ΕΛΗΛΥΘΕΝ Η ΩΡΑ ΙΝΑ ΔΟΞΑΣΘΗ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ''

Τὶς τελευταῖες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ ἑκούσιο Πάθος τοῦ Κυρίου μας, μερικοὶ Ἕλληνες προσήλυτοι ποὺ ἀνέβηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ προσκυνήσουν κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, πλησίασαν τὸν ἀπόστολο Φίλιππο καὶ τὸν παρακάλεσαν λέγοντας: «Κύριε, θέ­λομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν» (Ἰω. ιβ΄ 21). Ὁ ἀπόστολος Φίλιππος τὸ εἶπε στὸν ἀπόστολο Ἀνδρέα, καὶ οἱ δυό τους διεβίβασαν τὴν ἐπιθυμία τῶν Ἑλλήνων προσηλύτων στὸν Κύριο. Καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπάντησε: «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Ἦλθε ἡ ὥρα ποὺ ὅρισε ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιό Του, γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν σταυρικὸ θάνατό Του, μὲ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του καὶ μὲ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς, ὁπότε θὰ ἀναγνωρισθεῖ ὡς Μεσσίας καὶ ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς (Ἰω. ιβ΄ 23). Ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πάντοτε ἦταν δοξασμένος ὁ Κύριος. Ὡς ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν δοξάστηκε τόσο ἀπὸ τὰ θαύματα καὶ τὴν ὑπέροχη διδασκαλία Του, ὅσο δοξάστηκε ἀπὸ τὴ σταυρικὴ θυσία Του. Οἱ θρησκευτικοὶ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων καὶ ὁ σατανᾶς ποὺ τοὺς ὑποκινοῦσε, νόμιζαν ὅτι, ἐὰν Τὸν σταυρώσουν, θὰ Τὸν ταπεινώσουν καὶ θὰ Τὸν ἐξουθενώσουν. Ἀλλὰ συνέβη τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο: Ὁ Κύριος μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία, τὴν λαμπροφόρο Ἀνάσταση καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανοὺς δοξάστηκε ὅσο ποτὲ ἄλλοτε. «Ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιπ. β΄ 9). Τὸν κατέστησε Κύριο τῶν ἐπουρανίων, τῶν ἐπιγείων καὶ τῶν καταχθονίων (βλ. Φιλιπ. β΄ 10). Τὸν ἀνέδειξε Βασιλέα τῆς δόξης, ὅπως Τὸν εἰκονίζει ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ἡ Ὀρθόδοξη ἁγιογραφία μας. Ὁ Σταυρὸς εἶναι «ἡ τοῦ Μονογενοῦς δόξα», τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 49, 396). Γιατί εἶναι ἡ δόξα τοῦ Μονογενοῦς; Πρωτίστως διότι ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ἐπέφερε θανατηφόρο κτύπημα κατὰ τοῦ διαβόλου. «Συνέτριψε τὴν κεφαλὴν τοῦ ὄφεως». Χρησιμοποιώντας ὡς ἄλλο ξίφος Του τὸν Σταυρό, «τὸν ὄφιν ἐκέντησε». Τὸν τραυμάτισε θανάσιμα. «Τοῦ διαβόλου τὴν ἰσχὺν ἐξενεύρωσεν» (PG 51, 35). Ἐξασθένησε τὴν ἰσχύ του. Ἐξουδετέρωσε τὸν τύραννο ποὺ καταδυνάστευε τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἐπίσης ὁ Σταυρὸς εἶναι «ἡ τοῦ Μονογενοῦς δόξα», διότι ὁ Χριστὸς νίκησε ἐπάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὸν δεύτερο μεγάλο ἐχθρό μας, «τὸν ἔσχατον ἐχθρόν» (Α΄ Κορ. ιε΄ 26), ὅπως ὀνομάζεται δηλαδὴ ὁ θάνατος. «Ἀπὸ θανάτου γεγόναμεν ἀθάνατοι», λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 49, 396). Γίναμε ἀθάνατοι ἐξαιτίας τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου