Τραβώντας τα γιαταγάνια τους συνέτριψαν τίς ἁλυσίδες τεσσάρων αἰώνων.

Ἦταν σὰν νὰ τοὺς ἔκοψε κάποιος ἀπὸ τοὺς βράχους τοῦ Ὀλύμπου, ἢ σὰν νὰ ξέμειναν ἀπὸ τὴ μυθικὴ ἐκείνη Τιτανομαχία. Ἢ μήπως ξέφυγαν τάχα μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς Ὁμηρικῆς Ἰλιάδας καὶ ἐμφανίστηκαν χιλιάδες χρόνια ἀργότερα; Ὁ Μακρυγιάννης θὰ ἔλεγε: «Τοὺς ἔστειλες ἐσύ, Λεωνίδα»! Ὁ καθένας τους ἕνας μύθος! Ἄδραξαν τὸ σπαθὶ καὶ τὸ ντουφέκι, καὶ ρίχτηκαν μέσα στοὺς καπνούς. Δὲν τὸν φοβήθηκαν τὸν θάνατο ποτέ. Ἀντίθετα, τὸν προκαλοῦσαν· στὴν ἐπέλασή του τοῦ ᾿δειχναν τὰ μαρμαρένια ἁλώνια. Τὸ φρόνημά τους ἄκαμπτο σὰν γρανίτης. Νάτο: Ἦταν Ἰούλιος τοῦ 1823 κι ὁ Μάρκος Μπότσαρης, προχωρώντας πρὸς τὸ Καρπενήσι γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν Μουσταὴ πασὰ τῆς Σκόδρας, πέρασε ἀπ᾿ τὸ Μοναστήρι τοῦ Προυσσοῦ. Μπῆκε στὴν ἐκκλησιά, προσευχήθηκε, καὶ στὴν πόρτα βγαίνοντας συναντᾶ ἕναν καλόγερο. Τοῦ δίνει μερικὰ νομίσματα καὶ τοῦ λέει: –Πάρ᾿ τα, καλόγερε, νὰ τὰ μοιράσεις στοὺς φτωχούς, γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Μάρκου Μπότσαρη. –Τί; πέθανε ὁ Μάρκος; τὸν ρωτάει ξαφνιασμένος ὁ καλόγερος, ποὺ εἶχε ἀκούσει τόσα γι’ αὐτόν, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν γνωρίζει. –Ὄχι, δὲν πέθανε, πηγαίνει ὅμως νὰ πεθάνει, τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Μάρκος. Ὁ Κωνσταντίνος Κανάρης, ὅταν ρωτήθηκε πῶς τόλμησε νὰ πάει νὰ κάψει τὴ ναυαρχίδα τοῦ Καρᾶ Ἀλῆ, ἀπάντησε: Εἶπα στὸν ἑαυτό μου: –Κωνσταντή, θὰ πεθάνεις! Ἔτσι πορεύονταν πρὸς τὸν θάνατο! Ἡρωικοί! Κι ἂν πέθαναν, δὲν πέθαναν. Ἦταν ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τῶν ἀθανάτων. Κι ὅταν σκοτώνονταν, βροντοφωνοῦσαν «Ἐλευθερία ἢ θάνατος»! Γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς θάνατος ἦταν ἡ σκλαβιά. Ζωή τους καὶ χαρά τους ἡ Λευτεριά. Ἀπὸ τόπο σὲ τόπο κι ἀπὸ κορφὴ σὲ κορφὴ κρυφομιλοῦσαν νύχτα καὶ μέρα μαζί της. Ἄκουγαν τὴ φωνή της παντοῦ· στὶς ράχες, στὰ βουνά, στὶς ρεματιές, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσαν στὶς πιὸ ἀπόκρημνες σπηλιές. Ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ὁρκίζονταν πίστη στὸν παντοτινὸ Ἀρχηγό τους, τὸν Μαρμαρωμένο Βασιλιά. Καρτεροῦσαν τὴν ὥρα ποὺ Ἐκείνη ‒ ἡ Λευτεριά – θὰ τὸν ξυπνοῦσε. Κι ὅταν εἶδαν τὴν κόψη τοῦ σπαθιοῦ της ν᾿ ἀστράφτει ἀντίκρυ στὸν ἥλιο, καὶ τὸ βλέμμα της νὰ μετράει τὴ γῆ μὲ βιάση, τινάχτηκαν ὀρθοί. Ἀνέμισαν τὴ σημαία της, εὐλόγησαν στὶς ἐκκλησιὲς τὰ ἄρματά τους, ἔκαναν τὸν σταυρό τους καὶ τὴν ἀκολούθησαν. Ἀπὸ τὴν Ἅγια Λαύρα στὸ Βαλτέτσι, κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ στὸ Σούλι καὶ στὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς. Στὴν Ἀλαμάνα, στὸ Μεσολόγγι, στὰ Δερβενάκια, στὴν Τριπολιτσά. Βῆμα τὸ βῆμα περπατοῦσαν μαζί της τὴ σκλαβωμένη γῆ. Κι ὅπου πατοῦσαν, ἄναβε φωτιὰ ἡ Λευτεριὰ κι ἔλαμπε ἡ μορφή της μὲ φῶς ὑπερκόσμιο. Δὲν ἦταν ὑπεράνθρωποι. Ἄνθρωποι ἦταν. Μὲ ἀδυναμίες ὅπως ὅλοι μας. Κάποιοι μὲ πολλές. Καὶ ἄλλοι μὲ πολὺ μεγάλες. Ὅλοι τους ὅμως μὲ ἀπόφαση θανάτου. Μὲ τὴ λαχτάρα νὰ δοῦν τὴ βασίλισσα τῆς καρδιᾶς τους Λευτεριὰ νὰ βασιλεύει ἀπ᾿ ἄκρου σ᾿ ἄκρο στὴ γῆ ποὺ τὴ γέννησε. Αὐτὴ ἡ ἀπόφαση κι αὐτὴ ἡ λαχτάρα τοὺς ἔκανε νὰ ξεπερνοῦν τὶς ἀδυναμίες τους, νὰ ὑπερβαίνουν τὸν συνηθισμένο ἑαυτό τους, νὰ ὑψώνονται σὲ κόσμους οὐράνιους, νὰ ἀνεβαίνουν σὲ ὕψη δυσθεώρητα. Λόγιαζαν τὸν ἑαυτό τους ἀπεσταλμένο τοῦ Χριστοῦ νὰ ξαναδώσουν στὶς ἐκκλησιές Του τὴν παλιά τους λαμπρότητα, νὰ σταματήσουν τοὺς βίαιους ἐξισλαμισμούς, τὴν ἐφιαλτικὴ τυραννία τῶν ἀγροίκων κατακτητῶν. Λογιάστηκαν ἀγαπημένα παιδιὰ τῆς Παναγιᾶς. Στὴν ἀγκαλιά της ἀκουμποῦσαν τοὺς πόνους, τὶς θλίψεις, τὶς ἀγωνίες τους. Ἔπραξαν τὸ χρέος τους. Τραβώντας τὰ γιαταγάνια τους συνέτριψαν τὶς ἁλυσίδες τεσσάρων αἰώνων. Παρέδωσαν ἐλεύθερη πατρίδα. Μὲ τὸ στόμα τοῦ μεγάλου Κολοκοτρώνη στὶς 8 Νοεμβρίου τοῦ 1838 στὴν Πνύκα ἄφησαν σὲ ὅλους ἐμᾶς τὴν αἰώνια παρακαταθήκη τους: «Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴ στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἄρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος... Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἐμεῖς ἐλευθερώσαμε». Δυὸ αἰῶνες μετὰ ὁ λόγος τοῦ κορυφαίου τῶν Τιτάνων παραμένει περισσότερο ἐπίκαιρος ἀπὸ ποτέ. ''Ο ΣΩΤΗΡ'' 2217

«Ιδε, θύγατερ, ἄκουσον, θύγατερ», «πρόσεξε, από εσένα εξαρτιόμαστε».

