Ο τεσσαρακοστός...!

Ο τεσσαρακοστός...σ'αυτήν την ιστορία φέρει υπογραμμισμένο δίδαγμα ο, εις διπλούν, τεσσαρακοστός... Ο πρώτος τεσσαρακοστός, ανήκει κι αυτός στο επίλεκτο τάγμα τού στρατού τού Λικινίου, που μαζί με τους υπολοίπους τριάκονταεννέα μιά κρύα νύκτα τούς πετάνε στα παγωμένα νερά τής λίμνης τής Σεβαστείας, επειδή ως αρνητές τού ψεύδους αρνούνται να θυσιάσουν στους εκπεσόντες αγγέλους, που κρυμμένοι μέσα στα αγάλματα των "θεών", τούς παριστάνουν. (Παλιός νταλκάς τού εκπεσόντος, να μπει ανάμεσα στον αληθινό Θεό κ το πλάσμα του, παριστάνοντας αυτός τον θεό καί δήθεν κοσμοκράτορα.) Ο τεσσαρακοστός λοιπόν δειλιάζει. Δεν τον κρίνουμε, μόνος του κρίθηκε. Βγαίνει. Επιλέγει τον πραγματικά δύσκολο, τον βασανιστικό τής συνειδήσεως δρόμο. (Οι τριάκονταεννέα βασανιζόμενοι, έχουν επιλέξει τον στην πραγματικότητα ελαφρύ.) Την θέση του παίρνει, ως τεσσαρακοστός, ένας βασανιστής. Βλέποντας την θαυμαστή υπέρβαση που πραγματοποιούν οι τριάκονταεννέα, η συνείδηση του διευρύνεται, το πνεύμα του,-αλλά από καλό!- ψηλώνει, παραλογίζεται, αλλά μόνον τέτοιου είδους παράλογοι, εισέρχονται στον Οίκο τού Οίνου,και την Αιώνια Βασιλεία,οι άλλοι ακολουθούν την "λογική" καί τα πρωτόκολλα τής τυραννίας. (Να θυμηθούμε εδώ τον λεβέντη τον Θουκυδίδη, που στο Δ' βιβλίο του (Δ'10) γράφει : Η στοιχειώδης λογική, απαιτεί "απερισκεψία" ευέλπιδος) ( ! ) Το όνομα τού ριψάσπιδος τεσσαρακοστού,δεν το σώζει η ιστορία. Τον βλέπουμε στην εικόνα να σπεύδει να κρύψει το πρόσωπο του στο σκότος, ζωντανός νεκρός σε ασφαλή τάφο,την ίδια στιγμή που γιά τους τεσσαράκοντα κατεβαίνουν από τον Ουρανό στεφάνια αιωνιότητας, ομορφιάς και δόξας, ενώ ο πρώην βασανιστής απεκδύεται την πορφύρα, για να ενδυθεί την όντως πορφύρα. Το όνομα του, Αγλάϊος. ......... ... καί ξαφνικά καταφθάνουν στρατειές αγαπολόγων, ασυνείδητα και αποβλακωμένα, ερήμην τους μέλη, τής τρομερής αίρεσης τής αγαπολογίας που διαλύει την δομή, την διάκριση, και την αξιοκρατία των πάντων...ανακατεύοντας τα σε μιά τεράστια κίτς σούπα, που δεν τρώγεται... με τίποτα... Στην λίμνη τής Σεβαστείας θα διοργανωθεί διήμερο φεστιβάλ "αγουάπη μουόνο". Εκεί που αποτυγχάνουν οι υπηρέτες τού σκότους με το κακό, βάζουν μπρος το "καλό"...την ευαισθητολογία...την συγκινισιολαγνεία... Μιά απέραντη κλαούνα απλώνεται στη λίμνη. Είναι οι βασανιστές που κλαίνε, σπαρακτικά, λέγοντας στους τεσσαράκοντα... ... γιατί μάς συγχίζετε, εσείς οι Χριστιανοί δεν λέτε αγάπη ; ... γιατί μας ταράζετε, εσείς δεν λέτε ειρήνη ; ...γιατί ξεχωρίζετε τους εαυτούς σας από μας εσείς δεν λέτε αδελφωσύνη ; ... ελάτε να θυσιάσετε στον πύθωνα και να πάμε αγαπημένοι, ειρηνικοί, αδελφωμένοι να πιούμε και να φάμε... Και τότε πραγματικά, οι τεσσαράκοντα, κατάκαράσυγκινημένοι άρχισαν να βγαίνουν από το υγρό πεδίο δοκιμασίας τού θεϊκού υλικού τους, προσέροντας το σε κάθε υποταγή -όχι πάντως ελευθερωτική, στον Θεό- διότι εν τω μεταξύ είχαν φθάσει παπαγαλάτορες υποκριτές που αλάλαζαν "...ταπείνωση... ταπείνωση... ενότητα... ενότητα... αφήστε τον καίσαρα να βάλει το δηλητήριο του μέσα σας..." ... Αυτά βέβαια είναι επιστημονική φαντασία για το τι πραγματικά συνέβη τότε στην λίμνη τής Σεβαστείας, αλλά όχι επιστημονική φαντασία για το τι συμβαίνει σήμερα... Γιατί τι νομίζετε... θα έρθει σήμερα ο καίσαρας και θα σε πετάξει σε καμμιά ύπαιθρο με λίμνη...; Πολύ πιό ύπουλα θα έλθει... ήλθε...αφού με ψεύδη σε τρομοκράτησε... να σε "σώσει"... καί δολοφονήσει...Μετά βέβαια θα σε πετάξει και σε ύπαιθρο. Μόνο που δε θά'χει λίμνη, αλλά σιδηροτροχειές τραίνου... Κανείς πλέον δεν μπορεί να νίπτει τας χείρας του... Πρέπει να πάρει θέση... Δεν είναι κακό να πει, σαν πρώτος τεσσαρακοστός... έκανα λάθος...την πάτησα... Η παραδοχή του θα εκλειφθή ως μετάνοια... Οι Άγιοι Σαράντα εορτάζονται σήμερα... καί γιά πάντα... Το κείμενο το έγραψα, για να το δούν, και να το ευλογήσουν οι ίδιοι.

