Το θαύμα του Αγίου Νεκταρίου, μετά την κοίμησή του, στον υποτακτικό του, τον Άγιο Σάββα τον Νέο εν Καλύμνω..

Το έτος 1916 ο Άγιος Σάββας επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα, μεταβαίνει στη νήσο Πάτμο, όπου διαμένει δύο χρόνια και ιστορεί δύο εικόνες στο Καθολικό της μονής. Έπειτα έρχεται στην Αθήνα, όπου πληροφορείται ότι τον αναζητεί ο Άγιος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Μεταβαίνει στην Αίγινα και διακονεί τον Άγιο μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του. Η συγκαταβίωση με τον Άγιο Νεκτάριο συνέβαλε στην πνευματική του πρόοδο. Γνώρισε την αυστηρή άσκηση του Αγίου Νεκταρίου, την παροιμιώδη ταπείνωσή του, την απλότητά του. Έζησε το πρώτο θαύμα του Αγίου, όταν μετά την κοίμησή του είδε τον Άγιο να κλίνει την κεφαλή του προκειμένου να του φορέσει το πετραχήλι του και να επανέρχεται κατόπιν στην θέση της. Επί τρεις συνεχείς ημέρες οι αδελφές της μονής στην Αίγινα άκουγαν συνομιλίες από τον τάφο του Αγίου, όταν δε πλησίασαν, είδαν εκεί τον Όσιο Σάββα να συνομιλεί με τον Άγιο Νεκτάριο. Ο Όσιος έμεινε έγκλειστος στο κελί του για σαράντα ημέρες. Κατά την τεσσαρακοστή ημέρα εξήλθε κρατώντας μία εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, την οποία ενεχείρησε στην ηγουμένη με την εντολή να την τοποθετήσει στο προσκυνητάρι. Η ηγουμένη απάντησε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει, διότι ο Άγιος δεν είχε αναγνωρισθεί επίσημα από την Εκκλησία και μια τέτοια ενέργεια ίσως να έθετε τη μονή σε διωγμό. Τότε ο Όσιος Σάββας της είπε επιτακτικά: «Οφείλεις να κάνεις υπακοή. Να πάρεις την εικόνα, να την βάλεις στο προσκυνητάρι και τις βουλές Τού Θεού να μην τις περιεργάζεσαι».

Ε ΝΗΣΤΕΙΩΝ-ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΙ ΕΣΧΑΤΟΙ

Ὁ Χριστὸς ἀνεβαίνει στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τελευταία φορά. Καθ’ ὁδὸν προλέγει στοὺς μαθητές του τὰ ὅσα θὰ τοῦ συμβοῦν. Ὅτι δηλαδὴ θὰ συλληφθεῖ, θὰ μαστιγωθεῖ, θὰ ἐμπαιχθεῖ, θὰ ἐμπτυσθεῖ, θὰ φονευθεῖ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀναστηθεῖ τὴν τρίτη μέρα ἀπὸ τὸν θάνατό του. Δύο ἀπὸ τοὺς μαθητές του, συγγενεῖς του, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, παιδιὰ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τῆς Σαλώμης, κόρης πιθανὸν τοῦ Ἰωσήφ, σὰν νὰ μὴν κατάλαβαν τίποτε, ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ τοὺς δώσει, ὅταν γίνει βασιλιάς, τὰ πρῶτα ἀξιώματα. Μὰ ὁ Χριστός, ἀντὶ γιὰ μεγαλεῖα, τοὺς ὑποσχέθηκε μόνο «ποτήριον θανάτου» καὶ βάπτισμα μαρτυρίου (Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν). Οἱ ἀπόστολοι, ἂν καὶ πίστευαν ἐξ ἀρχῆς ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐκλεκτός του, ὁ Μεσσίας, ἄργησαν πολὺ νὰ καταλάβουν ὅτι ἡ βασιλεία του «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Ὅταν βέβαια τὸ κατάλαβαν, δέχτηκαν μὲ τὴν καρδιά τους τὸ ποτήρι τοῦ θανάτου καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου ποὺ τοὺς ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός. Τὸ μυαλό τους ξεθόλωσε ἀπὸ τὶς κοσμικὲς ἐπιδιώξεις καὶ φιλοδοξίες μετὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοὺς ὁδήγησε «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν». Στὸ ἑξῆς, ἀντὶ νὰ κυνηγοῦν ἀξιώματα, θεωροῦσαν τιμή τους νὰ βαστάζουν ἐπάνω τους τὰ στίγματα τοῦ Χριστοῦ. Νὰ ὑποφέρουν ὅπως Ἐκεῖνος (Ἰω. 18, 36. 