«...ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου·...» (44,11 Ψαλμος) Δηλαδή, «άκουσε, ω θυγατέρα, και πρόσεξε και κάνε έτσι το αυτί σου να ακούσεις»! Περίφημο. Λέγει ο Μέγας Βασίλειος ότι αυτό το «θύγατερ» ανήκει στον Δαβίδ· που συμβουλεύει μυστικά τη μακρινή του εκείνη απόγονο, δηλαδή τη Θεοτόκο Μαρία, τη μακρινή του εκείνη θυγατέρα- απέχει δε χίλια χρόνια- όταν της λέγει ότι «εσύ είσαι θυγατέρα μου, διότι είσαι εκ του σπέρματός μου». Λοιπόν, πρόσεξε, να έχεις γυμνασμένο τον νου σου προς θεωρίαν! Εκείνο το «ἴδε», κοίταξε, θα πει «να έχεις θεωρία»· ώστε όταν έχεις αυτήν την πνευματική θεωρία να μπορέσεις να αποδεχτείς την πρόταση που θα σου κάνει ο αρχάγγελος Γαβριήλ, για το μεγάλο εκείνο θέμα, που εμένα ο Θεός μού ορκίστηκε ότι θα μου το δώσει. Ότι θα έρθει ο Μεσσίας. Ακόμη ο Μέγας Αθανάσιος γράφει ότι εκείνο το «ἄκουσον» αναφέρεται πάλι στη Θεοτόκο και πάλι μυστικά συμβουλεύει ο Δαβίδ τη μακρινή του απόγονο να υπακούσει στο θέλημα του Πατρός, για να γίνει η μητέρα του Θεού Λόγου, κατά το ανθρώπινον. Ως να λέγει ο Δαβίδ στη Θεοτόκο τη Μαρία: «Πρόσεξε, παιδί μου, πρόσεξε, να ζεις τη θεωρία του Θεού και να είσαι υπάκουος στον Θεό, διότι αλίμονό μου, αλίμονό μας· αν δεν ακούσεις, δε θα έρθει ο Μεσσίας στον κόσμο». Όλη η υφήλιος, όλη η ιστορία, και ο Αδάμ και η Εύα, όλοι οι απόγονοί του κρεμάστηκαν από τη Μαρία! Αν έπρεπε να το βλέπαμε αυτό κατά έναν οπτικό τρόπο, θα βλέπαμε τούτο: ότι η ανθρωπότητα ολόκληρη είχε πιασμένη την αναπνοή της σε ένα πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο θα σταθεί σωστό; Εμείς δε σταθήκαμε σωστοί. Ούτε ο Αδάμ, ούτε η Εύα, ούτε ο Δαβίδ, κανείς. Κανείς! Ποιο θα είναι το πρόσωπο εκείνο που θα σταθεί σωστό, απόλυτα σωστό, που να φέρει τον Μεσσία στον κόσμο; Γι’ αυτό λοιπόν, βλέπουμε μία αγωνιώδη φροντίδα του Δαβίδ, μα και ολοκλήρου της ανθρωπότητας, γύρω από το θέμα αυτό. «ἴδε, θύγατερ, ἄκουσον, θύγατερ», «πρόσεξε, από εσένα εξαρτιόμαστε».