μας, ὁ Ὁποῖος κατέβηκε ὡς ἐξουσιαστὴς στὸν ἅδη, κατέλυσε τὴν ἐξουσία του καὶ ἐλευθέρωσε τοὺς ἀπ᾿ αἰῶνος δεσμίους. Ἀκόμη ὁ Σταυρὸς εἶναι «ἡ τοῦ Μονογενοῦς δόξα», διότι ὁ Χριστὸς μὲ «τὴν μάχαιραν τοῦ σταυροῦ» «ἀνεῖλε τὴν ἁμαρτίαν» (PG 48, 867). Ἐξόντωσε τὴν ἁμαρτία! Ἔκοψε τὰ νεῦρα της, σταμάτησε τὴ μάστιγα ποὺ βασάνιζε τὴν ἀνθρώπινη φύση. «Τὸ χειρόγραφον τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν», «διέρρηξε καὶ διέφθειρεν, ἵνα ἄχρηστον γένηται τοῦ λοιποῦ», λέει στὴ συνέχεια ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ἔσχισε τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τὸ ἀχρήστευσε! Τέλος, ὁ Σταυρὸς εἶναι «ἡ τοῦ Μονογενοῦς δόξα», διότι ὁ Χριστὸς μὲ τὸν σταυρικὸ θάνατο καὶ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του ἄνοιξε τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου. «Τοὺς μισουμένους φίλους ἐποίησεν, εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπανήγαγεν, ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου ἐκάθισε τὴν ἡμετέραν φύσιν, μύρια ἕτερα παρέσχεν ἡμῖν ἀγαθά» (PG 48, 867). Δημιούργησε Ἐκκλησία καὶ πανήγυρι πρωτοτόκων ἀδελφῶν ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων, ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν καταγραφεῖ ὡς πολίτες στοὺς οὐρανούς (Ἑβρ. ιβ΄ 23). Γέμισε τὸν Παράδεισο μὲ Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι θὰ Τὸν δοξάζουν μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Μετὰ τὴ σταυρικὴ θυσία, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας Του, ὁ Κύριος δοξάζεται ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἔθνη, διότι προστίθενται ὡς μέλη σ᾿ αὐτὴν ὄχι μόνο οἱ πρώην Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ καὶ οἱ πιστοὶ ποὺ προέρχονται ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἔθνη. Πόσο εὐγνώμονες ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο, ποὺ μᾶς ὑψώνει καὶ μᾶς δοξάζει ὡς μέλη τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας Του καὶ ὡς πολίτες τῆς θείας Του Βασιλείας! Ἀλλὰ νὰ μὴ λησμονοῦμε ὅτι γιὰ νὰ συνδοξασθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὀφείλουμε νὰ συμπορευόμεθα μαζί Του πρὸς τὸ ἑκούσιο Πάθος Του καὶ νὰ συσταυρούμεθα μὲ Αὐτόν! Γιὰ νὰ γινόμαστε κοινωνοὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του, ὀφείλουμε νὰ γινόμαστε καὶ κοινωνοὶ τῶν παθημάτων Του! Ὅπως ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ δόξα τοῦ Μονογενοῦς, ἔτσι καὶ τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ πάσχειν εἶναι ἡ δόξα τῶν Χριστιανῶν. Ὑπάρχει κάτι ἐνδοξότερο ἀπὸ τὸ νὰ φέρουμε κι ἐμεῖς στὸ σῶμα μας κάποια στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ; Ὑπάρχει τιμητικότερο ἀπὸ τὸ νὰ συμμετέχουμε στὸ Πάθος Του μὲ τὴ δύναμή Του; Τὸ συμπέρασμα στὸ ὁποῖο καταλήγουμε εἶναι νὰ μάθουμε νὰ ζοῦμε σταυρικά. Ζοῦμε σὲ ἀντισταυρικὴ ἐποχή, ἀλλὰ ὅσοι πιστεύουμε ἀληθινὰ στὸν Ἐσταυρωμένο, νὰ ζοῦμε ζωὴ σταυροῦ καὶ θυσίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ σωστὸς τρόπος ζωῆς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀνύψωση καὶ στὴ δόξα.

