ΑΓΙΑ Αναστασία Αντρέγιεβνα η δια Χριστόν σαλή και προστάτιδα της πόλης Vladikavkaz

Η Αναστασία Αντρέγιεβνα (Andreeva) γεννήθηκε στο Vladikavkaz του Καυκάσου στην πλούσια οικογένεια εμπόρων, του Ανδρέα και της Ιουστινας Αντρέεβιτς (Ανδρέου). Είχε τρεις ακόμα αδελφούς. Η καταγωγή του πατέρα της ήταν ελληνική από την Κύπρο. Μικρή την πάντρεψαν με έναν αξιοσέβαστο στρατηγό του τσαρικού στρατού, ο οποίος όμως έφυγε πολύ γρήγορα από την ζωή, αφήνοντάς την πολύ νέα χήρα. Οι γονείς της την πάντρεψαν για δεύτερη φορά με έναν χήρο όπου είχε δύο κόρες. Μένοντας χήρα για δεύτερη φορά, η Αναστασία δεν ξανασκέφτηκε πια τον γάμο. Όλα αυτά έγιναν μέχρι την ημέρα που άγγελος Κυρίου της εμφανίστηκε σε όνειρο και της είπε: «Αναστασία, ακολούθησε τον Θεό!» Ο άγγελος δεν της εξήγησε τίποτα, έτσι η Αναστασία άρχισε να πηγαίνει την εκκλησία πιο συχνά, να προσεύχεται πιο θερμά και να ψάλλει στην εκκλησιαστική χορωδία. Τον τέταρτο χρόνο της χηρείας της, άγγελος Κυρίου της εμφανίστηκε για δεύτερη φορά και της είπε: «Αναστασία, δώσε όλη σου την περιουσία σε όσους έχουν ανάγκη και ακολούθησε τον δρόμο του Θεού!». Αυτή τη φορά, χωρίς δισταγμό, μοίρασε όλη την περιουσία της -προς δυσαρέσκεια των αδελφών της- και πήγε στο γυναικείο μοναστήρι στο Vladikavkaz όπου έδωσε τον εαυτό της ολοκληρωτικά στον Θεό. Όταν αναχώρησε από το μοναστήρι, της ήταν ξεκάθαρο ότι αποχαιρέτησε για πάντα την κοσμική ζωή. Από εδώ και πέρα ​​ήταν πιο φτωχή από τον πιο φτωχό άνθρωπο της πόλης. Όταν για πρώτη φορά, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας των Ιβήρων μεταφέρθηκε από το Mozdok στο Vladikavkaz τότε εκδηλώθηκε η αγία μωρία, κι ότι η δια Χριστόν σαλότητα θα ήταν ο αγώνας της στο εξής. Από τότε, διαδόθηκε ​​ότι ο Θεός την επέλεξε ως μεσίτρια, ως ένα προσευχητάρι για όλους και της έδωσε το δώρο της προφητείας, αυτό μαθεύτηκε σε όλη την πόλη κι οι άνθρωποι άρχισαν να πηγαίνουν κοντά της. Έμοιαζε ή ήταν ήδη μια ηλικιωμένη γυναίκα, καμπουριασμένη, κουβαλώντας συνεχώς ένα σακουλάκι με άμμο στην πλάτη της και κρατώντας πάντα ένα ραβδί στο χέρι της. Για την πόλη του Βλαδικαυκάζ, η Αναστασία Αντρέγιεβνα έγινε η εκλεκτή του Θεού. Ήταν μικρόσωμη, εύθραυστη, πάντα με μαύρα ρούχα, χειμώνα καλοκαίρι πήγαινε με γαλότσες ξυπόλητη ή εντελώς ξυπόλητη. Τα πόδια της,ήταν μπλε από το χιόνι και την παγωνιά, οι ενορίτες προσπάθησαν να της δώσουν ζεστά ρούχα, αλλά εκείνη δεν επέτρεψε στον εαυτό της μια τέτοια πολυτέλεια. Όλα όσα της έφερναν τα μοίραζε σε όσους είχαν μεγαλύτερη ανάγκη. Οι άνθρωποι έλεγαν ότι η Αναστασία είχε το χάρισμα της διόρασης, της προφητείας και της θεραπείας Προλέγει τον θάνατο του Τσάρου Οι καλόγριες έλεγαν ότι λίγο πριν την επανάσταση των Μπολσεβίκων , την ημέρα της Γέννησης του Χριστού, στο τέλος της λειτουργίας, όταν ο επίσκοπος ευλογούσε τον κόσμο με τον σταυρό, η μάτουσκα Αναστασία μπήκε στον καθεδρικό ναό. Φορούσε ένα μανδύα και κρατούσε ένα ραβδί. Είχε κόκκινες κορδέλες πάνω της και κάτω από το αριστερό της μπράτσο κρατούσε μια γαλοπούλα. Οι ενορίτες λένε: «Βλάντικα, κοίταγτε ευλογημένη, τι σημαίνουν αυτές οι κόκκινες κορδέλες, και γιατί έφερε μια γαλοπούλα στον καθεδρικό ναό». «Αφήστε την», είπε ο επίσκοπος, «δεν κάνει τίποτα μάταια, δεν πρέπει να την ενοχλήσουμε». Η οσία τότε ανέβηκε νέβηκε στον βασιλικό θρόνο,(ο θρόνος που είχε καθήσει ο τσάρος Νικόλαος) έβαλε εκεί