Τέτοιας εὐλογίας παιδιὰ ἦταν καί ἐκεῖνα πού ἄφησε πίσω του ὁ μεγαλόψυχος Μάρκος Μπότσαρης

Αἰῶνες βάστηξε ἡ Πατρίδα τὸν τυραννικὸ ζυγό. Ὅμως. Δὲν ταίριαζε στὴν τιμὴ τῶν παλληκαριῶν νὰ βλέπουν λύκους νὰ φωλιάζουν στὶς ἐκκλησιὲς, νὰ μετατρέπουν μοναστήρια σὲ ἀχούρια ἀλόγων. Μήτε ν' ἁρπάζουν τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸν κόρφο τῆς μάνας τους. Ἀνθρώπους νὰ ἐξαγοράζουν τὸ κεφάλι τους μὲ τὸ χαράτσι. Δὲν ἄντεχαν ἄλλο οἱ Ἕλληνες νὰ ζοῦν ζωὴ χειρότερη τῶν πλέον ντροπιασμένων σκλάβων. Τέτοιες ἡμέρες τοῦ 21 ἦταν ὅταν οἱ Ἕλληνες ἔπαιρναν τ' ἅρματα. Ὑπῆρξαν βεβαίως κι ἐκεῖνοι πού, ἐνῶ εἶχαν κάθε εὐκολία νὰ πολεμήσουν, εἴτε δείλιασαν, εἴτε πρόδωσαν τ' ἀδέλφια τους. Ὁ Σηκωμὸς ἔγινε γιὰ τοὺς τόπους τῶν γονέων μας. Γιὰ τὴν Πίστη ἐκείνων, γιὰ τὴν Πίστη τὴν δικὴ μας καὶ γιὰ τὴν Πίστη τῶν παιδιῶν μας. Μέσα στὸν Ἀγῶνα ἔγιναν φοβερές ἀνδραγαθίες. Μανάδες γέννησαν κι ἀνέστησαν παιδιὰ μέσα στὸ ἀνήλιο τὸ σκοτάδι. Τέτοιας εὐλογίας παιδιὰ ἦταν καὶ ἐκεῖνα πού ἄφησε πίσω του ὁ μεγαλόψυχος Μάρκος Μπότσαρης. Ὅταν ἡ Μάρκαινα ἔμαθε τὸν θάνατο τοῦ ἥρωά της, ἔτυχε νὰ χτενίζει τὰ μαλλάκια τοῦ γιοῦ τους. Ἦταν ἀγόρι ἀκόμη, ἕνδεκα ἐτῶν. Κι ἀρχίζει νὰ μοιρολογεῖ τὸν χαμένο της Μάρκο. Ὁ Δημητράκης δὲν τὴν ἄφησε νὰ κλάψει. Γυρίζει μὲ θάρρος καὶ τῆς λέει. - Ὁ πατέρας σκοτώθηκε γιὰ τὴν Πατρίδα. Ἡ ψυχὴ του πάει στὸν Παράδεισο. Μὴν κλαῖς Μάνα!Βγάλε τὰ μαῦρα κι ἄφησέ με νὰ πάω στὸν θεῖο μου. Θέλω νὰ πολεμήσω στὸ πλευρὸ του. Δῶσε μου ἕνα ἄλογο. Δῶσε μου κι ἅρματα. Μπορῶ νὰ τὰ κρατάω! Θέλω νὰ πάρω πίσω τὸ αἷμα τοῦ πατέρα! Παιδὶ ἀναστημένο ἀπ' τὴν ὀρφάνια, διδάχθηκε πολλὰ ἀπὸ τὸν τέλειο ἔπαινο τοῦ πατρὸς του. Ἀπὸ πέντε γενεὲς κατέβαινε σ' ἐκεῖνον τὸ Καπετανάτο. Ὅταν στὰ παλληκάρια ἀνταμώνει ἡ παλληκαριὰ μὲ τὰ γράμματα, ἀναγεννᾶται ἡ Ἐλπίδα. Ὁ Δημήτρης Μπότσαρης διδάχθηκε καὶ τ' ἅρματα καὶ τὴν ἀρετή. Σπούδασε στὴν Εὐρώπη καὶ ἀνδρώθηκε σὲ σπουδαῖο ἀξιωματικό. Ἔγινε σπάνιος ἄνθρωπος. Τὸ 1862, ὡς ὑπουργὸς τῶν ἀξιωματικῶν, ἀπέκτησε τὸ προσωνύμιο "ὑπουργὸς τοῦ αἵματος". Ὁ γιὸς τοῦ Μάρκου κράτησε τὸν Ὅρκο. Φίλτατε Ἀναγνώστη. Δοκιμὴ τῶν ἀληθινῶν ἀνθρώπων παραμένει ὁ Ἀγῶνας. Εἴμαστε κληρονόμοι ἐκείνων ποὺ ἔτρεμαν οἱ λόγγοι καὶ τὰ βουνὰ στὸ ὄνομά τους. Τέτοιων προγόνων κληρονόμοι εἴμαστε. Πατρίδα μας παραμένει ἡ Ἐλευθερία ὑπὲρ τῆς ὁποίας θυσίασαν τὸ πᾶν. Σειρὰ μας νὰ δώσουμε τὸν Μέγα Ὅρκο. Λέει ὁ Ποιητής. Ὄχι ποῦ πᾶμε πιά, ἀλλὰ ἀπὸ ποῦθε κινήσαμε·αὐτὸ σήμερα βαραίνει γιὰ μᾶς. Ἡ Ἱερότητα τοῦ Σκοποῦ μετουσιώνει τὸ Ὑπὲρ Πατρίδος σὲ πράξη. Πράξη βαθύτατα πολιτική, μὲ ἀκρίβεια ἠθική. Υἱοὺς παίδευε.