«Η ξηρανθείσα συκή» – Ο Χριστός ψάχνει για καρπούς στο «δέντρο» της ζωής μας. Έχουμε;

Τη Μεγάλη Δευτέρα η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του «Παγκάλου» Ιωσήφ, γιου του Ιακώβ, ενώ η μέρα είναι αφιερωμένη και στην ιστορία της άκαρπης συκιάς που την καταράστηκε ο Χριστός και ξεράθηκε. Ο Χριστός περπατώντας στους δρόμους της Ιερουσαλήμ, την επομένη ημέρα της εισόδου του, πείνασε και είδε μια μεγάλη συκιά με καταπράσινο φύλλωμα. Την πλησίασε με σκοπό να κόψει ένα σύκο για να φάει. Διαπίστωσε όμως ότι η συκιά δεν είχε κανέναν καρπό στα κλαδιά της. Τότε ο Ιησούς απευθυνόμενος στο δέντρο είπε : «Μηκέτι εκ σου καρπός γένηται εις τον αιώνα». Και τότε «εξηράνθη παραχρήμα η συκή» όπως αναφέρει το ευαγγέλιο του Ματθαίου. Δηλαδή αυτοστιγμεί η συκιά ξεράθηκε και γι’ αυτό αποκαλείται καταραμένη ή ξηρανθείσα συκιά. Η ιστορία της άκαρπης συκιάς σε πρώτο επίπεδο συμβολίζει την Ιουδαϊκή Συναγωγή και ιδιαιτέρως τους υποκριτικούς ηγέτες της, τους Φαρισαίους, που φαινομενικά ήταν ενάρετοι, αλλά στην πράξη άκαρποι από θεάρεστα έργα. Όμως σε μια πιο διευρυμένη προσέγγιση στη – βαθιά συμβολική – πράξη του Χριστού, η ιστορία της άκαρπης συκιάς μας αφορά όλους ανεξαιρέτως. Πέρα από τον παραλληλισμό με τα άνομα έργα των Ιουδαίων που στηλίτευε ο Χριστός, η άκαρπη συκιά συμβολίζει την ακαρπία κάθε χριστιανού. Είναι το έλλειμμα της πνευματικής ζωής, της αρετής, της πράξης, του αγώνα, του θυσιαστικού πνεύματος. Αυτοί είναι καρποί σωτηρίας που δεν μπορούν να λείπουν από κανέναν χριστιανό, και ο Χριστός έδειξε πόσο «πεινά» για να τους συναντά στο φύλλωμα της ψυχής μας. Κάθε χριστιανός κατ’ όνομα, που δειλιάζει να ομολογήσει την πίστη του, που δεν υπερασπίζεται την πλήρη αλήθεια του Χριστού που βρίσκεται μόνο στην Ορθοδοξία, που δεν εκκλησιάζεται, που δεν προσεύχεται, που δεν νηστεύει, που δεν μετέχει στα Μυστήρια της Εκκλησίας, που δεν μεριμνά καθόλου για τον πλησίον, είναι ένα ξερό και άκαρπο δέντρο που ταιριάζει να κοπεί και να ριφθεί στη φωτιά. Και όμως η μακροθυμία του Χριστού καρτερεί πότε θα ξαναβλαστήσουν και αυτές οι ψυχές, πότε θα ποτιστούν από το γάργαρο νερό της πίστης εωσότου αποδώσουν γλυκείς καρπούς. Πίστη και έργα, δεν διαχωρίζονται στην Ορθοδοξία Για τον Χριστό, δεν έχει σημασία τι «σκιά» ρίχνει το κοσμικό μπόι σου στον δρόμο της ζωής ή πόσο επιβλητικός είναι ο «κορμός» σου στο εκτόπισμα που έχεις στην κοινωνία, ή αν έχεις ακόμα και γερές «ρίζες» μιας καλής και ηθικής ανατροφής. Ο καρπός είναι που