ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

4 Φεβρουαρίου του 1843. Ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης, αρπάζεται από τα φτερά της δόξας και μπαίνει διά παντός στο άγιο εικονοστάσι του Γένους. Τελευταία του επιθυμία, να βάλουν, στο μνήμα του την ημισέληνο, κάτω από τα τσαρούχια του, να την πατάει και πεθαμένος την Τουρκιά, όπως την πατούσε και όταν την πολεμούσε και την κατατρόπωνε… Διαβάζεις τα απομνημονεύματά και τις φυλλάδες του για την Εθνεγερσία και νομίζεις ότι ανοίγεις ένα «μυρογιάλι», εκείνα τα μικρά φιαλίδια που περιέχουν αρώματα εξαίσια. Οσμή ευωδίας πνευματική αναδίδεται, παρ' όλα τα πάθια και τους καημούς εκείνης της περιόδου. Έχω το συνήθειο, όταν συναντώ στα αναγνώσματά μου, λόγια και επεισόδια των αγωνιστών, που στέκεσαι και τα ξαναδιαβάζεις, που κρύβουν στα φυλλώματά τους πετράδια, να τα καταγράφω, για να μην λησμονηθούν. Σκοπός μου να τα μοιραστώ με τους μαθητές μου. Σ' αυτές τις εξοπλιστικές ηλικίες, τα παιδιά δεν θέλουν περισπούδαστες αναλύσεις και κενόλογες φλυαρίες. Μαθαίνουν με το παράδειγμα, με το παραμύθι, με την αξία και την αρετή σαρκωμένες σε πρόσωπα. Το λυμφατικό κράτος διδάσκει με συνταγές μαγειρικής, εμείς θα επιμένουμε να δίνουμε στους μαθητές μας παραδείγματα από τα αντρειωμένα χρόνια. Είπαμε πνευματικό αρματολίκι… Ξαναθυμίζω, λοιπόν, κάποια από τα λεβέντικα του Κολοκοτρώνη και ας είναι αυτά, ταπεινό μνημόσυνο στον ελευθερωτή μας. Μάχη της Γράνας, 10 Αυγούστου του 1821. Βγήκαν οι πολιορκημένοι στην Τριπολιτσά Τούρκοι να χτυπήσουν τους Έλληνες. Ο Κολοκοτρώνης είχε διατάξει να ανοιχθεί τάφρος (γράνα) 700 μέτρων, βάθους ενός και πλάτους δύο μέτρων. Κάποια στιγμή οι Τούρκοι επιτίθενται στη γράνα και από τις δύο μεριές. Έπρεπε ο Γέρος του Μοριά να διατάξει τα παλληκάρια του να χωριστούν, να μοιραστούν τα καριοφίλια, να «χτυπούν» οι μισοί προς την μία πλευρά και οι άλλοι μισοί προς την άλλη. Ερωτώ τους μαθητές μου πώς το έκανε πάνω στην αντάρα της μάχης: Τους βασάνισα κανένα πεντάλεπτο και άκουσα απίθανες απαντήσεις. Τι είπε ο Κολοκοτρώνης και αμέσως χωρίστηκαν τα ντουφέκια; «Κώλο με κώλο ωρέ Έλληνες!». «Χαμός» στην τάξη, γέλια και θαυμασμός για την μεγαλοφυία του Γέρου. Λίγο πριν συλλάβει η βαυαρική αντιβασιλεία τον ελευθερωτή του Έθνους μας, ο αντιβασιλεύς Άρμανσπεργκ, θέλοντας να τον δοκιμάσει, του είπε: -Έχεις πολλούς εχθρούς, στρατηγέ. Έχω παραδέχτηκε ο Κολοκοτρώνης, μα δύο απ’ αυτούς, στέκονται οι χειρότεροι απ’ όλους. Και ποιοί είναι οι δύο αυτοί εχθροί σου; ρώτησε περίεργα ο προϊστάμενος των αντιβασιλιάδων. Ο Γέρος του αποκρίθηκε: Ο ένας τ’ όνομά μου κι ο άλλος οι δούλεψές μου για την πατρίδα. Σεπτέμβριος του 1833. Έστειλαν οι Βαυαροί ένα «τσούρμο», σαράντα «χωροφύλακες» για να αλυσοδέσουν, ποιόν; το αθάνατο Εικοσιένα. Αρχηγός τους κάποιος ευτελής και γλοιώδης μοίραρχος, ονόματι Κλεόπας. Μόλις τον είδε ο Γέρος του Μοριά, είπε: Έφτανε, ωρέ Κλεόπα, να μου στείλουν ένα σκυλί μαλλιαρό, από εκείνα όπου κάνουν θελήματα, μ’ ένα γράμμα στο στόμα να πάω στ’ Ανάπλι και μ’ ένα φαναράκι να φέγγει και των δυονών μας... Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που έκοψε το κάπνισμα ο Κολοκοτρώνης. Όταν κάποτε ξέμεινε από καπνό, έξυσε την πίπα του για να καπνίσει όσα υπολείμματα είχαν μείνει, αλλά αηδίασε από την πίκρα. «Ορίστε άνθρωπος που θέλει να ελευθερώσει τον τόπο του και δεν μπορεί ο ίδιος να ελευθερωθεί από το πάθος του. Θεέ μου συγχώρα με», είπε και πέταξε τον καπνό και τα σύνεργά του. Η μάχη στο Βαλτέτσι κράτησε σχεδόν 23 ώρες και ήταν η πρώτη σημαντική νίκη του Αγώνα. Αμέσως μετά τη μάχη, ο Κολοκοτρώνης συγκινημένος μίλησε προς τους νικητές και όπως αναφέρει ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του, τους είπε μεταξύ άλλων ότι η ημέρα αυτή πρέπει να καθαγιαστεί με νηστεία όλων και να εορτάζεται η επέτειός της εις «αιώνας αιώνων, έως ου στέκει το έθνος, διότι ήτο η ελευθερία της πατρίδος». Η νίκη στο Βαλτέτσι ενίσχυσε το ηθικό και την αυτοπεποίθηση των Ελλήνων, στοιχεία που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821). Στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης του 1821, στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας συνέβη το εξής περιστατικό. Οι πληρεξούσιοι, όπως έλεγαν τότε τους βουλευτές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, συνεδρίαζαν στα χωράφια και τα περιβόλια, όπως οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Όλοι τους κάθονταν σταυροπόδι, κάτω στο χώμα και μόνον ο Κολοκοτρώνης ήταν σκαρφαλωμένος στη διχάλα μιας λεμονιάς. Κάποτε, λοιπόν, ήθελαν να ψηφίσουν ένα νομοσχέδιο και μερικοί πληρεξούσιοι πρότειναν να κοπεί στο κείμενο του νομοσχεδίου η φράση «εν αυτή». Ο Πρόεδρος της Συνελεύσεως προσπαθούσε να τους πείσει πως δεν ήταν σωστό να περικοπούν οι δύο αυτές λέξεις, η φράση «εν αυτή», γιατί θα αλλοιωνόταν όλο το νόημα του σχετικού άρθρου. Κάποια στιγμή δύο πληρεξούσιοι σηκώθηκαν οργισμένοι από τις «θέσεις» τους και άρχισαν να φωνάζουν προς το προεδρείο: Να κοπεί το «εν αυτή». Ναι, να κοπεί. Το «εν αυτή» να κοπεί οπωσδήποτε, ο άλλος. Όχι, δεν κόβεται το «εν αυτή» και η συνεδρίαση εξελισσόταν σε σύρραξη. Ο Γέρος του Μοριά λαγοκοιμόταν, αφήνοντας τους λογιότατους να ερίζουν, με την ακατανόητη, γι’ αυτόν, στεγνή και τυποποιημένη γλώσσα τους. Ακούγοντας όμως τα λόγια και την φασαρία, πήδηξε μ’ ένα σάλτο κάτω από την λεμονιά και πηγαίνοντας κατ’ ευθείαν προς το προεδρείο, έξαλλος άρχισε να ρωτά: τίνος το αυτί θα κόψετε, ωρέ πατριώτες; Τόσο μεγάλο έγκλημα έκανε ο άνθρωπος. Ντροπή μας Έλληνες. Εμείς αγωνιστήκαμε τόσα χρόνια για να διώξουμε τον τύραννο και τώρα θ’ αρχίσουμε να κόβουμε τα αυτιά του κοσμάκη; Μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο από γέλια, χρειάστηκε να επέμβει ο Πρόεδρος, για να εξηγήσει στον Κολοκοτρώνη ότι παρεξήγησε τα πράγματα. Στο τέλος, βέβαια, κατάλαβε και ο Κολοκοτρώνης την γκάφα του και τους είπε χαμογελώντας: Ε! Καλά δα, δεν είναι και τίποτα σπουδαίο, ωρέ γραμματιζούμενοι. Πώς θέλετε να καταλάβω, εγώ ο σκράπας, τις ελληνικούρες σας. Λέξεις κόψτε όσες θέλετε, αυτιά μια φορά να μην πειράξετε, γιατί θά ’χουμε άσχημα ξεμπερδέματα. Είπα κι εγώ παλάβωσαν οι καλαμαράδες. Τι κόρακα μαθές! Αιωνία του η μνήμη και η ευγνωμοσύνη του έθνους μας στον αθάνατο Γέρο του Μοριά. Να ΄χουμε την ευχή του…

«Φέρετε αυτόν προς Με».

