τὸν ἀδύνατο ἄνθρωπο ἀβάσταχτη εἶναι καὶ ἡ πιὸ μικρὴ μέριμνα, ἐνῶ γιὰ Σένα καὶ ἕνα βουνὸ μεριμνῶν εἶναι σὰν μιὰ μπάλα χιονιοῦ πεταμένη στὴν κάμινο τοῦ πυρός. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς ἀρρώστους, γιατί ἡ ἀρρώστια εἶναι καρπὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν μὲ τὴν μετάνοια καθαριστεῖ ἡ ψυχή, τότε ἡ ἀρρώστια ἐξαφανίζεται μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ εἰσέρχεσαι στὴν ψυχὴ Ἐσύ, Αἰώνια Ὑγεία μου. Μετανοῶ γιὰ τοὺς ἀπίστους, ποὺ μὲ τὴν ἀπιστία τους σωρεύουν τὶς ἀνήσυχες φροντίδες τους καὶ τὶς ἀρρώστιες ἐπάνω τους καὶ ἐπάνω στοὺς φίλους τους. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους Θεοβλασφήμους, ποὺ βλασφημοῦν Ἐσένα, μὴ ξέροντας ὅτι βλασφημοῦν τὸν Οἰκοδεσπότη, πού τοὺς ντύνει καὶ τοὺς τρέφει. Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους ἀνθρωποκτόνους ποὺ σκοτώνουν τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ φυλάξουν τὴ δική τους.Συγχώρεσέ τους Παντελεήμων, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν. Γιατί δὲν ξέρουν ὅτι δὲν ὑπάρχουν στὸ Σύμπαν δύο ζωές, ἀλλὰ μία καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἕνας.Καὶ κόβουν τὸ μισό τῆς καρδιᾶς γιὰ νὰ φυλάξουν τὸ ἄλλο μισό.Ἄχ, πόσο εἶναι νεκροὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀποκόψει τὸ μισό της καρδιᾶς! Μετανοῶ γιὰ τοὺς ψευδόρκους, διότι ἀλήθεια, καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνθρωποκτόνοι, αὐτόχειρες.Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀδελφούς τους καὶ συσσωρεύουν ἄχρηστο πλοῦτο, κλαίω καὶ ἀναστενάζω, γιατί ἔθαψαν τὴν ψυχή τους καὶ δὲν ἔχουν μὲ τί νὰ παρουσιαστοῦν ἐνώπιόν Σου. Γιὰ ὅλους τούς ὑπερηφάνους καὶ ἀλαζόνας κλαίω καὶ ἀναστενάζω, γιατί εἶναι ἐνώπιόν Σου σὰν ζητιάνοι μὲ ἄδειο σακκούλι. Γιὰ ὅλους τούς μέθυσους καὶ λαίμαργους κλαίω καὶ ἀναστενάζω, διότι κατήντησαν δοῦλοι τῶν δούλων τους. Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ χαλᾶνε τοὺς γάμους, μετανοῶ, γιατί πρόδωσαν τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο τοὺς ἐξέλεξε γιὰ νὰ κτίζει διὰ μέσου αὐτῶν τὴν νέα ζωή, ἐνῶ αὐτοί, τὴν διακονία τῆς ζωῆς, μετέβαλαν σὲ καταστροφὴ τῆς ζωῆς. Γιὰ ὅλα τὰ ψεύτικα χείλη, γιὰ ὅλα τὰ θολὰ μάτια, γιὰ ὅλες τὶς σκληρὲς καρδιές, γιὰ ὅλες τὶς ἀχόρταγες κοιλιές,γιὰ ὅλα τὰ σκοτεινὰ μυαλά, γιὰ ὅλες τὶς κακὲς θελήσεις, γιὰ ὅλους τούς ἄσχημους λογισμούς, γιὰ ὅλες τὶς ψυχοφθόρες ἐνθυμήσεις, μετανοῶ καὶ ἀναστενάζω. Μετανοῶ, Κύριε, γιὰ τοὺς πολυλογοῦντας,γιατί τὸ πολύτιμο δῶρο Σου,τὸ δῶρο τοῦ λόγου, μετέβαλαν σὲ φθηνὴ ἄμμο. Μετανοῶ, γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ καταστρέφουν τὴν ἑστία τοῦ γείτονα καὶ τὴν εἰρήνη του, γιατί ἔτσι μάζεψαν στὸν ἑαυτό τους καὶ στὸ λαὸ τὴν κατάρα. Μετανοῶ, γιὰ ὅλη τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ὡς ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, γιατί ὅλη ἡ ἱστορία εἶναι στὸ αἷμα μου.Γιατί ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Ἀδάμ, καὶ ὁ Ἀδὰμ μέσα μου. Γιὰ ὅλους τούς μεγάλους καὶ μικρούς, ποὺ δὲν τρέμουν μπροστὰ στὴν φοβερὰ παρουσία Σου, κλαίω καὶ κραυγάζω· Δέσποτα Πολυέλεε, ἐλέησον καὶ σῶσον με. Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Οι ”Τεσσαράκοντα” Μάρτυρες της Ρωσίας που ετελειώθησαν σε παγωμένη λίμνη ενώ ήταν κρατούμενοι στα γκούλαγκ