Θλίψη, πένθος και θρήνος....

1.Τους κεκοιμημένους τους κλαίμε για την απουσία τους ή επειδή πέρασαν οδύνες πριν καταλήξουν ή λόγω συναισθηματικής φόρτισης της στιγμής ή επειδή ξεχειλίζει η αγάπη μας αυτή την φρικτή ωρα γι' αυτούς . Αυτό είναι αδιάβλητο πάθος και ανθρώπινο και δεν το περιφρονεί ο Θεός!Αλλά στελνει και αναψυχή. 2.Οι πιο φιλοσοφημένοι μπορεί να κλαίνε και την φθορά του ανθρώπου , ο οποίος συνεζεύχθη τω θανάτω ενώ ήταν προωρισμένος για την αθανασία. Αυτός είναι ο θρήνος του Χριστού ενώπιον του Λαζάρου. 3. Άλλοι πιο πνευματικοί κλαίνε γιατί ο νεκρός έφυγε αμετανόητος ή απροετοίμαστος και ανησυχούν για την κατάληξη του. Αυτό είναι βαθιά αγάπη αλλά και πάλι δεν ελέγχεται ως κατασταση γιατί μόνο ο Θεός γνωρίζει σε τί κατάσταση βρήκε ο θάνατος τον εκλιπόντα. 4 . Ο περίφημος θρήνος της Παναγίας , ο οποίος τόσο γοητευει την φιλολογία και την παράδοση, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι οφείλεται στο μητρικό φίλτρο της. Αυτό σε ανθρώπινα πλαίσια δίνει μια παρακλητική ταύτιση σε όποιον θέλει να εκφραστεί με κλάματα και μοιρολόγια και έχει μια καποια αληθινή βάση.. Στην πραγματικότητα όμως είναι ένας θρήνος ο οποίος συμπυκνώνει την οδύνη και την φρίκη όλης της Κτίσης για τον πάσχοντα Θεό. Κορυφαία σε αυτό το θρηνο είναι η όντως κορυφαία των πλασμάτων, η Θεοτόκος στην οποία ανακεφαλαιούται πάσα κτίσις. 5. Το να θρηνείς για τα νιάτα που χάθηκαν, την ομορφιά, τον πλούτο, τα ματαιωμένα όνειρα, την περιουσια ή ακόμα χειροτερα επειδή πίστευες ότι ο άνθρωπος σου ανήκει σε μια ιδιαίτερη ομοταξία ευλογημένων πλασμάτων που δεν την αγγίζει χάρος, είναι κοσμικό φρόνημα, υπερηφάνεια και κρυφός εγωϊσμός. Το δέχεσαι σαν προσωπική ήττα και ταπείνωση, αδικία του Θεού, με τον οποιο έχεις συνάψει συμβόλαιο να μη σε βρει κακό.Αυτό το αφήνω ασχολίαστο απο περαιτέρω χαρακτηρισμούς. 6. Το να αποδέχεσαι τον θάνατο με ωριμότητα, καρτερία και σιωπηλή αναστάσιμη ελπίδα δείχνει πνευματική πρόοδο και καλλιεργημένη πίστη . Καμιά φορά μπορεί να είναι και εσωτερική πληροφορια για την κατάληξη του κεκοιμημένου η ακράδαντη πίστη γι' αυτό, πράγμα το οποίο για μένα προσωπικά κάνει το ιδιο!Και αυτό επίσης δεν σημαίνει αυτόματα ότι δεν έχεις περάσει ηδη και από την οδύνη, το κλάμα, το γιατί , την πάλη με τον Θεό!Το τονίζω αυτό γιατί κάποιοι κρίνουν από το φαίνεσθαι μόνον. 7. Μερικοι ενοχλήθηκαν με την γαλήνη και την πνευματική χαρά της οικογένειας επειδή λέει " προσβάλει τον πόνο των άλλων παιδιών" και ξεπλενει το έγκλημα των Τεμπών! Ακου ντροπή και θράσος. Δηλαδή εντάξει κάθε σωφρων άνθρωπος είναι εξοργισμένος με ό, τι εγινε και απαιτεί δικαιοσύνη. Χιλιάδες άνθρωποι το απέδειξαν σήμερα.Το να κάνεις ομως σπέκουλα με τους συγγενείς του νεκρού επειδή η στάση τους δεν εξυπηρετεί το αφηγηματάκι σου ότι είσαι ο εκδικητής των νεκρων και των αδικημένων ε αει χασου ρε τρωκτικό! Ούτε να σε ξέρω!Ντρεπεται και η ντροπή με κάτι τέτοιους. Επαγγελματίες του είδους.