Μελετώντας το ευαγγέλιο της σημερινής ημέρας, είδα στην περίπτωση του νέου που μας παρουσιάζει, το δράμα της νέας γενιάς του καιρού μας. Υπάρχει άραγε κάποιος που διαφωνεί πως οι νέοι σήμερα, πέφτουν πότε στη φωτιά για να καούν και πότε στο νερό για να πνιγούν, όπως ο νέος της ευαγγελικής περικοπής; Πέφτουν και καίγονται στη φωτιά των παγίδων και των προτύπων της εποχής μας. Ρίχνονται στα νερά της απογοήτευσης, ναυαγοί χωρίς ελπίδα. Μεταβάλλονται σε σωματικά και ψυχικά ερείπια από το σύγχρονο «άλλαλο πνεύμα» των ναρκωτικών, στα οποία τους στρέφει η κρίση που διέρχεται ο πολιτισμός μας. Στο όνομα δήθεν της ελευθερίας, ποδοπατούν ιδανικά, αμφισβητούν αξίες. Το πρόβλημα είναι πραγματικά μεγάλο και πολύπλοκο κι αυτό δεν το λέω μόνον εγώ αλλά και οι κοινωνιολόγοι, οι ψυχολόγοι, οι εκπαιδευτικοί, ορισμένοι εκκλησιαστικοί ταγοί, οι οποίοι αναγνωρίζουν το πρόβλημα, αναζητούν κάποια λύση, παίρνουν μέτρα για την περιστολή του. Ωστόσο, η ηθική αρρώστια προχωράει, η κρίση γίνεται όλο και πιο μεγάλη από μέρα σε μέρα και μαζί και η αγωνία για το μέλλον. Όμως, αν αναλύσουμε το ευαγγέλιο σύμφωνα με το παραπάνω περιστατικό, δεν θα δούμε ανάγλυφα μόνο το πρόβλημα. Θα δούμε και τη λύση που είναι η πιο αποτελεσματική στο σημερινό αδιέξοδο. Ποια είναι αυτή; Η απάντηση Του Χριστού στην παράκληση του δυστυχισμένου πατέρα του νέου της περικοπής: «Φέρετε αυτόν προς Με». Μέσα σ' αυτές τις τέσσερις λέξεις, βρίσκεται η λύση του προβλήματος. Πρίν πλησιάσει Τον Χριστό πολλές πόρτες είχε χτυπήσει ο συγκεκριμένος πατέρας ζητώντας βοήθεια. Άπειρα μέσα είχε μεταχειριστεί για να χαρίσει την υγεία στον γιό του, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μόλις όμως εκτελεί την παραγγελία που του δίνει ο Χριστός και οδηγεί σ' Εκείνον το παιδί του, βρίσκει αυτό που τόσα χρόνια αναζητούσε. Ο νεός θεραπεύεται, γίνεται καινούργιος άνθρωπος! «Φέρετε αυτούς προς με», λέει και σήμερα για τους νέους ο Χριστός, σε γονείς, αρχιερείς, πνευματικούς, κατηχητές, παιδαγωγούς. «Βοηθήστε τους να με συναντήσουν». Είναι αλήθεια πως μέχρι τώρα, ως κοινωνία, δοκιμάσαμε όλα τα μέσα για να σώσουμε τη νεότητα. Μεταρρυθμίσαμε τα εκπαιδευτικά μας συστήματα. Προσφέραμε το μεγαλύτερο μέρος των κόπως μας για να τους εξασφαλίσουμε άνετη ζωή, επιστημονική και τεχνική κατάρτιση. Γιατί δεν δοκιμάζουμε την υπόδειξη Του Χριστού; Είναι σαφώς πιο δύσκολο το έργο. Πιο δύσκολο από κάθε άλλο που μέχρι σήμερα επιχειρήσαμε. Απαιτεί προσπάθειες, αγώνες, θυσίες. Για να φέρουμε τους νέους κοντά στον Χριστό, βασική προϋπόθεση είναι να ζούμε εμείς κοντά Του. Η αλήθεια, η αγάπη, η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η ελευθερία, να είναι