Κι αν δεν αλλάξουμε, ο κόσμος δεν θ' αλλάξει.

Ο σύγχρονος άνθρωπος θέλει να τρώει καλά, κι αν τρώει καλά μετά θέλει να τρώει ακόμη καλύτερα. Θέλει ένα δικό του σπίτι, κι αν έχει δικό του σπίτι, μετά θέλει μεγαλύτερο, η δεύτερο. Θέλει ένα καλό αυτοκίνητο, κι αν έχει αυτοκίνητο, πάντοτε θέλει ένα καλύτερο. Θέλει να έχει λεφτά στην τράπεζα κι αν έχει, θέλει πάντοτε περισσότερα. Θέλει καλύτερη δουλειά. Θέλει να τον θαυμάζουν, κι αν τον θαυμάζουν, θέλει να τον θαυμάζουν περισσότεροι. Προβάλει στο "κοινό του", το φαγητό του, τα επιτεύγματα του, τα ταξίδια του, προβάλει το χαμόγελο του για να κρύψει τα πραγματικά του συναισθήματα. Ποστάρει τη φάτσα του, τα ρούχα του, τα αξεσουάρ του,και θα τα προβάλει κι αύριο και μεθαύριο και για όσο χρειαστεί, για να παίρνει δόσεις επιβεβαίωσης που φαίνεται πως δεν θα τον ικανοποιήσουν ποτέ. Θέλει την ευκολία του σε όλα. Θέλει έξυπνα κινητά, έξυπνα σπίτια,έξυπνες τηλεοράσεις, έξυπνες πόλεις, να κάνουν τα πάντα για το ανόητο εγώ του. Δεν θέλει να ζορίζεται,αλλά θέλει να επιλέγει ελεύθερα και να παίρνει αποφάσεις. Να παντρεύεται αργά, να χωρίζει εύκολα, ν' αλλάζει φίλο, ν' αλλάζει φύλο. Θέλει πορνό. Πολύ πορνό και δωρεάν.Να παίρνει μάτι παντού.Από το πρόστυχο ντεκολτέ της συναδέρφου του,μέχρι τις διαφημίσεις στην τιβι ώστε να επιλέξει το προϊόν. Θέλει να κρίνει τους άλλους, αλλά δεν θέλει να κρίνεται. Δεν θέλει να σκέφτεται,θέλει να σκέφτεται όσο το δυνατόν λιγότεροαλλά θέλει να "συμφωνεί" και να έχει "άποψη" για όλα, των "άλλων". Θέλει να "ευχαριστιέται" με κάθε λογής ψεύτικες "απολαύσεις" και να γεμίζει τη ζωή του με δαύτες. Κι αυτές και άλλες πολλές είναι οι "αξίες" που έχει αυτός ο κακόμοιρος ο σύγχρονος άνθρωπος. Όλες γύρω από χρήμα, την καλοπέραση και το "εγώ" του. Αξίες της ύλης. Του ερπετού. Θέλει να γίνει Θεός, κι αν δεν μπορεί να γίνει θέλει να φαίνεται "σαν θεός". Κι όμως. Δεν νιώθει ποτέ γεμάτος, πραγματικά ευτυχισμένος αλλά αρέσκεται να σβήνει τα προβλήματα με χάπια. Κι από την άλλη, μισεί τις "αξίες" που προϋποθέτουν διάκριση και κόπο. Δέσμευση και ήθος.Τις αξίες του "πνεύματος" και του "φωτός.Του πραγματικού πολιτισμού. Το να είσαι ειλικρινής "πάντοτε" δεν πουλάει. Μπορείς και να λες όσα ψέματα θες "αν αυτό σε βολεύει". Το να κλέβουν οι άλλοι, είναι πάντοτε κατακριτέο,αλλά εσύ μπορείς να κλέβεις "λίγο" αν είναι για το καλό σου. Το να κάνεις εσύ λάθος έχει "κόστος".