ΑΓΙΑ Αναστασία Αντρέγιεβνα η δια Χριστόν σαλή και προστάτιδα της πόλης Vladikavkaz

Η Αναστασία Αντρέγιεβνα (Andreeva) γεννήθηκε στο Vladikavkaz του Καυκάσου στην πλούσια οικογένεια εμπόρων, του Ανδρέα και της Ιουστινας Αντρέεβιτς (Ανδρέου). Είχε τρεις ακόμα αδελφούς. Η καταγωγή του πατέρα της ήταν ελληνική από την Κύπρο. Μικρή την πάντρεψαν με έναν αξιοσέβαστο στρατηγό του τσαρικού στρατού, ο οποίος όμως έφυγε πολύ γρήγορα από την ζωή, αφήνοντάς την πολύ νέα χήρα. Οι γονείς της την πάντρεψαν για δεύτερη φορά με έναν χήρο όπου είχε δύο κόρες. Μένοντας χήρα για δεύτερη φορά, η Αναστασία δεν ξανασκέφτηκε πια τον γάμο. Όλα αυτά έγιναν μέχρι την ημέρα που άγγελος Κυρίου της εμφανίστηκε σε όνειρο και της είπε: «Αναστασία, ακολούθησε τον Θεό!» Ο άγγελος δεν της εξήγησε τίποτα, έτσι η Αναστασία άρχισε να πηγαίνει την εκκλησία πιο συχνά, να προσεύχεται πιο θερμά και να ψάλλει στην εκκλησιαστική χορωδία. Τον τέταρτο χρόνο της χηρείας της, άγγελος Κυρίου της εμφανίστηκε για δεύτερη φορά και της είπε: «Αναστασία, δώσε όλη σου την περιουσία σε όσους έχουν ανάγκη και ακολούθησε τον δρόμο του Θεού!». Αυτή τη φορά, χωρίς δισταγμό, μοίρασε όλη την περιουσία της -προς δυσαρέσκεια των αδελφών της- και πήγε στο γυναικείο μοναστήρι στο Vladikavkaz όπου έδωσε τον εαυτό της ολοκληρωτικά στον Θεό. Όταν αναχώρησε από το μοναστήρι, της ήταν ξεκάθαρο ότι αποχαιρέτησε για πάντα την κοσμική ζωή. Από εδώ και πέρα ​​ήταν πιο φτωχή από τον πιο φτωχό άνθρωπο της πόλης. Όταν για πρώτη φορά, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας των Ιβήρων μεταφέρθηκε από το Mozdok στο Vladikavkaz τότε εκδηλώθηκε η αγία μωρία, κι ότι η δια Χριστόν σαλότητα θα ήταν ο αγώνας της στο εξής. Από τότε, διαδόθηκε ​​ότι ο Θεός την επέλεξε ως μεσίτρια, ως ένα προσευχητάρι για όλους και της έδωσε το δώρο της προφητείας, αυτό μαθεύτηκε σε όλη την πόλη κι οι άνθρωποι άρχισαν να πηγαίνουν κοντά της. Έμοιαζε ή ήταν ήδη μια ηλικιωμένη γυναίκα, καμπουριασμένη, κουβαλώντας συνεχώς ένα σακουλάκι με άμμο στην πλάτη της και κρατώντας πάντα ένα ραβδί στο χέρι της. Για την πόλη του Βλαδικαυκάζ, η Αναστασία Αντρέγιεβνα έγινε η εκλεκτή του Θεού. Ήταν μικρόσωμη, εύθραυστη, πάντα με μαύρα ρούχα, χειμώνα καλοκαίρι πήγαινε με γαλότσες ξυπόλητη ή εντελώς ξυπόλητη. Τα πόδια της,ήταν μπλε από το χιόνι και την παγωνιά, οι ενορίτες προσπάθησαν να της δώσουν ζεστά ρούχα, αλλά εκείνη δεν επέτρεψε στον εαυτό της μια τέτοια πολυτέλεια. Όλα όσα της έφερναν τα μοίραζε σε όσους είχαν μεγαλύτερη ανάγκη. Οι άνθρωποι έλεγαν ότι η Αναστασία είχε το χάρισμα της διόρασης, της προφητείας και της θεραπείας Προλέγει τον θάνατο του Τσάρου Οι καλόγριες έλεγαν ότι λίγο πριν την επανάσταση των Μπολσεβίκων , την ημέρα της Γέννησης του Χριστού, στο τέλος της λειτουργίας, όταν ο επίσκοπος ευλογούσε τον κόσμο με τον σταυρό, η μάτουσκα Αναστασία μπήκε στον καθεδρικό ναό. Φορούσε ένα μανδύα και κρατούσε ένα ραβδί. Είχε κόκκινες κορδέλες πάνω της και κάτω από το αριστερό της μπράτσο κρατούσε μια γαλοπούλα. Οι ενορίτες λένε: «Βλάντικα, κοίταγτε ευλογημένη, τι σημαίνουν αυτές οι κόκκινες κορδέλες, και γιατί έφερε μια γαλοπούλα στον καθεδρικό ναό». «Αφήστε την», είπε ο επίσκοπος, «δεν κάνει τίποτα μάταια, δεν πρέπει να την ενοχλήσουμε». Η οσία τότε ανέβηκε νέβηκε στον βασιλικό θρόνο,(ο θρόνος που είχε καθήσει ο τσάρος Νικόλαος) έβαλε εκεί την γαλοπούλα, υποκλίθηκε από όλες τις πλευρές, πήρε πάλι την