Στην αέναη μάχη που δίνεται με έπαθλο το νου και την ψυχή των ανθρώπων...

Στην αέναη μάχη που δίνεται με έπαθλο το νου και την ψυχή των ανθρώπων, η αλήθεια συμβολίζεται με το φως και το ψεύδος με το σκοτάδι. Ο αρχέγονος και διαχρονικός αυτός συμβολισμός δεν είναι τυχαίος. Βασίζεται στις ιδιότητες των αντιπαραβαλλόμενων μεγεθών. Δηλαδή, η αλήθεια όπως το φως υπάρχει· είναι και ορίζεται. Το ψεύδος, όπως το σκοτάδι, δεν υπάρχει, δεν είναι. Το σκοτάδι ετεροκαθορίζεται μονοσήμαντα και αποκλειστικά σε σχέση με το φως. Συγκεκριμένα, περιγράφει την απουσία του. Η αλήθεια στέκεται μόνη της και λάμπει. Το ψεύδος δεν στέκει από μόνο του, θέλει δεκανίκι. Κι εκεί που δεν μπορεί να σταθεί με τίποτα, είναι απέναντι, αντικριστά στην αλήθεια. Γι’ αυτό, το ψέμα, σύμφωνα με τη μεθοδεία του πατέρα του τού διαβόλου, δουλεύει διπολικά. Για να σταθεί απάνω στο σάπιο θεμέλιό του, θέλει απέναντί του, όχι την αλήθεια, αλλά μια αλλοιωμένη, διαστρεβλωμένη εκδοχή της. Εμπόδια και φύλακες απέναντι στην παράνοια της ψευδοφάνειας, στέκονται η εμπειρία και η επίγνωση των δεδομένων, ήγουν η ψηλάφηση και η καταγραφή της πραγματικότητας. Γι’ αυτό, εχθρός του ψεύδους είναι η αίσθηση των πραγμάτων, η ευθυκρισία κι η έντιμη επιστημοσύνη. Μέγας του σύμμαχος η ψευδαίσθηση που δημιουργείται με αυτό που περιγράψαμε ως αλλοίωση και στρέβλωση της αλήθειας. Η διασπορά της διαστρεβλωμένης εκδοχής της αλήθειας είναι η διαβολή, από την οποία πήρε και τ’ όνομά του ο πατέρας του ψεύδους. Όπως είχα γράψει και σ’ ένα παλιότερο άρθρο μου από το 2016 με τίτλο Ουκ εά με καθεύδειν ο των οστών κριγμός: «Μας λένε οι αρχαίοι μας σοφοί: “αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις” (Αντισθένης), αλλά και “αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις” (Επίκτητος). Ας δούμε, λοιπόν, βασισμένοι σ’ αυτήν τη λογική, τι όνομα διαλέξαμε να δώσουμε στην προσωποποίηση του κακού. Το πιο κοινό και ευρέως διαδεδομένο του όνομα είναι διάβολος. Δηλαδή, από όλα τα κακά που έχει πάνω του αυτός ο ακατανόμαστος ανθρωποφάγος απατεώνας, εμείς διαλέξαμε να τον ονοματίσουμε από την ιδιότητά του να διαβάλλει. Αυτή του η ιδιότητα δείχνει σε όλο της το μεγαλείο τη μισερή και κακότροπη πονηριά του»¹. Έτσι, τα ενεργούμενα του διαβόλου πάνω στη γη σε κάθε εποχή εργάζονται πάνω σε τρεις άξονες. Ο πρώτος είναι η απόκρυψη της αλήθειας. Γίνεται με την περιχαράκωση του λόγου που βασίζεται και αναφέρεται στο αληθινό και τον αποκλεισμό της πρόσβασης του κοσμάκη σ’ αυτόν. Επίσης, γίνεται με την σχετικοποίηση της αλήθειας, όταν τα πραγματικά δεδομένα παρουσιάζονται ως να έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα και γίνονται ζήτημα