Η μετάνοια έχει κόστος. Η συγχώρεση έχει κόστος.Και αυτό ρίχνει τις "καταθέσεις" του "εγώ" πιο χαμηλά. Όμως το να φταίνε για όλα οι άλλοι, είναι "σέξι". Το να βοηθάς τον άλλον όταν στο ζητά χωρίς "αντίκρυσμα"είναι εις βάρος των "συμφερόντων σου". Το να βλέπεις τον εχθρό σου, με "αγαθό" τρόπο φαίνεται απίθανο και παράλογο. Γι' αυτό προτιμάς να τον "λυπάσαι" και να σε φοβάται για να κάνεις ειρήνη μαζί του. Το να σκέφτεσαι με την καρδιά σου, σε κάνει μαλθακό.Ενώ το να σκέφτεσαι με το μυαλό σε κάνει "αξιοπρεπή". Δεκάδες αξίες που ξεχάσαμε. Προσαρμόσαμε κατά το δοκούν.Δημιουργήσαμε σαθρά θεμέλια στον χαρακτήρα μας.Δεν είμαστε πλέον "εμείς". Δεν είμαστε άνθρωποι.Έχουμε γίνει κάτι "άλλο". Απάνθρωπο.Κι αν δεν αλλάξουμε, ο κόσμος δεν θ' αλλάξει.

Σημεία από τον βίο του Αγ.Γεωργίου Καρσλίδη τα φοβερά χρόνια του ανταρτοπόλεμου

Κάποια μέρα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου συνέλαβαν τον Γέροντα και τον οδήγησαν προς την Παναγίτσα, ένα ξωκκλήσι έξω από το χωριό, για να τον σκοτώσουν. Εκείνος τους ζήτησε να τον αφήσουν να προσευχηθει για λίγο. Μεγαλοφώνως έκανε την προσευχή του και όταν τελείωσε, τους είπε άφοβα: "Τώρα είμαι έτοιμος"! Αυτοί ανεξήγητα τότε, τον άφησαν ελεύθερο. Τι βίωσαν και του χάρισαν τη ζωή, κάνεις δεν έμαθε. Κάποια μέρα πάλι πήγε μια ομάδα ανταρτών από ένα χωριό της Δράμας με πολλά ζώα και φόρτωσε πολλά πράγματα του μοναστηριού. Ο Γέροντας έμεινε ατάραχος. Όμως, όταν ένας από αυτούς πήρε μια ιερατική στολή, τον ρώτησε τι θα την κάνει. Εκείνος, με πολλή αυθάδεια, του είπε: "θα την κάνω εσώρουχα για την γυναίκα μου". Δεν πρόλαβε όμως ο κλέφτης να απομακρυνθεί από το Μοναστήρι κι ένα από τα ζώα του τον κτύπησε τόσο πολύ, που τον άφησε επιτόπου νεκρό. Αυτοι που ήταν μαζί του φοβήθηκαν τόσο πολύ, που άφησαν τα κλοπιμαια κι αναχωρησαν συγκλονισμενοι. Ενα άλλο σημείο, εκείνα τα φοβερά χρόνια του ανταρτοπόλεμου, ήταν το ότι σε κάποια Θεία Λειτουργία η εικόνα της Παναγίας και του Τιμίου Προδρόμου δακρυρροούσαν. Σαν μαργαριτάρια τα δάκρυα έρρεαν από τις εικόνες. Η Ε.Β. πήγε και τα σκούπισε μετά τη Θεία Λειτουργία. Ο Γέροντας όμως τη μάλωσε, γιατί αυτό έδειχνε ότι η Παναγια έκλαιγε για τα παιδιά που χανόταν! Οσιε του Θεού πρεσβευε υπερ ημών και υπέρ του κόσμου άπαντα. Αμην