την γαλοπούλα, υποκλίθηκε από όλες τις πλευρές, πήρε πάλι την γαλοπούλα κάτω από το αριστερό της χέρι και βγήκε από τον καθεδρικό ναό. Ο ταραγμένος επίσκοπος είπε: «Φαίνεται ότι υπάρχει κίνδυνος για τον Κυρίαρχό μας και στον θρόνο του θα υπάρχει άλλος, ανεπιθύμητος για τη Ρωσία». Οι θαυμαστές της εμφανίσεις μετά την κοίμησή της(+1932) Πριν τελειώσει το επίγειο ταξίδι της, η Αναστασία πήγαινε από σπίτι σε σπίτι. Έμπαινε στην αυλή ή ανέβαινε στην εξώπορτα του σπιτιού και έλεγε: “Σύντομα θα γίνει πόλεμος!” Κοντοστέκονταν, και μετά πήγαινε σε άλλη πόρτα ή αυλή. Σχεδίαζε ένα σταυρό με ένα ραβδί, σκεφτική και λυπημένη. Όλοι γνώριζαν ότι στις πράξεις της υπάρχει πάντα ένας οιωνός για το μέλλον. Κι όταν ξεκίνησε ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, σε εκείνα τα σπίτια όπου, σύμφωνα με τις αναμνήσεις των παλαιοτέρων ανθρώπων, η Αναστασία έκανε τους σταυρούς, εκεί υπήρξαν νεκροί. Το 1942, οι Ναζί είχαν ήδη πλησιάσει το Vladikavkaz . Στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία υπήρχαν στρατιώτες που φρουρούσαν τα σύνορα της πόλης. Ένα βράδυ είδαν στο νεκροταφείο όπου ήταν θαμμένη η μακαρία Αναστασία, μια γριά με μοναχικό ένδυμα με ένα παλιό όπλο. Περπατούσε γύρω από το νεκροταφείο. Οι στρατιώτες προσπάθησαν να τη σταματήσουν: «Φύγε, γιαγιά, από εδώ θα σε πυροβολήσουν!», κι αυτή απάντησε: « Εδώ δεν θα πυροβολήσουν, γιατί η γιαγιά Αναστασία δεν θα επιτρέψει στους Γερμανούς να πατήσουν τους τάφους.» Μετά τον πόλεμο, διηγηθηκαν ότι οι τότε Ρώσοι στρατιώτες στέκονταν στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία, περιμένοντας επίθεση και, καθώς άκουσαν κίνηση στο νεκροταφείο, νόμισαν ότι ήταν Γερμανοί. Αλλά αποδείχθηκε ότι ήταν μια γερόντισσα μοναχή με ένα μεγάλο σταυρό στο στήθος της και ένα ραβδί στο χέρι όπου στηρίζονταν. Όταν θέλησε να μπει στο ναό, οι στρατιώτες δεν την άφησαν. Τότε ζήτησε να συναντήσει τον διοικητή. Ο διοικητής βγήκε έξω και άρχισε να την ρωτάει ποια είναι και από πού έρχεται. Κι εκείνη του είπε: «Είμαι η Αναστασία, φυλάω την πόλη μας». Ο διοικητής, δεν κατάλαβε καλά τι είπε και την ρώτησε: «Ποιο είναι το επίθετό σου;» Η ηλικιωμένη γυναίκα συνέχισε: «Μη φοβάστε, όλοι θα μείνετε ζωντανοί». Ο διοικητής ξαφνικά την έχασε, κοίταξε τριγύρω, η γερόντισσα είχε φύγει. Ρώτησε τους κατοίκους της πόλης, και του εξήγησαν ότι αυτή ήταν η προφήτισσα μακαριστή Αναστασία, και του έδειξαν τον τάφο της. Αρκετές δεκάδες άνθρωποι προσεύχονταν στον τάφο της μακαρίας Αναστασίας το 1944 και όλοι τους είδαν ολοζώντανη την Θεοτόκο με τον Χριστό μας μωρό στην αγκαλιά της πάνω από τον τάφο. Ανάμεσα σε αυτούς που είδαν αυτό το όραμα ήταν και η μητέρα του σημερινού Πατριάρχης Γεωργίας Ηλία Β’. Σε αυτό το θαυμαστό γεγονός, 17 άτομα ήταν μάρτυρες. Σύμφωνα με τις διηγήσεις μιας στρατιωτικού πιλότου, το μαχητικό της οποίας φλεγόταν κοντά στην πόλη, προσευχήθηκε: «Βοήθησέ με, μητέρα Αγία Αναστασία!» Το αεροπλάνο της κάηκε, αλλά αυτή επέζησε. Πριν λίγο καιρό, οι ηλικιωμένοι κάτοικοι που ζούσαν ακόμα έλεγαν ότι κατά τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο συνάντησαν την γερόντισσα Αναστασία, που είχε κοιμηθεί το 1932, στην πόλη αφού είχε περικυκλωθεί από τον γερμανικό στρατό. Ερχόταν από τον δρόμο του ναού του Προφήτη Ηλία. Την ρώτησαν: «Πού πας, μητέρα;» Η Αναστασία τους απάντησε: «Να προστατέψω την πόλη!». Και στην πρώτη γραμμή άμυνας της πόλης του Vladikavkaz εμφανίστηκε ολοζώντανη. Όπως γνωρίζετε, ο γερμανικός στρατός δεν μπόρεσε ποτέ να μπει στην πόλη, αλλά, αντίθετα, υποχώρησε με μεγάλες απώλειες. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, όλοι οι στρατιώτες και ο διοικητής που βρίσκονταν τότε στο ναό, σύμφωνα με την πρόβλεψη της γεροντισσας, έμειναν ζωντανοί και γύρισαν σπίτι τους. Κάθε χρόνο, για περισσότερα από τριάντα χρόνια, οι στρατιώτες και ο διοικητής τους έρχονταν από διάφορα μακρυνά μέρη στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία για να προσκυνήσουν την μακαρία Αναστασία. Και όλοι πίστευαν ότι η Αναστασία έσωσε την πόλη της, ως προστάτιδα του Vladikavkaz.» Στο βιβλίο της Όλγας Σερόβα, ενορίτισσα του ναού του Προφήτη Ηλία, η Μαρία διηγείται ότι ο φύλακας του ναού την φώναξε μία μέρα και της είπε: «Φεύγω από τη δουλειά. Φοβάμαι τη νύχτα. Κάθε βράδυ, όταν εφημερεύω, βλέπω πώς η Γερόντισσα Αναστασία μπαίνει στην εκκλησία, γονατίζει και προσεύχεται, και τα παράθυρα και οι πόρτες στην εκκλησία είναι κλειστά, και κανείς δεν μπορεί να μπει εκεί. Άλλοι ενορίτες του Προφήτη του Θεού Ηλία μαρτύρησαν αυτό το γεγονός περισσότερες από μία φορές. Τρία πράγματα άφησε η μακαριστή Αναστασία στους απογόνους της. Το πλεκτό καπέλο που φορούσε. Το ραβδί στο οποίο ακουμπούσε και το κλειδί του κελιού της. Το καπέλο το κράτησε η οικογένεια Kanishchev, η οποία ήταν πολύ οικεία στην γερόντισσα και βρίσκεται στο Vladikavkaz. Το ραβδί και το κλειδί τα κατέχει ο Πατριάρχης Γεωργίας Ηλία ο Β’ που γεννήθηκε και σπούδασε στην πόλη του Vladikavkaz. Ο Παναγιώτατος Ηλίας ο Β’ όταν έχει να λάβει δύσκολες αποφάσεις σε συνόδους του πατριαρχείου παίρνει πάντα μαζί του το ραβδί της αγίας Αναστασίας του Vladikavkaz . Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΤΙΜΑΤΑΙ ΣΤΙΣ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ

Άνευ ταύτης δεν δύναται να έχει χάριν και ευλογίαν(Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης)

Ένα κρίσιμο σημείο που τόνιζε ο γέροντας στη πνευματική ζωή ήταν η εν τω κρυπτώ προσευχή και πνευματική εργασία. Απεχθανόταν τις εξωτερικές εκδηλώσεις ψευτοευλάβειας και τα ψευδή εξωτερικά σχήματα σεμνοπρέπειας. Αγαπούσε την ταπείνωση και την νοερά προσευχή που μόνα τους στολίζουν τον έξω άνθρωπο με την γνήσια συστολή και σεμνότητα. Πιο κάτω παραθέτουμε ένα πολύ ωραίο γράμμα του γέροντα ως πνευματικού προς το τέκνο του Ι.Κ, που το 1955 είχε καταταγεί στην αστυνομία. Πριν φύγει είχε επισκεφθεί τον γέροντα και πήρε την ευχή του . Λίγο αργότερα ο Ι. του έστειλε ένα γράμμα, στο οποίο ο γέροντας του απάντησε με πολύ ωραίες συμβουλές και παραινέσεις : Ταξιάρχαι 22.3.1955 Αγαπητό μου πνευματικό τέκνον μου χαίρε την χαρά του Κυρίου!* Μεθαύριο Θεού θέλοντος, θα αναχωρήσω διά το Λειβαδερό, οπότε θα κατέβω την Μεγάλην Εβδομάδα. Τα λόγια που σου είχα γράψει δεν ήτο δικά μου αλλά του Χριστού, ο Οποίος μας καλεί να είμεθα πάντοτε κοντά Του. Για να είμεθα κοντά Του όμως, χρειάζεται ο χριστιανός να έχει ταπείνωσιν, μετάνοιαν και εξομολόγησιν. Άνευ ταύτης δεν δύναται να έχει χάριν και ευλογίαν. Δι αυτό σε συνιστώ, το μόνο πρώτον σου βήμα που έχεις να κάνεις, είναι να τρέξης να βρεις τον κατάλληλο γιατρό που θεραπεύει τας ψυχάς. Εννόησες; Τον πνευματικό γιατρό, τον εξομολόγο. Θα κάμεις μιαν γενική εξομολόγησιν, τα όσα έχεις πράξει μέχρι