τα γνωρίσματα της κοινωνίας μας. Μόνον έτσι θα πείσουμε τους νέους ανθρώπους ότι αυτές οι αξίες είναι δώρα που ο Χριστός προσφέρει σ' όσους Τον συναντούν και θα τους αποκαλύψουμε όλους αυτούς τους τυχοδιώκτες που τις καπηλεύονται και τις χρησιμοποιούν ως δολώματα για να τους παρασύρουν στην καταστροφή. Ένα πλησίασμα Του Χριστού, είναι πρώτα θέμα αγωγής, διδαχής, καλλιέργειας. Όμως, πολύ περισσότερο, είναι υπόθεση παραδείγματος. Απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε αγωγής είναι το παράδειγμα. Χωρίς αυτό και η καλύτερη αγωγή καταντά ματαιοπονία. Ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της Αναγέννησης, ο Φραγκίσκος Βάκων, έλεγε: «Όποιος δίνει καλή συμβουλή χτίζει με το ένα χέρι. Όποιος δίνει καλή συμβουλή και κακό παράδειγμα με το ένα χέρι χτίζει και με το άλλο γκρεμίζει. Όποιος δίνει καλή συμβουλή και καλό παράδειγμα, χτίζει και με τα δύο χέρια». Γι' αυτό ήρθε η ώρα να πούμε πως για τη σημερινή κρίση της νέας γενιάς, εμείς, με πρώτον απ' όλους εμένα, είμαστε οι κυρίως υπέυθυνοι. Απομακρύναμε τον Θεό από τη ζωή και τις επιδιώξεις μας. Τον απαρνηθήκαμε, Τον προδώσαμε. Έτσι οι επόμενες από εμάς γενιές, γεννήθηκαν μακριά Του. Δεν Τον είδαν στο παράδειγμά μας. Και στις περιπτώσεις ακόμα που τους προσφέραμε την γεύση Του, ήταν μια γεύση στυφή, γεμάτη απαγορεύσεις. Ο Θεός που τους προβάλλαμε ήταν φτιαγμένος στα δικά μας μέτρα, ντυμένος με τις δικές μας φιλοδοξίες και δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Εμείς, με τα χέρια μας, δημιουργήσαμε το σημερινό θλιβερό κατάντημα. Είπαμε στα νέα παιδιά, πιο πολύ με τα έργα μας παρά με τα λόγια μας, πως ο άνθρωπος είναι μόνον ύλη και μόλις κλείσει τα μάτια του σ' αυτόν τον κόσμο, γίνεται χώμα, δεν μένει τίποτα απ' αυτόν και με θαυμαστή συνέπεια υιοθέτησαν ως βιοθεωρία το μηδενισμό. Τα κάναμε να νομίζουν πως η πίστη στον Θεό είναι ένα όμορφο κατασκεύασμα για να δίνει θάρρος στους δειλούς κι εκείνα, επειδή ακριβώς δεν ήθελαν να χαρακτηρίζονται από δειλία αλλά από γενναιότητα, γκρέμισαν την αξία της Πίστεώς μας από τα αιώνια βάθρα του Γένους μας και ποδοπάτησαν την ηθική ως «ταμπού του κατεστημένου». Πληρώνουμε τώρα τις συνέπειες. Θρηνούμε πάνω από ερείπια. Αγωνιούμε πάνω από ψυχές-ηφαίστεια έτοιμα να εκραγούν. Όμως ποτέ δεν είναι αργά. Μπορούμε από σήμερα ν' αρχίσουμε ό,τι δεν κάναμε στο παρελθόν. Το πλησίασμα Του Θεού να γίνει η συνισταμένη των φροντίδων και των προσπάθειών μας για τα νέα παιδιά. Να είμαστε βέβαιοι πως θα γίνουμε δημιουργοί ενός καινούργιου κόσμου, «όμορφου, αγγελικά πλασμένου», αν πλησιάζοντας πρώτα εμείς Τον Θεό, μπορέσουμε να Του απαντήσουμε: «Κύριε, φέραμε κοντά Σου τα νιάτα!».

