ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΟΛΟΖΩΝΤΑΝΟΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΣΕ ΑΣΘΕΝΗ ΑΠΟ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Προς το τέλος του 1993, μέχρι το τέλος του 2007, ο σύζυγός μου χωρίς λόγο, ξαφνικά, έπεσε σε βαριά κατάθλιψη, με αποτέλεσμα να καταστεί ανάπηρος ψυχικά, σωματικά και πνευματικά και να περιέλθει σε αθλιωτάτη κατάσταση. Ήταν ένας σκελετός. Η δοκιμασία αυτή κράτησε σχεδόν δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια, χωρίς να μπορούν οι γιατροί να κάμουν ο,τιδήποτε για να τον βοηθήσουν να καλυτερεύσει η κατάστασή του. Κατά την διάρκεια της δοκιμασίας αυτής μας είχαν εγκαταλείψει όλοι και ήμασταν μόνοι. Αγωνιστήκαμε μαζί εκείνος με την αξιοθαύμαστη υπομονή του και εγώ με την ακλόνητη πίστη μου στον Άγιο Θεό, παρακαλώντας Τον, μέσω της Άγιας Θεοτόκου και του Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη να συντομεύσει αυτή τη δοκιμασία, για να γίνει καλά. Όλα αυτά τα χρόνια, παρά το γεγονός ότι είχαμε και πολλές άλλες σοβαρές δοκιμασίες, δεν αμφιβάλλαμε, ούτε ανησυχούσαμε για το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, διότι ο Άγιος Σιλουανός είπε, «πάσχουμε μόνο μέχρι να ταπεινωθούμε και μετά οι θλίψεις αυτόματα εξαφανίζονται». Όποιος καταφεύγει με πίστη στον Άγιον Θεόν, είναι αδύνατον να φύγει από κοντά του ντροπιασμένος. Και πράγματι ένα απόγευμα, τον Ιούνιο του 2007, ενώ ο σύζυγός μου εκοιμάτο, τον επισκέφθηκε ολοζώντανος ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης και του είπε: «Επαμεινώνδα αυτά ως εδώ. Η δοκιμασία σου τελείωσε, σήκω επάνω, δεν έχεις απολύτως τίποτα. Είσαι υγιής». Και αμέσως σηκώθηκε από το κρεββάτι χαρούμενος και γεμάτος συγκίνηση, ήρθε και μου είπε το θαύμα. Τον ρώτησα: – Ποιος είναι αυτός ο Γέροντας που παρουσιάστηκε μπροστά σου; Και μου λέει:. – Δεν γνωρίζω. Φέρε μου φωτογραφίες των Αγίων που έχεις, να σου δείξω». Εγώ ταπεινοφρόνως ομιλούσα, έχω γύρω στα διακόσια εικονίσματα στο σπίτι μου. Τα έφερα όλα. Δεν τον έβρισκε, πουθενά. Τότε του παρουσίασα ένα βιβλίο που έχει τις φωτογραφίες του Γέροντα και μόλις τον είδε, άρχισε να κλαίει και μου λέει χαρούμενος: – Αυτός είναι. Αυτός είναι. Πρέπει οπωσδήποτε, του είπα, να επισκεφθούμε τον Γέροντα πάνω στην Ιερά Μονή του Όσιου Δαυίδ και μου είπε, αμέσως. Τότε αρχίσαμε τα προσκυνηματικά ταξίδια.

Το θαύμα του Αγίου Νεκταρίου, μετά την κοίμησή του, στον υποτακτικό του, τον Άγιο Σάββα τον Νέο εν Καλύμνω..

Το έτος 1916 ο Άγιος Σάββας επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα, μεταβαίνει στη νήσο Πάτμο, όπου διαμένει δύο χρόνια και ιστορεί δύο εικόνες στο Καθολικό της μονής. Έπειτα έρχεται στην Αθήνα, όπου πληροφορείται ότι τον αναζητεί ο Άγιος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Μεταβαίνει στην Αίγινα και διακονεί τον Άγιο μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του. Η συγκαταβίωση με τον Άγιο Νεκτάριο συνέβαλε στην πνευματική του πρόοδο. Γνώρισε την αυστηρή άσκηση του Αγίου Νεκταρίου, την παροιμιώδη ταπείνωσή του, την απλότητά του. Έζησε το πρώτο θαύμα του Αγίου, όταν μετά την κοίμησή του είδε τον Άγιο να κλίνει την κεφαλή του προκειμένου να του φορέσει το πετραχήλι του και να επανέρχεται κατόπιν στην θέση της. Επί τρεις συνεχείς ημέρες οι αδελφές της μονής στην Αίγινα άκουγαν συνομιλίες από τον τάφο του Αγίου, όταν δε πλησίασαν, είδαν εκεί τον Όσιο Σάββα να συνομιλεί με τον Άγιο Νεκτάριο. Ο Όσιος έμεινε έγκλειστος στο κελί του για σαράντα ημέρες. Κατά την τεσσαρακοστή ημέρα εξήλθε κρατώντας μία εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, την οποία ενεχείρησε στην ηγουμένη με την εντολή να την τοποθετήσει στο προσκυνητάρι. Η ηγουμένη απάντησε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει, διότι ο Άγιος δεν είχε αναγνωρισθεί επίσημα από την Εκκλησία και μια τέτοια ενέργεια ίσως να έθετε τη μονή σε διωγμό. Τότε ο Όσιος Σάββας της είπε επιτακτικά: «Οφείλεις να κάνεις υπακοή. Να πάρεις την εικόνα, να την βάλεις στο προσκυνητάρι και τις βουλές Τού Θεού να μην τις περιεργάζεσαι».