''Οδηγηθήκαμε όλοι σε μια λίμνη καλυμμένη με κρούστα πάγου. Ήθελαν όλοι να απαρνηθούμε την πίστη. Υπήρχε ένας πικρός παγετός, στον οποίο δεν μπορούσε κανείς να σταθεί για πολλή ώρα με ζεστά ρούχα. Μας διέταξαν να γδυθούμε και να μπούμε στο νερό, υπακούσαμε. Έτσι μας άφησαν, βάζοντας σκυλιά και φύλακες, που άλλαζαν συνεχώς – έκανε τόσο κρύο. Στέκομαι, άνθρωποι γύρω μου – επίσκοποι, ιερείς, λαϊκοί. Όλοι προσευχόμαστε σιωπηλά. Η ενδυνάμωση του Θεού έγινε αισθητή, άρχισα να εκτελώ νοερά την Προσευχή του Ιησού. Ακόμη και στη μνήμη του κρατούσε συνεχώς τη χαρά της Θεοτόκου. Κάποια στιγμή ζεστάθηκα. Ο καθένας μας προσπάθησε να στριμωχτεί ο ένας με τον άλλον, αλλά πού ! Όλοι καταλάβαμε ότι αργά ή γρήγορα θα πηγαίναμε στον Κύριο. Κάποιοι έλεγαν το Ψαλτήρι από μνήμης, αλλά δεν μπορούσαμε πια να μιλήσουμε με τα χείλη μας -το κρύο ήταν άγριο, όλο το σώμα ήταν αδρανοποιημένο- ούτε η αναπνοή ήταν αρκετή. Κοιτάζω, πολλοί πάνε κάτω από το νερό – έσκυψαν τα κεφάλια. Τότε μόνο ακούω έναν λυγμό και η ψυχή πετάει αμέσως στον θρόνο του ίδιου του Κυρίου Θεού – όλων των μαρτύρων. Κανείς δεν Τον αρνήθηκε. Είδα αγγέλους να κατεβαίνουν και να τους παίρνουν τις ψυχές. Και σε μένα τον αμαρτωλό, εμφανίστηκε η ίδια η Βασίλισσα των Ουρανών. Μου ζήτησε να μην εγκαταλείψω την προσευχή – είπε ότι ο Κύριος θα με γιατρέψει και θα με αφήσει στη γη – για να ενισχύσω την εκκλησία του Χριστού. Μετά από αυτό, η Μητέρα του Θεού με τύλιξε με τη φλογερή της ζεστασιά, και στάθηκα μέσα σε αυτό, ο μόνος επιζών. Το επόμενο πρωί με έσυραν έξω και με πήγαν στον αρχηγό, που αγέλαστος τώρα πια, λέει:Σε βοήθησε ο Θεός σου; -Βοήθησε, του ομολογώ. –Προσευχηθείτε για την κόρη μου, είναι πολύ άρρωστη, – είπε ο αρχηγός. Αυτός ο άνθρωπος έγινε πιστός από τη μια μέρα στην άλλη. Ενθυμούμενος αυτή την ιστορία, ο γέροντας πάντα έκλαιγε. O στάρετς Νικολάι Γκουριάνοφ Ο Νικολάι Γκουριάνοφ (1909-2002), θεωρείται ένας από τους πιο σεβαστούς Γέροντες της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του τέλους του 20ού – των αρχών του 21ου αιώνα. Στις 24 Αυγούστου 2002, ο Γέροντας Νικολάι Γκουριάνοφ εκοιμήθη εν Κυρίω.. YΓ.Το μαρτύριο του κρύου, ακραίας παγωνιάς ή η βύθιση σε παγωμένο νερό για ώρες ήταν από τα προσφιλή βασανιστήρια των δεσμοφυλάκων κατά των κρατουμένων στα γκούλαγκ. Στο βιβλίο για έναν μεγάλο Ρώσο Άγιο τον π. Αρσένιο Ακαδημαϊκό στην Ιστορία Τέχνης που επιγράφεται ”Pere Arsene Passeur de la foi, consolateur des ames” editions Cerf περιγράφεται πως ο Άγιος με την προσευχή του ενώ ήταν σε κελί ακίνητος στους -30 κατάφερε να προσελκύσει τη θεία χάρη και να το θερμάνει με την παρουσία του Αγίου Νικολάου κι έτσι έσωσε και τους συγκρατούμενούς του!