Τον ενδιαφέρει. Ο έρωτας προς τον Θεό, μόνο με πλούσια πνευματική καρποφορία μπορεί να ευοδωθεί. Όσο πιο λίγοι οι καρποί στα κλαδιά μας, τόσο πιο πολλά τα θρεπτικά στοιχεία που λείπουν από τις ρίζες της ψυχής μας, δηλαδή λείπουν οι αρετές τρέφουν το «δέντρο» του ανθρώπου. Μπορείς να είσαι το πιο όμορφο και λυγερόκορμο δέντρο στην όψη, κι όμως η ασπλαχνία σου να είναι τέτοια που να μη δύνασαι να χορτάσεις ούτε έναν άνθρωπο, με έναν καλό σου λόγο ή μια φιλάνθρωπη πράξη. Να μην σου βγαίνει να πεις ούτε ένα «δόξα σοι ο Θεός», για τις ευεργεσίες της ζωής σου. Να μην σε αφήνει ο εωσφορικός εγωισμός να καταθέσεις τις αμαρτίες σου στο πετραχήλι ενός ιερέα. Να νομίζεις πως όλα σου τα χρέη απέναντι στον Θεό, εξοφλούνται με ένα κεράκι που θα ανάψεις αραιά και που ή με ένα «Χριστός Ανέστη» που θα πεις στεκούμενος για δέκα λεπτά στο προαύλιο της Εκκλησίας, για να φύγεις κατόπιν σαν ζεματισμένος μην σου κρυώσει το ψητό στο σπίτι. Πολλές φορές συμβαίνει και το άλλο τραγικό. Να είμαστε άψογοι στη θεωρία, να κατέχουμε καλά όλες τις αλήθειες της πίστεως μας, να ακούμε με τις ώρες πνευματικές ομιλίες, να διαβάζουμε σωρούς από πνευματικά βιβλία και άρθρα, άλλα στην πράξη να είμαστε «ασβεστωμένοι τάφοι», τόσο άπραγοι όσο και ένας νεκρός. Άκαρπο δέντρο και αυτό, που το αποδοκιμάζει ο Χριστός. Στο θέλημα του Θεού, είναι αχώριστη η ορθοδοξία από την ορθοπραξία. Η πράξη επικυρώνει τη θεωρία και η θεωρία στεφανώνει την πράξη. Η πίστη χωρίς έργα, είναι κενή, υποκριτική και γεμάτη δειλία. Τα καλά έργα χωρίς ορθή πίστη, είναι μωρία και ασέβεια προς τον Θεό, αφού δεν μπορεί να νοηθεί κανένα καλό χωρίς τιμή στην ίδια την πηγή του καλού, που είναι ο Θεός. Γνωρίζουμε πως και άπιστοι κάνουν καλά έργα πολλές φορές, ωστόσο αυτό δεν είναι αρκετό χωρίς την κατάθεση της πίστης. Κάθε τέτοια μέρα σαν τη Μεγάλη Δευτέρα, είναι ευκαιρία να κάνουμε μια εσωτερική ενατένιση και να αναρωτηθούμε τι είδους «δέντρα» είμαστε κι εμείς. Αν έχουμε καρπούς ή αν είμαστε δέντρα χωρίς παραγωγή που τους αξίζει να ξεραθούν γιατί ο Θεός δεν βρήκε τίποτα καλό σε εμάς για να «κόψει» και να ευφρανθεί στη μακραίωνη πορεία του προς τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Ας αναλογιστούμε αν ζούμε τη ζωή μας με έμπρακτη πίστη, με καθημερινό σταυρό και τήρηση των εντολών του Θεού ή αν στεκόμαστε παθητικοί σε μια άνυδρη έρημο απιστίας και απραγίας.

Τι τόλμη,τι θάρρος,τι μεγαλοψυχία,να ξέρεις ότι αυτοί που τώρα σε τιμούν, σε λίγες ημέρες θα σε σταυρώνουν....

