Ένα άγνωστο θαύμα της Παναγίας της Παρηγορήτισσας στην τουρκοκρατούμενη Άρτα «εν έτει 1628 »

Τα γεγονότα της διήγησης του πρώτου μέρους είναι σε γενικές γραμμές τα εξής: Σε ένα ορεινό μεγαλοχώρι της Άρτας στην εποχή της Τουρκοκρατίας γινόταν παιδομάζωμα. Ο Λάμπρος, ο μικρότερος γιος της Νάσαινας έφυγε από το χωριό προκειμένου να αποφύγει την απαγωγή από τους Τούρκους. Ήδη τα μεγαλύτερα αδέλφια του, ο Πάνος και ο Φώτος είχαν απαχθεί παλιότερα και ό ένας εξ αυτών ο Πάνος ήταν ήδη ο γενίτσαρος Ισμέτ. Αυτό το γεγονός ο Λάμπρος, ως μικρότερος δεν το γνώριζε. Προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, ο Λάμπρος κρύφτηκε σε μια ρεματιά. Μια μέρα, περνούσε από το μέρος εκείνο ένας Αρτινός μεγαλέμπορος, ο γέρο-Γιαννούσος και σε συμπλοκή με ομάδα Τούρκων γενίτσαρων έχασε ένα πουγγί με χρυσά φλουριά. Τοπουγγί το βρήκε ο Λάμπρος και τα παρέδωσε στον έμπορο στην Άρτα. Αυτός, για να τον ευχαριστήσει, τον έκανε υπάλληλο στο μπακάλικο του γιού του, του κυρ-Ευθύμη, κοντά στην Παρηγορήτισσα. Ο Λάμπρος στη συνέχεια γνωρίστηκε με τον Ζαννή, υπηρέτη ενός Ιταλού επιχειρηματία, του σινιόρ Αλφρέδου που έμεινε στην Άρτα. Αυτός του πρότεινε να τον σπουδάσει στην Ιταλία, γεγονός που χαροποίησε πολύ τον Λάμπρο. Εν τω μεταξύ ο Λάμπρος ενημέρωσε με γράμμα τη μάνα και τις αδελφές του για το πού βρίσκεται και εργάζεται. Τα σχετικά τα έμαθε και μια Τουρκάλα γειτόνισσα η Ινζλού, που κρυφάκουσε και η οποία πήγε στη συνέχεια στα Γιάννενα, για να αποκαλύψει που βρίσκεται ο Λάμπρος που δραπέτευσε από το παιδομάζωμα. Προκειμένου να ενημερώσει τον Λάμπρο για τα γεγονότα αυτά και για να τον προφυλάξει αποφάσισε η μητέρα του η Νάσαινα να έλθει στην Άρτα να τον βρει. Ήταν Αύγουστος του 1628 και πλησίαζε η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου. Η εξαφάνιση Στο μεταξύ η Τουρκάλα Ινζλού, η γειτόνισσα της Νάσαινας, που κρυφακούοντας έμαθε τα σχετικά με τον Λάμπρο, κίνησε για τα Γιάννενα.Εκείνη την εποχή, είχε σταλεί από τον φοβερό Σουλτάνο Μουράτ τον Δ στον πασά των Ιωαννίνων ένας γεροδεμένος γενίτσαρος, ο Ισμέτ. Πιστός στη δούλεψη του Σουλτάνου μισούσε θανάσιμα τους γκιαούρηδες, που τον Αλλάχ και το κοράνι δεν σέβονταν,που τον σουλτάνο δεν προσκυνούσαν με την καρδιά τους. Αυτός γύριζε και επιθεωρούσε τα γύρω χωριά. Αυτόν συνάντησε η Ινζλού και του μίλησε για τον Λάμπρο, που είχε ξεφύγει από το παιδομάζωμα και δουλεύει τώρα στην Άρτα. Φάνηκε να φχαριστιέται παράξενα ο Γενίτσαρος και αποφάσισε μόνος του να πάει στην Άρτα.Εκεί είχε ανθρώπους να τον βοηθήσουν να εξαφανίσουν το γκιαουρόπουλο που μέσα από τα χέρια τους είχε ξεγλιστρήσει και να σβήσει την ντροπή… Ξεκίνησε… Σαν βρέθηκε όμως ξέμακρα από την πόλη μέσα σε λαγκαδιές και ράχες, με συντροφιά μονάχη των πουλιών τα πετάγματα και το σάλεμα των δένδρων, ξεδιπλώθηκε μέσα του μια επιθυμία μυστική.. Κείνο το φώναγμα του γέρου καβαλάρη «Παναγία μου Παρηγορήτισσα..», τότε με τα φορτωμένα μουλάρια σαν είδε τη σπάθα του να κινείται, του χώθηκε κοφτερά στην καρδιά του. Δεν την είχε ξανακούσει ποτέ αυτή τη λέξη για την Παναγιά, εκεί στην Πόλη που όλα τα χρόνια είχε ζήσει.Τούτη την προσευχή δεν την είχε ποτέ διαβάσει. Και όμως μόλις έβγαλε τη φωνή ο γέρος, κάτι σάλεψε βαθιά του, κάτι τον τάραξε σύγκορμο και του΄λυσε τα γόνατα. Του φάνηκε πως την ήξερε, πως την είχε βαθιά στη θύμησή του θαμμένη και εκείνη τη στιγμή ξεπετάχτηκε ζωντανή, βγαλμένη όχι από γέρου στόμα, μα από νέας γυναίκας φωνή. Πολέμησε να λησμονήσει και τον γέρο και το φώναγμα, αλλά εκείνο δεν σταμάτησε να τον κεντάει στη θύμηση, να φτάνει γλυκό και απόμακρο, παράκληση γεμάτο «Παναγία μου Παρηγορήτισσα…» …Ήταν σίγουρος πως κάποτε παλιά το είχε ακουσμένο…Πότε όμως και από ποια; Από τη βεζύραινα μάνα του; Αδύνατο. Αλλά από ποια; Εκείνη η Τούρκισσα,που έφτασε το γραικόπουλο να προδώσει από το μεγαλοχώρι, του φύτεψε την κρυφή επιθυμία, του ανάδεψε τους λογισμούς… Δουλεύει κάπου κει σιμά στην Παρηγορήτισσα!!! Χάρηκε στη λέξη ο Ισμέτ και πήρε την απόφαση να πάει να βρει το παιδί και την Παρηγορήτισσα, σπρωγμένος από την επιθυμία του μη σε κείνον τον τόπο βρισκόταν κάποια απόκριση στην έγνοια του… Σαν έφτασε στην Άρτα, ξεπέζεψε σε χάνι απόμερο, άλλαξε φορεσιά,υπόνοια να μην δώσει και σαν ξαπόστασε, ρώτησε για την εκκλησιά της Παρηγορήτισσας. Ήταν κατακαλόκαιρο απομεσήμερο και η κάψα ξερόκαιγε τα πλακόστρωτα καντούνια και τα κλεισμένα σπίτια… Ο Φώτος καθισμένος σε σκαμνί στο ραφτάδικο του κυρ-Στεφανή και με ακουμπισμένο το πονεμένο πόδι του σε ένα σακούλι με καλαμποκόφυλλα έκοβε με μεγάλο ψαλίδι τα λαγγιόλια μιας φουστανέλλας… Ξαφνικά φόβος τον ζύγωσε. Άκουσε σιγόσυρτη φωνή, που κάποιον αναζητούσε σε κοντινά κατώφλια κάποιο Λάμπρο παραγιό. Δίχως να περιμένει περισσότερο, άρπαξε τις μαγκούρες του και με δυσκολία κίνησε για το πίσω μέρος του μαγαζιού, που έβλεπε στου Λάμπρου την κάμαρα. Σιγοσφύριξε, φώναξε, χτύπησε με ένα ξύλο. Στο χτύπημα βγήκε στο πάνω χαγιάτι ο κυρ- Ευθύμης και του΄πε αγριεμένος πως ο Λάμπρος ήταν φευγάτος από το πρωϊ…Γύρισε ο Φώτος στο ραφτάδικο να συνεχίσει τη δουλειά του. Κοίταξε δεξιά-ζερβά στο καντούνι και καθώς τον ξένο δεν αντίκρυσε, συνέχισε τη δουλειά του. Ο Ισμέτ γυρόφερνε στης Άρτας τους μαχαλάδες, έκανε τάχα πως παζάρευε κάτι να αγοράσει, έπιανε κουβέντα με ντόπιους και κυρές, έφτασε στης Παρηγορήτισσας τον αυλόγυρο. Διάβηκε τη θύρα. Όχι, ποτέ δεν είχε ειδομένη τούτη την εκκλησιά. Καμμιά θύμηση δεν σάλεψε μέσα του στο αντίκρυσμά της. Είχε λαθέψει που λογίστηκε πως κάτι ήταν δεμένο με του λόγου του και της Παρηγορήτισσας το όνομα…Κείνο που ένιωσε ήταν της λύσσας το φούντωμα, σαν πείστηκε πως το γκιαουρόπουλοτου΄χε ξανά ξεγλιστρήσει. Ρώτημα με ρώτημα έμαθε για του κυρ-Ευθύμη τον παραγιό που ήταν φευγάτος άξαφνα,δίχως να ξέρει κανένας που βρισκόταν. Γύρισε στο χάνι κι έβγαλε χαρτί,μήνυμα να στείλει ανθρώπους, που είχε στις διαταγές του να φτάσουν για παιδομάζωμα και σε τούτη την πόλη της Παναγιάς ανήμερα (15Αυγουστο).Αν ένα γλύτωνε, εκατό θα πληρώναν τώρα. Η φτερούγα της μάνας Στο μεταξύ η Νάσαινα, όπως είπαμε,είχε πάρει την απόφαση, να πάει να βρει στην Άρτα τον γιό της Λάμπρο, για να τον προστατέψει από την προδοσία της Τουρκάλας Ινζλού. Ετοιμάστηκε και ζύμωσε και πρόσφορα. Μια και θα βρισκόταν στην Άρτα, θα τα πήγαινε στην Παναγία την Παρηγορήτισσα ευλαβική προσφορά, σαν και παλιά στα νιάτα της. «Με το ροδοφώτισμα της αυγής κίνησε η λεβεντόκαρδη μάννα ακόπιαστη, φτερούγα να απλώσει την έγνοια της στο στερνοπαίδι που κινδύνευε ξανά. Δεν λογάριασε δρόμο, δεν λογίστηκε δίψα, δεν πεθύμησε ξαπόσταση. Να φτάσει μονάχα ήθελε, να προκάμει, πριν τον ξάφνιαζε του άπιστου η απειλή. Σκίρτημα βαθύ της ανέκοψε για λίγο τον βηματισμότης, θόλωσε η ματιά, σαν απόμακρα αντίκρυσε, φτάνοντας, της Παρηγορήτισσας τους τρούλους. Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Άρτα, με τη δική της σκέψη και παρηγοριά είχε περασμένους της ζωής της τους πόνους, είχε βρει δύναμη στις ώρες τις πικρές. Κι από τη δική της Χάρη θε να΄ταν που αντάμωσε τον Λάμπρο της τώρα πέρα στο ποτάμι μονάχο,δίχως μάτι να τους δει και δώσει λογαριασμό. Φτερούγισε το παιδί στο αντίκρυσμά της, πετάχτηκε και ρίχτηκε στο λαιμό της φουντωμένο από χαράς κοκκίνισμα…Πνίγηκε εκείνη στα δάκρυα…Είπαν κι είπαν -πόσα είχαν να πουν-πίσω από τις ψηλές καλαμιές και τελευταίο κράτησε η Νάσαινα το λόγο του ερχομού της. Πύρωσαν πιότερο του αγοριού τα μάγουλα, άστραψαν ξανά τα μάτια του, όμοια με εκείνο το πρώτο βράδυ….» Θα φύγω ξανά μάννα.. Όμοια που με φύλαξε ίσαμε τώρα ο Θεός, θε να με φυλάξει κι από ‘δω και πέρα… Τούρκος εγώ δεν γίνομαι»,είπε ο Λάμπρος. Κατάπιε το λυγμό η μάννα, έσφιξε το κεφάλι του στην αγκαλιά της και τον γέμισε με χίλιες ευχές.Όμως, δεν ήταν πρεπούμενο καιρό να χάνουν. Δώσανε ξανά συνάντηση σε απόμερο τόπο και ο Λάμπρος κίνησε τρεχάτος για την κάμαρά του. Μονάχα τον κυρ-Γιαννούσο βρήκε, τον χαιρέτησε, πήρε τον τορβά με τα λιγοστά πράματά του και το θησαυρό του το Ψαλτήρι και βγήκε από την πίσω αυλή, δίχως άλλος να τον πάρει χαμπάρι. Των ραγιάδων καταφυγή το Μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς, σε όλες τις δύσκολες ώρες, στάθηκε για τηΝάσαινα στέγη και ξαπόσταση διπλή. Έμεινε δύο μέρες ακόμα το παιδί να ξανανταμώσει, να δει τι θα απογινόταν με της Τούρκισσας τις φοβέρες. Μα, ήθελε και να βρεθεί στης Παναγιάς το πανηγύρι στην Παρηγορήτισσα. Την ημέρα του Ευαγγελισμού γιορτάζει η εκκλησία αυτή. Μα και τον μήνα Αύγουστο,αφού ήταν στ΄ όνομά της πανηγύριζε. Είχε δοσμένη την προσφορά της και είχε νηστέψει όλες τις μέρες για να μεταλάβει. Με το σκόλασμα θα κινούσε για τον τόπο της. Στο μεταξύ ξανασυναντήθηκε με τον Λάμπρο μυστικά στα ξεροχώραφα και κανόνισαν νεότερη συνάντηση στο πανηγύρι της Παρηγορήτισσας. Έφτασε και η γιορτή του 15 Αυγουστου. Με κατεβασμένη χαμηλά την κεφαλοδεσιά η Νάσαινα στάθηκε σιμά στη θύρα της εκκλησίας το παιδί προσμένοντας. Λίγο πιο πέρα στα δεξιά έστεκε ο Φώτος έχοντας το πονεμένο πόδι του σε πεσμένο μαρμάρινο στύλο… Οι ψαλμωδίες φτάνανε έξω καθαρά και του λιβανιού η μυρωδιά ανεβαίνοντας στον Παντοκράτορα και τη Δέσποινα του κόσμου, έμοιαζε με των ραγιάδων τις προσευχές, που στο καμίνι μέσα του πόνου θυμιατού ξεχύναν ευωδία. Από το σπαθί του Γενίτσαρου Κάποια στιγμή, άκουσε η Νάσαινα έξω από το ριγμένο μαντρότοιχο του αυλόγηρου της εκκλησιάς τρεχαλητό άγριο και στράφηκε τρομαγμένη. Σαν ελάφι γοργοπόδαρο φάνηκε να πετιέται ο Λάμπρος από το χάλασμα και να χάνεται μέσα στα ρημαγμένα κελιά. Πίσω του ψηλός γιγαντωμένος, άγριος γενίτσαρος με σπάθες και γιαταγάνι με την ίδια γρηγοράδα τον κυνήγησε, θηρίο σωστό.Έβγαλε πνιχτή φωνή η μάνα και ρίχτηκε με απλωμένα χέρια στην ίδια μεριά, για να προλάβουν και γλυτώσουν το παιδί από του τύραννου το σπαθί. Είδε και ο Φώτος και τον πόνο αψηφώντας κίνησε γοργά να της παρασταθεί, όσον του δυνόταν. Πού βρισκόταν ο Λάμπρος και τώρα ξαναφάνηκε; Συγγένισσα του ή μάνα του ήταν αυτή η λεβεντογυναίκα που σπάραξε σαν είδε το κυνήγημά του; Έφτασε λίγο πιο ύστερα από κείνη στο ακρινό κελί, που φαινόταν πάλη να γίνεται. Ματωμένη αντίκρυσε πρώτα της σπάθας την άκρη, αλλά ο Λάμπρος δεν φαινόταν.Λύθηκε από τον πόνο ο Φώτος για τον Λάμπρο που χανόταν,δακρύσανε τα μάτια του στην καυτή ικεσία, βλέποντας τη σπάθα να κατεβαίνει ξανά. Μα, ξάφνου, σπαθί αρχαγγέλου που τη σταμάτησε γίνηκε της γυναίκας η φωνή «ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑ!!!!»Ο γενίτσαρος ξέμεινε με ακούνητο το σπαθί, έτσι στραμμένος, που ήταν απάνω στο πεσμένο παιδί και γύρισε συνταραγμένος και κοίταξε με ολάνοιχτα πελώρια μάτια τη γυναίκα που φώναξε. Όρμησε ο Φώτος στον Λάμπρο που ματωμένος στον ώμο έκανε να σηκωθεί, για να κερδίσει τούτη την απρόσμενη στιγμή. Μα, η φωνή της Νάσαινας πνιγμένη από σπαραγμό και ξαφνικό χαράς λυγμό μαζί, λίγο και θα γκρέμιζε τους ραγισμένους τοίχους. -Πάνο, Πάνο καμάρι μου, παιδί μου. Η μητρική καρδιά, που είχε χρόνια φυλαγμένη στα κατάβαθά της του παιδιού της τη ματιά, τη γνώρισε με το πρώτο αντίκρυσμά της. Άπλωσε τα χέρια στον γενίτσαρο, που νεκρού χλωμάδα είχε πάνω του απλωθεί, που στήριγμα ζήτησε σε γερό δοκάρι. -Πάνο, καμάρι μου, ξαναφώναξε η μάνα.Πού σε είχαν αρπαγμένο οι άπιστοι μέσα από την αγκαλιά μου; Αυτόν που πας να σκοτώσεις είναι ο αδελφός σου ο Λάμπρος. Όμοια και οι δυο σας του λεβέντη του πατέρα σας την κορμοστασιά έχετε,που χάθηκε από Τούρκου μαχαίρι. Γύρισε ο γενίτσαρος τα μεγάλα μάτια και τα στύλωσε στον Λάμπρο, που ξαφνιασμένος θωρούσε πότε τη μάνα του και πότε εκείνον. Είχε αδελφό; Ποτέ δεν το΄χε ακουσμένο. Στράφτηκε προς τη μάνα και με βραχνή απόκριση κοφτή της είπε: -Έχεις λαθέψει κυρά. -Δεν λαθεύει της μάνας η καρδιά,Πάνο μου, είπε η Νάσαινα και πέταξε τημαντηλοδεσιά από το κεφάλι της και φανήκαν τα χρυσαφένια μαλλιά και ξεσκεπαστήκαν τα γαλάζια μάτια. -Μάνα! Ακούστηκε μ΄ανατριχίλας πνίξιμο φωνή από ζερβά. Μα, εκείνη συνεπαρμένη από το φόβο μη χάσει το παιδί της μέσα από τα χέρια της δεν την άκουσε. Ο Ισμέτ ο γενίτσαρος ήταν σταματημένος μπροστά της… Ξαφνικά ένιωσε με ορμή κάποιος να του πιάνει το ζερβί το χέρι, να του ανοίγει τα δάκτυλα, να του δείχνει στο μικρό σημάδεμα βαθυσκαμμένο από παλιά πληγή. -Πάνο, είμαι ο Φώτος. Δεν θυμάσαι, που μας είχαν αρπαγμένους μαζί και σαν θελήσαν να μας ξεχωρίσουν, σούπληγώσαν με μαχαίρι το χέρι σου τούτο που με κρατούσε σφιχτά; -ΩρέΦώτο!φώναξε εκείνος και ξέσπασε σε κλάμα δυνατό,τρέμοντας σύγκορμος και ρίχτηκε στου αδελφού του τον ώμο για να μην σωριαστεί. -Παναγία Παρηγορήτισσάμου!Φώτομου, Πάνο μου, παιδιά μου ! Τούτη μού φυλαγόταν η απόκριση στις προσευχές μου! φώναξε η μάνα και όρμησε και αγκάλιασε μαζί τα δύο αρπαγμένα παιδιά της σαν παλιά, με δάκρυα ποτάμι. Πέταξε ο Ισμέτ τα γιαταγάνια και του γενίτσαρου το κεφαλόντυμα, έσκυψε και φίλησε τα χέρια της μάνας με λυγμούς…Είχε πιστέψει πως ήταν του μεγάλου βεζύρη ο γιος.