γαλοπούλα κάτω από το αριστερό της χέρι και βγήκε από τον καθεδρικό ναό. Ο ταραγμένος επίσκοπος είπε: «Φαίνεται ότι υπάρχει κίνδυνος για τον Κυρίαρχό μας και στον θρόνο του θα υπάρχει άλλος, ανεπιθύμητος για τη Ρωσία». Οι θαυμαστές της εμφανίσεις μετά την κοίμησή της(+1932) Πριν τελειώσει το επίγειο ταξίδι της, η Αναστασία πήγαινε από σπίτι σε σπίτι. Έμπαινε στην αυλή ή ανέβαινε στην εξώπορτα του σπιτιού και έλεγε: “Σύντομα θα γίνει πόλεμος!” Κοντοστέκονταν, και μετά πήγαινε σε άλλη πόρτα ή αυλή. Σχεδίαζε ένα σταυρό με ένα ραβδί, σκεφτική και λυπημένη. Όλοι γνώριζαν ότι στις πράξεις της υπάρχει πάντα ένας οιωνός για το μέλλον. Κι όταν ξεκίνησε ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, σε εκείνα τα σπίτια όπου, σύμφωνα με τις αναμνήσεις των παλαιοτέρων ανθρώπων, η Αναστασία έκανε τους σταυρούς, εκεί υπήρξαν νεκροί. Το 1942, οι Ναζί είχαν ήδη πλησιάσει το Vladikavkaz . Στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία υπήρχαν στρατιώτες που φρουρούσαν τα σύνορα της πόλης. Ένα βράδυ είδαν στο νεκροταφείο όπου ήταν θαμμένη η μακαρία Αναστασία, μια γριά με μοναχικό ένδυμα με ένα παλιό όπλο. Περπατούσε γύρω από το νεκροταφείο. Οι στρατιώτες προσπάθησαν να τη σταματήσουν: «Φύγε, γιαγιά, από εδώ θα σε πυροβολήσουν!», κι αυτή απάντησε: « Εδώ δεν θα πυροβολήσουν, γιατί η γιαγιά Αναστασία δεν θα επιτρέψει στους Γερμανούς να πατήσουν τους τάφους.» Μετά τον πόλεμο, διηγηθηκαν ότι οι τότε Ρώσοι στρατιώτες στέκονταν στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία, περιμένοντας επίθεση και, καθώς άκουσαν κίνηση στο νεκροταφείο, νόμισαν ότι ήταν Γερμανοί. Αλλά αποδείχθηκε ότι ήταν μια γερόντισσα μοναχή με ένα μεγάλο σταυρό στο στήθος της και ένα ραβδί στο χέρι όπου στηρίζονταν. Όταν θέλησε να μπει στο ναό, οι στρατιώτες δεν την άφησαν. Τότε ζήτησε να συναντήσει τον διοικητή. Ο διοικητής βγήκε έξω και άρχισε να την ρωτάει ποια είναι και από πού έρχεται. Κι εκείνη του είπε: «Είμαι η Αναστασία, φυλάω την πόλη μας». Ο διοικητής, δεν κατάλαβε καλά τι είπε και την ρώτησε: «Ποιο είναι το επίθετό σου;» Η ηλικιωμένη γυναίκα συνέχισε: «Μη φοβάστε, όλοι θα μείνετε ζωντανοί». Ο διοικητής ξαφνικά την έχασε, κοίταξε τριγύρω, η γερόντισσα είχε φύγει. Ρώτησε τους κατοίκους της πόλης, και του εξήγησαν ότι αυτή ήταν η προφήτισσα μακαριστή Αναστασία, και του έδειξαν τον τάφο της. Αρκετές δεκάδες άνθρωποι προσεύχονταν στον τάφο της μακαρίας Αναστασίας το 1944 και όλοι τους είδαν ολοζώντανη την Θεοτόκο με τον Χριστό μας μωρό στην αγκαλιά της πάνω από τον τάφο. Ανάμεσα σε αυτούς που είδαν αυτό το όραμα ήταν και η μητέρα του σημερινού Πατριάρχης Γεωργίας Ηλία Β’. Σε αυτό το θαυμαστό γεγονός, 17 άτομα ήταν μάρτυρες. Σύμφωνα με τις διηγήσεις μιας στρατιωτικού πιλότου, το μαχητικό της οποίας φλεγόταν κοντά στην πόλη, προσευχήθηκε: «Βοήθησέ με, μητέρα Αγία Αναστασία!» Το αεροπλάνο της κάηκε, αλλά αυτή επέζησε. Πριν λίγο καιρό, οι ηλικιωμένοι κάτοικοι που ζούσαν ακόμα έλεγαν ότι κατά τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο συνάντησαν την γερόντισσα Αναστασία, που είχε κοιμηθεί το 1932, στην πόλη αφού είχε περικυκλωθεί από τον γερμανικό στρατό. Ερχόταν από τον δρόμο του ναού του Προφήτη Ηλία. Την ρώτησαν: «Πού πας, μητέρα;» Η Αναστασία τους απάντησε: «Να προστατέψω την πόλη!». Και στην πρώτη γραμμή άμυνας της πόλης του Vladikavkaz εμφανίστηκε ολοζώντανη. Όπως γνωρίζετε, ο γερμανικός στρατός δεν μπόρεσε ποτέ να μπει στην πόλη, αλλά, αντίθετα, υποχώρησε με μεγάλες απώλειες. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, όλοι οι στρατιώτες και ο διοικητής που βρίσκονταν τότε στο ναό, σύμφωνα με την πρόβλεψη της γεροντισσας, έμειναν ζωντανοί και γύρισαν σπίτι τους. Κάθε χρόνο, για περισσότερα από τριάντα χρόνια, οι στρατιώτες και ο διοικητής τους έρχονταν από διάφορα μακρυνά μέρη στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία για να προσκυνήσουν την μακαρία Αναστασία. Και όλοι πίστευαν ότι η Αναστασία έσωσε την πόλη της, ως προστάτιδα του Vladikavkaz.» Στο βιβλίο της Όλγας Σερόβα, ενορίτισσα του ναού του Προφήτη Ηλία, η Μαρία διηγείται ότι ο φύλακας του ναού την φώναξε μία μέρα και της είπε: «Φεύγω από τη δουλειά. Φοβάμαι τη νύχτα. Κάθε βράδυ, όταν εφημερεύω, βλέπω πώς η Γερόντισσα Αναστασία μπαίνει στην εκκλησία, γονατίζει και προσεύχεται, και τα παράθυρα και οι πόρτες στην εκκλησία είναι κλειστά, και κανείς δεν μπορεί να μπει εκεί. Άλλοι ενορίτες του Προφήτη του Θεού Ηλία μαρτύρησαν αυτό το γεγονός περισσότερες από μία φορές. Τρία πράγματα άφησε η μακαριστή Αναστασία στους απογόνους της. Το πλεκτό καπέλο που φορούσε. Το ραβδί στο οποίο ακουμπούσε και το κλειδί του κελιού της. Το καπέλο το κράτησε η οικογένεια Kanishchev, η οποία ήταν πολύ οικεία στην γερόντισσα και βρίσκεται στο Vladikavkaz. Το ραβδί και το κλειδί τα κατέχει ο Πατριάρχης Γεωργίας Ηλία ο Β’ που γεννήθηκε και σπούδασε στην πόλη του Vladikavkaz. Ο Παναγιώτατος Ηλίας ο Β’ όταν έχει να λάβει δύσκολες αποφάσεις σε συνόδους του πατριαρχείου παίρνει πάντα μαζί του το ραβδί της αγίας Αναστασίας του Vladikavkaz . Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΤΙΜΑΤΑΙ ΣΤΙΣ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ

Άνευ ταύτης δεν δύναται να έχει χάριν και ευλογίαν(Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης)

Ένα κρίσιμο σημείο που τόνιζε ο γέροντας στη πνευματική ζωή ήταν η εν τω κρυπτώ προσευχή και πνευματική εργασία. Απεχθανόταν τις εξωτερικές εκδηλώσεις ψευτοευλάβειας και τα ψευδή εξωτερικά σχήματα σεμνοπρέπειας. Αγαπούσε την ταπείνωση και την νοερά προσευχή που μόνα τους στολίζουν τον έξω άνθρωπο με την γνήσια συστολή και σεμνότητα. Πιο κάτω παραθέτουμε ένα πολύ ωραίο γράμμα του γέροντα ως πνευματικού προς το τέκνο του Ι.Κ, που το 1955 είχε καταταγεί στην αστυνομία. Πριν φύγει είχε επισκεφθεί τον γέροντα και πήρε την ευχή του . Λίγο αργότερα ο Ι. του έστειλε ένα γράμμα, στο οποίο ο γέροντας του απάντησε με πολύ ωραίες συμβουλές και παραινέσεις : Ταξιάρχαι 22.3.1955 Αγαπητό μου πνευματικό τέκνον μου χαίρε την χαρά του Κυρίου!* Μεθαύριο Θεού θέλοντος, θα αναχωρήσω διά το Λειβαδερό, οπότε θα κατέβω την Μεγάλην Εβδομάδα. Τα λόγια που σου είχα γράψει δεν ήτο δικά μου αλλά του Χριστού, ο Οποίος μας καλεί να είμεθα πάντοτε κοντά Του. Για να είμεθα κοντά Του όμως, χρειάζεται ο χριστιανός να έχει ταπείνωσιν, μετάνοιαν και εξομολόγησιν. Άνευ ταύτης δεν δύναται να έχει χάριν και ευλογίαν. Δι αυτό σε συνιστώ, το μόνο πρώτον σου βήμα που έχεις να κάνεις, είναι να τρέξης να βρεις τον κατάλληλο γιατρό που θεραπεύει τας ψυχάς. Εννόησες; Τον πνευματικό γιατρό, τον εξομολόγο. Θα κάμεις μιαν γενική εξομολόγησιν, τα όσα έχεις πράξει μέχρι σήμερα, δια να αναπαυθή η ψυχή σου και ανάλογα τον κανόνα που θα λάβης, έπειτα θα ετοιμασθείς με φόβο Θεού, πίστη και ευλάβεια να κοινωνωνήσης των Αχράντων Μυστηρίων. Έτσι θα κατοική μέσα στη φάτνη