Τραβώντας τα γιαταγάνια τους συνέτριψαν τίς ἁλυσίδες τεσσάρων αἰώνων.

Ἦταν σὰν νὰ τοὺς ἔκοψε κάποιος ἀπὸ τοὺς βράχους τοῦ Ὀλύμπου, ἢ σὰν νὰ ξέμειναν ἀπὸ τὴ μυθικὴ ἐκείνη Τιτανομαχία. Ἢ μήπως ξέφυγαν τάχα μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς Ὁμηρικῆς Ἰλιάδας καὶ ἐμφανίστηκαν χιλιάδες χρόνια ἀργότερα; Ὁ Μακρυγιάννης θὰ ἔλεγε: «Τοὺς ἔστειλες ἐσύ, Λεωνίδα»! Ὁ καθένας τους ἕνας μύθος! Ἄδραξαν τὸ σπαθὶ καὶ τὸ ντουφέκι, καὶ ρίχτηκαν μέσα στοὺς καπνούς. Δὲν τὸν φοβήθηκαν τὸν θάνατο ποτέ. Ἀντίθετα, τὸν προκαλοῦσαν· στὴν ἐπέλασή του τοῦ ᾿δειχναν τὰ μαρμαρένια ἁλώνια. Τὸ φρόνημά τους ἄκαμπτο σὰν γρανίτης. Νάτο: Ἦταν Ἰούλιος τοῦ 1823 κι ὁ Μάρκος Μπότσαρης, προχωρώντας πρὸς τὸ Καρπενήσι γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν Μουσταὴ πασὰ τῆς Σκόδρας, πέρασε ἀπ᾿ τὸ Μοναστήρι τοῦ Προυσσοῦ. Μπῆκε στὴν ἐκκλησιά, προσευχήθηκε, καὶ στὴν πόρτα βγαίνοντας συναντᾶ ἕναν καλόγερο. Τοῦ δίνει μερικὰ νομίσματα καὶ τοῦ λέει: –Πάρ᾿ τα, καλόγερε, νὰ τὰ μοιράσεις στοὺς φτωχούς, γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Μάρκου Μπότσαρη. –Τί; πέθανε ὁ Μάρκος; τὸν ρωτάει ξαφνιασμένος ὁ καλόγερος, ποὺ εἶχε ἀκούσει τόσα γι’ αὐτόν, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν γνωρίζει. –Ὄχι, δὲν πέθανε, πηγαίνει ὅμως νὰ πεθάνει, τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Μάρκος. Ὁ Κωνσταντίνος Κανάρης, ὅταν ρωτήθηκε πῶς τόλμησε νὰ πάει νὰ κάψει τὴ ναυαρχίδα τοῦ Καρᾶ Ἀλῆ, ἀπάντησε: Εἶπα στὸν ἑαυτό μου: –Κωνσταντή, θὰ πεθάνεις! Ἔτσι πορεύονταν πρὸς τὸν θάνατο! Ἡρωικοί! Κι ἂν πέθαναν, δὲν πέθαναν. Ἦταν ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τῶν ἀθανάτων. Κι ὅταν σκοτώνονταν, βροντοφωνοῦσαν «Ἐλευθερία ἢ θάνατος»! Γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς θάνατος ἦταν ἡ σκλαβιά. Ζωή τους καὶ χαρά τους ἡ Λευτεριά. Ἀπὸ τόπο σὲ τόπο κι ἀπὸ κορφὴ σὲ κορφὴ κρυφομιλοῦσαν νύχτα καὶ μέρα μαζί της. Ἄκουγαν τὴ φωνή της παντοῦ· στὶς ράχες, στὰ βουνά, στὶς ρεματιές, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσαν στὶς πιὸ ἀπόκρημνες σπηλιές. Ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ὁρκίζονταν πίστη στὸν παντοτινὸ Ἀρχηγό τους, τὸν Μαρμαρωμένο Βασιλιά. Καρτεροῦσαν τὴν ὥρα ποὺ Ἐκείνη ‒ ἡ Λευτεριά – θὰ τὸν ξυπνοῦσε. Κι ὅταν εἶδαν τὴν κόψη τοῦ σπαθιοῦ της ν᾿ ἀστράφτει ἀντίκρυ στὸν ἥλιο, καὶ τὸ βλέμμα της νὰ μετράει τὴ γῆ μὲ βιάση, τινάχτηκαν ὀρθοί. Ἀνέμισαν τὴ σημαία της, εὐλόγησαν στὶς ἐκκλησιὲς τὰ ἄρματά τους, ἔκαναν τὸν σταυρό τους καὶ τὴν ἀκολούθησαν. Ἀπὸ τὴν Ἅγια Λαύρα στὸ Βαλτέτσι, κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ στὸ Σούλι καὶ στὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς. Στὴν Ἀλαμάνα, στὸ Μεσολόγγι, στὰ Δερβενάκια, στὴν Τριπολιτσά. Βῆμα τὸ βῆμα περπατοῦσαν μαζί της τὴ σκλαβωμένη γῆ. Κι ὅπου πατοῦσαν, ἄναβε φωτιὰ ἡ Λευτεριὰ κι ἔλαμπε ἡ μορφή της μὲ φῶς ὑπερκόσμιο. Δὲν ἦταν ὑπεράνθρωποι. Ἄνθρωποι ἦταν. Μὲ ἀδυναμίες ὅπως ὅλοι μας. Κάποιοι μὲ πολλές. Καὶ ἄλλοι μὲ πολὺ μεγάλες. Ὅλοι τους ὅμως μὲ ἀπόφαση θανάτου. Μὲ τὴ λαχτάρα νὰ δοῦν τὴ βασίλισσα τῆς καρδιᾶς τους Λευτεριὰ νὰ βασιλεύει ἀπ᾿ ἄκρου σ᾿ ἄκρο στὴ γῆ ποὺ τὴ γέννησε. Αὐτὴ ἡ ἀπόφαση κι αὐτὴ ἡ λαχτάρα τοὺς ἔκανε νὰ ξεπερνοῦν τὶς ἀδυναμίες τους, νὰ ὑπερβαίνουν τὸν συνηθισμένο ἑαυτό τους, νὰ ὑψώνονται σὲ κόσμους οὐράνιους, νὰ ἀνεβαίνουν σὲ ὕψη δυσθεώρητα. Λόγιαζαν τὸν ἑαυτό τους ἀπεσταλμένο τοῦ Χριστοῦ νὰ ξαναδώσουν στὶς ἐκκλησιές Του τὴν παλιά τους λαμπρότητα, νὰ σταματήσουν τοὺς βίαιους ἐξισλαμισμούς, τὴν ἐφιαλτικὴ τυραννία τῶν ἀγροίκων κατακτητῶν. Λογιάστηκαν ἀγαπημένα παιδιὰ τῆς Παναγιᾶς. Στὴν ἀγκαλιά της ἀκουμποῦσαν τοὺς πόνους, τὶς θλίψεις, τὶς ἀγωνίες τους. Ἔπραξαν τὸ χρέος τους. Τραβώντας τὰ γιαταγάνια τους συνέτριψαν τὶς ἁλυσίδες τεσσάρων αἰώνων. Παρέδωσαν ἐλεύθερη πατρίδα. Μὲ τὸ στόμα τοῦ μεγάλου Κολοκοτρώνη στὶς 8 Νοεμβρίου τοῦ 1838 στὴν Πνύκα ἄφησαν σὲ ὅλους ἐμᾶς τὴν αἰώνια παρακαταθήκη τους: «Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴ στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἄρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος... Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἐμεῖς ἐλευθερώσαμε». Δυὸ αἰῶνες μετὰ ὁ λόγος τοῦ κορυφαίου τῶν Τιτάνων παραμένει περισσότερο ἐπίκαιρος ἀπὸ ποτέ. ''Ο ΣΩΤΗΡ'' 2217

«Ιδε, θύγατερ, ἄκουσον, θύγατερ», «πρόσεξε, από εσένα εξαρτιόμαστε».