σήμερα, δια να αναπαυθή η ψυχή σου και ανάλογα τον κανόνα που θα λάβης, έπειτα θα ετοιμασθείς με φόβο Θεού, πίστη και ευλάβεια να κοινωνωνήσης των Αχράντων Μυστηρίων. Έτσι θα κατοική μέσα στη φάτνη της ψυχής σου ο Χριστός. Θα ελαφρώσης, διότι θα τινάξης το βάρος των πεπραγμένων δεινών και θα ανακουφισθής, όπως όταν το σώμα σου είναι ακάθαρτο και πηγαίνεις στο λουτρό και καθαρίζεσαι και αλλάζης πλυμμένα και καθαρά ρούχα, έτσι και η εξομολόγησις. Μην εντραπής να παρουσιασθής στον πνευματικόν και κρύψης έστω και το παραμικρόν. Μην βιάζεσαι, μόνο κάθε μέρα να κρατής ένα σημειωματάριο και όσα θυμάσαι ένα ένα γράφε τα. Και όταν πλέον θα έχεις συμπληρωμένα του παρελθόντος σπεύσον στον ιατρό για να μη προχωρήση η πληγή και θα χρειασθεί μεγάλη εγχείρησιν. Μην φοβήσαι, έχε θάρρος. Προπαντός να αποφεύγης την αμαρτίαν. Έχε εγκράτειαν, πρόσεχε τας συναναστροφάς, φυλάξου. Να προσεύχεσαι, να είσαι ενάρετος και να δώσεις το καλόν παράδειγμα. Με την ευλογία του Χριστού και την προστασίαν της Θεοτόκου και τας ευχάς μου. Χαίρε εν Κυρίω. *Γεώργιος Καρσλίδης ιερομόναχος Ο Όσιος Γεώργιος της Δράμας (Ο Άγιος των πτωχών και των πονεμένων)

Ο μεγάλος σύγχρονος Άγιος γέροντας παπα-Φώτης Λαυριώτης ο δια Χριστόν Σαλός από τα Πάμφιλα της Μυτιλήνης († 5 Μαρτίου 2010)

Στην ανατολική πλευρά της Λέσβου, γειτνιάζουν δύο χωριά, τα Πάμφιλα και οι Πύργοι Θερμής. Ένας επαρχιακός δρόμος απόστασης μικρότερης των 2 χιλιομέτρων ανάμεσα στους ελαιώνες, συνδέει τους δύο αυτούς τόπους. Εγγύτερα προς τα Πάμφιλα, ακολουθώντας έναν εγκάθετο δρόμο που οδηγεί στον παραθαλάσσιο οικισμό «Νησέλια», αντικρίζουμε μέσα στα λιοχώραφα, το μικρό μοναστήρι του Αγίου Νεομάρτυρος Λουκά στο οποίο ζούσε ασκητικά ο παπα-Φώτης ο Λαυριώτης, γνωστός και ως παπα-Σαρδέλλης. Γεννηθείς στα Πάμφιλα στις 5 Ιανουαρίου του 1913 από τη Μαρία και τον Δημήτριο Σαρδέλλη που δούλευε καμίνι φτιάχνοντας κεραμίδια και τούβλα. Ο νεαρός τότε Φώτιος αφού δούλεψε σε επιπλοποιείο της Μυτιλήνης, τον Απρίλιο του 1931 παρακινούμενος από την πίστη του στον Θεό και συνεπαρμένος από μελέτες χριστιανικών βιβλίων και ακούσματα κηρυγμάτων, εγκαταλείπει την ματαιότητα του κόσμου και αναχωρεί μαζί με τον φίλο και συγχωριανό του, μετέπειτα πατήρ Παχώμιο, για να μονάσουν στο Άγιον Όρος. Επέλεξε τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου έγινε καλόγερος και έμεινε στο μοναστήρι περίπου 20 χρόνια, κάνοντας υπακοή στον πνευματικό του πατέρα Παύλο. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε το 1936. Με ιδιαίτερο ζήλο μελετούσε τους βίους των Αγίων και ιδιαιτέρως τον συνεπαίρνανε οι αθλήσεις των Μαρτύρων, όπου ανάμεσά τους ανακαλύπτει πολλούς Λέσβιους Αγίους. Τέλη του 1950 επιστρέφει στη Μυτιλήνη ασχολούμενος συστηματικά με την ανάδειξη των εντοπίων Αγίων οι οποίοι εξ' αιτίας του γίνονται ευρέως γνωστοί στον κόσμο, κάνοντας πρόταση στον Μητροπολίτη Ιάκωβο Β΄ ώστε να εορτάζονται από κοινού Πάντες οι εν Λέσβω Άγιοι, σε εορτή που τελικά καθιερώθηκε την Α΄ μετά των Αγίων Πάντων Κυριακή. Στην ενορία Αγίου Αντωνίου του χωριού Τρύγονα, κοντά στο Πλωμάρι, όπου τοποθετήθηκε εργάσθηκε με ένθεο ζήλο για την πνευματική κατάρτιση του ποιμνίου του, αλλά και για την διαφύλαξη των ιερών και οσίων του Γένους μας. Δείγμα της μεγάλης αγάπης του προς τους Αγίους του Θεού, αποτελεί το γεγονός ότι στον ενοριακό Ναό του χωριού, τοποθετήθηκαν και αγιογραφήθηκαν 170 εικόνες, οικοδομώντας και μια καταπληκτική Εκκλησία αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, με χρήματα κυρίως από εράνους. Επίσης, ενδιαφέρθηκε να γίνει στη Μονή Δαμανδρίου γηροκομείο και να επισκευασθεί η Μονή Πιθαρίου. Το 1972 υπηρετεί ως εφημέριος στην Ι.