Μονάχα η φωνή της μάνας ξεθάφτηκε ξαφνικά λίγο καιρό πριν, της ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑΣ ακούγοντας το όνομα, μα πολέμησε ξανά να τη λησμονήσει… Τώρα όμως στου Φώτου τα λόγια ξανάζησε του χωρισμού το ξερίζωμα, αναθυμήθηκε πως Χριστιανός και Γραικός ήταν… Δεν πίστευε τα μάτια της η Νάσαινα.Δεν πίστευε τα αυτιά της που ακούγαν «μάνα» να τη φωνάζουν φωνές μεστωμένων παλληκαριών, ούτε τα χέρια της που άγγιζαν τα κεφάλια τους, που δέχονταν τα φιλήματά της.Μονάχα η καρδιά της έπιασε τον κίνδυνο που τον Πάνο της θα απειλούσε, σαν οι σύντροφοί του μαθαίναν το μυστικό και μακριά τον έσπρωξε, να φύγει από μικρό του τοίχου παραθύρι. Συλλογίστηκε εκείνος μια στιγμή και ξαναζώστηκε τα σπαθιά του. Προκειμένου να σταματήσει το παιδομάζωμα, γύρισε το κεφάλι του στους ανθρώπους που ήταν κρυμμένοι ολόγυρα και περιμένανε το δικό του πρόσταγμα για το γιουρούσι απάνω στα γραικόπουλα, που θα βγαίνανε από την εκκλησιά. Τους διέταξε να συναχτούν να ξαποστάσουν στο χάνι, έξω από την άλλη άκρη της Άρτας, γιατί καινούργιο σχέδιο είχε στον νου και αν δεν έχουν άλλη διαταγή, να ξεκινήσουν για τα Γιάννενα. Έτσι θα χάνανε τα χνάρια του και θα κέρδιζε και εκείνος καιρό. Στο μεταξύ για να μην πάθει κάτι ο τραυματισμένος Λάμπρος, φρόντισε να περιποιηθεί το τραύμα του αδελφού του με γάζες και τσίπουρο που προμηθεύτηκε από ένα μισάνοικτο μαγαζί. Γονατιστοί μείνανε μετά ο Φώτος και η Νάσαινα, ώσπου να τελειώσει η λειτουργία και μετάλαβαν με φόβο Θεού. Ο Λάμπρος γερμένος σ’ ένα σωρό από σοβάδες στο μισογκρεμισμένο κελί, με δεμένη τη λαβωματιά είχε λησμονήσει τον πόνο μπροστά σε όλα τα παράξενα που είχε ζήσει. Από του θανάτου το αντίκρυσμα κάτω από τη σπάθα του Γενίτσαρου βρέθηκε να είναι σφιγμένος στην αγκαλιά του, βρέθηκε να είναι του αγαπημένου Φώτου αδελφός και να βλέπει τη μάνα του όσο ποτέ χαρούμενη και ξανανιωμένη. Όσο και αν ο πυρετός τον έκαιγε, το μυαλό του δούλευε και ρώτησε τη μάνα του: -Μάνα, έχει δει ο Πάνος την ΑγιάΣοφιά εκεί στην Πόλη; Τα άκουσε ο παλιός γενίτσαρος και σίμωσε και του είπε: -Την έχω δει αδελφέ μου και ένα δάκρυ στάλαξε αργό στη σκέψη της. Πανέμορφη και πιο τρανή εκκλησιά άλλη δεν θα είναι χτισμένη. Όμως τζαμί την έχουν τώρα. Έμεινε ο Λάμπρος συλλογισμένος με μια λαμπράδα πρωτόγνωρη απλωμένη στα μάτια και στη θωριά.Μια υπερκόσμια αγαλλίαση τον πλημμύρισε…. Έτσι λάμψανε δάκρυα χαράς μέσα στης σκλαβιάς τα σκοτάδια. Στα σκοτάδια που φέγγανε από των ψυχών την άσβεστη λαμπάδα. Από της ελληνικής καρδιάς την αντρειοσύνη, που άτρομη έμεινε στητή από το σπαθί του γενίτσαρου. Η Παναγία η Παρηγορήτισσα ήτανε και τότε η βακτηρία, η παρηγοριά και η προστασία του Γένους των Ελλήνων. «Απίστευτο με τα μέτρα της λογικής, λογικό όμως με τα σταθμά της πίστης…»

«ΠΑΡΑΔΟΞΑ» ΚΑΙ «ΣΚΛΗΡΑ» ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Α. (1) Ο λόγος του Χριστού: όχι ένας ανθρώπινος λόγος, έστω φιλοσοφικός και στοχαστικός. Ο ανθρώπινος λόγος εκφράζει τις ανθρώπινες δυνατότητες, οι οποίες όσο σωστές και καλές κι αν είναι μεταφέρουν την πεσμένη στην αμαρτία ανθρώπινη φύση. Κι αυτό σημαίνει ότι ο ανθρώπινος λόγος δεν έχει τη δύναμη να «σηκώσει» τον άνθρωπο από την εμπαθή προσκόλλησή του στον κόσμο και τη γοητεία της αμαρτίας του. Το βλέπουμε στις διάφορες φιλοσοφίες αλλά και στις διάφορες θρησκείες. (2) Ο λόγος Του αποκάλυψη Θεού και μία άλλη μορφή παρουσίας Του – φορέας της παντοδύναμης ενέργειάς Του: μη ξεχνάμε ότι «τω λόγω του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν». «Αυτός είπε και εγενήθησαν, Αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν», ο λόγος Του δηλαδή, ο ίδιος ο Κύριος, είναι ο Δημιουργός. Ο Χριστός, κατά τη δική Του υπόδειξη μάλιστα, «κρύβεται» μέσα στα λόγια Του. «Εάν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου κι εγώ θα σας φανερωθώ και με τον Πατέρα μου θα έλθω να κατοικήσω μέσα μας και να γίνετε μοναστήρι μας». «Πυρ ήλθον βαλείν και τι θέλω ει ήδη ανήφθη» - τα λόγια Του φωτιά του αγίου Πνεύματος, που κατακαίουν τα πάθη και φωτίζουν την ύπαρξη του ανθρώπου. Ήδη από την Π. Δ. ακούγεται ο φοβερός προφητικός λόγος: «το λόγιόν μου πεπυρωμένον σφόδρα»! (3) Γι’ αυτό και κάθε λόγος Του και κάθε εντολή Του συνιστά σωτηρία για τον άνθρωπο: τον επαναφέρει στην κανονική και φυσιολογική του πορεία. Ο λόγος του Χριστού συνιστά την «οδόν» πάνω στην οποία βαδίζοντας ο πιστός φτάνει στη Βασιλεία του Θεού. (4) Ο όποιος λόγος Του λοιπόν, όσο «σκληρός» και «παράδοξος» ακούγεται, λειτουργεί προς ευεργεσία του ανθρώπου. Ο χαρακτηρισμός της σκληρότητας οφείλεται στον πεσμένο στην αμαρτία άνθρωπο – η προσκόλλησή μας στα πάθη μας μάς κάνει να θεωρούμε σκληρά αυτά που μας ευεργετούν και μας θεραπεύουν. Μοιάζει τούτο με τα φάρμακα: μας πικραίνουν, αλλά είναι προς ιατρεία της όποιας αρρώστιας μας. Β. Μερικά «σκληρά και παράδοξα» λόγια του Χριστού. 1. «Τό ὅτι ἐζητεῖτέ με;» (Λουκ. 2, 49) (Γιατί με ζητούσατε;) Η παράδοξη απάντηση του μικρού δωδεκαετούς Ιησού όταν επί τριήμερο που είχε «εξαφανιστεί» τον αναζητούσαν η Παναγία μητέρα Του και ο θεωρούμενος πατέρας Του Ιωσήφ. «Παιδί μου, γιατί μας το έκανες αυτό;» του λέει γεμάτη αγωνία η Παναγία Μητέρα, για να δώσει Εκείνος ήδη «μικρούλης» στην ηλικία τη συγκλονιστική και ακατανόητη και για την Παναγία συγκεκριμένη απάντηση. «Δεν ξέρατε ότι έπρεπε να βρίσκομαι στο σπίτι του Πατέρα Μου;». Κι αυτό τι σημαίνει; Την αυτοσυνειδησία του Κυρίου ότι είναι ο ενανθρωπήσας Θεός ήδη από τη στιγμή της συλλήψεώς Του μέσα στην κοιλιά της Παναγίας. Δεν πρόκειται για έναν άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο και σταδιακά μετά από κάποια αποκάλυψη συνειδητοποιεί ότι «ωρίμασε» - ό,τι πρέσβευε ο αιρεσιάρχης Νεστόριος, ο οποίος κήρυσσε ότι η Παναγία γέννησε τον άνθρωπο Χριστό (Χριστοτόκος) και έπειτα ήλθε σ’ αυτόν ο Λόγος του Θεού. Οπότε στη συγκεκριμένη απάντηση του Κυρίου κατανοούμε με φωτισμό Θεού ότι ο Χριστός είναι ο Θεός που έγινε και άνθρωπος. «Διπλούς την φύσιν αλλ’ ου την υπόστασιν». Πρόκειται για τη θεολογία των Γ΄ και Δ΄ Οικουμ. Συνόδων που εξέφρεσαν την πίστη της Εκκλησίας για τον Ιησού Χριστό. 2. «Ὅς δ’ ἄν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύλος ὀνικός εἰς τόν τράχηλον αὐτοῦ καί καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. 