της ψυχής σου ο Χριστός. Θα ελαφρώσης, διότι θα τινάξης το βάρος των πεπραγμένων δεινών και θα ανακουφισθής, όπως όταν το σώμα σου είναι ακάθαρτο και πηγαίνεις στο λουτρό και καθαρίζεσαι και αλλάζης πλυμμένα και καθαρά ρούχα, έτσι και η εξομολόγησις. Μην εντραπής να παρουσιασθής στον πνευματικόν και κρύψης έστω και το παραμικρόν. Μην βιάζεσαι, μόνο κάθε μέρα να κρατής ένα σημειωματάριο και όσα θυμάσαι ένα ένα γράφε τα. Και όταν πλέον θα έχεις συμπληρωμένα του παρελθόντος σπεύσον στον ιατρό για να μη προχωρήση η πληγή και θα χρειασθεί μεγάλη εγχείρησιν. Μην φοβήσαι, έχε θάρρος. Προπαντός να αποφεύγης την αμαρτίαν. Έχε εγκράτειαν, πρόσεχε τας συναναστροφάς, φυλάξου. Να προσεύχεσαι, να είσαι ενάρετος και να δώσεις το καλόν παράδειγμα. Με την ευλογία του Χριστού και την προστασίαν της Θεοτόκου και τας ευχάς μου. Χαίρε εν Κυρίω. *Γεώργιος Καρσλίδης ιερομόναχος Ο Όσιος Γεώργιος της Δράμας (Ο Άγιος των πτωχών και των πονεμένων)

Ο μεγάλος σύγχρονος Άγιος γέροντας παπα-Φώτης Λαυριώτης ο δια Χριστόν Σαλός από τα Πάμφιλα της Μυτιλήνης († 5 Μαρτίου 2010)

Στην ανατολική πλευρά της Λέσβου, γειτνιάζουν δύο χωριά, τα Πάμφιλα και οι Πύργοι Θερμής. Ένας επαρχιακός δρόμος απόστασης μικρότερης των 2 χιλιομέτρων ανάμεσα στους ελαιώνες, συνδέει τους δύο αυτούς τόπους. Εγγύτερα προς τα Πάμφιλα, ακολουθώντας έναν εγκάθετο δρόμο που οδηγεί στον παραθαλάσσιο οικισμό «Νησέλια», αντικρίζουμε μέσα στα λιοχώραφα, το μικρό μοναστήρι του Αγίου Νεομάρτυρος Λουκά στο οποίο ζούσε ασκητικά ο παπα-Φώτης ο Λαυριώτης, γνωστός και ως παπα-Σαρδέλλης. Γεννηθείς στα Πάμφιλα στις 5 Ιανουαρίου του 1913 από τη Μαρία και τον Δημήτριο Σαρδέλλη που δούλευε καμίνι φτιάχνοντας κεραμίδια και τούβλα. Ο νεαρός τότε Φώτιος αφού δούλεψε σε επιπλοποιείο της Μυτιλήνης, τον Απρίλιο του 1931 παρακινούμενος από την πίστη του στον Θεό και συνεπαρμένος από μελέτες χριστιανικών βιβλίων και ακούσματα κηρυγμάτων, εγκαταλείπει την ματαιότητα του κόσμου και αναχωρεί μαζί με τον φίλο και συγχωριανό του, μετέπειτα πατήρ Παχώμιο, για να μονάσουν στο Άγιον Όρος. Επέλεξε τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου έγινε καλόγερος και έμεινε στο μοναστήρι περίπου 20 χρόνια, κάνοντας υπακοή στον πνευματικό του πατέρα Παύλο. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε το 1936. Με ιδιαίτερο ζήλο μελετούσε τους βίους των Αγίων και ιδιαιτέρως τον συνεπαίρνανε οι αθλήσεις των Μαρτύρων, όπου ανάμεσά τους ανακαλύπτει πολλούς Λέσβιους Αγίους. Τέλη του 1950 επιστρέφει στη Μυτιλήνη ασχολούμενος συστηματικά με την ανάδειξη των εντοπίων Αγίων οι οποίοι εξ' αιτίας του γίνονται ευρέως γνωστοί στον κόσμο, κάνοντας πρόταση στον Μητροπολίτη Ιάκωβο Β΄ ώστε να εορτάζονται από κοινού Πάντες οι εν Λέσβω Άγιοι, σε εορτή που τελικά καθιερώθηκε την Α΄ μετά των Αγίων Πάντων Κυριακή. Στην ενορία Αγίου Αντωνίου του χωριού Τρύγονα, κοντά στο Πλωμάρι, όπου τοποθετήθηκε εργάσθηκε με ένθεο ζήλο για την πνευματική κατάρτιση του ποιμνίου του, αλλά και για την διαφύλαξη των ιερών και οσίων του Γένους μας. Δείγμα της μεγάλης αγάπης του προς τους Αγίους του Θεού, αποτελεί το γεγονός ότι στον ενοριακό Ναό του χωριού, τοποθετήθηκαν και αγιογραφήθηκαν 170 εικόνες, οικοδομώντας και μια καταπληκτική Εκκλησία αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, με χρήματα κυρίως από εράνους. Επίσης, ενδιαφέρθηκε να γίνει στη Μονή Δαμανδρίου γηροκομείο και να επισκευασθεί η Μονή Πιθαρίου. Το 1972 υπηρετεί ως εφημέριος στην Ι.