Μ. Αγ. Αικατερίνης Σινά της Αιγύπτου, καθώς επίσης και ως εφημέριος, ψάλτης και φύλακας του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα. Το 1976 επέστρεψε στον Τρύγονα και το 1994 συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του Αρχιμανδρίτη. Έκτοτε, αφοσιώθηκε στην αποπεράτωση της κατασκευής του Ιερού Ναού Αγίου Λουκά στα Πάμφιλα, που από το 1960 είχε ξεκινήσει με χρήματα από δωρεές πιστών, διότι από τον τόπο εκείνον είχε περάσει ο Νεομάρτυρας Λουκάς πριν απαγχονιστεί από τους Τούρκους στη Μυτιλήνη. Την μελέτη και τα σχέδια του ναού τα εμπνεύσθηκε μόνος του, επιλέγοντας ένα πανέμορφο Ιεροσολυμίτικο ρυθμό. Ο ασκητής της ερημιάς των πόλεων και των χωριών, διήνυε συχνότατα μεγάλες αποστάσεις άδειπνος, προσευχόμενος ανάμεσα στους ανθρώπους της αφιλίας και στη φύση, ταγμένος στον Χριστό. Αψηφώντας τις καιρικές συνθήκες και την ώρα, ο κοντούλης παπα-Φώτης με την καθαρή ματιά, βαδίζοντας σκυφτός, ρακένδυτος, φορώντας ένα παλιό τριμμένο ράσο, πολυκαιρίτικα φθαρμένα παπούτσια, σχεδόν ξυπόλητος ακόμα και το καταχείμωνο, με έναν ντρουβά στον ώμο, οδοιπορούσε επιθυμώντας να οδηγήσει τους ανθρώπους, εικόνες Θεού, στη σωτηρία, ανεβαίνοντας και εκείνος τον Γολγοθά του. Αναζητώντας πάντοτε κάποιο προσκύνημα, τελώντας την Λειτουργία σε κάποιον αγαπημένο του Ναό που ευλαβείτο. Συνήθιζε να βιώνει την Θεία Ευχαριστία και μερικές αιτήσεις ή εκφωνήσεις να τις λέγει σε σερβική, ή ρωσική διάλεκτο, δεικνύοντας μ' αυτό τον τρόπο την οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας. Το Άγιο Θυσιαστήριο ήταν η Ζωή του! Έβγαινε από την Εκκλησία γεμάτος χαρά. Μετά τη Θεία Λειτουργία λαμποκοπούσε. Ειδικά όταν έκανε το πανηγύρι στον αγαπημένο του Άγιο Λουκά στις 23 Μαρτίου. Μερικές φορές, μόλις κατέλυε και έκανε την απόλυση, βλέποντας ότι απουσίαζαν από το εκκλησίασμα οι άνδρες, κατευθυνόταν στους καφενέδες και χωρίς να φοβάται κανέναν τους «κατσάδιαζε» υπενθυμίζοντάς την ματαιότητα της ζωής που είχαν επιλέξει, ζώντας μακριά από το μεγαλείο του Θεού. Όλοι τον σέβονταν και τον άκουγαν με σκυμμένα κεφάλια. Συχνά τον συναντούσε κανείς καθισμένο στα σκαλοπάτια έξω από κάποια αυλόπορτα να ξαποστάζει, διαβάζοντας ένα πνευματικό βιβλίο, γράφοντας με τα χαρακτηριστικά ολοστρόγγυλα μεγάλα γράμματά του, σημειώσεις και νουθεσίες που ύστερα τις μοίραζε σε όποιον συνάνθρωπό του τον φώτιζε ο Θεός, δεχόμενος λίγο ψωμί, λίγο νερό από κάποια ευσεβή γειτόνισσα, δίνοντας με την καρδιά του την ευχή του Κυρίου. Περπατούσε ώρες πολλές χαμογελώντας, επιτιμώντας τους ανθρώπους για τα παράλογα που έβλεπε μέσα στο κόσμο της αμαρτίας, διδάσκοντας τον καθένα με ωφέλιμα απλοϊκά λόγια. Δίδασκε το Ευαγγέλιο με την ίδια τη ζωή του. Μαζεύοντας τουβλάκια, μικρά μάρμαρα και ότι άλλο θα χρησίμευε για την κατασκευή του αγαπημένου του ονείρου, του ναού του Αγίου Λουκά. Παροτρύνοντας τους ανθρώπους να εκκλησιάζονται, να ωθούν τα παιδιά τους προς την Εκκλησία, τις γυναίκες να ντύνονται σεμνά ειδικά όταν εισέρχονται στον οίκο του Θεού, την Εκκλησία και να μην παραμορφώνονται «σαν φαντάσματα» από τις