άποψης και βούλησης- όχι εμπειρίας. Με αυτόν τον τρόπο η αλήθεια κρύβεται σε κοινή θέα, όπως κρύβεται ένα αληθινό νόμισμα, ανάμεσα σε πολλά πλαστά. Ο δεύτερος άξονας είναι η στρέβλωση της αλήθειας. Αυτή δεν πρέπει, βέβαια, να είναι ολοκληρωτική και άγαρμπη, αλλά επιτηδευμένη, ώστε να περνάει για πιστευτή και να ξεγελάει τον απρόσεκτο και τον επιπόλαιο. Έτσι, επιλέγονται τα σημεία του αληθινού που θα διατηρηθούν και τα καίρια σημεία που θα αλλοιωθούν, ώστε να είναι αποτελεσματικό το δόλωμα που κρύβει τ’ αγκίστρι. Η «επιλογή» στ’ αρχαία ελληνικά καλείται «αίρεσις». Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως και ο όρος «αίρεση» στη θεολογία δεν προέκυψε τυχαία –τίποτα με την ελληνική γλώσσα δεν είναι τυχαίο. Η αλήθεια σε κάθε πράγμα, βλέπετε, είναι ενιαία ως άραφος χιτώνας που δεν μπορείς να επιλέξεις κομμάτια του καταπώς σε βολεύει. Η τον δέχεσαι και τον φοράς όπως είναι ή τον σχίζεις και τον κομματιάζεις. Τέλος, αφού η αλήθεια κρύβεται και δημιουργείται ένα ψεύτικο, ένα πειραγμένο αντίγραφό της, ακολουθεί ο τρίτος άξονας δράσης. Αυτός σχετίζεται με την υπερπροβολή και τη διάδοση της κάλπικης εκδοχής παντού στις κοινωνίες με όλα τα διαθέσιμα μέσα. Σημαντικό σημείο του τρίτου άξονα, εκτός από την προβολή, είναι και η βράβευση και η απόδοση τιμών στους αποδομητές της αλήθειας. Και νά τα κρατικά βραβεία, να τα βραβεία από άλλους φορείς, νά οι ανακηρύξεις επίτιμων διδακτόρων, νά οι ακαδημίες, νά τα θρησκευτικά οφίκια, νά οι προσκλήσεις σε ομιλίες από φορείς και τ’ αφιερώματα σε εκπομπές λόγου της τηλεόρασης… Νά οι τιμητικές πλακέτες, κι οι κορδέλες, κι οι τήβεννοι και τα παράσημα. Αυτά είναι το βάθρο στην πλατεία όπου ανεβάζει το σύστημα τον αποδομητή, ώστε να μαζευτεί ο κόσμος ν’ ακούσει. Γιατί, αν γυρνάς μες στην πλατεία μόνος σου και λες: «καθήστε παιδιά να μοιραστώ μαζί σας κάποια πράγματα αληθινά», κανένας δεν θα σου δώσει σημασία. Σε θεωρούν παλαβό- δεν σε έχουν βάλει κάποιοι άλλοι πάνω σε βάθρο. Οι αποδομητές της αλήθειας στη θεολογία, στις τέχνες, στην ιστορία, και σ’ όλες τις επιστήμες συμπεριλαμβανομένων των βιολογικών-ιατρικών επιστημών, μεθυσμένοι από εξουσία χορεύουν τον διαβολικό χορό της ανθρωποφαγίας. Κυριαρχούν στην παιδεία και στην πολιτική και σφίγγουν την υδρόγειο στη μέγγενη. Σε φλόμωσαν στις ψευδαισθήσεις και σου πουλάν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Αυτές οι άρρωστες καταστάσεις, όμως, ποτέ δεν τελειώνουν καλά… Στην υστερική κατάσταση της εφάμαρτης χαύνωσης δεν καταλαβαίνεις γρι. Πρέπει να φας σφαλιάρες. Με τον πόνο –μόνον τότε που είναι αργά–μόνον τότε ξυπνάς και καταλαβαίνεις… Κορόιδο.

΄΄Μη αποστρέψεις το πρόσωπόν Σου΄΄...