Μ. Αγ. Αικατερίνης Σινά της Αιγύπτου, καθώς επίσης και ως εφημέριος, ψάλτης και φύλακας του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα. Το 1976 επέστρεψε στον Τρύγονα και το 1994 συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του Αρχιμανδρίτη. Έκτοτε, αφοσιώθηκε στην αποπεράτωση της κατασκευής του Ιερού Ναού Αγίου Λουκά στα Πάμφιλα, που από το 1960 είχε ξεκινήσει με χρήματα από δωρεές πιστών, διότι από τον τόπο εκείνον είχε περάσει ο Νεομάρτυρας Λουκάς πριν απαγχονιστεί από τους Τούρκους στη Μυτιλήνη. Την μελέτη και τα σχέδια του ναού τα εμπνεύσθηκε μόνος του, επιλέγοντας ένα πανέμορφο Ιεροσολυμίτικο ρυθμό. Ο ασκητής της ερημιάς των πόλεων και των χωριών, διήνυε συχνότατα μεγάλες αποστάσεις άδειπνος, προσευχόμενος ανάμεσα στους ανθρώπους της αφιλίας και στη φύση, ταγμένος στον Χριστό. Αψηφώντας τις καιρικές συνθήκες και την ώρα, ο κοντούλης παπα-Φώτης με την καθαρή ματιά, βαδίζοντας σκυφτός, ρακένδυτος, φορώντας ένα παλιό τριμμένο ράσο, πολυκαιρίτικα φθαρμένα παπούτσια, σχεδόν ξυπόλητος ακόμα και το καταχείμωνο, με έναν ντρουβά στον ώμο, οδοιπορούσε επιθυμώντας να οδηγήσει τους ανθρώπους, εικόνες Θεού, στη σωτηρία, ανεβαίνοντας και εκείνος τον Γολγοθά του. Αναζητώντας πάντοτε κάποιο προσκύνημα, τελώντας την Λειτουργία σε κάποιον αγαπημένο του Ναό που ευλαβείτο. Συνήθιζε να βιώνει την Θεία Ευχαριστία και μερικές αιτήσεις ή εκφωνήσεις να τις λέγει σε σερβική, ή ρωσική διάλεκτο, δεικνύοντας μ' αυτό τον τρόπο την οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας. Το Άγιο Θυσιαστήριο ήταν η Ζωή του! Έβγαινε από την Εκκλησία γεμάτος χαρά. Μετά τη Θεία Λειτουργία λαμποκοπούσε. Ειδικά όταν έκανε το πανηγύρι στον αγαπημένο του Άγιο Λουκά στις 23 Μαρτίου. Μερικές φορές, μόλις κατέλυε και έκανε την απόλυση, βλέποντας ότι απουσίαζαν από το εκκλησίασμα οι άνδρες, κατευθυνόταν στους καφενέδες και χωρίς να φοβάται κανέναν τους «κατσάδιαζε» υπενθυμίζοντάς την ματαιότητα της ζωής που είχαν επιλέξει, ζώντας μακριά από το μεγαλείο του Θεού. Όλοι τον σέβονταν και τον άκουγαν με σκυμμένα κεφάλια. Συχνά τον συναντούσε κανείς καθισμένο στα σκαλοπάτια έξω από κάποια αυλόπορτα να ξαποστάζει, διαβάζοντας ένα πνευματικό βιβλίο, γράφοντας με τα χαρακτηριστικά ολοστρόγγυλα μεγάλα γράμματά του, σημειώσεις και νουθεσίες που ύστερα τις μοίραζε σε όποιον συνάνθρωπό του τον φώτιζε ο Θεός, δεχόμενος λίγο ψωμί, λίγο νερό από κάποια ευσεβή γειτόνισσα, δίνοντας με την καρδιά του την ευχή του Κυρίου. Περπατούσε ώρες πολλές χαμογελώντας, επιτιμώντας τους ανθρώπους για τα παράλογα που έβλεπε μέσα στο κόσμο της αμαρτίας, διδάσκοντας τον καθένα με ωφέλιμα απλοϊκά λόγια. Δίδασκε το Ευαγγέλιο με την ίδια τη ζωή του. Μαζεύοντας τουβλάκια, μικρά μάρμαρα και ότι άλλο θα χρησίμευε για την κατασκευή του αγαπημένου του ονείρου, του ναού του Αγίου Λουκά. Παροτρύνοντας τους ανθρώπους να εκκλησιάζονται, να ωθούν τα παιδιά τους προς την Εκκλησία, τις γυναίκες να ντύνονται σεμνά ειδικά όταν εισέρχονται στον οίκο του Θεού, την Εκκλησία και να μην παραμορφώνονται «σαν φαντάσματα» από τις προκλητικές συνήθειες της μόδας. Τους ευτραφείς, τους παρομοίαζε χαριτολογώντας με κάποια συμπαθή ζώα, παρακινώντας τους να εγκρατεύονται στην τροφή. Περνούσε από στέκια νέων και με νεύματα όλο νόημα προσπαθούσε να τους δείξει ότι η σωτηρία της ψυχής είναι ο ανώτερος σκοπός του ανθρώπου και όχι οι πλάνες και οι ματαιότητες στις