προκλητικές συνήθειες της μόδας. Τους ευτραφείς, τους παρομοίαζε χαριτολογώντας με κάποια συμπαθή ζώα, παρακινώντας τους να εγκρατεύονται στην τροφή. Περνούσε από στέκια νέων και με νεύματα όλο νόημα προσπαθούσε να τους δείξει ότι η σωτηρία της ψυχής είναι ο ανώτερος σκοπός του ανθρώπου και όχι οι πλάνες και οι ματαιότητες στις οποίες ξεπέφτουν οι άνθρωποι. Όταν ο δρόμος του διερχόταν μπροστά από εστιατόρια και έβλεπε ανθρώπους να καταλύουν σε νηστίσιμες περιόδους, τους υπενθύμιζε ότι είναι αμαρτία να μην τηρούν την ευλογημένη νηστεία. Καταπολεμούσε την πνευματική αδιαφορία. Τα λόγια του πολλές φορές ήταν σκληρά σα «μαχαιριές», όμως κανείς δεν διαμαρτυρόταν. Όλοι σεβόντουσαν απόλυτα τις συμβουλές του. Ιδίως επιτιμούσε την γύμνια και τους Ιερείς που εκτελούσαν αμελώς τα ιερατικά τους καθήκοντα και δεν ενδιαφερόταν για το ποίμνιό τους. Έλεγε συχνά με πολλή ταπείνωση ότι για τα διαζύγια των ζευγαριών φταίνε οι Ιερείς γιατί δεν διαβάζουν όλες τις ευχές όταν τελούν το μυστήριο του γάμου. Τον απογοήτευε η αίρεση και το σχίσμα από την Αλήθεια της Ορθοδοξίας. Δεν δεχόταν ότι είναι δυνατόν να μας έχει δωρίσει ο Θεός την αιωνιότητα, την Βασιλεία Του, και εμείς οι άνθρωποι με υπέρμετρο φανατισμό να διαιρούμαστε για 13 ημέρες, ή επειδή οι δαίμονες πλανούν κάποιους κακοπροαίρετους! Όποιος είχε την ευλογία να τον συνοδέψει έστω και για λίγο σε κάποια περιπλάνησή του και κατάφερνε να μείνει σιωπηλός, «κρυφάκουγε» την γεμάτη αγάπη προσευχή του που έβγαινε μέσα απ' την καρδιά του. Η αγαπημένη του φράση που τον «πρόδινε» ήταν το «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε», δείγμα του πόσο υπεραγαπούσε την Παναγία μας. Το να τον συντροφεύει κανείς ήταν μια ευχάριστη πνευματική εμπειρία. Δεν δίσταζε ακόμα και να τραγουδήσει παλιά παραδοσιακά όμορφα και σπάνια τραγούδια. Για να ευχαριστήσει τους επισκέπτες του, έβγαζε ένα μάτσο από διάφορα χριστιανικά έντυπα, χάρτινες εικόνες, ή ακόμα και φωτογραφίες του, όταν ήταν νεότερος και τις έδινε για ευλογία. Ως άλλος Άγιος Πατροκοσμάς, επισκεπτόταν την πόλη και όλα τα χωριά του νησιού, αλλά και πολλά μέρη της Ελλάδας που τον ήξεραν και τον υπεραγαπούσαν. Κήρυττε βροντοφωνάζοντας και καυτηριάζοντας όσα έβλεπε ότι εμπόδιζαν τους ανθρώπους στο να επιτύχουν τη σωτηρία τους. Παντού είχε γνωστούς ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τον φιλοξενούσαν. Στα λεωφορεία ή στα πλοία που χρησιμοποιούσε όταν μετακινιόταν, κανείς δεν του έπαιρνε χρήματα. Και μόνο η απλοϊκή, ασκητική του παρουσία έπειθε τον κόσμο ότι ήταν Άνθρωπος του Θεού. Πολλές φορές η ιδιορρυθμία του χαρακτήρα του σε διάφορα θέματα, εξηγιόταν ως δείγμα σαλότητας. Αρκετοί τον θεωρούσαν ότι ήταν Σαλός δια τον Χριστό! Η σκληρότητά του, «μπερδεμένη» με μια υπέρμετρη καλοσύνη οδηγούσε σ’ αυτό το συμπέρασμα. Ως τα βαθιά γεράματά του, παρά την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, δεν ξεχνούσε την νηστεία. Νήστευε αυστηρά ακόμα και το λάδι, θέλοντας να ζει ασκητικά, καθηλωμένος και ανήμπορος στο μικρό κρεβατάκι του. Υποβασταζόμενος πλησίαζε πάντα τελευταίος το Άγιο Ποτήριο και κοινωνούσε τον Χριστό. Τα καλοκαίρια ερχόταν στη γενέτειρά του, στα Πάμφιλα όπου τον φρόντιζαν οι γυναίκες σε μια καμαρούλα, όπως και τον χειμώνα στην Αθήνα όπου τον διακονούσε με υπέρμετρη αγάπη η κυρία Σοφία. Ο νούς του ήταν πως θα μεταβεί στον αγαπημένο του τόπο, στον Άγιο Λουκά, να δεί σε τι κατάσταση βρισκόταν η Εκκλησία, πόσο προχώρησε η Αγιογράφηση. Εκεί, ξεδίπλωνε μια μεγάλη κόλα αναφοράς γεμάτη με ονόματα νηπίων και παίδων Μαρτύρων που Αγίασαν, δίνοντας εντολές να αγιογραφηθούν πάραυτα! Υπεραγαπώντας την Ορθοδοξία και την πατρίδα του την Ελλάδα, ο παπά Φώτης εκοιμήθη εν Κυρίω στις 5 Μαρτίου 2010, ημέρα Παρασκευή Γ΄ Εβδομάδας των νηστειών