16, 13. Γαλ. 6, 17). Τότε κατανόησαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ὅτι πρῶτος καὶ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους δὲν εἶναι ὅποιος ἐπιδιώκει τὴν πρώτη θέση παντοῦ, «τὴν πρωτοκλισίαν ἐν τοῖς δείπνοις καὶ τὰς πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς». Ἀλλὰ ὅποιος βάζει τὸν ἑαυτό του τελευταῖο καὶ γίνεται ὑπηρέτης τῶν ἄλλων, «πάντων δοῦλος καὶ διάκονος». Ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Χριστός, ποὺ δὲν ἦλθε γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσουμε ἐμεῖς, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς διακονήσει Ἐκεῖνος. Καὶ ἔφτασε νὰ πλένει καὶ τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του, ἀκόμα καὶ τοῦ Ἰούδα. Ἀπὸ μείζων, ἔγινε ἐλάχιστος (Ματθ. 23, 6. Μάρκ. 10, 43-44. Ἰω. 13, 4-16). Πολλοὶ Χριστιανοὶ δὲν κατάλαβαν ποτὲ τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τὴ στάση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ κάθε μέσο, θεμιτὸ καὶ ἀθέμιτο, πατώντας ἀκόμα καὶ ἐπὶ πτωμάτων, ἀγωνίζονται γιὰ τὴν πρώτη θέση. Γαντζώνονται στὴν ἐξουσία, κάνουν τὰ πάντα γιὰ τὴν καρέκλα τους. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κατακυριεύουν, καταδυναστεύουν, τυραννοῦν, καθυποτάσσουν. Εἶναι γενικευμένη ἡ τάση, στὸν τομέα του ὁ καθένας νὰ ἐπιδιώκει νὰ ἐπικρατεῖ πάνω στοὺς ἄλλους. Μὰ εὐτυχῶς ὑπάρχουν καὶ οἱ φωτεινὲς ἐξαιρέσεις. Κάποιες φωτισμένες ψυχές, ἀντὶ γιὰ πρωτοκαθεδρία, ἀναζητοῦν «τὸν ἔσχατον τόπον» (Λουκ. 14, 10). Πατριάρχες γίνονται ἀνώνυμοι μοναχοί. Βασιλιάδες, πρίγκιπες καὶ πριγκιπόπουλα, ἀνταλλάσσουν τὴν ἐπίγεια βασιλεία μὲ τὴν ἐπουράνια. Ἀφήνουν τὴ βασιλική τους πορφύρα καὶ ντύνονται τὸ μοναχικὸ τριβώνιο. Ἕνα τέτοιο λαμπερὸ ἀστέρι εἶναι καὶ ὁ ἀββᾶς Ἀρσένιος. Ἔζησε σαράντα χρόνια στὰ παλάτια ὡς δάσκαλος καὶ πατέρας τῶν παιδιῶν (Ἀρκαδίου καὶ Ὀνωρίου) τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου. Κοιμόταν πάνω σὲ πολύτιμα στρώματα. Τὸν ὑπηρετοῦσαν χίλιοι δοῦλοι χρυσόζωνοι, φορώντας πανάκριβα κοσμήματα καὶ ὁλομέταξα ροῦχα. Μὰ ἄφησε τὶς τιμὲς καὶ ἔγινε μοναχός. Ἔζησε ἄλλα πενήντα πέντε χρόνια στὴν ἀπόλυτη φτώχεια. Καὶ ὅπως στὸ παλάτι δὲν φοροῦσε κανένας πολυτιμότερο ροῦχο ἀπὸ αὐτόν, ἔτσι καὶ στὸ μοναστήρι δὲν φοροῦσε κανένας εὐτελέστερο ἀπὸ τὸ δικό του. Στὴν Ἐκκλησία στεκόταν πίσω ἀπὸ μιὰ κολόνα γιὰ νὰ μὴ βλέπει κανένας τὸ πρόσωπό του. Ὅταν ἀρρώστησε, ἡ μόνη του πολυτέλεια ἦταν μιὰ κουρελοῦ γιὰ στρωσίδι καὶ ἕνα μικρὸ προσκέφαλο. Γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε ἀπὸ πρῶτος τελευταῖος.

"Τρώγε και σκάζε!"