«...ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου·...» (44,11 Ψαλμος) Δηλαδή, «άκουσε, ω θυγατέρα, και πρόσεξε και κάνε έτσι το αυτί σου να ακούσεις»! Περίφημο. Λέγει ο Μέγας Βασίλειος ότι αυτό το «θύγατερ» ανήκει στον Δαβίδ· που συμβουλεύει μυστικά τη μακρινή του εκείνη απόγονο, δηλαδή τη Θεοτόκο Μαρία, τη μακρινή του εκείνη θυγατέρα- απέχει δε χίλια χρόνια- όταν της λέγει ότι «εσύ είσαι θυγατέρα μου, διότι είσαι εκ του σπέρματός μου». Λοιπόν, πρόσεξε, να έχεις γυμνασμένο τον νου σου προς θεωρίαν! Εκείνο το «ἴδε», κοίταξε, θα πει «να έχεις θεωρία»· ώστε όταν έχεις αυτήν την πνευματική θεωρία να μπορέσεις να αποδεχτείς την πρόταση που θα σου κάνει ο αρχάγγελος Γαβριήλ, για το μεγάλο εκείνο θέμα, που εμένα ο Θεός μού ορκίστηκε ότι θα μου το δώσει. Ότι θα έρθει ο Μεσσίας. Ακόμη ο Μέγας Αθανάσιος γράφει ότι εκείνο το «ἄκουσον» αναφέρεται πάλι στη Θεοτόκο και πάλι μυστικά συμβουλεύει ο Δαβίδ τη μακρινή του απόγονο να υπακούσει στο θέλημα του Πατρός, για να γίνει η μητέρα του Θεού Λόγου, κατά το ανθρώπινον. Ως να λέγει ο Δαβίδ στη Θεοτόκο τη Μαρία: «Πρόσεξε, παιδί μου, πρόσεξε, να ζεις τη θεωρία του Θεού και να είσαι υπάκουος στον Θεό, διότι αλίμονό μου, αλίμονό μας· αν δεν ακούσεις, δε θα έρθει ο Μεσσίας στον κόσμο». Όλη η υφήλιος, όλη η ιστορία, και ο Αδάμ και η Εύα, όλοι οι απόγονοί του κρεμάστηκαν από τη Μαρία! Αν έπρεπε να το βλέπαμε αυτό κατά έναν οπτικό τρόπο, θα βλέπαμε τούτο: ότι η ανθρωπότητα ολόκληρη είχε πιασμένη την αναπνοή της σε ένα πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο θα σταθεί σωστό; Εμείς δε σταθήκαμε σωστοί. Ούτε ο Αδάμ, ούτε η Εύα, ούτε ο Δαβίδ, κανείς. Κανείς! Ποιο θα είναι το πρόσωπο εκείνο που θα σταθεί σωστό, απόλυτα σωστό, που να φέρει τον Μεσσία στον κόσμο; Γι’ αυτό λοιπόν, βλέπουμε μία αγωνιώδη φροντίδα του Δαβίδ, μα και ολοκλήρου της ανθρωπότητας, γύρω από το θέμα αυτό. «ἴδε, θύγατερ, ἄκουσον, θύγατερ», «πρόσεξε, από εσένα εξαρτιόμαστε».

Τέτοιας εὐλογίας παιδιὰ ἦταν καί ἐκεῖνα πού ἄφησε πίσω του ὁ μεγαλόψυχος Μάρκος Μπότσαρης