18, 6) (Όποιος γίνει αφορμή να κλονιστεί ένας απ’ αυτούς τους μικρούς που πιστεύουν σ’ εμένα, είναι προτιμότερο γι’ αυτόν να κρεμάσει μια μυλόπετρα στον λαιμό του και να καταποντιστεί στη θάλασσα). Ο λόγος Του που αποτιμά την αυτοκτονία ως κατώτερη κατάσταση από τον σκανδαλισμό ενός ανθρώπου και μάλιστα παιδιού. Τα λόγια αυτά πρέπει να προσεχτούν ιδιαιτέρως, γιατί μας τονίζουν ότι το βασικό κριτήριο που φανερώνει τη χριστιανικότητά μας ή όχι είναι ακριβώς η στάση μας έναντι του κάθε συνανθρώπου μας, κατεξοχήν του θεωρούμενου πιο μικρού και ταπεινού. Κι η στάση μας αυτή είναι του άπειρου σεβασμού και της ειλικρινούς και ανιδιοτελούς αγάπης, η οποία ανάγεται στον ίδιο τον Κύριο και Θεό μας. «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων εμοί εποιήσατε». Έτσι καταλαβαίνουμε και την «ευαισθησία» του απ. Παύλου που ομολογούσε: «Προκειμένου να μη σκανδαλίσω έναν απλό συνάνθρωπό μου προτιμώ να μη φάω κρέας ποτέ μου». 3. «Εἶπε δέ τις αὐτῷ˙ ἰδού ἡ μήτηρ σου καί οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ζητοῦντές σε ἰδεῖν. Ὁ δέ ἀποκριθείς εἶπε τῷ λέγοντι αὐτῷ˙ τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καί τίνες εἰσίν οἱ ἀδελφοί μου; Καί ἐκτείνας τήν χεῖρα αὐτοῦ ἐπί τούς μαθητάς αὐτοῦ ἔφη˙ ἰδού ἡ μήτηρ μου καί οἱ ἀδελφοί μου. Ὅστις γάρ ἄν ποιήσῃ τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ ἐστίν» (Ματθ. 12, 47-50) (Του λέει κάποιος: «Η μητέρα σου και τ’ αδέλφια σου στέκουν έξω και θέλουν να σε δουν». Εκείνος απάντησε σ’ αυτόν που του το είπε: «Ποια είναι η μητέρα μου και ποια είναι τ’ αδέρφια μου;» Και δείχνοντας με το χέρι του τους μαθητές του είπε: «Να η μητέρα μου και τ’ αδέρφια μου. Γιατί όποιος ἐφαρμόζει το θέλημα του ουράνιου Πατέρα μου, αυτός είναι αδελφός και αδελφή και μητέρα μου». Οι φυσικές σχέσεις αξιολογούνται μέσα στο πλαίσιο της σχέσεως με τον Θεό. Ο Κύριος ήλθε προκειμένου να μας εντάξει μέσα στον εαυτό Του ώστε να βλέπουμε Θεού πρόσωπο. Η σχέση με τον Χριστό είναι η προτεραιότητα της ζωής μας: «ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και πάντα ταύτα προστεθήσεται υμίν». Οπότε κατανοεί κανείς ότι ο πνευματικός σύνδεσμος που συνδέει τους πιστούς μέσα στην Εκκλησία: να είμαστε μέλη Χριστού και αλλήλων μέλη, είναι ό,τι ανώτερο και ιερότερο. Οι φυσικοί δεσμοί έτσι σχετικοποιούνται, γιατί δεν έχουν αιώνια προοπτική. Το αιώνιο στοιχείο καθορίζει την πορεία μας πάνω στη γη. «Διά πίστεως περιπατούμεν, ου δι’ είδους». «Ου σκοπούμεν τα βλεπόμενα, αλλά τα μη βλεπόμενα. Τα γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα, αιώνια». 4. «Ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος καί ὁ φιλῶν υἱόν ἤ θυγατέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10, 37) (Όποιος αγαπάει τον πατέρα του ἤ τη μάνα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιος για μαθητής μου. Κι όποιος αγαπάει τον γιο του ή τη θυγατέρα του παραπάνω από μένα, δεν είναι άξιος για μαθητής μου). Η απολυτότητα της αγάπης προς τον Χριστό υπέρ πάσα άλλη αγάπη. Η φράση αυτή προεκτείνει το προηγούμενο σκεπτικό. Καλούμαστε ως πιστοί όλη τη δύναμη της ψυχής και του σώματός μας να την προσανατολίζουμε προς τον Θεό και την αγάπη μας προς Εκείνον. Διότι όχι μόνο είμαστε δημιουργημένοι για τον σκοπό αυτόν: «ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα», αλλά διότι μόνον έτσι μπορεί κανείς να αγαπήσει σωστά και καθαρά και τη γυναίκα του και τα παιδιά του και ό,τι υφίσταται μέσα στον κόσμο. Πάντοτε δηλαδή η ματιά μας πρέπει να είναι η ματιά εν Χριστώ. Αν δεν βάζουμε τον Χριστό σε ό,τι κάνουμε, λέμε ή σκεπτόμαστε, τότε αυτά «λερώνονται» από τον εγωισμό που ενυπάρχει έτσι κι αλλιώς μέσα μας λόγω της πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτία. 5. «Οὐαί ὑμῖν, γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μέν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δέ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καί πάσης ἀκαθαρσίας… Ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνών» (Ματθ. 23, 27.33) (Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί μοιάζετε με τάφους ασβεστωμένους, που εξωτερικά φαίνονται ωραίοι, εσωτερικά όμως είναι γεμάτοι κόκαλα νεκρών και κάθε λογής ακαθαρσίας… Φίδια, γεννήματα οχιάς…). Ο λόγος Του φαίνεται «υβριστικός» και προσβλητικός. Μα ο Χριστός δεν ήλθε να χαϊδέψει τα ανθρώπινα αυτιά. Ο λόγος Του, κατά τον Παύλο, «τομώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν». Γιατί ήλθε να καλέσει τους ανθρώπους σε μετάνοια, δηλαδή να φύγουν από την εμπάθειά τους και να Τον αποδεχτούν ολοκληρωτικά. Και ο Κύριος βεβαίως διακρίνει την αμαρτία από τους αμαρτωλούς. Τη διαστροφή των Ιουδαίων αρχόντων καταδίκαζε και όχι τους ίδιους ως πρόσωπα, για τους οποίους άλλωστε και σταυρώθηκε, αίροντας την αμαρτία τους και προσφέροντάς τους τη δικαιοσύνη Του. 6. «Μη θέλετε και υμείς υπάγειν;» (Ιω. 6, 67). Ο Χριστός δεν θέλει οπαδούς, αλλά πιστούς που Τον ακολουθούν έστω και με θυσία της ζωής τους. Κι είπε τον λόγο τούτο, όταν μίλησε για τη θεία Κοινωνία ως μετοχή στο σώμα και το αίμα Του. «Σκληρός εστιν ο λόγος. Τις δύναται αυτού ακούειν;» - ήταν η εκτίμηση πολλών από αυτούς που Τον ακολουθούσαν. Για να τονιστεί ότι ο Κύριος ζητάει το καθοριστικότερο στοιχείο που χαρακτηρίζει εμάς τους ανθρώπους, προκειμένου να Τον ακολουθούμε: την ελεύθερη βούλησή μας. Χωρίς να θέλουμε κι εμείς την προσφορά Του, χωρίς και τη δική μας συνέργεια, δεν γίνεται τίποτε για τη σωτηρία και τη σχέση μας με τον Θεό. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν…» τόνισε. «Οι βουλόμενοι αθλήσαι…» συνεχίζει και η Εκκλησία μας. Η ελευθερία: το μεγαλύτερο αγαθό που μη χρησιμοποιούμενο ορθά βεβαίως γίνεται και η αιτία της καταδίκης μας. 7. «Οὐαί τῷ ανθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται˙ καλόν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. 