Πρέπει να το καταλάβουμε καλά αυτό το πράγμα, τα πάθη θεραπεύονται με τα αντίθετά τους, όχι με παραπλήσια πράγματα. Είσαι θυμώδης; Θα θεραπεύσεις το θυμό σου με το να σκάσεις, να μην πεις λέξη.Να μη βγάλεις λέξη από το στόμα σου! Δεν σας άρεσε η λέξη που είπα; (γέλια) Ο Γέροντάς μας, ο αείμνηστος Γέροντάς μας, κάποτε είχαμε έναν αδερφό ο οποίος ήρθε να γίνει μοναχός και ήταν ασθενής ο καημένος, ψυχικά ασθενής, και τον βάλαμε να υπηρετά στην τράπεζα και να στρώνει το τραπέζι. Βέβαια, εντάξει, δεν έκανε για μοναχός αλλά για να μην τον απελπίσει ο Γέροντας, του είπε μείνε και βλέπουμε. Ξέραμε ότι θα φύγει κάποια ώρα. Τον έβαλε τραπεζάρη. Αυτός είχε την καλοσύνη όποτε έστρωνε το τραπέζι που τρώγαμε το μεσημέρι, στον Γέροντα σε μένα και στον πάτερ Εφραίμ -ήμασταν οι ιερείς εμείς οι δύο και ο Γέροντάς μας ο Γέροντας της Μονής- όλα τα ξεροκόμματα, τα μουχλιασμένα, τα σαπισμένα, τα ξινισμένα (τα έβαζε) σε μας, στον Γέροντα, σε μένα και στον παπά Εφραίμ. Όλοι οι άλλοι φρέσκο ψωμί, φρέσκο φαΐ, όλα φρέσκα. Εμείς χθεσινά, προχθεσινά, αφρισμένα. Τι να σας πω! Άσε οι μύγες που ήταν μέσα. Μία φορά μέτρησα οκτώ μύγες μέσα στα φασολάκια! Ήταν οικολογικές όμως και ήταν ωραιότατες, ήταν χρυσοπράσινες, πάρα πολύ ωραίες (γέλια). Λέγαμε την προσευχή, καθόμαστε να φάμε το φαΐ μας το μεσημέρι, το ψωμί μας όλο πράσινο, μουχλιασμένο, δεν κοβόταν. Μα αφού σήμερα ζυμώσαμε φρέσκο ψωμί! Από μας και κάτω, όλοι φρέσκο ψωμί. Εμείς οι τρεις το ξεροκόμματο. Κοιτάζαμε τον Γέροντα να δούμε τι θα πει. Έλεγε ο Γέροντάς μας, να έχουμε την ευχή του: "Τρώε και σκάζε!" Τρώγε και σκάσε. Το έλεγε για τον εαυτό του δηλαδή. Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ του. Έτρωγε τα ξεροκόμματα και ήταν γεροντάκι. Εμείς είχαμε και δόντια, εκείνος ο καημένος τα βουτούσε μέσα στο νερό να μαλακώσουν λίγο και να τα φάει. Δεν του έκανε ποτέ παρατήρηση. Λέει, άφησέ τον να δούμε πού θα πάει αυτό το βιολί...

Μαρτυρία για τον Γέρων Εφραίμ, Δικαίο της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές

Δεν γράφω για την προσωπική μου ζωή στο FB αλλά σήμερα έχω λόγο να δώσω μαρτυρία. Στο μακρυνό καλοκαίρι του 2005 αδελφικός μου φίλος μου προτείνει να πάμε στο Άγιο Όρος, σε μια Σκήτη κοντά εκεί που έμενε ο Γέροντας Παΐσιος, και ο ηγούμενος της είναι άγιος άνθρωπος. Εγώ τότε ταλαιπωρούμουν από κάποια προβλήματα ψυχολογικής φύσεως. Είχα σφοδρές κρίσεις πανικού με αποτέλεσμα να κλειστώ στον εαυτό μου για μεγάλο χρονικό διάστημα, αϋπνίες και δυσκολίες στην σίτιση. Φτάσαμε λοιπόν Σάββατο πρωί στο Σαράι (Σκήτη Αγίου Ανδρέα) κάναμε κάποια προσκυνήματα που θέλαμε και έφτασε αισίως το απόγευμα. Είχαμε επιστρέψει στην Σκήτη σχεδόν όλοι οι προσκυνητές, περίπου 80 με 90 άτομα, και μαζί μας ήταν και κάποιοι από τους μονάχους. Εγώ ενθουσιασμένος μεν αλλά όσο πλησίαζε το βράδυ η εσωτερική ταραχή μου μεγάλωνε. Μακρυά από οικείο περιβάλλον, άφαγος περιμένοντας ακόμα ένα κλασικό ανυπόφορο ξενύχτι, οι διαφορές μικρές κρίσεις εντός της ημέρας θα γιγαντώνονταν όπως κάθε βράδυ. Κάποια στιγμή μου λέει ο φίλος μου: "Ο Γέροντας Εφραίμ". Στεκόταν εκεί, λίγο πιο μπροστά από τον μεγάλο ναό, εμείς καμία 50 μέτρα προς την μεγάλη πύλη. Τότε αυτός δείχνει να κοιτάει προς εμάς, σηκώνει το χέρι του και μας κάνει νεύμα να πάμε κοντά του. Στην αρχή δεν καταλάβαμε λόγω του πλήθους, αλλά τελικά ξεκινήσαμε να πάμε. Ψιθυρίζαμε μεταξυ μας "τι να μας θέλει άραγε"; Φτάνοντας πρώτος και δεύτερος πήγαν οι παρέα μου, ασπάστηκαν το χέρι του και έκαναν στην άκρη. Ήρθε η σειρά μου, μου έδωσε το χέρι του όπως τους άλλους, έσκυψα να το ασπαστώ και σηκώνοντας το άλλο χέρι του μου έδωσε μια δυνατή καρπαζιά στο κεφάλι. Αρκετά δυνατή ώστε έμεινα κόκκαλο να τον κοιτάζω. Με κοιτάει βαθειά μέσα στα μάτια με εκείνο το χαμόγελο το δικό του, με πιάνει σφιχτά από το χέρι και μου λέει : "είσαι καλύτερα τώρα "; Μας ευλόγησε κι έφυγε. Φύγαμε κι εμείς για κάποια διακονήματα. Για τις υπόλοιπες 2 μέρες δεν είχα τίποτα, έφαγα πολύ και κοιμήθηκα σαν μωρό στην αγκαλιά της μάνας του. Τόσο κράτησε. Αλλά μου έδειξε κάτι, πιο σημαντικό που τελικά με ελευθέρωσε... Έχω ζήσει εγώ ή φίλοι μου και αλλά γεγονότα με τον Γέροντα, ίσως τα γράψω και αυτά κάποια στιγμή, αλλά όταν είδα σήμερα την είδηση για την Κοίμηση του αυτό ήταν το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό.