Ακούστε τη θαυμάσια μελωδία του στίχου τούτου, αυτή την κραυγή που ξαφνικά γεμίζει την εκκλησία «… ότι θλίβομαι!» – και θα καταλάβετε το σημείο από το οποίο ξεκινάει η Μεγάλη Σαρακοστή: το μυστηριώδες μίγμα της ελπίδας με την απογοήτευση, του φωτάς με το σκοτάδι. Η όλη προετοιμασία έφτασε πια στο τέλος. Στέκομαι μπροστά στο Θεό, μπροστά στη δόξα και στην Ομορφιά της Βασιλείας Του. Συνειδητοποιώ ότι ανήκω σʹ αυτή, ότι δεν έχω άλλη κατοικία, ούτε άλλη χαρά, ούτε άλλο σκοπό. Συναισθάνομαι ακόμα ότι είμαι εξόριστος από αυτή μέσα στο σκοτάδι και στη λύπη της αμαρτίας γιʹ αυτό «θλίβομαι»! Τελικά παραδέχομαι ότι μόνο ο Θεός μπορεί να με βοηθήσει σʹ αυτή τη θλίψη, ότι μόνον σʹ Αυτόν μπορώ να πω «πρόσχες τη ψυχή μου». Μετάνοια πάνω απ’ όλα, είναι το απελπισμένο κάλεσμα για τη Θεία βοήθεια. Πέντε φορές επαναλαμβάνουμε αυτό το Προκείμενο. Και τότε να! η Μεγάλη Σαρακοστή αρχίζει. Τα φωτεινά χρωματιστά άμφια και καλύμματα του ναού αλλάζουν τα φώτα σβήνουν. Ο ιερέας εκφωνεί τις αιτήσεις, ο χορός απαντάει με τα «Κύριε ελέησον» την κατʹ εξοχήν σαρακοστιανή απάντηση. Για πρώτη φορά διαβάζεται η προσευχή του Αγίου Εφραίμ που συνοδεύεται από μετάνοιες. Στο τέλος της ακολουθίας όλοι οι πιστοί πλησιάζουν τον ιερέα και ο ένας τον άλλο, ζητώντας την αμοιβαία συγχώρεση. Αλλά καθώς γίνεται αυτή η ιεροτελεστία της συμφιλίωσης, καθώς η Μεγάλη Σαρακοστήεγκαινιάζεται μʹ αυτή την κίνηση της αγάπης, της ενότητας και της αδελφοσύνης, ο χορός ψάλλει πασχαλινούς ύμνους. Πρόκειται τώρα πια να περιπλανηθούμε σαράντα ολόκληρες μέρες στηνέρημο της Μεγάλης Σαρακοστής. Όμως από τώρα βλέπουμε να λάμπει στο τέλος το φως της Ανάστασης, το φως της Βασιλείας του Θεού. π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Όταν ο ἐξόριστος ἄνθρωπος ἀνακάλυψε τό ἀνίκητο ὅπλο..!

Ὁ ἐξόριστος ἄνθρωπος μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν ἀγαπημένη του πατρίδα, τὸν Παράδεισο, στὴ γῆ τῆς πικρῆς ἐξορίας του (Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς). Ἁλυσοδεμένος μὲ τὸν βαρὺ τῶν παθῶν του κλοιό, ρίχτηκε στὰ κάτεργα χωρὶς ἔλεος, στὰ βαριά, ἐξαντλητικά, καταναγκαστικὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας. Ἡ νοσταλγία ὅμως γιὰ τὴν ποθεινή του πατρίδα δὲν ἔσβησε ποτέ, ἔκαιγε ἀσίγαστη μέσα του. Ὑποσχέθηκε στὸν ἑαυτό του νὰ μὴν ἐπιτρέψει συμβιβασμὸ μὲ τὴν ἰδέα τῆς ἰσόβιας καταδίκης. Ἔταξε σκοπό του νὰ βρεῖ τρόπο διαφυγῆς. Μὰ πῶς θὰ τὸ κατόρθωνε αὐτό; Οὔτε ὁ ἴδιος δὲν ἤξερε. Πίστευε πολὺ στὸ κοφτερό του μυαλό, στὴν ἀξιοσύνη του. Ἂς μποροῦσε μόνο νὰ ἐξασφαλίσει κάποιο μέσο, κάποιο ὅπλο! Μὰ ὅταν μπόρεσε νὰ βρεῖ κάποτε ἕνα σχοινὶ γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπ’ τὰ τείχη, χιλιάδες σχοινιὰ βρέθηκαν γιὰ νὰ τὸν