Αἰῶνες βάστηξε ἡ Πατρίδα τὸν τυραννικὸ ζυγό. Ὅμως. Δὲν ταίριαζε στὴν τιμὴ τῶν παλληκαριῶν νὰ βλέπουν λύκους νὰ φωλιάζουν στὶς ἐκκλησιὲς, νὰ μετατρέπουν μοναστήρια σὲ ἀχούρια ἀλόγων. Μήτε ν' ἁρπάζουν τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸν κόρφο τῆς μάνας τους. Ἀνθρώπους νὰ ἐξαγοράζουν τὸ κεφάλι τους μὲ τὸ χαράτσι. Δὲν ἄντεχαν ἄλλο οἱ Ἕλληνες νὰ ζοῦν ζωὴ χειρότερη τῶν πλέον ντροπιασμένων σκλάβων. Τέτοιες ἡμέρες τοῦ 21 ἦταν ὅταν οἱ Ἕλληνες ἔπαιρναν τ' ἅρματα. Ὑπῆρξαν βεβαίως κι ἐκεῖνοι πού, ἐνῶ εἶχαν κάθε εὐκολία νὰ πολεμήσουν, εἴτε δείλιασαν, εἴτε πρόδωσαν τ' ἀδέλφια τους. Ὁ Σηκωμὸς ἔγινε γιὰ τοὺς τόπους τῶν γονέων μας. Γιὰ τὴν Πίστη ἐκείνων, γιὰ τὴν Πίστη τὴν δικὴ μας καὶ γιὰ τὴν Πίστη τῶν παιδιῶν μας. Μέσα στὸν Ἀγῶνα ἔγιναν φοβερές ἀνδραγαθίες. Μανάδες γέννησαν κι ἀνέστησαν παιδιὰ μέσα στὸ ἀνήλιο τὸ σκοτάδι. Τέτοιας εὐλογίας παιδιὰ ἦταν καὶ ἐκεῖνα πού ἄφησε πίσω του ὁ μεγαλόψυχος Μάρκος Μπότσαρης. Ὅταν ἡ Μάρκαινα ἔμαθε τὸν θάνατο τοῦ ἥρωά της, ἔτυχε νὰ χτενίζει τὰ μαλλάκια τοῦ γιοῦ τους. Ἦταν ἀγόρι ἀκόμη, ἕνδεκα ἐτῶν. Κι ἀρχίζει νὰ μοιρολογεῖ τὸν χαμένο της Μάρκο. Ὁ Δημητράκης δὲν τὴν ἄφησε νὰ κλάψει. Γυρίζει μὲ θάρρος καὶ τῆς λέει. - Ὁ πατέρας σκοτώθηκε γιὰ τὴν Πατρίδα. Ἡ ψυχὴ του πάει στὸν Παράδεισο. Μὴν κλαῖς Μάνα!Βγάλε τὰ μαῦρα κι ἄφησέ με νὰ πάω στὸν θεῖο μου. Θέλω νὰ πολεμήσω στὸ πλευρὸ του. Δῶσε μου ἕνα ἄλογο. Δῶσε μου κι ἅρματα. Μπορῶ νὰ τὰ κρατάω! Θέλω νὰ πάρω πίσω τὸ αἷμα τοῦ πατέρα! Παιδὶ ἀναστημένο ἀπ' τὴν ὀρφάνια, διδάχθηκε πολλὰ ἀπὸ τὸν τέλειο ἔπαινο τοῦ πατρὸς του. Ἀπὸ πέντε γενεὲς κατέβαινε σ' ἐκεῖνον τὸ Καπετανάτο. Ὅταν στὰ παλληκάρια ἀνταμώνει ἡ παλληκαριὰ μὲ τὰ γράμματα, ἀναγεννᾶται ἡ Ἐλπίδα. Ὁ Δημήτρης Μπότσαρης διδάχθηκε καὶ τ' ἅρματα καὶ τὴν ἀρετή. Σπούδασε στὴν Εὐρώπη καὶ ἀνδρώθηκε σὲ σπουδαῖο ἀξιωματικό. Ἔγινε σπάνιος ἄνθρωπος. Τὸ 1862, ὡς ὑπουργὸς τῶν ἀξιωματικῶν, ἀπέκτησε τὸ προσωνύμιο "ὑπουργὸς τοῦ αἵματος". Ὁ γιὸς τοῦ Μάρκου κράτησε τὸν Ὅρκο. Φίλτατε Ἀναγνώστη. Δοκιμὴ τῶν ἀληθινῶν ἀνθρώπων παραμένει ὁ Ἀγῶνας. Εἴμαστε κληρονόμοι ἐκείνων ποὺ ἔτρεμαν οἱ λόγγοι καὶ τὰ βουνὰ στὸ ὄνομά τους. Τέτοιων προγόνων κληρονόμοι εἴμαστε. Πατρίδα μας παραμένει ἡ Ἐλευθερία ὑπὲρ τῆς ὁποίας θυσίασαν τὸ πᾶν. Σειρὰ μας νὰ δώσουμε τὸν Μέγα Ὅρκο. Λέει ὁ Ποιητής. Ὄχι ποῦ πᾶμε πιά, ἀλλὰ ἀπὸ ποῦθε κινήσαμε·αὐτὸ σήμερα βαραίνει γιὰ μᾶς. Ἡ Ἱερότητα τοῦ Σκοποῦ μετουσιώνει τὸ Ὑπὲρ Πατρίδος σὲ πράξη. Πράξη βαθύτατα πολιτική, μὲ ἀκρίβεια ἠθική. Υἱοὺς παίδευε.