Ένα άγνωστο θαύμα της Παναγίας της Παρηγορήτισσας στην τουρκοκρατούμενη Άρτα «εν έτει 1628 »

Τα γεγονότα της διήγησης του πρώτου μέρους είναι σε γενικές γραμμές τα εξής: Σε ένα ορεινό μεγαλοχώρι της Άρτας στην εποχή της Τουρκοκρατίας γινόταν παιδομάζωμα. Ο Λάμπρος, ο μικρότερος γιος της Νάσαινας έφυγε από το χωριό προκειμένου να αποφύγει την απαγωγή από τους Τούρκους. Ήδη τα μεγαλύτερα αδέλφια του, ο Πάνος και ο Φώτος είχαν απαχθεί παλιότερα και ό ένας εξ αυτών ο Πάνος ήταν ήδη ο γενίτσαρος Ισμέτ. Αυτό το γεγονός ο Λάμπρος, ως μικρότερος δεν το γνώριζε. Προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, ο Λάμπρος κρύφτηκε σε μια ρεματιά. Μια μέρα, περνούσε από το μέρος εκείνο ένας Αρτινός μεγαλέμπορος, ο γέρο-Γιαννούσος και σε συμπλοκή με ομάδα Τούρκων γενίτσαρων έχασε ένα πουγγί με χρυσά φλουριά. Τοπουγγί το βρήκε ο Λάμπρος και τα παρέδωσε στον έμπορο στην Άρτα. Αυτός, για να τον ευχαριστήσει, τον έκανε υπάλληλο στο μπακάλικο του γιού του, του κυρ-Ευθύμη, κοντά στην Παρηγορήτισσα. Ο Λάμπρος στη συνέχεια γνωρίστηκε με τον Ζαννή, υπηρέτη ενός Ιταλού επιχειρηματία, του σινιόρ Αλφρέδου που έμεινε στην Άρτα. Αυτός του πρότεινε να τον σπουδάσει στην Ιταλία, γεγονός που χαροποίησε πολύ τον Λάμπρο. Εν τω μεταξύ ο Λάμπρος ενημέρωσε με γράμμα τη μάνα και τις αδελφές του για το πού βρίσκεται και εργάζεται. Τα σχετικά τα έμαθε και μια Τουρκάλα γειτόνισσα η Ινζλού, που κρυφάκουσε και η οποία πήγε στη συνέχεια στα Γιάννενα, για να αποκαλύψει που βρίσκεται ο Λάμπρος που δραπέτευσε από το παιδομάζωμα. Προκειμένου να ενημερώσει τον Λάμπρο για τα γεγονότα αυτά και για να τον προφυλάξει αποφάσισε η μητέρα του η Νάσαινα να έλθει στην Άρτα να τον βρει. Ήταν Αύγουστος του 1628 και πλησίαζε η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου. Η εξαφάνιση Στο μεταξύ η Τουρκάλα Ινζλού, η γειτόνισσα της Νάσαινας, που κρυφακούοντας έμαθε τα σχετικά με τον Λάμπρο, κίνησε για τα Γιάννενα.Εκείνη την εποχή, είχε σταλεί από τον φοβερό Σουλτάνο Μουράτ τον Δ στον πασά των Ιωαννίνων ένας γεροδεμένος γενίτσαρος, ο Ισμέτ. Πιστός στη δούλεψη του Σουλτάνου μισούσε θανάσιμα τους γκιαούρηδες, που τον Αλλάχ και το κοράνι δεν σέβονταν,που τον σουλτάνο δεν προσκυνούσαν με την καρδιά τους. Αυτός γύριζε και επιθεωρούσε τα γύρω χωριά. Αυτόν συνάντησε η Ινζλού και του μίλησε για τον Λάμπρο, που είχε ξεφύγει από το παιδομάζωμα και δουλεύει τώρα στην Άρτα. Φάνηκε να φχαριστιέται παράξενα ο Γενίτσαρος και αποφάσισε μόνος του να πάει στην Άρτα.Εκεί είχε ανθρώπους να τον βοηθήσουν να εξαφανίσουν το γκιαουρόπουλο που μέσα από τα χέρια τους είχε ξεγλιστρήσει και να σβήσει την ντροπή… Ξεκίνησε… Σαν βρέθηκε όμως ξέμακρα από την πόλη μέσα σε λαγκαδιές και ράχες, με συντροφιά μονάχη των πουλιών τα πετάγματα και το σάλεμα των δένδρων, ξεδιπλώθηκε μέσα του μια επιθυμία μυστική.. Κείνο το φώναγμα του γέρου καβαλάρη «Παναγία μου Παρηγορήτισσα..», τότε με τα φορτωμένα μουλάρια σαν είδε τη σπάθα του να κινείται, του χώθηκε κοφτερά στην καρδιά του. Δεν την είχε ξανακούσει ποτέ αυτή τη λέξη για την Παναγιά, εκεί στην Πόλη που όλα τα χρόνια είχε ζήσει.