26, 24) (Αλίμονο στον άνθρωπο εκείνον που θα προδώσει τον Υιό του Ανθρώπου. Θα ’ταν καλύτερα γι’ αυτόν να μην είχε γεννηθεί». Η αποτίμησή Του για τον μαθητή Του Ιούδα. Ένας από τους παραδοξότερους λόγους του Κυρίου: Εκείνος που συνήργησε ώστε να έλθει ως άνθρωπος στον κόσμο ο Ιούδας, ο Ίδιος κάνει την αποτίμηση. Βρισκόμαστε μπροστά σε μέγιστο μυστήριο που αποκαλύπτει και πάλι το πόσο ο Κύριος σέβεται την ελευθερία μας. Παλεύει να την υποκινήσει, να τη γοητεύσει, αλλά την τελική απάντηση την αφήνει πάντοτε σ’ εμάς. 8. «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ ὅτι οὐ φρονεῖς τά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τά τῶν ἀνθρώπων» (Μάρκ. 8, 33) (Φύγε από μπροστά μου, σατανά! Δεν σκέφτεσαι όπως θέλει ο Θεός αλλά όπως θέλουν οι άνθρωποι). Ο λόγος Του προς τον μαθητή Του Πέτρο, όταν εκείνος προσπάθησε να τον αποτρέψει από το πάθος Του! Εξέφρασε την αγάπη του ο Πέτρος προς τον δάσκαλό Του, αλλά η αγάπη του αυτή ήταν απλώς συναισθηματική, εντελώς ανθρώπινη, στο βάθος εγωιστική και άπιστη. Διότι προτρέποντας τον Κύριο ο Πέτρος να μην ακολουθήσει το θέλημα του Θεού φανέρωνε ότι τελικώς δεν αποδέχεται τον Κύριο – «Κύριος» γινόταν ο ίδιος και όχι ο πραγματικός Κύριος ως Θεός. Παρόμοια φερόμαστε συχνά οι άνθρωποι, υποκινώντας και προτρέποντας αγαπημένους συνανθρώπους μας να «σώσουν» τη ζωή τους, διαγράφοντας όμως το θέλημα του Θεού. Γινόμαστε «όπλα» του Πονηρού από τα εκ δεξιών λεγόμενα. Δηλαδή φαίνεται ότι κάνουμε κάτι καλό, αλλά στην πραγματικότητα υπηρετούμε το πονηρό και τον Πονηρό. 9. «Μή μοῦ ἅπτου˙ οὔπω γάρ ἀναβέβηκα πρός τον πατέρα μου» (Ιω. 20, 17) (Μη μ’ αγγίζεις, της λέει ο Ιησούς, γιατί δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου). Ο λόγος του αναστημένου Κυρίου προς τη Μαρία τη Μαγδαληνή. Πράγματι παράδοξος και αυτός ο λόγος. Τι πιο φυσικό για τη Μαρία που αγαπούσε υπερβαλλόντως τον Κύριο, ο Οποίος την είχε απαλλάξει από την καταδυναστεία των παθών της για να ζήσει ελεύθερα, από το να γονατίσει και να αγκαλιάσει τα πόδια Του; Το ίδιο άλλωστε δεν είχε συμβεί, δύο φορές μάλιστα με άλλες γυναίκες, μπορεί και μπροστά της εφόσον ήταν ακόλουθη του Κυρίου; Η άσωτη πόρνη που πρόσφερε το πανάκριβο μύρο στα πόδια του Κυρίου, σκουπίζοντάς τα με τα μαλλιά της, κι έπειτα και η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου που προέβη σε παρόμοια κίνηση; Πώς λοιπόν τώρα ο Κύριος με αυστηρό τρόπο την αποτρέπει από το άγγιγμά Του; Διότι μετά την Ανάσταση του Κυρίου ο μόνος τρόπος προσέγγισής Του δεν είναι ο αισθητός, όπως όταν ήταν εν σώματι με τους μαθητές Του, αλλά είναι μέσα από τη Θεία κοινωνία και μέσα από την τήρηση των αγίων Του εντολών – μία προσέγγιση κατά πολύ ανώτερη από ένα άγγιγμα σωματικό, αφού με τη θεία Κοινωνία γινόμαστε σύσσωμοι και σύναιμοι με τον Ίδιο. Ο απόστολος Παύλος λέει κάτι παρεμφερές που φωτίζει την αλήθεια αυτή: Το αν είχα δει τον Κύριο όσο βρισκόταν στον κόσμο τούτο δεν μου προσθέτει τίποτε. Η πνευματική μου σχέση μ’ Εκείνον είναι το σημαντικό. 10. «Αρκεί σοι η χάρις μου. Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» (Β΄ Κορ. 12, 9) (Σου αρκεί η χάρη μου, γιατί η δύναμή μου φανερώνεται στην πληρότητά της μέσα στην αδυναμία σου). Ο λόγος του Χριστού στον πονεμένο απόστολο Παύλο. Πρόκειται για τη συμμετοχή στο πάθος του Κυρίου που ανάγει τον άνθρωπο στην Ανάσταση ήδη από τη ζωή αυτή. Όπως ο Κύριος πάνω στον Σταυρό φανερώνει την παντοδυναμία Του, έτσι και ο πιστός: μέσα από τη σωματική αδυναμία του, μέσα από τους πόνους και τις αρρώστιες του, όταν τα αντιμετωπίζει εν πίστει και με αίσθηση ότι είναι μέλος Χριστού, στην πραγματικότητα οδηγείται στη μεγαλύτερη δύναμη που μπορεί να φτάσει. Η αδυναμία του συνιστά την προϋπόθεση για να ενεργοποιηθεί η δύναμη του Χριστού μέσα στην ύπαρξή του. Όσο δηλαδή μειώνεται ο ίδιος, τόσο και αυξάνεται εν αυτώ ο Κύριος. «Όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμι». Από την άποψη αυτή όταν αρχίζουμε να πονάμε και να μην αισθανόμαστε καλά, όταν αρχίζουμε δηλαδή να φαίνεται ότι χάνουμε τον κόσμο κάτω από τα πόδια μας, τότε πρέπει να στρέφουμε τον λογισμό μας στον τρόπο που ενεργεί ο Θεός μας: μας έχει παραλάβει για να μας οδηγήσει σε παραπάνω επίπεδο! Κι επίσης κατανοούμε ότι μάλλον οι πιο ισχυρές περιοχές της γης, αυτές που περικλείουν την παντοδυναμία της χάρης του Θεού είναι τα νοσοκομεία, οι κλινικές, τα κρεβάτια των αρρώστων. Μπροστά στον άρρωστο πρέπει μάλλον να σκύβουμε το κεφάλι και να βγάζουμε τα υποδήματά μας: βρισκόμαστε σε τόπο ιερό. Κι αυτό ασφαλώς όχι μόνο στους άλλους, αλλά και σε εμάς τους ίδιους. Γ. «Η Εκκλησία ζει και προβάλλει έναν Χριστό επικίνδυνο για το βόλεμά μας, για τη νοοτροπία και τον πολιτισμό. Και είναι επικίνδυνος ο Χριστός γιατί στην εγωιστική παντοδυναμία του ανθρώπου προβάλλει την θυσία του Θεανθρώπου. Ο Χριστός της Εκκλησίας δεν είναι ένας δάσκαλος, αλλά ο Σωτήρας όλων μας, δεν μιλά μόνο για Αγάπη αλλά κάνει πράξη την Αγάπη, θυσιάζοντας την ύπαρξη Του για να ζήσουμε αιώνια, με την απόλυτη γνώση ότι και οι μετά απ’ Αυτόν θα εξακολουθούν καθημερινά να Τον Σταυρώνουν με τις αμαρτίες τους και πολλοί δεν θα πιστεύουν. Είναι επικίνδυνος ο Χριστός της Εκκλησίας γιατί ενώ είναι Θεός γίνεται άνθρωπος και πεθαίνει για μας, ενώ ξέρει ότι ο άνθρωπος θα εξακολουθεί να έχει ως θεό τον εαυτό του. Είναι επικίνδυνος ο Χριστός της Εκκλησίας γιατί ξέρει να συγχωρεί και να βάζει τον Ληστή στον Παράδεισο, ενώ σήμερα ο άνθρωπος ξέρει μονάχα να κατακρίνει τον άλλο και να τον κάνει κόλασή του. Είναι επικίνδυνος γιατί δέχεται τον άνθρωπο όπως είναι, με τα τραύματά του, με τις αδυναμίες του και τον μεταμορφώνει, ενώ ο άνθρωπος δέχεται μόνο τους τέλειους της διαφήμισης κι αυτούς που κάνουν τα θελήματά του. Είναι επικίνδυνος ο Χριστός γιατί προσφέρει την αναρχία της Αγάπης, ενώ η ανθρώπινη εξουσία στηρίζεται στο δίκιο του οικονομικά ισχυρού. Είναι επικίνδυνος γιατί προτείνει μιαν αλλιώτικη ζωή βασισμένη στην ευαισθησία για τον Άλλο, ενώ η εποχή μας μιλάει μόνο για τα ατομικά δικαιώματα που μετριούνται με μεζούρες. Είναι επικίνδυνος γιατί μιλάει για Πόνο και Κόπο, ενώ οι άνθρωποι τα θέλουν όλα χωρίς να κοπιάσουν για τίποτα. Είναι επικίνδυνος γιατί δίνει σ’ όλους μας το χέρι της Ανάστασης κι εμείς μάθαμε να βασιζόμαστε μόνο στα δικά μας χέρια. Μας δίνει το Σώμα και το Αίμα Του, αντί για τα άχυρα της καθημερινότητας. Είναι επικίνδυνος ο Χριστός της Εκκλησίας γιατί μας έδωσε την ελευθερία, αντί για την υποδούλωση στα πάθη, την αδιαφορία, την καλοπέραση! Ζούμε οι περισσότεροι έναν ακίνδυνο Χριστό, έναν «γλυκό» άνθρωπο. Καιρός να ζήσουμε τον επικίνδυνο Θεάνθρωπο, αυτόν που βάζει μαχαίρι στις καρδιές μας και τις κάνει κομμάτια, για να μοιραστούν σε όλους, από Αγάπη και για την όντως Ελευθερία. Κι όσο αυτοί που κατευθύνουν τις ζωές μας νιώθουν πως υπάρχει ο επικίνδυνος Χριστός, τόσο θα αγωνίζονται να κρατήσουν και να κρατήσουμε τον ακίνδυνο» (π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός).