Ο Ιησούς πάνω στο γαϊδουράκι καθώς εισέρχεται στην πόλη της Ιερουσαλήμ, βλέπει συγχρόνως και την έξοδό του. Τι τόλμη, τι θάρρος αδελφοί μου, τι μεγαλοψυχία, να ξέρεις ότι αυτοί που τώρα σε τιμούν, σε λίγες ημέρες θα σε σταυρώνουν. Μπαίνει σήμερα στα Ιεροσόλυμα και όλοι χαίρονται και ούτε σε μία εβδομάδα θα βγαίνει από την πόλη ακούγοντας κατάρες και θρήνους έχοντας στην πλάτη του τον σταυρό, βαδίζοντας προς τον Γολγοθά, τον θάνατο. Πόσο εύκολα αλλάζουμε εμείς οι άνθρωποι; Πόσο ευάλωτοι είμαστε στην οχλοποίηση της συμπεριφοράς μας; Την μία μπορεί να τιμούμε κάποιον και αμέσως μετά να τον κακολογούμε. Την μία να κάνουμε μια υπόσχεση για κάτι και μετά από λίγο να την αθετούμε. Αλλάζουμε συνέχεια, επηρεαζόμαστε από πολλά και εύκολα. Και το σημερινό γεγονός που εορτάζουμε σε συνδυασμό με το τέλος της ιστορίας του Ιησού μας δείχνει του λόγου το αληθές. Χρειάζεται λοιπόν αδελφοί μου αγώνα ώστε να μην παρασυρόμαστε και εμείς έτσι εύκολα από τον κόσμο. Την μία να χαιρόμαστε για τον Χριστό μας και μετά να τον σταυρώνουμε με τις πράξεις και την ζωή μας. Μην αναζητούμε τον Χριστό-τον Θεό και Σωτήρα μας μόνο για μια επίγεια αποκατάσταση. Ο Χριστός μας προσφέρει πιο πολλά, πιο μεγάλα, δεν περιορίζεται στο να μας δώσει λίγο ψωμί και κρασί, μας δίνει το σώμα και το αίμα Του, δεν περιορίζεται να μας δώσει στιγμιαία ευημερία, αλλά αιώνια πληρότητα, δεν περιορίζεται απλά στο να μας υπομείνει, αλλά μας συγχωρεί διότι μας αγαπά. Μην έχουμε κι εμείς μια επιφανειακή σχέση με τον Χριστό που αλλάζει εύκολα…. Να μην ζητωκραυγάσουμε και εμείς για λίγο και μετά Τον αρνούμαστε. Ο Χριστός μας καλεί να παραμείνουμε πιστοί έως τέλους σε Αυτόν. Όμως γνωρίζοντας το εξής, ότι δεν μας υποσχέθηκε επίγεια πανηγύρια, δόξες, χρήματα, τιμές, φθαρτά αγαθά, αλλά μας υποσχέθηκε ότι όποιος με ομολογήσει έμπροσθεν των ανθρώπων θα τον ομολογήσω και εγώ έμπροσθεν του Πατρός μου, του εν Ουρανοίς. Μας υποσχέθηκε ότι θλίψεις θα υπάρχουν στην ζωή μας, όμως μας λέγει «θαρσείται εγώ νενίκηκα τον κόσμο». Μας διαβεβαιώνει «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται, και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν.11:26). π.Παύλος Παπαδόπουλος

"Λάζαρε δεύρο έξω"

Τέσσερις μέρες έμεινα στις φυλακές του Άδη έχοντας μόνη συντροφιά το ζοφερό σκοτάδι. Ήλιος εκεί δεν έβλεπε,πουλί δεν κελαηδούσε, δένδρο, φυτό δε φύτρωνε, λουλούδι δεν ανθούσε. Γέλια, χαρές δεν άκουσα μόνο βρυγμούς και πόνους, φρικτές φωνές και στεναγμούς από ανθρώπους μόνους. Ψυχές ανθρώπων που μιλιά δε βγάζαν μεταξύ τους, με βήμα αργό, βλέμμα κενό βάδιζαν στο κελί τους. Σε μια γωνιά απόμερα σφυχταλυσοδεμένος καθόμουν κι έκλαιγα κι εγώ μονάχος ο καημένος. Θρηνούσα λογιζόμενος την πρώτη αμαρτία που έριξε τον άνθρωπο σ’ αυτή τη