Τούτη την προσευχή δεν την είχε ποτέ διαβάσει. Και όμως μόλις έβγαλε τη φωνή ο γέρος, κάτι σάλεψε βαθιά του, κάτι τον τάραξε σύγκορμο και του΄λυσε τα γόνατα. Του φάνηκε πως την ήξερε, πως την είχε βαθιά στη θύμησή του θαμμένη και εκείνη τη στιγμή ξεπετάχτηκε ζωντανή, βγαλμένη όχι από γέρου στόμα, μα από νέας γυναίκας φωνή. Πολέμησε να λησμονήσει και τον γέρο και το φώναγμα, αλλά εκείνο δεν σταμάτησε να τον κεντάει στη θύμηση, να φτάνει γλυκό και απόμακρο, παράκληση γεμάτο «Παναγία μου Παρηγορήτισσα…» …Ήταν σίγουρος πως κάποτε παλιά το είχε ακουσμένο…Πότε όμως και από ποια; Από τη βεζύραινα μάνα του; Αδύνατο. Αλλά από ποια; Εκείνη η Τούρκισσα,που έφτασε το γραικόπουλο να προδώσει από το μεγαλοχώρι, του φύτεψε την κρυφή επιθυμία, του ανάδεψε τους λογισμούς… Δουλεύει κάπου κει σιμά στην Παρηγορήτισσα!!! Χάρηκε στη λέξη ο Ισμέτ και πήρε την απόφαση να πάει να βρει το παιδί και την Παρηγορήτισσα, σπρωγμένος από την επιθυμία του μη σε κείνον τον τόπο βρισκόταν κάποια απόκριση στην έγνοια του… Σαν έφτασε στην Άρτα, ξεπέζεψε σε χάνι απόμερο, άλλαξε φορεσιά,υπόνοια να μην δώσει και σαν ξαπόστασε, ρώτησε για την εκκλησιά της Παρηγορήτισσας. Ήταν κατακαλόκαιρο απομεσήμερο και η κάψα ξερόκαιγε τα πλακόστρωτα καντούνια και τα κλεισμένα σπίτια… Ο Φώτος καθισμένος σε σκαμνί στο ραφτάδικο του κυρ-Στεφανή και με ακουμπισμένο το πονεμένο πόδι του σε ένα σακούλι με καλαμποκόφυλλα έκοβε με μεγάλο ψαλίδι τα λαγγιόλια μιας φουστανέλλας… Ξαφνικά φόβος τον ζύγωσε. Άκουσε σιγόσυρτη φωνή, που κάποιον αναζητούσε σε κοντινά κατώφλια κάποιο Λάμπρο παραγιό. Δίχως να περιμένει περισσότερο, άρπαξε τις μαγκούρες του και με δυσκολία κίνησε για το πίσω μέρος του μαγαζιού, που έβλεπε στου Λάμπρου την κάμαρα. Σιγοσφύριξε, φώναξε, χτύπησε με ένα ξύλο. Στο χτύπημα βγήκε στο πάνω χαγιάτι ο κυρ- Ευθύμης και του΄πε αγριεμένος πως ο Λάμπρος ήταν φευγάτος από το πρωϊ…Γύρισε ο Φώτος στο ραφτάδικο να συνεχίσει τη δουλειά του. Κοίταξε δεξιά-ζερβά στο καντούνι και καθώς τον ξένο δεν αντίκρυσε, συνέχισε τη δουλειά του. Ο Ισμέτ γυρόφερνε στης Άρτας τους μαχαλάδες, έκανε τάχα πως παζάρευε κάτι να αγοράσει, έπιανε κουβέντα με ντόπιους και κυρές, έφτασε στης Παρηγορήτισσας τον αυλόγυρο. Διάβηκε τη θύρα. Όχι, ποτέ δεν είχε ειδομένη τούτη την εκκλησιά. Καμμιά θύμηση δεν σάλεψε μέσα του στο αντίκρυσμά της. Είχε λαθέψει που λογίστηκε πως κάτι ήταν δεμένο με του λόγου του και της Παρηγορήτισσας το όνομα…Κείνο που ένιωσε ήταν της λύσσας το φούντωμα, σαν πείστηκε πως το γκιαουρόπουλοτου΄χε ξανά ξεγλιστρήσει. Ρώτημα με ρώτημα έμαθε για του κυρ-Ευθύμη τον παραγιό που ήταν φευγάτος άξαφνα,δίχως να ξέρει κανένας που βρισκόταν. Γύρισε στο χάνι κι έβγαλε χαρτί,μήνυμα να στείλει ανθρώπους, που είχε στις διαταγές του να φτάσουν για παιδομάζωμα και σε τούτη την πόλη της Παναγιάς ανήμερα (15Αυγουστο).