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

4 Φεβρουαρίου του 1843. Ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης, αρπάζεται από τα φτερά της δόξας και μπαίνει διά παντός στο άγιο εικονοστάσι του Γένους. Τελευταία του επιθυμία, να βάλουν, στο μνήμα του την ημισέληνο, κάτω από τα τσαρούχια του, να την πατάει και πεθαμένος την Τουρκιά, όπως την πατούσε και όταν την πολεμούσε και την κατατρόπωνε… Διαβάζεις τα απομνημονεύματά και τις φυλλάδες του για την Εθνεγερσία και νομίζεις ότι ανοίγεις ένα «μυρογιάλι», εκείνα τα μικρά φιαλίδια που περιέχουν αρώματα εξαίσια. Οσμή ευωδίας πνευματική αναδίδεται, παρ' όλα τα πάθια και τους καημούς εκείνης της περιόδου. Έχω το συνήθειο, όταν συναντώ στα αναγνώσματά μου, λόγια και επεισόδια των αγωνιστών, που στέκεσαι και τα ξαναδιαβάζεις, που κρύβουν στα φυλλώματά τους πετράδια, να τα καταγράφω, για να μην λησμονηθούν. Σκοπός μου να τα μοιραστώ με τους μαθητές μου. Σ' αυτές τις εξοπλιστικές ηλικίες, τα παιδιά δεν θέλουν περισπούδαστες αναλύσεις και κενόλογες φλυαρίες. Μαθαίνουν με το παράδειγμα, με το παραμύθι, με την αξία και την αρετή σαρκωμένες σε πρόσωπα. Το λυμφατικό κράτος διδάσκει με συνταγές μαγειρικής, εμείς θα επιμένουμε να δίνουμε στους μαθητές μας παραδείγματα από τα αντρειωμένα χρόνια. Είπαμε πνευματικό αρματολίκι… Ξαναθυμίζω, λοιπόν, κάποια από τα λεβέντικα του Κολοκοτρώνη και ας είναι αυτά, ταπεινό μνημόσυνο στον ελευθερωτή μας. Μάχη της Γράνας, 10 Αυγούστου του 1821. Βγήκαν οι πολιορκημένοι στην Τριπολιτσά Τούρκοι να χτυπήσουν τους Έλληνες. Ο Κολοκοτρώνης είχε διατάξει να ανοιχθεί τάφρος (γράνα) 700 μέτρων, βάθους ενός και πλάτους δύο μέτρων. Κάποια στιγμή οι Τούρκοι επιτίθενται στη γράνα και από τις δύο μεριές. Έπρεπε ο Γέρος του Μοριά να διατάξει τα παλληκάρια του να χωριστούν, να μοιραστούν τα καριοφίλια, να «χτυπούν» οι μισοί προς την μία πλευρά και οι άλλοι μισοί προς την άλλη. Ερωτώ τους μαθητές μου πώς το έκανε πάνω στην αντάρα της μάχης: Τους βασάνισα κανένα πεντάλεπτο και άκουσα απίθανες απαντήσεις. Τι είπε ο Κολοκοτρώνης και αμέσως χωρίστηκαν τα ντουφέκια; «Κώλο με κώλο ωρέ Έλληνες!». «Χαμός» στην τάξη, γέλια και θαυμασμός για την μεγαλοφυία του Γέρου. Λίγο πριν συλλάβει η βαυαρική αντιβασιλεία τον ελευθερωτή του Έθνους μας, ο αντιβασιλεύς Άρμανσπεργκ, θέλοντας να τον δοκιμάσει, του είπε: -Έχεις πολλούς εχθρούς, στρατηγέ. Έχω παραδέχτηκε ο Κολοκοτρώνης, μα δύο απ’ αυτούς, στέκονται οι χειρότεροι απ’ όλους. Και ποιοί είναι οι δύο αυτοί εχθροί σου; ρώτησε περίεργα ο προϊστάμενος των αντιβασιλιάδων. Ο Γέρος του αποκρίθηκε: Ο ένας τ’ όνομά μου κι ο άλλος οι δούλεψές μου για την πατρίδα. Σεπτέμβριος του 1833. Έστειλαν οι Βαυαροί ένα «τσούρμο», σαράντα «χωροφύλακες» για να αλυσοδέσουν, ποιόν; το αθάνατο Εικοσιένα. Αρχηγός τους κάποιος ευτελής και γλοιώδης μοίραρχος, ονόματι Κλεόπας. Μόλις τον είδε ο Γέρος του Μοριά, είπε: Έφτανε, ωρέ Κλεόπα, να μου στείλουν ένα σκυλί μαλλιαρό, από εκείνα όπου κάνουν θελήματα, μ’ ένα γράμμα στο στόμα να πάω στ’ Ανάπλι και μ’ ένα φαναράκι να φέγγει και των δυονών μας... Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που έκοψε το κάπνισμα ο Κολοκοτρώνης. Όταν κάποτε ξέμεινε από καπνό, έξυσε την πίπα του για να καπνίσει όσα υπολείμματα είχαν μείνει, αλλά αηδίασε από την πίκρα. «Ορίστε άνθρωπος που θέλει να ελευθερώσει τον τόπο του και δεν μπορεί ο ίδιος να ελευθερωθεί από το πάθος του. Θεέ μου συγχώρα με», είπε και πέταξε τον καπνό και τα σύνεργά του. Η μάχη στο Βαλτέτσι κράτησε σχεδόν 23 ώρες και ήταν η πρώτη σημαντική νίκη του Αγώνα. Αμέσως μετά τη μάχη, ο Κολοκοτρώνης συγκινημένος μίλησε προς τους νικητές και όπως αναφέρει ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του, τους είπε μεταξύ άλλων ότι η ημέρα αυτή πρέπει να καθαγιαστεί με νηστεία όλων και να εορτάζεται η επέτειός της εις «αιώνας αιώνων, έως ου στέκει το έθνος, διότι ήτο η ελευθερία της πατρίδος». Η νίκη στο Βαλτέτσι ενίσχυσε το ηθικό και την αυτοπεποίθηση των Ελλήνων, στοιχεία που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821). Στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης του 1821, στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας συνέβη το εξής περιστατικό. Οι πληρεξούσιοι, όπως έλεγαν τότε τους βουλευτές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, συνεδρίαζαν στα χωράφια και τα περιβόλια, όπως οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Όλοι τους κάθονταν σταυροπόδι, κάτω στο χώμα και μόνον ο Κολοκοτρώνης ήταν σκαρφαλωμένος στη διχάλα μιας λεμονιάς. Κάποτε, λοιπόν, ήθελαν να ψηφίσουν ένα νομοσχέδιο και μερικοί πληρεξούσιοι πρότειναν να κοπεί στο κείμενο του νομοσχεδίου η φράση «εν αυτή». Ο Πρόεδρος της Συνελεύσεως προσπαθούσε να τους πείσει πως δεν ήταν σωστό να περικοπούν οι δύο αυτές λέξεις, η φράση «εν αυτή», γιατί θα αλλοιωνόταν όλο το νόημα του σχετικού άρθρου. Κάποια στιγμή δύο πληρεξούσιοι σηκώθηκαν οργισμένοι από τις «θέσεις» τους και άρχισαν να φωνάζουν προς το προεδρείο: Να κοπεί το «εν αυτή». Ναι, να κοπεί. Το «εν αυτή» να κοπεί οπωσδήποτε, ο άλλος. Όχι, δεν κόβεται το «εν αυτή» και η συνεδρίαση εξελισσόταν σε σύρραξη. Ο Γέρος του Μοριά λαγοκοιμόταν, αφήνοντας τους λογιότατους να ερίζουν, με την ακατανόητη, γι’ αυτόν, στεγνή και τυποποιημένη γλώσσα τους. Ακούγοντας όμως τα λόγια και την φασαρία, πήδηξε μ’ ένα σάλτο κάτω από την λεμονιά και πηγαίνοντας κατ’ ευθείαν προς το προεδρείο, έξαλλος άρχισε να ρωτά: τίνος το αυτί θα κόψετε, ωρέ πατριώτες; Τόσο μεγάλο έγκλημα έκανε ο άνθρωπος. Ντροπή μας Έλληνες. Εμείς αγωνιστήκαμε τόσα χρόνια για να διώξουμε τον τύραννο και τώρα θ’ αρχίσουμε να κόβουμε τα αυτιά του κοσμάκη; Μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο από γέλια, χρειάστηκε να επέμβει ο Πρόεδρος, για να εξηγήσει στον Κολοκοτρώνη ότι παρεξήγησε τα πράγματα. Στο τέλος, βέβαια, κατάλαβε και ο Κολοκοτρώνης την γκάφα του και τους είπε χαμογελώντας: Ε! Καλά δα, δεν είναι και τίποτα σπουδαίο, ωρέ γραμματιζούμενοι. Πώς θέλετε να καταλάβω, εγώ ο σκράπας, τις ελληνικούρες σας. Λέξεις κόψτε όσες θέλετε, αυτιά μια φορά να μην πειράξετε, γιατί θά ’χουμε άσχημα ξεμπερδέματα. Είπα κι εγώ παλάβωσαν οι καλαμαράδες. Τι κόρακα μαθές! Αιωνία του η μνήμη και η ευγνωμοσύνη του έθνους μας στον αθάνατο Γέρο του Μοριά. Να ΄χουμε την ευχή του…

«Φέρετε αυτόν προς Με».

Μελετώντας το ευαγγέλιο της σημερινής ημέρας, είδα στην περίπτωση του νέου που μας παρουσιάζει, το δράμα της νέας γενιάς του καιρού μας. Υπάρχει άραγε κάποιος που διαφωνεί πως οι νέοι σήμερα, πέφτουν πότε στη φωτιά για να καούν και πότε στο νερό για να πνιγούν, όπως ο νέος της ευαγγελικής περικοπής; Πέφτουν και καίγονται στη φωτιά των παγίδων και των προτύπων της εποχής μας. Ρίχνονται στα νερά της απογοήτευσης, ναυαγοί χωρίς ελπίδα. Μεταβάλλονται σε σωματικά και ψυχικά ερείπια από το σύγχρονο «άλλαλο πνεύμα» των ναρκωτικών, στα οποία τους στρέφει η κρίση που διέρχεται ο πολιτισμός μας. Στο όνομα δήθεν της ελευθερίας, ποδοπατούν ιδανικά, αμφισβητούν αξίες. Το πρόβλημα είναι πραγματικά μεγάλο και πολύπλοκο κι αυτό δεν το λέω μόνον εγώ αλλά και οι κοινωνιολόγοι, οι ψυχολόγοι, οι εκπαιδευτικοί, ορισμένοι εκκλησιαστικοί ταγοί, οι οποίοι αναγνωρίζουν το πρόβλημα, αναζητούν κάποια λύση, παίρνουν μέτρα για την περιστολή του. Ωστόσο, η ηθική αρρώστια προχωράει, η κρίση γίνεται όλο και πιο μεγάλη από μέρα σε μέρα και μαζί και η αγωνία για το μέλλον. Όμως, αν αναλύσουμε το ευαγγέλιο σύμφωνα με το παραπάνω περιστατικό, δεν θα δούμε ανάγλυφα μόνο το πρόβλημα. Θα δούμε και τη λύση που είναι η πιο αποτελεσματική στο σημερινό αδιέξοδο. Ποια είναι αυτή; Η απάντηση Του Χριστού στην παράκληση του δυστυχισμένου πατέρα του νέου της περικοπής: «Φέρετε αυτόν προς Με». Μέσα σ' αυτές τις τέσσερις λέξεις, βρίσκεται η λύση του προβλήματος. Πρίν πλησιάσει Τον Χριστό πολλές πόρτες είχε χτυπήσει ο συγκεκριμένος πατέρας ζητώντας βοήθεια. Άπειρα μέσα είχε μεταχειριστεί για να χαρίσει την υγεία στον γιό του, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μόλις όμως εκτελεί την παραγγελία που του δίνει ο Χριστός και οδηγεί σ' Εκείνον το παιδί του, βρίσκει αυτό που τόσα χρόνια αναζητούσε. Ο νεός θεραπεύεται, γίνεται καινούργιος άνθρωπος! «Φέρετε αυτούς προς με», λέει και σήμερα για τους νέους ο Χριστός, σε γονείς, αρχιερείς, πνευματικούς, κατηχητές, παιδαγωγούς. «Βοηθήστε τους να με συναντήσουν». Είναι αλήθεια πως μέχρι τώρα, ως κοινωνία, δοκιμάσαμε όλα τα μέσα για να σώσουμε τη νεότητα. Μεταρρυθμίσαμε τα εκπαιδευτικά μας συστήματα. Προσφέραμε το μεγαλύτερο μέρος των κόπως μας για να τους εξασφαλίσουμε άνετη ζωή, επιστημονική και τεχνική κατάρτιση. Γιατί δεν δοκιμάζουμε την υπόδειξη Του Χριστού; Είναι σαφώς πιο δύσκολο το έργο. Πιο δύσκολο από κάθε άλλο που μέχρι σήμερα επιχειρήσαμε. Απαιτεί προσπάθειες, αγώνες, θυσίες. Για να φέρουμε τους νέους κοντά στον Χριστό, βασική προϋπόθεση είναι να ζούμε εμείς κοντά Του. Η αλήθεια, η αγάπη, η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η ελευθερία, να είναι τα γνωρίσματα της κοινωνίας μας. Μόνον έτσι θα πείσουμε τους νέους ανθρώπους ότι αυτές οι αξίες είναι δώρα που ο Χριστός προσφέρει σ' όσους Τον συναντούν και θα τους αποκαλύψουμε όλους αυτούς τους τυχοδιώκτες που τις καπηλεύονται και τις χρησιμοποιούν ως δολώματα για να τους παρασύρουν στην καταστροφή. Ένα πλησίασμα Του Χριστού, είναι πρώτα θέμα αγωγής, διδαχής, καλλιέργειας. Όμως, πολύ περισσότερο, είναι υπόθεση παραδείγματος. Απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε αγωγής είναι το παράδειγμα. Χωρίς αυτό και η καλύτερη αγωγή καταντά ματαιοπονία. Ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της Αναγέννησης, ο Φραγκίσκος Βάκων, έλεγε: «Όποιος δίνει καλή συμβουλή χτίζει με το ένα χέρι. Όποιος δίνει καλή συμβουλή και κακό παράδειγμα με το ένα χέρι χτίζει και με το άλλο γκρεμίζει. Όποιος δίνει καλή συμβουλή και καλό παράδειγμα, χτίζει και με τα δύο χέρια». Γι' αυτό ήρθε η ώρα να πούμε πως για τη σημερινή κρίση της νέας γενιάς, εμείς, με πρώτον απ' όλους εμένα, είμαστε οι κυρίως υπέυθυνοι. Απομακρύναμε τον Θεό από τη ζωή και τις επιδιώξεις μας. Τον απαρνηθήκαμε, Τον προδώσαμε. Έτσι οι επόμενες από εμάς γενιές, γεννήθηκαν μακριά Του. Δεν Τον είδαν στο παράδειγμά μας. Και στις περιπτώσεις ακόμα που τους προσφέραμε την γεύση Του, ήταν μια γεύση στυφή, γεμάτη απαγορεύσεις. Ο Θεός που τους προβάλλαμε ήταν φτιαγμένος στα δικά μας μέτρα, ντυμένος με τις δικές μας φιλοδοξίες και δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Εμείς, με τα χέρια μας, δημιουργήσαμε το σημερινό θλιβερό κατάντημα. Είπαμε στα νέα παιδιά, πιο πολύ με τα έργα μας παρά με τα λόγια μας, πως ο άνθρωπος είναι μόνον ύλη και μόλις κλείσει τα μάτια του σ' αυτόν τον κόσμο, γίνεται χώμα, δεν μένει τίποτα απ' αυτόν και με θαυμαστή συνέπεια υιοθέτησαν ως βιοθεωρία το μηδενισμό. Τα κάναμε να νομίζουν πως η πίστη στον Θεό είναι ένα όμορφο κατασκεύασμα για να δίνει θάρρος στους δειλούς κι εκείνα, επειδή ακριβώς δεν ήθελαν να χαρακτηρίζονται από δειλία αλλά από γενναιότητα, γκρέμισαν την αξία της Πίστεώς μας από τα αιώνια βάθρα του Γένους μας και ποδοπάτησαν την ηθική ως «ταμπού του κατεστημένου». Πληρώνουμε τώρα τις συνέπειες. Θρηνούμε πάνω από ερείπια. Αγωνιούμε πάνω από ψυχές-ηφαίστεια έτοιμα να εκραγούν. Όμως ποτέ δεν είναι αργά. Μπορούμε από σήμερα ν' αρχίσουμε ό,τι δεν κάναμε στο παρελθόν. Το πλησίασμα Του Θεού να γίνει η συνισταμένη των φροντίδων και των προσπάθειών μας για τα νέα παιδιά. Να είμαστε βέβαιοι πως θα γίνουμε δημιουργοί ενός καινούργιου κόσμου, «όμορφου, αγγελικά πλασμένου», αν πλησιάζοντας πρώτα εμείς Τον Θεό, μπορέσουμε να Του απαντήσουμε: «Κύριε, φέραμε κοντά Σου τα νιάτα!».