Ε ΝΗΣΤΕΙΩΝ-ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΙ ΕΣΧΑΤΟΙ

Ὁ Χριστὸς ἀνεβαίνει στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τελευταία φορά. Καθ’ ὁδὸν προλέγει στοὺς μαθητές του τὰ ὅσα θὰ τοῦ συμβοῦν. Ὅτι δηλαδὴ θὰ συλληφθεῖ, θὰ μαστιγωθεῖ, θὰ ἐμπαιχθεῖ, θὰ ἐμπτυσθεῖ, θὰ φονευθεῖ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀναστηθεῖ τὴν τρίτη μέρα ἀπὸ τὸν θάνατό του. Δύο ἀπὸ τοὺς μαθητές του, συγγενεῖς του, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, παιδιὰ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τῆς Σαλώμης, κόρης πιθανὸν τοῦ Ἰωσήφ, σὰν νὰ μὴν κατάλαβαν τίποτε, ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ τοὺς δώσει, ὅταν γίνει βασιλιάς, τὰ πρῶτα ἀξιώματα. Μὰ ὁ Χριστός, ἀντὶ γιὰ μεγαλεῖα, τοὺς ὑποσχέθηκε μόνο «ποτήριον θανάτου» καὶ βάπτισμα μαρτυρίου (Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν). Οἱ ἀπόστολοι, ἂν καὶ πίστευαν ἐξ ἀρχῆς ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐκλεκτός του, ὁ Μεσσίας, ἄργησαν πολὺ νὰ καταλάβουν ὅτι ἡ βασιλεία του «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Ὅταν βέβαια τὸ κατάλαβαν, δέχτηκαν μὲ τὴν καρδιά τους τὸ ποτήρι τοῦ θανάτου καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου ποὺ τοὺς ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός. Τὸ μυαλό τους ξεθόλωσε ἀπὸ τὶς κοσμικὲς ἐπιδιώξεις καὶ φιλοδοξίες μετὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοὺς ὁδήγησε «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν». Στὸ ἑξῆς, ἀντὶ νὰ κυνηγοῦν ἀξιώματα, θεωροῦσαν τιμή τους νὰ βαστάζουν ἐπάνω τους τὰ στίγματα τοῦ Χριστοῦ. Νὰ ὑποφέρουν ὅπως Ἐκεῖνος (Ἰω. 18, 36. 16, 13. Γαλ. 6, 17). Τότε κατανόησαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ὅτι πρῶτος καὶ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους δὲν εἶναι ὅποιος ἐπιδιώκει τὴν πρώτη θέση παντοῦ, «τὴν πρωτοκλισίαν ἐν τοῖς δείπνοις καὶ τὰς πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς». Ἀλλὰ ὅποιος βάζει τὸν ἑαυτό του τελευταῖο καὶ γίνεται ὑπηρέτης τῶν ἄλλων, «πάντων δοῦλος καὶ διάκονος». Ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Χριστός, ποὺ δὲν ἦλθε γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσουμε ἐμεῖς, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς διακονήσει Ἐκεῖνος. Καὶ ἔφτασε νὰ πλένει καὶ τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του, ἀκόμα καὶ τοῦ Ἰούδα. Ἀπὸ μείζων, ἔγινε ἐλάχιστος (Ματθ. 23, 6. Μάρκ. 10, 43-44. Ἰω. 13, 4-16). Πολλοὶ Χριστιανοὶ δὲν κατάλαβαν ποτὲ τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τὴ στάση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ κάθε μέσο, θεμιτὸ καὶ ἀθέμιτο, πατώντας ἀκόμα καὶ ἐπὶ πτωμάτων, ἀγωνίζονται γιὰ τὴν πρώτη θέση. Γαντζώνονται στὴν ἐξουσία, κάνουν τὰ πάντα γιὰ τὴν καρέκλα τους. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κατακυριεύουν, καταδυναστεύουν, τυραννοῦν, καθυποτάσσουν. Εἶναι γενικευμένη ἡ τάση, στὸν τομέα του ὁ καθένας νὰ ἐπιδιώκει νὰ ἐπικρατεῖ πάνω στοὺς ἄλλους. Μὰ εὐτυχῶς ὑπάρχουν καὶ οἱ φωτεινὲς ἐξαιρέσεις. Κάποιες φωτισμένες ψυχές, ἀντὶ γιὰ πρωτοκαθεδρία, ἀναζητοῦν «τὸν ἔσχατον τόπον» (Λουκ. 14, 10). Πατριάρχες γίνονται ἀνώνυμοι μοναχοί. Βασιλιάδες, πρίγκιπες καὶ πριγκιπόπουλα, ἀνταλλάσσουν τὴν ἐπίγεια βασιλεία μὲ τὴν ἐπουράνια. Ἀφήνουν τὴ βασιλική τους πορφύρα καὶ ντύνονται τὸ μοναχικὸ τριβώνιο. Ἕνα τέτοιο λαμπερὸ ἀστέρι εἶναι καὶ ὁ ἀββᾶς Ἀρσένιος. Ἔζησε σαράντα χρόνια στὰ παλάτια ὡς δάσκαλος καὶ πατέρας τῶν παιδιῶν (Ἀρκαδίου καὶ Ὀνωρίου) τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου. Κοιμόταν πάνω σὲ πολύτιμα στρώματα. Τὸν ὑπηρετοῦσαν χίλιοι δοῦλοι χρυσόζωνοι, φορώντας πανάκριβα κοσμήματα καὶ ὁλομέταξα ροῦχα. Μὰ ἄφησε τὶς τιμὲς καὶ ἔγινε μοναχός. Ἔζησε ἄλλα πενήντα πέντε χρόνια στὴν ἀπόλυτη φτώχεια. Καὶ ὅπως στὸ παλάτι δὲν φοροῦσε κανένας πολυτιμότερο ροῦχο ἀπὸ αὐτόν, ἔτσι καὶ στὸ μοναστήρι δὲν φοροῦσε κανένας εὐτελέστερο ἀπὸ τὸ δικό του. Στὴν Ἐκκλησία στεκόταν πίσω ἀπὸ μιὰ κολόνα γιὰ νὰ μὴ βλέπει κανένας τὸ πρόσωπό του. Ὅταν ἀρρώστησε, ἡ μόνη του πολυτέλεια ἦταν μιὰ κουρελοῦ γιὰ στρωσίδι καὶ ἕνα μικρὸ προσκέφαλο. Γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε ἀπὸ πρῶτος τελευταῖος.