Αν ένα γλύτωνε, εκατό θα πληρώναν τώρα. Η φτερούγα της μάνας Στο μεταξύ η Νάσαινα, όπως είπαμε,είχε πάρει την απόφαση, να πάει να βρει στην Άρτα τον γιό της Λάμπρο, για να τον προστατέψει από την προδοσία της Τουρκάλας Ινζλού. Ετοιμάστηκε και ζύμωσε και πρόσφορα. Μια και θα βρισκόταν στην Άρτα, θα τα πήγαινε στην Παναγία την Παρηγορήτισσα ευλαβική προσφορά, σαν και παλιά στα νιάτα της. «Με το ροδοφώτισμα της αυγής κίνησε η λεβεντόκαρδη μάννα ακόπιαστη, φτερούγα να απλώσει την έγνοια της στο στερνοπαίδι που κινδύνευε ξανά. Δεν λογάριασε δρόμο, δεν λογίστηκε δίψα, δεν πεθύμησε ξαπόσταση. Να φτάσει μονάχα ήθελε, να προκάμει, πριν τον ξάφνιαζε του άπιστου η απειλή. Σκίρτημα βαθύ της ανέκοψε για λίγο τον βηματισμότης, θόλωσε η ματιά, σαν απόμακρα αντίκρυσε, φτάνοντας, της Παρηγορήτισσας τους τρούλους. Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Άρτα, με τη δική της σκέψη και παρηγοριά είχε περασμένους της ζωής της τους πόνους, είχε βρει δύναμη στις ώρες τις πικρές. Κι από τη δική της Χάρη θε να΄ταν που αντάμωσε τον Λάμπρο της τώρα πέρα στο ποτάμι μονάχο,δίχως μάτι να τους δει και δώσει λογαριασμό. Φτερούγισε το παιδί στο αντίκρυσμά της, πετάχτηκε και ρίχτηκε στο λαιμό της φουντωμένο από χαράς κοκκίνισμα…Πνίγηκε εκείνη στα δάκρυα…Είπαν κι είπαν -πόσα είχαν να πουν-πίσω από τις ψηλές καλαμιές και τελευταίο κράτησε η Νάσαινα το λόγο του ερχομού της. Πύρωσαν πιότερο του αγοριού τα μάγουλα, άστραψαν ξανά τα μάτια του, όμοια με εκείνο το πρώτο βράδυ….» Θα φύγω ξανά μάννα.. Όμοια που με φύλαξε ίσαμε τώρα ο Θεός, θε να με φυλάξει κι από ‘δω και πέρα… Τούρκος εγώ δεν γίνομαι»,είπε ο Λάμπρος. Κατάπιε το λυγμό η μάννα, έσφιξε το κεφάλι του στην αγκαλιά της και τον γέμισε με χίλιες ευχές.Όμως, δεν ήταν πρεπούμενο καιρό να χάνουν. Δώσανε ξανά συνάντηση σε απόμερο τόπο και ο Λάμπρος κίνησε τρεχάτος για την κάμαρά του. Μονάχα τον κυρ-Γιαννούσο βρήκε, τον χαιρέτησε, πήρε τον τορβά με τα λιγοστά πράματά του και το θησαυρό του το Ψαλτήρι και βγήκε από την πίσω αυλή, δίχως άλλος να τον πάρει χαμπάρι. Των ραγιάδων καταφυγή το Μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς, σε όλες τις δύσκολες ώρες, στάθηκε για τηΝάσαινα στέγη και ξαπόσταση διπλή. Έμεινε δύο μέρες ακόμα το παιδί να ξανανταμώσει, να δει τι θα απογινόταν με της Τούρκισσας τις φοβέρες. Μα, ήθελε και να βρεθεί στης Παναγιάς το πανηγύρι στην Παρηγορήτισσα. Την ημέρα του Ευαγγελισμού γιορτάζει η εκκλησία αυτή. Μα και τον μήνα Αύγουστο,αφού ήταν στ΄ όνομά της πανηγύριζε. Είχε δοσμένη την προσφορά της και είχε νηστέψει όλες τις μέρες για να μεταλάβει. Με το σκόλασμα θα κινούσε για τον τόπο της. Στο μεταξύ ξανασυναντήθηκε με τον Λάμπρο μυστικά στα ξεροχώραφα και κανόνισαν νεότερη συνάντηση στο πανηγύρι της Παρηγορήτισσας. Έφτασε και η γιορτή του 15 Αυγουστου. Με κατεβασμένη χαμηλά την κεφαλοδεσιά η Νάσαινα στάθηκε σιμά στη θύρα της εκκλησίας το παιδί προσμένοντας. Λίγο πιο πέρα στα δεξιά έστεκε ο Φώτος έχοντας το πονεμένο πόδι του σε πεσμένο μαρμάρινο στύλο… Οι ψαλμωδίες φτάνανε έξω καθαρά και του λιβανιού η μυρωδιά ανεβαίνοντας στον Παντοκράτορα και τη Δέσποινα του κόσμου, έμοιαζε με των ραγιάδων τις προσευχές, που στο καμίνι μέσα του πόνου θυμιατού ξεχύναν ευωδία. Από το σπαθί του Γενίτσαρου Κάποια στιγμή, άκουσε η Νάσαινα έξω από το ριγμένο μαντρότοιχο του αυλόγηρου της εκκλησιάς τρεχαλητό άγριο και στράφηκε τρομαγμένη. Σαν ελάφι γοργοπόδαρο φάνηκε να πετιέται ο Λάμπρος από το χάλασμα και να χάνεται μέσα στα ρημαγμένα κελιά. Πίσω του ψηλός γιγαντωμένος, άγριος γενίτσαρος με σπάθες και γιαταγάνι με την ίδια γρηγοράδα τον κυνήγησε, θηρίο σωστό.