οποίες ξεπέφτουν οι άνθρωποι. Όταν ο δρόμος του διερχόταν μπροστά από εστιατόρια και έβλεπε ανθρώπους να καταλύουν σε νηστίσιμες περιόδους, τους υπενθύμιζε ότι είναι αμαρτία να μην τηρούν την ευλογημένη νηστεία. Καταπολεμούσε την πνευματική αδιαφορία. Τα λόγια του πολλές φορές ήταν σκληρά σα «μαχαιριές», όμως κανείς δεν διαμαρτυρόταν. Όλοι σεβόντουσαν απόλυτα τις συμβουλές του. Ιδίως επιτιμούσε την γύμνια και τους Ιερείς που εκτελούσαν αμελώς τα ιερατικά τους καθήκοντα και δεν ενδιαφερόταν για το ποίμνιό τους. Έλεγε συχνά με πολλή ταπείνωση ότι για τα διαζύγια των ζευγαριών φταίνε οι Ιερείς γιατί δεν διαβάζουν όλες τις ευχές όταν τελούν το μυστήριο του γάμου. Τον απογοήτευε η αίρεση και το σχίσμα από την Αλήθεια της Ορθοδοξίας. Δεν δεχόταν ότι είναι δυνατόν να μας έχει δωρίσει ο Θεός την αιωνιότητα, την Βασιλεία Του, και εμείς οι άνθρωποι με υπέρμετρο φανατισμό να διαιρούμαστε για 13 ημέρες, ή επειδή οι δαίμονες πλανούν κάποιους κακοπροαίρετους! Όποιος είχε την ευλογία να τον συνοδέψει έστω και για λίγο σε κάποια περιπλάνησή του και κατάφερνε να μείνει σιωπηλός, «κρυφάκουγε» την γεμάτη αγάπη προσευχή του που έβγαινε μέσα απ' την καρδιά του. Η αγαπημένη του φράση που τον «πρόδινε» ήταν το «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε», δείγμα του πόσο υπεραγαπούσε την Παναγία μας. Το να τον συντροφεύει κανείς ήταν μια ευχάριστη πνευματική εμπειρία. Δεν δίσταζε ακόμα και να τραγουδήσει παλιά παραδοσιακά όμορφα και σπάνια τραγούδια. Για να ευχαριστήσει τους επισκέπτες του, έβγαζε ένα μάτσο από διάφορα χριστιανικά έντυπα, χάρτινες εικόνες, ή ακόμα και φωτογραφίες του, όταν ήταν νεότερος και τις έδινε για ευλογία. Ως άλλος Άγιος Πατροκοσμάς, επισκεπτόταν την πόλη και όλα τα χωριά του νησιού, αλλά και πολλά μέρη της Ελλάδας που τον ήξεραν και τον υπεραγαπούσαν. Κήρυττε βροντοφωνάζοντας και καυτηριάζοντας όσα έβλεπε ότι εμπόδιζαν τους ανθρώπους στο να επιτύχουν τη σωτηρία τους. Παντού είχε γνωστούς ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τον φιλοξενούσαν. Στα λεωφορεία ή στα πλοία που χρησιμοποιούσε όταν μετακινιόταν, κανείς δεν του έπαιρνε χρήματα. Και μόνο η απλοϊκή, ασκητική του παρουσία έπειθε τον κόσμο ότι ήταν Άνθρωπος του Θεού. Πολλές φορές η ιδιορρυθμία του χαρακτήρα του σε διάφορα θέματα, εξηγιόταν ως δείγμα σαλότητας. Αρκετοί τον θεωρούσαν ότι ήταν Σαλός δια τον Χριστό! Η σκληρότητά του, «μπερδεμένη» με μια υπέρμετρη καλοσύνη οδηγούσε σ’ αυτό το συμπέρασμα. Ως τα βαθιά γεράματά του, παρά την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, δεν ξεχνούσε την νηστεία. Νήστευε αυστηρά ακόμα και το λάδι, θέλοντας να ζει ασκητικά, καθηλωμένος και ανήμπορος στο μικρό κρεβατάκι του. Υποβασταζόμενος πλησίαζε πάντα τελευταίος το Άγιο Ποτήριο και κοινωνούσε τον Χριστό. Τα καλοκαίρια ερχόταν στη γενέτειρά του, στα Πάμφιλα όπου τον φρόντιζαν οι γυναίκες σε μια καμαρούλα, όπως και τον χειμώνα στην Αθήνα όπου τον διακονούσε με υπέρμετρη αγάπη η κυρία Σοφία. Ο νούς του ήταν πως θα μεταβεί στον αγαπημένο του τόπο, στον Άγιο Λουκά, να δεί σε τι κατάσταση βρισκόταν η Εκκλησία, πόσο προχώρησε η Αγιογράφηση. Εκεί, ξεδίπλωνε μια μεγάλη κόλα αναφοράς γεμάτη με ονόματα νηπίων και παίδων Μαρτύρων που Αγίασαν, δίνοντας εντολές να αγιογραφηθούν πάραυτα! Υπεραγαπώντας την Ορθοδοξία και την πατρίδα του την Ελλάδα, ο παπά Φώτης εκοιμήθη εν Κυρίω στις 5 Μαρτίου 2010, ημέρα Παρασκευή Γ΄ Εβδομάδας των νηστειών