δέσουν ξανά. Ὅταν ξέθαψε μιὰ παλιὰ σιδερένια λάμα καὶ τροχίζοντάς την κρυφὰ τὴν ἔκανε μαχαίρι, χιλιάδες μαχαίρια τὸν ἀνάγκασαν νὰ ξανασκύψει. Ὅταν μὲ τὰ πολλὰ κατάφερε νὰ κλέψει τὸ ξίφος τοῦ φρουροῦ του, χιλιάδες σπαθιὰ ἀπείλησαν νὰ κόψουν τὸν δικό του λαιμό. Ὅ,τι κι ἂν ἔκανε, ἦταν ἀνώφελο. Ἄστραφτε ἀπὸ μῖσος τὸ βλέμμα του, μὰ τοὺς ἴδιους κεραυνοὺς μίσους ἔβλεπε καὶ στὰ μάτια τῶν ἄλλων. Κόχλαζε ἀπὸ θυμὸ ἡ καρδιά του, μὰ τὴν ἴδια πυρωμένη λάβα ἐκτόξευαν ἐναντίον του -ἴδια καυτὰ ἡφαίστεια- καὶ οἱ γύρω του. Ὅσο ἔβγαζε κακία αὐτός, τόσο πλήθαινε ἡ κακία καὶ ἀπέναντί του. Πλῆρες ἀδιέξοδο οἱ μέθοδοί του! Θυμήθηκε τότε τὴ σοφὴ κουβέντα ποὺ ἔλεγε: Ὅπως φέρεστε, θὰ σᾶς φερθοῦν. «Τῷ γὰρ αὐτῷ μέτρῳ, ᾧ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν» (Λουκ. 6, 38). Μὲ τὸ μέτρο ποὺ μετρᾶτε, θὰ μετρηθεῖτε καὶ σεῖς. Ὅ,τι νιώθετε γιὰ τοὺς ἄλλους, θὰ νιώθουν καὶ κεῖνοι γιὰ σᾶς. Ὅπως κρίνετε, θὰ κριθεῖτε. Ἂν συγχωρήσετε, θα συγχωρηθεῖτε. Ὅποιο ὅπλο χρησιμοποιεῖτε, θὰ τὸ χρησιμοποιήσουν καὶ γιὰ σᾶς. Πιὸ ἁπλᾶ: Ὅ,τι δίνεις, θὰ πάρεις. Ὅ,τι κάνεις, θὰ σοῦ κάνουν. «Μάχαιραν ἔδωκας, μάχαιραν θὰ λάβεις». Ὅποιος «εἰς αἰχμαλωσίαν ἀπάγει», αἰχμάλωτος θὰ καταλήξει κι αὐτός. Ὅποιος σκοτώνει μὲ μαχαίρι, «δεῖ αὐτὸν ἐν μαχαίρᾳ ἀποκτανθῆναι» (Ἀποκ. 13, 10). Ὅποιος χύνει αἷμα ἀνθρώπου, «ἀντὶ τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἐκχυθήσεται». Θὰ χυθεῖ καὶ τὸ δικό του αἷμα (Γεν. 9, 6). Τὴν πληγὴ μὲ πληγὴ τὴν πληρώνεις (Αἰσχύλος). Καὶ τότε ἔγινε τὸ ἀναπάντεχο. Ὁ ἐχθρός του ἔπεσε. Μιὰ μέρα στὴν ἐρημιὰ ὁ φρουρός του βρέθηκε ἀπὸ λάθος σὲ ἀπροσπέλαστο γκρεμό, ἐγκλωβίστηκε σὲ παγίδα θανάτου. Ἡ παγωνιὰ ἢ τὰ ἀγρίμια θὰ τὸν ἀποτέλειωναν γρήγορα. Ὁ ἐξόριστος εἶδε μπροστά του μοναδικὴ ὁδὸ σωτηρίας. Ἂν καὶ μὲ ἁλυσίδες στὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, ἔτρεξε νὰ φύγει. Μὰ ὁ ἐχθρὸς φώναξε: «Ἂν θέλεις, βοήθησέ με! Ἔχω γυναίκα καὶ μικρὰ παιδιά!» Νὰ σώσει τὸν ἐχθρό του; Νὰ χάσει τὴν εὐκαιρία τῆς ζωῆς του; Θὰ ἦταν σίγουρα τρελός, ἂν τὸ ἔκανε. Τὸ κοφτερό του μυαλὸ ἔλεγε ὄχι. Μὰ ἡ καρδιά του ἀπροσδόκητα τὸν πρόδωσε. Ἔγινε τὸ ἀπίστευτο. Γιὰ πρώτη φορὰ σκέφτηκε ἀνθρώπινα. Εἶδε ἀπέναντί του ἄνθρωπο, ὄχι ἐχθρό. Γύρισε πίσω ἀντὶ νὰ φύγει. Ἔριξε σχοινὶ σωτηρίας, τράβηξε, ἔσωσε τὸν ἐχθρό. Καὶ ἀμέσως ἔγινε τὸ θαῦμα. Οἱ ἁλυσίδες του ἔπεσαν στὸ χῶμα ξαφνικὰ ἀπὸ μόνες τους. Οἱ κλειστὲς πόρτες τῆς ἀπέραντης φυλακῆς του ἄνοιξαν αὐτομάτως. Ὁ ἐχθρός του τὸν κοίταξε μὲ συγκίνηση, εὐγνωμοσύνη καὶ ἀγάπη. «Νὰ εἶσαι εὐλογημένος!» τοῦ εἶπε. «Εἶσαι ἐλεύθερος!» Ὁ ἐξόριστος ἄνθρωπος ἀνακάλυψε ἐπιτέλους τὸ ἀνίκητο ὅπλο, τὸν ἀλάνθαστο δρόμο γιὰ νὰ γυρίσει ξανὰ στὸν Παράδεισο: Τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἐχθρό. Ἡ συγχώρηση τὸν ἐλευθέρωσε!