Έβγαλε πνιχτή φωνή η μάνα και ρίχτηκε με απλωμένα χέρια στην ίδια μεριά, για να προλάβουν και γλυτώσουν το παιδί από του τύραννου το σπαθί. Είδε και ο Φώτος και τον πόνο αψηφώντας κίνησε γοργά να της παρασταθεί, όσον του δυνόταν. Πού βρισκόταν ο Λάμπρος και τώρα ξαναφάνηκε; Συγγένισσα του ή μάνα του ήταν αυτή η λεβεντογυναίκα που σπάραξε σαν είδε το κυνήγημά του; Έφτασε λίγο πιο ύστερα από κείνη στο ακρινό κελί, που φαινόταν πάλη να γίνεται. Ματωμένη αντίκρυσε πρώτα της σπάθας την άκρη, αλλά ο Λάμπρος δεν φαινόταν.Λύθηκε από τον πόνο ο Φώτος για τον Λάμπρο που χανόταν,δακρύσανε τα μάτια του στην καυτή ικεσία, βλέποντας τη σπάθα να κατεβαίνει ξανά. Μα, ξάφνου, σπαθί αρχαγγέλου που τη σταμάτησε γίνηκε της γυναίκας η φωνή «ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑ!!!!»Ο γενίτσαρος ξέμεινε με ακούνητο το σπαθί, έτσι στραμμένος, που ήταν απάνω στο πεσμένο παιδί και γύρισε συνταραγμένος και κοίταξε με ολάνοιχτα πελώρια μάτια τη γυναίκα που φώναξε. Όρμησε ο Φώτος στον Λάμπρο που ματωμένος στον ώμο έκανε να σηκωθεί, για να κερδίσει τούτη την απρόσμενη στιγμή. Μα, η φωνή της Νάσαινας πνιγμένη από σπαραγμό και ξαφνικό χαράς λυγμό μαζί, λίγο και θα γκρέμιζε τους ραγισμένους τοίχους. -Πάνο, Πάνο καμάρι μου, παιδί μου. Η μητρική καρδιά, που είχε χρόνια φυλαγμένη στα κατάβαθά της του παιδιού της τη ματιά, τη γνώρισε με το πρώτο αντίκρυσμά της. Άπλωσε τα χέρια στον γενίτσαρο, που νεκρού χλωμάδα είχε πάνω του απλωθεί, που στήριγμα ζήτησε σε γερό δοκάρι. -Πάνο, καμάρι μου, ξαναφώναξε η μάνα.Πού σε είχαν αρπαγμένο οι άπιστοι μέσα από την αγκαλιά μου; Αυτόν που πας να σκοτώσεις είναι ο αδελφός σου ο Λάμπρος. Όμοια και οι δυο σας του λεβέντη του πατέρα σας την κορμοστασιά έχετε,που χάθηκε από Τούρκου μαχαίρι. Γύρισε ο γενίτσαρος τα μεγάλα μάτια και τα στύλωσε στον Λάμπρο, που ξαφνιασμένος θωρούσε πότε τη μάνα του και πότε εκείνον. Είχε αδελφό; Ποτέ δεν το΄χε ακουσμένο. Στράφτηκε προς τη μάνα και με βραχνή απόκριση κοφτή της είπε: -Έχεις λαθέψει κυρά. -Δεν λαθεύει της μάνας η καρδιά,Πάνο μου, είπε η Νάσαινα και πέταξε τημαντηλοδεσιά από το κεφάλι της και φανήκαν τα χρυσαφένια μαλλιά και ξεσκεπαστήκαν τα γαλάζια μάτια. -Μάνα! Ακούστηκε μ΄ανατριχίλας πνίξιμο φωνή από ζερβά. Μα, εκείνη συνεπαρμένη από το φόβο μη χάσει το παιδί της μέσα από τα χέρια της δεν την άκουσε. Ο Ισμέτ ο γενίτσαρος ήταν σταματημένος μπροστά της… Ξαφνικά ένιωσε με ορμή κάποιος να του πιάνει το ζερβί το χέρι, να του ανοίγει τα δάκτυλα, να του δείχνει στο μικρό σημάδεμα βαθυσκαμμένο από παλιά πληγή. -Πάνο, είμαι ο Φώτος. Δεν θυμάσαι, που μας είχαν αρπαγμένους μαζί και σαν θελήσαν να μας ξεχωρίσουν, σούπληγώσαν με μαχαίρι το χέρι σου τούτο που με κρατούσε σφιχτά; -ΩρέΦώτο!φώναξε εκείνος και ξέσπασε σε κλάμα δυνατό,τρέμοντας σύγκορμος και ρίχτηκε στου αδελφού του τον ώμο για να μην σωριαστεί. -Παναγία Παρηγορήτισσάμου!Φώτομου, Πάνο μου, παιδιά μου ! Τούτη μού φυλαγόταν η απόκριση στις προσευχές μου! φώναξε η μάνα και όρμησε και αγκάλιασε μαζί τα δύο αρπαγμένα παιδιά της σαν παλιά, με δάκρυα ποτάμι. Πέταξε ο Ισμέτ τα γιαταγάνια και του γενίτσαρου το κεφαλόντυμα, έσκυψε και φίλησε τα χέρια της μάνας με λυγμούς…Είχε πιστέψει πως ήταν του μεγάλου βεζύρη ο γιος.Μονάχα η φωνή της μάνας ξεθάφτηκε ξαφνικά λίγο καιρό πριν, της ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑΣ ακούγοντας το όνομα, μα πολέμησε ξανά να τη λησμονήσει… Τώρα όμως στου Φώτου τα λόγια ξανάζησε του χωρισμού το ξερίζωμα, αναθυμήθηκε πως Χριστιανός και Γραικός ήταν… Δεν πίστευε τα μάτια της η Νάσαινα.Δεν πίστευε τα αυτιά της που ακούγαν «μάνα» να τη φωνάζουν φωνές μεστωμένων παλληκαριών, ούτε τα χέρια της που άγγιζαν τα κεφάλια τους, που δέχονταν τα φιλήματά της.Μονάχα η καρδιά της έπιασε τον κίνδυνο που τον Πάνο της θα απειλούσε, σαν οι σύντροφοί του μαθαίναν το μυστικό και μακριά τον έσπρωξε, να φύγει από μικρό του τοίχου παραθύρι. Συλλογίστηκε εκείνος μια στιγμή και ξαναζώστηκε τα σπαθιά του. Προκειμένου να σταματήσει το παιδομάζωμα, γύρισε το κεφάλι του στους ανθρώπους που ήταν κρυμμένοι ολόγυρα και περιμένανε το δικό του πρόσταγμα για το γιουρούσι απάνω στα γραικόπουλα, που θα βγαίνανε από την εκκλησιά. Τους διέταξε να συναχτούν να ξαποστάσουν στο χάνι, έξω από την άλλη άκρη της Άρτας, γιατί καινούργιο σχέδιο είχε στον νου και αν δεν έχουν άλλη διαταγή, να ξεκινήσουν για τα Γιάννενα. Έτσι θα χάνανε τα χνάρια του και θα κέρδιζε και εκείνος καιρό. Στο μεταξύ για να μην πάθει κάτι ο τραυματισμένος Λάμπρος, φρόντισε να περιποιηθεί το τραύμα του αδελφού του με γάζες και τσίπουρο που προμηθεύτηκε από ένα μισάνοικτο μαγαζί. Γονατιστοί μείνανε μετά ο Φώτος και η Νάσαινα, ώσπου να τελειώσει η λειτουργία και μετάλαβαν με φόβο Θεού. Ο Λάμπρος γερμένος σ’ ένα σωρό από σοβάδες στο μισογκρεμισμένο κελί, με δεμένη τη λαβωματιά είχε λησμονήσει τον πόνο μπροστά σε όλα τα παράξενα που είχε ζήσει. Από του θανάτου το αντίκρυσμα κάτω από τη σπάθα του Γενίτσαρου βρέθηκε να είναι σφιγμένος στην αγκαλιά του, βρέθηκε να είναι του αγαπημένου Φώτου αδελφός και να βλέπει τη μάνα του όσο ποτέ χαρούμενη και ξανανιωμένη. Όσο και αν ο πυρετός τον έκαιγε, το μυαλό του δούλευε και ρώτησε τη μάνα του: -Μάνα, έχει δει ο Πάνος την ΑγιάΣοφιά εκεί στην Πόλη; Τα άκουσε ο παλιός γενίτσαρος και σίμωσε και του είπε: -Την έχω δει αδελφέ μου και ένα δάκρυ στάλαξε αργό στη σκέψη της. Πανέμορφη και πιο τρανή εκκλησιά άλλη δεν θα είναι χτισμένη. Όμως τζαμί την έχουν τώρα. Έμεινε ο Λάμπρος συλλογισμένος με μια λαμπράδα πρωτόγνωρη απλωμένη στα μάτια και στη θωριά.Μια υπερκόσμια αγαλλίαση τον πλημμύρισε…. Έτσι λάμψανε δάκρυα χαράς μέσα στης σκλαβιάς τα σκοτάδια. Στα σκοτάδια που φέγγανε από των ψυχών την άσβεστη λαμπάδα. Από της ελληνικής καρδιάς την αντρειοσύνη, που άτρομη έμεινε στητή από το σπαθί του γενίτσαρου. Η Παναγία η Παρηγορήτισσα ήτανε και τότε η βακτηρία, η παρηγοριά και η προστασία του Γένους των Ελλήνων. «Απίστευτο με τα μέτρα της λογικής, λογικό όμως με τα σταθμά της πίστης…»