δυστυχία. Κι εκεί που αναρωτιόμουνα «Τον Άδη πώς θ’ αντέξω» Μία φωνή με προσκαλεί:«Λάζαρε δεύρο έξω!» Μία φωνή τόσο γνωστή σαν πόππυσμα αιπόλου μ’ ελευθερώνει απ’ τα δεσμά του πονηρού διαβόλου. Τότε κι εγώ σηκώνομαι για να ακολουθήσω αυτή τη μακρινή φωνή και να Τον συναντήσω. Πέρασα μέρη άγνωστα που άνθρωπος δεν ξέρει και νους κανένας δε μπορεί εικόνα τους να φέρει. Ανάλαφρη σαν το φτερό που το φυσά ο αγέρας, τρέχει η ψυχή μου και θωρεί ξανά το φως της μέρας. Φτάνει στο κρύο μνήμα μου και βλέπει πεθαμένο το σώμα μου δίχως πνοή σαβανοτυλιγμένο. Τι δυσωδία νεκρική στον τάφο μου δεσπόζει! Σαπίζει, λιώνει το κορμί κι όλος ο τόπος όζει. Μια δύναμη όμως πάνω του με ρίχνει. Πάλι σμίγουν! Ψυχή και σώμα ενώνονται κι οι οφθαλμοί ανοίγουν! Ξυπνώ σαν από λήθαργο ξανά στη Βηθανία, βλέπω γνωστούς και συγγενείς,τη Μάρθα, τη Μαρία. Μα μες στο πλήθος το πολύ Εκείνος ξεχωρίζει, Εκείνος που Ανάσταση με μια λαλιά χαρίζει. Βλέπω στη θεία Όψη Του αδαμαντένιο δάκρυ να κρέμεται τρεμάμενο απ’ του ματιού την άκρη... (ποίημα Σελίμου Β. Παναγιώτου)

Τα ψεύδη της σκέψεως

Στην διδασκαλία του αββά Δωροθέου ‘Περί ψεύδους’ συναντούμε κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται περίεργο. Λέει ο άγιος ότι μπορεί να ψευδόμαστε είτε με τα λόγια μας (πολύ οικείο φαινόμενο, και στην εποχή μας το αναβαπτίσαμε σε fake news επί το ευρωπαϊκότερον, άλλωστε ακούγεται και πιο αθώο), είτε με τη ζωή μας (άλλοι να είμαστε και άλλο πρόσωπο να επιδεικνύουμε στους γύρω, συχνό κι αυτό), είτε με τις σκέψεις μας. Παράδοξο αυτό το τελευταίο! Και όμως, ας το εξετάσουμε λιγάκι. Ο άγιος χαρακτηρίζει ως ψεύδη της σκέψεως τις κάθε λογής υποψίες που περνούν από το μυαλό μας. Δεν έχουμε στοιχεία ή αποδείξεις για κάτι, όμως με το νου μας πλάθουμε σενάρια και πιθανές εξηγήσεις για τους άλλους: τι σκέφτονται για μας, τι σχεδιάζουν εναντίον μας, τι ενδέχεται να μας κάνουν στο μέλλον… και πάει λέγοντας. Αυτό δεν κάνουμε όλοι μας, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό; Σε ατομικό επίπεδο οι υποψίες μπορεί να μας γεννούν αντιπάθειες και αντιπαλότητα και ψυχρότητα προς άλλους με τους οποίους συναναστρεφόμαστε, ενώ σε διακρατικό επίπεδο μπορεί να φθάνουν μέχρι και σε προληπτικούς πολέμους, μόνο και μόνο με την υπόνοια ότι ‘οι άλλοι’ θα μας επιτεθούν πρώτοι. Από την πρόσφατη ιστορία, ας θυμηθούμε τα ‘όπλα μαζικής καταστροφής’ του Ιράκ που έδωσαν την ‘ηθική δικαιολογία’ για τον δεύτερο πόλεμο του Κόλπου, πλην όμως δεν βρέθηκαν ποτέ. Άλλωστε και οι κάθε είδους εξοπλισμοί μ’ αυτή τη λογική δεν κλιμακώνονται; Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν μαθαίναμε να εξετάζουμε με ειλικρίνεια τους λογισμούς μας και να μην ψευδόμαστε, όχι μόνο ‘εἰς ἀλλήλους’ [Κολ. 3:9], αλλά και προς τον ίδιο τον εαυτό μας