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ-Τα όπλα του φωτός

Αγαπητοί μου αδελφοί, ο μεγάλος των Αποστόλων Παύλος έρχεται σήμερα καθώς βρισκόμαστε στο κατώφλι του σταδίου των αρετών, της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής να μας μιλήσει για την εγγύτητα της σωτηρίας μας. Καθώς περνούν οι μέρες και τα χρόνια πλησιάζουμε στην στιγμή κατά την οποία θα βρεθούμε ενώπιον του Θεού για την δική μας σωτηρία «νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία» «η νυξ προέκοψεν η δε ημέρα ήγγικεν αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός». Ανάμεσα στην νύκτα και την ημέρα δεν υπάρχει ουσιαστικά μεγάλη απόσταση. Υπάρχει όμως ουσιαστική και ποιοτική διαφορά. Η νύκτα προσδιορίζει το σκοτάδι, τρομάζει προκαλεί φόβο γιατί κρύβει το άγνωστο, το μη φανερό. Για τον Απ. Παύλο η νύχτα και η ημέρα συμβολικά μας προσδιορίζουν την αμαρτία και την αρετή. Η ημέρα λούζεται με φως όλα γίνονται φανερά και κόσμια, κυριαρχεί το καλό και η ομορφιά της δημιουργίας. Μην ξεχνάμε ο Χριστός μας είναι το φως του κόσμου και της ζωής. Αντίθετα το κακό ο διάβολος, είναι ο άρχων του σκότους. Καιρός λοιπόν να αφήσουμε κάθε τι που έχει σχέση με το σκοτάδι με κάθε είδους αμαρτία να αρχίσουμε μια νέα μέρα φωτεινή και όμορφη. Μέρα αγώνος και πνευματικής προσπάθειας. Άλλωστε από αύριο γινόμαστε αθλητές πνευματικών αγώνων. Γινόμαστε μάχιμοι στρατιώται της παρατάξεως του Κυρίου. Ας αναλάβουμε την πανοπλία του πνεύματος και όλα εκείνα τα όπλα του φωτός που προσφέρει η Αγία μας Εκκλησία. Την προσευχή, την νηστεία, αποφυγή κάθε είδους πονηρών σκέψεων και επιθυμιών, γλώσσας, ρημάτων απρεπών παντός πονηρού βλέματος, ακοής που οδηγεί στην αμαρτία. Ιδιαίτερα η λατρευτική ευκαιρία που προσφέρει η Εκκλησία μας σε συνδυασμό με το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας, που άφθονο το παρέχει μέσα από τις κατανυκτικές Προηγιασμένες θείες Λειτουργίες είναι όπλο παντοδύναμο. Να ενδυθούμε τον Χριστό μας έτσι όπως η Αγία μας Εκκλησία μας τον έδωσε την ημέρα της αναγεννήσεως μας που βαπτισθήκαμε: «Ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν» μας λέγει. Ο μεγάλος Απόστολος μας τονίζει αδελφοί επίσης να είμαστε συγκαταβατικοί απέναντι στους αδελφούς που η πίστη τους δεν είναι και τόσο δυνατή και θερμή. Από την στιγμή που ο ίδιος ο Θεός τους δέχεται εμείς γιατί να κρίνουμε και να κατακρίνουμε; Πόσες και πόσες φορές δεν ξεγελαστήκαμε από περιπτώσεις ανθρώπων που ενώ δημιουργήσαμε μια άλφα εντύπωση τελικά πέσαμε έξω; Γι’ αυτό ας δεχόμεθα τον αδελφό μας χωρίς κριτήρια και κατακριτήρια. Αυτό είναι δουλειά του παντογνώστη Θεού. Τι μας λέγει ο Κύριος μας «μη κρίνετε ίνα μη κρίθήτε». Τα συναξάρια της Εκκλησίας μας είναι γεμάτα από ιστορίες αγίων με αμαρτωλό παρελθόν που φαινόταν ότι δεν είχαν ελπίδα σωτηρίας. «ο Θεός γαρ αυτόν προσελάβετο. Συ τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην;». Μόνον ο Θεός προσλαμβάνει ή απορρίπτει ψυχές, διότι μόνον Αυτός γνωρίζει και «ετάζει νεφρούς και καρδίας». Καλή και αγία νικηφόρα Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Αμήν!