Κυριακή ορθοδοξίας-Το Θείο Εικόνισμα

Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο ολόκληρο και ήρθε η στιγμή να βάλει σ’ αυτόν και το θείο του αποτύπωμα, τη θεϊκή του σφραγίδα. Ο κόσμος όλος δεν θα είχε νόημα χωρίς το επιστέγασμα, την κορωνίδα του. Του χρειαζόταν ο μικρός του θεός. Ήταν το σπίτι, αλλά έλειπε ακόμη ο ένοικος. Ο άνθρωπος. Διαφορετικός από τα άλλα δημιουργήματα, προορισμένος να γίνει θεός. «Θεού κτίσμα τυγχάνων και θεός είναι κεκελευσμένος» (αγ. Βασίλειος). Για να πλαστεί ο άνθρωπος, έγινε σύσκεψη. Ο τριαδικός Θεός συνεδρίασε. Τα τρία θεϊκά πρόσωπα συναποφάσισαν ομοφώνως και έπραξαν. Με μία θέληση, μία γνώμη, μία ενέργεια: «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν». Γιορτάζοντας την αναστήλωση των εικόνων την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ας θυμούμαστε ότι την πρώτη εικόνα του Θεού επί της γης την έχουμε από τα χέρια του Θεού. Το πρώτο θείο εικόνισμα είναι ο άνθρωπος. Αυτή την ένσαρκη εικόνα του Θεού έρχεται και προσλαμβάνει εν συνεχεία ο Χριστός. Και δεν ντρέπεται να διακηρύττει ότι ο ίδιος βρίσκεται όχι μόνο στα ένθεα πρόσωπα των αγίων, για τους οποίους ισχύει ο παύλειος λόγος «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», αλλά και στα ντροπιασμένα πρόσωπα των ελαχίστων, όπως ακούσαμε στο ευαγγέλιο της τελικής κρίσης. Ο άνθρωπος, «εικών και δόξα Θεού υπάρχων», δεν χάνει το πολύτιμο αυτό προνόμιο, ακόμα και κατεστραμμένος από την αμαρτία. Πόσο θα ’πρεπε να μην το λησμονούμε ποτέ αυτό! Ο τσάρος της Ρωσίας Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός πήγε κάποτε, την πρώτη εβδομάδα της Σαρακοστής, στην πόλη Πσκωφ. Οι κάτοικοι, για να τον υποδεχτούν, έβαλαν στις πόρτες τους ψωμί και αλάτι, μα οι ίδιοι κρύφτηκαν τρομαγμένοι στα σπίτια τους. Ο κυβερνήτης της πόλης πρόσφερε στον τσάρο ψωμί και αλάτι σ’ ένα δίσκο, μα εκείνος τα έσπρωξε και τα έριξε στη γη. Τότε εμφανίστηκε μπροστά του ο διά Χριστόν σαλός όσιος Νικόλαος, με ποδήρη χιτώνα, δεμένο στη μέση με σχοινί. Χοροπηδούσε γύρω του μ’ ένα μπαστούνι σαν παιδί, φωνάζοντας: «Ιβάνουσκα, Ιβάνουσκα, φάε ψωμί κι αλάτι και όχι ανθρώπινο αίμα». Οι στρατιώτες έτρεξαν να τον πιάσουν, μα εκείνος ξεγλίστρησε και κρύφτηκε. Ο τσάρος ζήτησε να μάθει γι’ αυτόν και θέλησε να τον επισκεφτεί στo φτωχικό του. Ο Νικόλαος, μόλις το έμαθε, προμηθεύτηκε ένα κομμάτι ωμό κρέας και όταν έφτασε ο τσάρος, του έβαλε μετάνοια και του πρόσφερε το κρέας λέγοντας: «Φάε, Ιβάνουσκα, φάε!» Ο τσάρος οργίστηκε. «Είμαι Χριστιανός και δεν τρώω κρέας τη Σαρακοστή, γιατί νηστεύω!» του είπε. Μα ο άνθρωπος του Θεού τον αποστόμωσε: «Κάνεις πολύ χειρότερα. Τρέφεσαι με σάρκα και αίμα ανθρώπων! Ξεχνάς όχι μόνον τη Σαρακοστή, αλλά και τον ίδιο τον Θεό!» Το μάθημα αυτό μπήκε βαθιά στην καρδιά του τσάρου Ιβάν. Έφυγε αμέσως ντροπιασμένος από το Πσκωφ, αν και είχε έρθει με σκοπό να κατασφάξει ανθρώπους (αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς). Μήπως νηστεύουμε από κρέας κι εμείς, αλλά δαγκώνουμε με λόγια και έργα τη σάρκα του πλησίον μας; Μήπως προσκυνούμε και φιλούμε τις άγιες εικόνες, αλλά ποδοπατούμε το πρώτο και πολυτιμότερο θεϊκό εικόνισμα, τον άνθρωπο;