Τραβώντας τα γιαταγάνια τους συνέτριψαν τίς ἁλυσίδες τεσσάρων αἰώνων.

Ἦταν σὰν νὰ τοὺς ἔκοψε κάποιος ἀπὸ τοὺς βράχους τοῦ Ὀλύμπου, ἢ σὰν νὰ ξέμειναν ἀπὸ τὴ μυθικὴ ἐκείνη Τιτανομαχία. Ἢ μήπως ξέφυγαν τάχα μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς Ὁμηρικῆς Ἰλιάδας καὶ ἐμφανίστηκαν χιλιάδες χρόνια ἀργότερα; Ὁ Μακρυγιάννης θὰ ἔλεγε: «Τοὺς ἔστειλες ἐσύ, Λεωνίδα»! Ὁ καθένας τους ἕνας μύθος! Ἄδραξαν τὸ σπαθὶ καὶ τὸ ντουφέκι, καὶ ρίχτηκαν μέσα στοὺς καπνούς. Δὲν τὸν φοβήθηκαν τὸν θάνατο ποτέ. Ἀντίθετα, τὸν προκαλοῦσαν· στὴν ἐπέλασή του τοῦ ᾿δειχναν τὰ μαρμαρένια ἁλώνια. Τὸ φρόνημά τους ἄκαμπτο σὰν γρανίτης. Νάτο: Ἦταν Ἰούλιος τοῦ 1823 κι ὁ Μάρκος Μπότσαρης, προχωρώντας πρὸς τὸ Καρπενήσι γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν Μουσταὴ πασὰ τῆς Σκόδρας, πέρασε ἀπ᾿ τὸ Μοναστήρι τοῦ Προυσσοῦ. Μπῆκε στὴν ἐκκλησιά, προσευχήθηκε, καὶ στὴν πόρτα βγαίνοντας συναντᾶ ἕναν καλόγερο. Τοῦ δίνει μερικὰ νομίσματα καὶ τοῦ λέει: –Πάρ᾿ τα, καλόγερε, νὰ τὰ μοιράσεις στοὺς φτωχούς, γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Μάρκου Μπότσαρη. –Τί; πέθανε ὁ Μάρκος; τὸν ρωτάει ξαφνιασμένος ὁ καλόγερος, ποὺ εἶχε ἀκούσει τόσα γι’ αὐτόν, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν γνωρίζει. –Ὄχι, δὲν πέθανε, πηγαίνει ὅμως νὰ πεθάνει, τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Μάρκος. Ὁ Κωνσταντίνος Κανάρης, ὅταν ρωτήθηκε πῶς τόλμησε νὰ πάει νὰ κάψει τὴ ναυαρχίδα τοῦ Καρᾶ Ἀλῆ, ἀπάντησε: Εἶπα στὸν ἑαυτό μου: –Κωνσταντή, θὰ πεθάνεις! Ἔτσι πορεύονταν πρὸς τὸν θάνατο! Ἡρωικοί! Κι ἂν πέθαναν, δὲν πέθαναν. Ἦταν ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τῶν ἀθανάτων. Κι ὅταν σκοτώνονταν, βροντοφωνοῦσαν «Ἐλευθερία ἢ θάνατος»! Γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς θάνατος ἦταν ἡ σκλαβιά. Ζωή τους καὶ χαρά τους ἡ Λευτεριά. Ἀπὸ τόπο σὲ τόπο κι ἀπὸ κορφὴ σὲ κορφὴ κρυφομιλοῦσαν νύχτα καὶ μέρα μαζί της. Ἄκουγαν τὴ φωνή της παντοῦ· στὶς ράχες, στὰ βουνά, στὶς ρεματιές, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσαν στὶς πιὸ ἀπόκρημνες σπηλιές. Ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ὁρκίζονταν πίστη στὸν παντοτινὸ Ἀρχηγό τους, τὸν Μαρμαρωμένο Βασιλιά. Καρτεροῦσαν τὴν ὥρα ποὺ Ἐκείνη ‒ ἡ Λευτεριά – θὰ τὸν ξυπνοῦσε. Κι ὅταν εἶδαν τὴν κόψη τοῦ σπαθιοῦ της ν᾿ ἀστράφτει ἀντίκρυ στὸν ἥλιο, καὶ τὸ βλέμμα της νὰ μετράει τὴ γῆ μὲ βιάση, τινάχτηκαν ὀρθοί. Ἀνέμισαν τὴ σημαία της, εὐλόγησαν στὶς ἐκκλησιὲς τὰ ἄρματά τους, ἔκαναν τὸν σταυρό τους καὶ τὴν ἀκολούθησαν. Ἀπὸ τὴν Ἅγια Λαύρα στὸ Βαλτέτσι, κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ στὸ Σούλι καὶ στὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς. Στὴν Ἀλαμάνα, στὸ Μεσολόγγι, στὰ Δερβενάκια, στὴν Τριπολιτσά. Βῆμα τὸ βῆμα περπατοῦσαν μαζί της τὴ σκλαβωμένη γῆ. Κι ὅπου πατοῦσαν, ἄναβε φωτιὰ ἡ Λευτεριὰ κι ἔλαμπε ἡ μορφή της μὲ φῶς ὑπερκόσμιο. Δὲν ἦταν ὑπεράνθρωποι. Ἄνθρωποι ἦταν. Μὲ ἀδυναμίες ὅπως ὅλοι μας. Κάποιοι μὲ πολλές. Καὶ ἄλλοι μὲ πολὺ μεγάλες. Ὅλοι τους ὅμως μὲ ἀπόφαση θανάτου. Μὲ τὴ λαχτάρα νὰ δοῦν τὴ βασίλισσα τῆς καρδιᾶς τους Λευτεριὰ νὰ βασιλεύει ἀπ᾿ ἄκρου σ᾿ ἄκρο στὴ γῆ ποὺ τὴ γέννησε. Αὐτὴ ἡ ἀπόφαση κι αὐτὴ ἡ λαχτάρα τοὺς ἔκανε νὰ ξεπερνοῦν τὶς ἀδυναμίες τους, νὰ ὑπερβαίνουν τὸν συνηθισμένο ἑαυτό τους, νὰ ὑψώνονται σὲ κόσμους οὐράνιους, νὰ ἀνεβαίνουν σὲ ὕψη δυσθεώρητα. Λόγιαζαν τὸν ἑαυτό τους ἀπεσταλμένο τοῦ Χριστοῦ νὰ ξαναδώσουν στὶς ἐκκλησιές Του τὴν παλιά τους λαμπρότητα, νὰ σταματήσουν τοὺς βίαιους ἐξισλαμισμούς, τὴν ἐφιαλτικὴ τυραννία τῶν ἀγροίκων κατακτητῶν. Λογιάστηκαν ἀγαπημένα παιδιὰ τῆς Παναγιᾶς. Στὴν ἀγκαλιά της ἀκουμποῦσαν τοὺς πόνους, τὶς θλίψεις, τὶς ἀγωνίες τους. Ἔπραξαν τὸ χρέος τους. Τραβώντας τὰ γιαταγάνια τους συνέτριψαν τὶς ἁλυσίδες τεσσάρων αἰώνων. Παρέδωσαν ἐλεύθερη πατρίδα. Μὲ τὸ στόμα τοῦ μεγάλου Κολοκοτρώνη στὶς 8 Νοεμβρίου τοῦ 1838 στὴν Πνύκα ἄφησαν σὲ ὅλους ἐμᾶς τὴν αἰώνια παρακαταθήκη τους: «Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴ στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἄρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος... Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἐμεῖς ἐλευθερώσαμε». Δυὸ αἰῶνες μετὰ ὁ λόγος τοῦ κορυφαίου τῶν Τιτάνων παραμένει περισσότερο ἐπίκαιρος ἀπὸ ποτέ. ''Ο ΣΩΤΗΡ'' 2217