"Τρώγε και σκάζε!"

Πρέπει να το καταλάβουμε καλά αυτό το πράγμα, τα πάθη θεραπεύονται με τα αντίθετά τους, όχι με παραπλήσια πράγματα. Είσαι θυμώδης; Θα θεραπεύσεις το θυμό σου με το να σκάσεις, να μην πεις λέξη.Να μη βγάλεις λέξη από το στόμα σου! Δεν σας άρεσε η λέξη που είπα; (γέλια) Ο Γέροντάς μας, ο αείμνηστος Γέροντάς μας, κάποτε είχαμε έναν αδερφό ο οποίος ήρθε να γίνει μοναχός και ήταν ασθενής ο καημένος, ψυχικά ασθενής, και τον βάλαμε να υπηρετά στην τράπεζα και να στρώνει το τραπέζι. Βέβαια, εντάξει, δεν έκανε για μοναχός αλλά για να μην τον απελπίσει ο Γέροντας, του είπε μείνε και βλέπουμε. Ξέραμε ότι θα φύγει κάποια ώρα. Τον έβαλε τραπεζάρη. Αυτός είχε την καλοσύνη όποτε έστρωνε το τραπέζι που τρώγαμε το μεσημέρι, στον Γέροντα σε μένα και στον πάτερ Εφραίμ -ήμασταν οι ιερείς εμείς οι δύο και ο Γέροντάς μας ο Γέροντας της Μονής- όλα τα ξεροκόμματα, τα μουχλιασμένα, τα σαπισμένα, τα ξινισμένα (τα έβαζε) σε μας, στον Γέροντα, σε μένα και στον παπά Εφραίμ. Όλοι οι άλλοι φρέσκο ψωμί, φρέσκο φαΐ, όλα φρέσκα. Εμείς χθεσινά, προχθεσινά, αφρισμένα. Τι να σας πω! Άσε οι μύγες που ήταν μέσα. Μία φορά μέτρησα οκτώ μύγες μέσα στα φασολάκια! Ήταν οικολογικές όμως και ήταν ωραιότατες, ήταν χρυσοπράσινες, πάρα πολύ ωραίες (γέλια). Λέγαμε την προσευχή, καθόμαστε να φάμε το φαΐ μας το μεσημέρι, το ψωμί μας όλο πράσινο, μουχλιασμένο, δεν κοβόταν. Μα αφού σήμερα ζυμώσαμε φρέσκο ψωμί! Από μας και κάτω, όλοι φρέσκο ψωμί. Εμείς οι τρεις το ξεροκόμματο. Κοιτάζαμε τον Γέροντα να δούμε τι θα πει. Έλεγε ο Γέροντάς μας, να έχουμε την ευχή του: "Τρώε και σκάζε!" Τρώγε και σκάσε. Το έλεγε για τον εαυτό του δηλαδή. Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ του. Έτρωγε τα ξεροκόμματα και ήταν γεροντάκι. Εμείς είχαμε και δόντια, εκείνος ο καημένος τα βουτούσε μέσα στο νερό να μαλακώσουν λίγο και να τα φάει. Δεν του έκανε ποτέ παρατήρηση. Λέει, άφησέ τον να δούμε πού θα πάει αυτό το βιολί...