Πότε να περιμένεις μεγάλες συμφορές ;

Όταν ακούς ένα λαό να βρίζει την πίστη του, τον Θεό του, την Παναγία, τον Τίμιο Σταυρό να περιμένεις μεγάλες συμφορές. Αυτό παρατηρούμε στον Ισραηλιτικό λαό. Όσες φορές πίστεψαν και λάτρεψαν τον αληθινό Θεό, ήσαν μεγάλοι και ισχυροί, νικούσαν τους εχθρούς τους και ευτυχούσαν. Όσες φορές όμως απιστούσαν και λάτρευαν τα είδωλα, και απομακρύνονταν από τον αληθινό Θεό, καταντούσαν ανίσχυροι και υπόδουλοι στους εχθρούς τους, δυστυχείς και πανάθλιοι. Παρατηρούμε αυτό και στο δικό μας έθνος, το ελληνικό. Αυξήθηκε ποτέ και ευτύχησε το έθνος μας, και επετέλεσε θαυμάσια μεγαλουργήματα, αυτά οφείλονταν στην πίστη, διότι και οι βασιλείς και οι άρχοντες, και οι κληρικοί και λαϊκοί είχαν πίστη. Όταν όμως απιστούσαν και είχαν απομακρυνθεί από τον αληθινό Θεό, τότε παραδόθηκαν σε χέρια των αθέων Αγαρηνών και άλλων βαρβάρων, κατεσφάγησαν, εξωλοθρεύθηκαν, εξουδενώθηκαν και υπέστησαν μύριες συμφορές και κινδύνους. Το 1821 οι προπάτορές μας διά της πίστεως επετέλεσαν μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα, επίσης και στις δικές μας ημέρες στις αρχές του Βαλκανικού πολέμου, όπου πάντες είχαν πίστη και ήσαν αγαπημένοι και επικρατούσε ομόνοια και ειρήνη. Όταν όμως εισχώρησε η απιστία και η διχόνοια, και εις τον στρατό και εις τον λαό, και εις αυτόν ακόμη τον κλήρο, τότε επάθαμε την δεινή και χαλεπή συμφορά, την καταστροφή της Μικράς Ασίας, και την προσβολή και εξουθένωση και καταντήσαμε μισητοί και στον Θεό και στα έθνη. Τι δε πρόκειται να μας ακολουθήσει είναι άδηλο; Εγώ, όμως, φοβούμαι ότι μεγαλύτερη συμφορά μας εκδέχεται, εάν δεν μετανοήσουμε. Αυτό το συμπεραίνω από τα διάφορα ιστορικά γεγονότα. Και έχω δίκιο να φοβούμαι και εγώ και κάθε ένας που φρονεί καλά, διότι όταν ακούς ένα λαό να βρίζει την πίστη του, τον Θεό του, την Παναγία, τον Τίμιο Σταυρό, όταν βλέπεις ένα λαό να περιφρονεί τον Νόμο, τις εντολές και διατάξεις του Θεού·.... Όταν βλέπεις λαό να μην έχει αγάπη και ομόνοια, όταν βλέπεις λαό στον οποίο βασιλεύει η αμαρτία, η πλεονεξία, η φιλαργυρία, η υπερηφάνεια, το ψεύδος, ο δόλος, η πορνεία, η μοιχεία, η αναισχυντία, η απάτη, η συκοφαντία, η ακρασία, η ακολασία, η διαφθορά, η μαγεία, μην περιμένεις καλά αποτελέσματα, αλλά συμφορές και δυστυχίες. Εάν μέχρι σήμερα ο Θεός δεν μας καταστρέφει, δεν μας εξολοθρεύει, δεν μας αποδίδει κατά τις αμαρτίες μας αυτό το κάνει διότι είναι εύσπλαχνος, μακρόθυμος, πολυέλεος και αναμένει την μετάνοια και επιστροφή μας. Αυτό το κάνει διότι βρίσκονται σπάνιοι στις ερημιές προσευχόμενοι υπέρ της σωτηρίας του κόσμου. Βρίσκονται δε και στις πόλεις και άνδρες και γυναίκες φοβούμενοι τον Θεό και τηρούντες τις εντολές Του, και χάρη των ολίγων αυτών σώζει ο Θεός και τους λοιπούς. Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δος μας πίστη στερεά, ώστε, στερεωθέντες με την πίστη, βεβαιωθέντες με την ελπίδα και κραταιωθέντες με την αγάπη, να διαπλεύσουμε απρόσκοπτα και ακίνδυνα το πέλαγος της ζωής αυτής και ελιμενιστούμε στο ακύμαντο λιμάνι του παραδείσου, και απολαύσουμε από τα αγαθά εκείνα, τα οποία μάτι δεν είδε, αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβησαν. Αμήν.