«Θεέ μου, Σε παρακαλώ, είπε, ανάστησέ τον, για να μετανοήση, και μετά πάρ᾿ τον».

-Όταν ήμουν δικαίος, στην Σκήτη των Ιβήρων, με επισκέφθηκε μια μέρα κάποιος που ήταν περίπου πενήντα πέντε χρονών. Είχε έρθει αργά το απόγευμα και δεν χτύπησε, για να μην ενοχλήση τους Πατέρες και κοιμήθηκε έξω. Όταν τον είδαν οι Πατέρες, τον πήραν μέσα και με ειδοποίησαν. -«Καλά, του είπα, γιατί δεν χτύπησες το καμπανάκι, για να σού ανοίξουμε και να σε τακτοποιήσουμε;». -«Τί λές, Πάτερ μου, πώς να ενοχλήσω τους Πατέρες;», μου είπε. Βλέπω, το πρόσωπό του είχε μία λάμψη.Κατάλαβα ότι θα ζούσε πολύ πνευματικά. Μου είπε μετά ότι είχε μείνει μικρός ορφανός από πατέρα και γι᾿ αυτό, όταν παντρεύτηκε, αγαπούσε πάρα πολύ τον πεθερό του. Πρώτα περνούσε από το σπίτι των πεθερικών του και μετά πήγαινε στο σπίτι του. Στενοχωριόταν όμως, γιατί ο πεθερός του έβριζε πολύ. Πολλές φορές τον είχε παρακαλέσει να μη βρίζη, αλλά εκείνος γινόταν χειρότερος. Κάποτε αρρώστησε βαριά ο πεθερός του. Τον πήγαν στο νοσοκομείο και μετά από λίγες μέρες πέθανε.Εκείνος δεν ήταν κοντά του την ώρα που ξεψύχησε, γιατί έπρεπε να ξεφορτώση ένα πλοίο. Όταν πήγε στο νοσοκομείο και τον βρήκε στο νεκροστάσιο κάτω,προσευχήθηκε με πολύ πόνο: «Θεέ μου, Σε παρακαλώ, είπε, ανάστησέ τον, για να μετανοήση, και μετά πάρ᾿ τον». Αμέσως ο νεκρός άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να κουνάη τα χέρια του. Το προσωπικό, μόλις τον είδαν, εξαφανίσθηκαν. Τον τακτοποίησε και τον πήγε στο σπίτι του εντελώς καλά.Έζησε πέντε χρόνια με μετάνοια και μετά πέθανε. -«Πάτερ μου, μού είπε, ευχαριστώ πολύ τον Θεό, που μου έκανε αυτήν την χάρη. Ποιός είμαι εγώ, για να μου κάνη ο Θεός τέτοια χάρη;». Είχε απλότητα και τέτοια ταπείνωση, που ούτε καν του περνούσε από το μυαλό ότι ανέστησε νεκρό. Είχε διαλυθή από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό γι᾿ αυτό που του έκανε. Πολλοί άνθρωποι βασανίζονται, γιατί δεν κατορθώνουν να δοξασθούν με μάταιες δόξες ή να πλουτίσουν με μάταια πράγματα. Δεν σκέφτονται ότι αυτά στην άλλη, την αληθινή ζωή ,ούτε χρειάζονται, αλλά ούτε και μεταφέρονται. Εκεί μόνον τα έργα μας θα μεταφέρουμε, τα οποία θα μας βγάλουν από εδώ και το ανάλογο διαβατήριο για το μεγάλο και αιώνιο ταξίδι μας. Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οικογενειακή Ζωή»