Μαρτυρία για τον Γέρων Εφραίμ, Δικαίο της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές

Δεν γράφω για την προσωπική μου ζωή στο FB αλλά σήμερα έχω λόγο να δώσω μαρτυρία. Στο μακρυνό καλοκαίρι του 2005 αδελφικός μου φίλος μου προτείνει να πάμε στο Άγιο Όρος, σε μια Σκήτη κοντά εκεί που έμενε ο Γέροντας Παΐσιος, και ο ηγούμενος της είναι άγιος άνθρωπος. Εγώ τότε ταλαιπωρούμουν από κάποια προβλήματα ψυχολογικής φύσεως. Είχα σφοδρές κρίσεις πανικού με αποτέλεσμα να κλειστώ στον εαυτό μου για μεγάλο χρονικό διάστημα, αϋπνίες και δυσκολίες στην σίτιση. Φτάσαμε λοιπόν Σάββατο πρωί στο Σαράι (Σκήτη Αγίου Ανδρέα) κάναμε κάποια προσκυνήματα που θέλαμε και έφτασε αισίως το απόγευμα. Είχαμε επιστρέψει στην Σκήτη σχεδόν όλοι οι προσκυνητές, περίπου 80 με 90 άτομα, και μαζί μας ήταν και κάποιοι από τους μονάχους. Εγώ ενθουσιασμένος μεν αλλά όσο πλησίαζε το βράδυ η εσωτερική ταραχή μου μεγάλωνε. Μακρυά από οικείο περιβάλλον, άφαγος περιμένοντας ακόμα ένα κλασικό ανυπόφορο ξενύχτι, οι διαφορές μικρές κρίσεις εντός της ημέρας θα γιγαντώνονταν όπως κάθε βράδυ. Κάποια στιγμή μου λέει ο φίλος μου: "Ο Γέροντας Εφραίμ". Στεκόταν εκεί, λίγο πιο μπροστά από τον μεγάλο ναό, εμείς καμία 50 μέτρα προς την μεγάλη πύλη. Τότε αυτός δείχνει να κοιτάει προς εμάς, σηκώνει το χέρι του και μας κάνει νεύμα να πάμε κοντά του. Στην αρχή δεν καταλάβαμε λόγω του πλήθους, αλλά τελικά ξεκινήσαμε να πάμε. Ψιθυρίζαμε μεταξυ μας "τι να μας θέλει άραγε"; Φτάνοντας πρώτος και δεύτερος πήγαν οι παρέα μου, ασπάστηκαν το χέρι του και έκαναν στην άκρη. Ήρθε η σειρά μου, μου έδωσε το χέρι του όπως τους άλλους, έσκυψα να το ασπαστώ και σηκώνοντας το άλλο χέρι του μου έδωσε μια δυνατή καρπαζιά στο κεφάλι. Αρκετά δυνατή ώστε έμεινα κόκκαλο να τον κοιτάζω. Με κοιτάει βαθειά μέσα στα μάτια με εκείνο το χαμόγελο το δικό του, με πιάνει σφιχτά από το χέρι και μου λέει : "είσαι καλύτερα τώρα "; Μας ευλόγησε κι έφυγε. Φύγαμε κι εμείς για κάποια διακονήματα. Για τις υπόλοιπες 2 μέρες δεν είχα τίποτα, έφαγα πολύ και κοιμήθηκα σαν μωρό στην αγκαλιά της μάνας του. Τόσο κράτησε. Αλλά μου έδειξε κάτι, πιο σημαντικό που τελικά με ελευθέρωσε... Έχω ζήσει εγώ ή φίλοι μου και αλλά γεγονότα με τον Γέροντα, ίσως τα γράψω και αυτά κάποια στιγμή, αλλά όταν είδα σήμερα την είδηση για την Κοίμηση του αυτό ήταν το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό.