Όλη μας η ζωή είναι μια πρόσκληση του Αγίου Πνεύματος στην ψυχή μας ή μια απώθηση του Αγίου Πνεύματος από αυτή.

Ημέρα αφιερωμένη σε Αυτό που ορίζει κάθε μας ανάσα, κάθε χτύπο της καρδιάς μας, κάθε "τυχαίο" περιστατικό της ζωής μας. Είναι μέσα στο κάθε μας κύτταρο, κυκλοφορεί στο αίμα μας, ορίζει με λεπτομέρεια το τεράστιο εργοστάσιο του σώματός μας χωρίς εμείς να κάνουμε τίποτα... Αν αδιαφορούμε και δεν αισθανόμαστε τίποτε μπροστά στην αόρατη παρουσία Του, αν τρέχουμε να ζήσουμε, να απολαύσουμε, να διασκεδάσουμε το εγώ μας χωρίς ταπείνωση μπροστά στο μεγαλείο Του, τότε θα γεμίζουμε διαρκώς φόβο και πόνο. Όλη μας η ζωή είναι μια πρόσκληση του Αγίου Πνεύματος στην ψυχή μας ή μια απώθηση του Αγίου Πνεύματος από αυτή. Η αναζήτηση της ορθής πίστης (που διαφύλαξαν οι Άγιοι με την ζωή τους), η έμπρακτη αγάπη (ως ευεργεσία, ανοχή, υπομονή, ελπίδα), η καθαρή επιθυμία του Θεού χωρίς άλλες εγωιστικές προσμίξεις είναι πρόσκληση του Αγίου Πνεύματος. Η περιφρόνηση του Θεού ή η νόθευση της Ορθής Πίστης με δικές μας θεωρίες, η έλλειψη αληθινής αγάπης (που αδιαφορεί για τον πόνο του άλλου ή αντιπαθεί τον διαφορετικό άνθρωπο), η στροφή της επιθυμίας σε μη θεάρεστους στόχους είναι απώθηση του Αγίου Πνεύματος. Η χριστιανική ζωή δεν είναι μια ηθική ζωή καλών τρόπων και ευγένειας. Δεν είναι ζωή που εξαντλείται σε αυτή τη ζωή, αλλά στοχεύει στην επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος μέσα μας, στο σώμα και την ψυχή μας. Η επόμενη ζωή, που μπορεί να είναι μετά από κάποια χρόνια ή την επόμενη στιγμή, θα έχει ως Φως την άκτιστη θεία Ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που θα φωτίζει τα πάντα. Ήλιος δε θα υπάρχει για να φωτίζει ή να σκεπάζει τα σκοτεινά μας έργα. Ούτε μάτια για να κλείνουν. Όλα θα βρίσκονται μέσα σε ένα αιώνιο άκτιστο Φως. Όσοι αγάπησαν το Φως αυτό σε αυτή τη ζωή και το θέλησαν στην ζωή τους, θα συνεχίσουν να το βλέπουν (ζωντανά πλέον) στην επόμενη ζωή. Όσοι το αρνήθηκαν σε αυτή τη ζωή με τη ζωή τους, θα το βιώνουν ως πόνο και θλίψη, αφού το ίδιο εκείνο Φως θα τους τυφλώνει συνέχεια στην άλλη ζωή. Ο Θεός είναι και θα είναι σταθερά καλός, όμορφος, υπέροχος, όλος Φως! Η παρουσία Του ή η απουσία Του μέσα μας σε αυτή τη ζωή ως Πίστη, Αγάπη, Ειρήνη θα κρίνει το μέλλον μας... Ας το προσκαλέσουμε με πολλή ταπείνωση κι ας ευχόμαστε να μην απομακρυνθεί εξαιτίας κάποιας κρυφής ή φανερής αμαρτίας μας και μας αφήσει μόνους μας να κλαίμε για την απουσία Του σε αυτή ή την άλλη ζωή. Ας το έλκουμε με τη θερμή προσευχή μας και τα έργα μας όλο το χρόνο, αλλά ειδικά σήμερα ας το προσκυνήσουμε γεμάτοι ευγνωμοσύνη ως Ζωή της ζωής μας λέγοντας μαζί με όλη την Εκκλησία: "Έλα και σκήνωσε μέσα μας και καθάρισέ μας από κάθε κηλίδα...". Αμήν... Βασίλης Φράγκος

Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο συγκροτεῖ τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας

Κατά τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, Θεός ἀληθινός, ὅπως εἶναι καί ὁ Πατέρας καί ὁ Υἱός. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐλάλησε διά τῶν προφητῶν στήν Παλαιά Διαθήκη καί διά τῶν Ἀποστόλων στήν Καινή Διαθήκη μετά τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς. Ἐν συνεχείᾳ λαλεῖ διά στόματος τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀληθινῶν πατέρων, ἀσκητῶν, ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας καί παρηγορεῖ, στηρίζει καί καθοδηγεῖ τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σέ ὁδούς σωτηρίας. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο συγκροτεῖ τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ στήν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινής μας ὑπάρξεως καί τοῦ κόσμου ὁλόκληρου βλέπουμε τήν παρουσία τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς «ὁ Πατήρ ηὐδόκησε, ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐσκήνωσε ἐν ἡμῖν». Παραμένει μαζί μας τό Πνεῦμα τό Ἅγιο μέσα στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ταμειοῦχος τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί τήν ὁδηγεῖ πάντοτε εἰς ὁδούς ἀληθείας. Στήν προσωπική μας ζωή ὅμως, ὅταν μιλοῦμε γιά τή χάριν καί λέμε ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ θεία χάρις, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τί ἐννοοῦμε; Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τους μᾶς ξεκαθάρισαν ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο εἶναι Θεός ἀληθινός, ὅπως τό ἴδιο εἶναι καί ὁ Χριστός, ὁ Λόγος, ὅπως εἶναι καί ὁ Πατέρας. Ἑπομένως, ἐμεῖς ὅλοι πού μετέχουμε στή χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν μετέχουμε στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἀλλά στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ ἄκτιστες αὐτές ἐνέργειες εἶναι αὐτές πού σ’ ἐμᾶς κατέρχονται καί εἶναι αὐτές στίς ὁποῖες ἐμεῖς μετέχουμε καί πού συντηροῦν, ζωογονοῦν, συνέχουν τήν κτίση ὁλόκληρη, ἀλλά προπάντων ἁγιάζουν, φωτίζουν καί θεώνουν τόν ἄνθρωπο καί τόν καθιστοῦν ναό τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Σ᾽ αὐτή τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετέχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Δέν μποροῦμε νά μετάσχουμε στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἦταν ὅλη ἡ διδασκαλία καί ὁ ἀγώνας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ὑπεραμυνόμενος τῆς πραγματικῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἔλεγε ὅτι ὁ ἄνθρωπος θεοῦται πραγματικά καί μετέχει στό θεῖο, ὄχι στή θεία οὐσία ἀλλά στίς θεῖες καί ἄκτιστες ἐνέργειες. Τί σημαίνει τώρα θεία χάρις. Θεία χάρις εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἔχει τή θεία χάρι μέσα του καί νά μήν τήν αἰσθάνεται. Μπορεῖ δηλαδή νά μήν τό καταλαμβαίνει ἀπόλυτα ὅτι αὐτό εἶναι ἀπό τόν Θεό. Κυρίως οἱ ἁπλοϊκοί ἄνθρωποι καί οἱ ἀρχάριοι στήν πνευματική ζωή νά μήν καταλαβαίνουν ὅτι αὐτό εἶναι ἐνέργεια τῆς θείας χάριτος. Ἀλλά πράγματι ἡ θεία χάρις εἶναι ἐνέργεια πού διοχετεύεται μέσα στόν ἄνθρωπο. Αὐτή ἡ θεία ἐνέργεια ξυπνᾶ τόν θεῖο ζῆλο, ὁ ὁποῖος μαζί μέ τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος σπρώχνει τόν ἄνθρωπο πρός τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, στούς πνευματικούς ἀγῶνες, καί ὅσο ἀγωνίζεται ὁ ἄνθρωπος πνευματικά, τόσο περισσότερο προχωρᾶ καί λαμβάνει καί μετέχει σ’αὐτή τή χάριν τοῦ Θεοῦ. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι ὅπως τό ρεῦμα καί ἡ ἠλεκτρική ἐνέργεια τήν ὁποία δέν βλέπουμε, οὔτε μποροῦμε νά δοῦμε τήν οὐσία της, βλέπουμε ὅμως τήν ἐνέργειά της. Ὅταν βάλουμε ἠλεκτρικό ρεῦμα σέ μία συσκευή, ἀμέσως ἡ συσκευή ἀρχίζει νά λειτουργεῖ καί νά κάνει διάφορα πράγματα. Ξέρουμε ὅτι ἔχει τήν ἐνέργεια ἡ ὁποία εἶναι ἀόρατη, ὅμως ὁ ἠλεκτρισμός ὑπάρχει. Ἔτσι εἶναι καί ἡ χάρις. Εἶναι ἐνέργεια ἡ ὁποία ὅταν ἔρθει στόν ἄνθρωπο, τότε ἀρχίζουν νά ἐνεργοποιοῦνται μέσα του ὅλα ἐκεῖνα τά στοιχεῖα πού ὑπάρχουν στή φύση του καί κινεῖται σ’ ἕνα διαφορετικό χῶρο. Γίνεται ἄλλος ἄνθρωπος, γίνεται καινός. Ἀρχίζει μία μεγάλη πορεία τοῦ ἀνθρώπου μέσα ἀπό τήν ὁδό τῆς καθάρσεως, τῆς μετανοίας, τῶν πύρινων ἐκείνων δακρύων τῆς μετανοίας. Στή συνέχεια ἀρχίζει νά παρηγορεῖται, νά φωτίζεται, καί περισσότερο παραμένοντας ἀγωνιζόμενος πορεύεται σταθερά πρός τόν ἁγιασμό καί τή θέωση. Ὅλα αὐτά τά ἐνεργεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο πάντοτε μέ τή συνεργεία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἐλεύθερη συγκατάθεσή του, γιατί ὁ Θεός οὐδέποτε καταπατᾶ τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀφοῦ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο εἶναι ἐνέργεια, πρέπει νά δοῦμε αὐτό πού ἔχουμε μέσα μας εἶναι πράγματι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ὑπάρχουν ἀρκετοί κίνδυνοι. Ἕνας κίνδυνος εἶναι νά ἔχουμε μέσα μας πράγματα ἀντίθετα, τά ὁποῖα δέν εἶναι ἀπό τόν Θεό καί ἐμεῖς νά νομίζουμε ὅτι προέρχονται ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Ἀκόμη ὑπάρχουν περιπτώσεις πολύ ἐπικίνδυνες, τῆς πλάνης. Δαιμονικές ἐνέργειες μιμοῦνται τίς ἐνέργειες τῆς χάριτος καί ὁ ἄνθρωπος ἐνῶ καθοδηγεῖται ἀπό τά δαιμονικά πνεύματα, νομίζει καί πιστεύει ὅτι καθοδηγεῖται ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Στήν πρώτη περίπτωση ἄν θέλουμε νά δοῦμε ποιό πνεῦμα ἔχουμε μέσα μας, γιά νά μήν ταλαιπωρούμαστε καί νά πλανόμαστε καί νά μή γνωρίζουμε τί γίνεται στήν πραγματικότητα, ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς τό ξεκαθαρίζει καί μᾶς λέει: Ἄν θέλετε νά δεῖτε τί πνεῦμα ἔχετε μέσα σας, εἶναι πολύ ἁπλό. Δέστε ἄν ἔχει ἡ καρδιά σας τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄπειροι. Ὁ Ἀπόστολός μᾶς περιγράφει μερικούς καρπούς λέγοντας: «Ἀδελφοί, ὁ καρπός τοῦ πνεύματος ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, πραότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, ἐγκράτεια». Ὅλα αὐτά πού περιγράφει εἶναι 5 οἱ καρποί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἄν ἕνας ἄνθρωπος μές στήν καρδιά του ἔχει ἀγάπη, χαρά, πραότητα, δικαιοσύνη, ἀγαθωσύνη, πίστη, ἐγκράτεια, τότε ὅλα αὐτά εἶναι ἀποδείξεις ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο κατοικεῖ μέσα στήν καρδιά του. Ἄν ἀντί ἀγάπης ἔχει μίσος, ἀντί εἰρήνης ταραχή, ἀντί πραότητας θυμό, ἀντί χρηστότητας καί ἀγαθωσύνης μίσος καί κακίες καί ἔχει σύγχυση μέσα στό μυαλό καί στήν ὕπαρξή του, καί ἀντί φῶς ἔχει σκότος ἀπόγνωσης καί ταραχῆς, αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά ἀγωνισθεῖ περισσότερο, γιατί δέν ἀπέκτησε ἀκόμα τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στήν ἄλλη περίπτωση, τοῦ πλανεμένου, ἐκεῖ εἶναι πιό δύσκολα τά πράγματα. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἴτε πιστεύει, εἴτε ἀπατᾶ τούς ἄλλους ὅτι κατέχει τό Ἅγιο Πνεῦμα παρουσιάζοντας ἀκόμη καί χαρίσματα, λέγοντας προφητεῖες ἤ κάνοντας ἰάματα καί ἰάσεις, ὅμως ὅλα αὐτά ὄχι μέ τή χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλά μέ δαιμονική ἐνέργεια. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι πλανεμένος καί πλανᾶται καί ὁ ἴδιος καί πλανᾶ καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Πῶς τόν καταλαμβαίνουμε αὐτόν τόν ἄνθρωπο; Κριτήριο πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα πού κρίνουμε ἄν κάποιο πνεῦμα εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ ἤ ὄχι, εἶναι τό ἄν αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ τόν Θεό. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, ἄν «ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα», δηλαδή ἄν αὐτός ὁ ἄνθρωπος πού παρουσιάζεται ὡς φορέας τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς θαυματουργός καί ὡς προορατικός ὁμολογεῖ τόν Ἰησοῦ Χριστό σεσαρκωμένο. Ἄν ὁμολογεῖ δηλαδή τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, αὐτό ἀποτελεῖ τό πρῶτο κριτήριο πού θά τόν κρίνουμε. Βέβαια, ὑπάρχουν καί ἄνθρωποι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι πλανεμένοι, καί μπορεῖ δογματικά νά μήν ἔχουν παρεκκλίσεις, ἀλλά νά παρεκκλίνουν ἠθικά καί νά ἔχουν κυριεύσει τήν ψυχή τους τά δαιμονικά πάθη τῆς ὑπερηφάνειας καί τῆς οἰήσεως. Ἄν δοῦμε ἄνθρωπο ὑπερήφανο, ὁ ὁποῖος δέν ὑποχωρεῖ ἀπό τή γνώμη του καί δέν ὑπακούει στούς πνευματικούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί νομίζει ὅτι αὐτός εἶναι κάποιος, αὐτά εἶναι δείγματα τῆς ἑωσφορικῆς ὑπερηφάνειας καί τῆς πλάνης πού ἔχουν αἰχμαλωτίσει τήν ὕπαρξή του. Ἡ ταπείνωση εἶναι τό κύριο γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ καί ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τό κύριο γνώρισμα τῶν πλανεμένων ἀνθρώπων. Δέστε ὅλους τούς αἱρετικούς, ὅλη ἡ αἵρεσή τους στηρίζεται πάνω στόν ἐγωισμό. Ὅλοι θά σοῦ ποῦν «ἐγώ μελέτησα, ἐγώ ξέρω, ἐγώ πιστεύω», ὅλα στηρίζονται πάνω στόν ἐγωισμό τους. Δέν θά πεῖ κανείς ὅτι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ἤ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἤ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ λέει αὐτό. Μπορεῖ νά τό ἀναφέρουν ὡς πρόσχημα, ὅμως πίσω ἀπό αὐτά βρίσκεται ἕνα «ἐγώ». Ἐκεῖ πού ἔχουμε ξεκάθαρα δαιμονικές ἐνέργειες εἶναι οἱ διάφοροι μάγοι καί τά διάφορα μέντιουμ. Ἐκεῖ καταλαμβαίνουμε γιατί δέν εἶναι ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, γιατί δέν ἔχουν πνευματικό πατέρα καί οὔτε ἐξομολογοῦνται. Ἑπομένως, μόλις δοῦμε κάποιο πού ἐπαγγέλλεται τόν χαρισματοῦχο, τό πρῶτο ἐρώτημα πού πρέπει νά τοῦ κάνουμε εἶναι ἄν ἔχει πνευματικό καί ποιός εἶναι αὐτός. Βέβαια, δέν ὑπάρχει περίπτωση πού καί πνευματικοί μπορεῖ νά εἶναι πλανεμένοι; Βεβαίως, κάποιοι πνευματικοί δυστυχῶς ἔχουν πλανηθεῖ. Τόν λόγο ἐδῶ ὅμως ἔχει ἡ Ἐκκλησία καί οἱ τοπικοί Ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι στό νά ἐπιβλέπουν, ὥστε οἱ κληρικοί πού ἔχουν περιπέσει σέ πλάνη νά μήν τούς ἐπιτρέπεται νά εἶναι πνευματικοί πατέρες, ἐκτός καί ἄν μετανοήσουν καί ἐπανέλθουν στή σωστή πορεία, διαφορετικά νά ἀποκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησία, γιά νά μήν προκαλοῦν ἄλλα προβλήματα. Δέν πρέπει νά μᾶς κάνει ἐντύπωση αὐτό, γιατί στήν πρώτη Ἐκκλησία εἴδαμε καί Ἀποστόλους πού ἐγκατέλειψαν τήν πίστη τους στόν Θεό καί μαθητές τους, ὅπως ὁ διάκονος Νικόλαος ὁ ὁποῖος ἐξελέγει διά Πνεύματος Ἁγίου, ἔγινε ὁ πρῶτος αἱρεσιάρχης, τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία καί ὁ Θεός τόν ἐβδελύχθη καί τόν καταδίωξε. Ἡ ἀνθρώπινή μας φύση εἶναι πάντοτε ἐπιρρεπής στήν ἁμαρτία καί στό ὀλίσθημα. Τί κάνουμε ὅμως ἐμεῖς γιά νά ἀποκτήσουμε τή θεία χάριν. Ὁ Χριστός μᾶς τό εἶπε ξεκάθαρα. Ἄν μέ ἀγαπᾶτε, θά τηρήσετε τίς ἐντολές μου καί σ’ αὐτόν πού τίς τηρεῖ, Ἐγώ καί ὁ Πατέρας θά ἔρθουμε καί θά κατοικήσουμε μέσα του. Αὐτή εἶναι ἡ κατοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού τηρᾶ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί ἀγωνίζεται καθημερινά μέ τήν ἑκούσια ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν καί ἀφετέρου μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, προσπερνώντας τά καθημερινά ἐμπόδια πού προέρχονται ἀπό τόν ἑαυτό του, τό περιβάλλον του ἤ ἀπό τόν διάβολο καί τά ὄργανά του, αὐτός σιγά σιγά γίνεται κατοικητήριο τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Ἔρχεται ὁ Θεός μέσα του, τόν ἁγιάζει, τόν θεώνει, τόν ὁδηγεῖ κοντά Του καί γίνεται ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’αὐτό ἀσφαλής ὁδός πρός ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Βέβαια, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ προϋποθέτει ὅτι εἴμαστε τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, γιατί κάπου λέει ὁ Ἀπόστολος ὅτι ἔστω καί ἄν κάποιος ἀθλητής ἀγωνίζεται, δέν στεφανώνεται ἄν δέν ἀγωνίζεται νόμιμα. Τή σφραγίδα τῆς νομίμου ἀθλήσεως ἡ ἐκκλησία τή βάζει. Ἐκτός ἐκκλησίας δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἐνεργεῖ ἡ ἁγιαστική καί θεωτική χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος μέσα στόν ὁποῖο θεοῦται καί ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος. Βέβαια, ὁ Θεός ἐνεργεῖ παντοῦ ἀλλά ἡ χάρι τῆς θεώσεως δέν δίδεται ἐκτός ἀπό τά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, γιατί ἔχουν τή δυνατότητα ἀφενός τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί ἀφετέρου τῶν ὑπολοίπων μυστηρίων πού ἁγιάζουν καί ἀνακαινίζουν ὅλο τόν ἄνθρωπο. Πρέπει νά εἴμαστε λοιπόν ἐντός ἐκκλησίας καί νά ἀγωνιζόμαστε τόν καλό καί ἐπίπονο ἀγώνα τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Αὐτός ὁ ἀγώνας ἔχει καί μία ἄλλη παράμετρο. Ποιός μπορεῖ νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἀπόλυτα; Ὅσο κι ἄν φαίνεται ὑπερβολή, κανένας. Δέν εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τό κλειδί τῆς ἐπιτυχίας μας ἀλλά καί ἡ μετάνοια. Ἡ μετάνοια εἶναι αὐτή πού θά μᾶς σώσει. Ἐμεῖς ἀγωνιζόμαστε νά τηρήσουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐκεῖ πού σκοντάφτουμε καί πέφτουμε, ἡ μετάνοια εἶναι αὐτή πού θά ἔρθει ὡς βάλσαμο παρηγοριᾶς καί θά θεραπεύσει τό τραῦμα καί θά συμπληρώσει τήν ἔλλειψη καί θά καλύψει τό χάσμα καί τό κενό, ὥστε νά προχωρήσουμε στόν πνευματικό ἀγώνα. Ὁ μετανοῶν ἄνθρωπος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος ξέρει νά ἀγωνίζεται πραγματικά. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν καί ἡ ἐργασία τῆς μετανοίας εἶναι ἀπό τά βασικότερα ἐχέγγυα πού μᾶς χρειάζονται, γιά νά πορευθοῦμε στήν κατάκτηση τῆς θείας χάριτος. Ὁ σκοπός τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ὅπως ἔλεγε καί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄχι γιά νά γίνουμε καλοί ἄνθρωποι. Νά ἀποκτήσουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί νά γίνουμε τέκνα Θεοῦ, ναοί τοῦ Θεοῦ, θεοί κατά χάριν, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς ὑποσχέθηκε.

Η ΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Ὁ Χριστὸς κάλεσε κάθε ἄνθρωπο ποὺ διψάει γιὰ πνευματική, αἰώνια ζωή, νὰ πάει κοντά του γιὰ νὰ τοῦ δώσει νὰ πιεῖ ζωντανὸ νερό. Ὑποσχέθηκε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν θὰ ξαναδιψάσει ποτέ, γιατὶ θὰ γίνει ὁ ἴδιος ἀστείρευτη πηγή. Θὰ εἶναι «κῆπος μεθύων», πνιγμένος σὲ μεθυστικὴ βλάστηση, «πηγὴ ἣν μὴ ἐξέλιπεν ὕδωρ», πηγὴ ποὺ δὲν ξεραθεῖ ποτέ, κατὰ τὸν προφήτη Ἡσαΐα. «Ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος». Ἀπὸ μέσα του θὰ πηγάζουν ἀδιάκοπα ποταμοὶ μὲ τρεχούμενο νερό. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, κατὰ τὸν σοφὸ Σολομῶντα, θὰ γίνει φρέαρ βαθύ, θὰ ἀναπηδάει ἀπὸ αὐτὴν ποταμὸς καὶ πηγὴ ζωῆς. Εἶναι τὸ ἴδιο ζωντανὸ νερό, ποὺ βλέπει ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ νὰ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὰ πρόθυρα τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ προχωρώντας νὰ γίνεται ποτάμι ποὺ μεγαλώνει συνεχῶς, βαθαίνει ἀδιάκοπα καὶ τελικὰ γίνεται βουερὸς ἀδιάβατος χείμαρρος ποὺ ποτίζει καὶ ζωογονεῖ τὰ πάντα. Κάθε περιοχὴ στὴν ὁποία θὰ ἁπλωθεῖ ὁ ποταμὸς αὐτός, θὰ γεμίσει ζωή. Στὰ ὑγιῆ του νερὰ θὰ ὑπάρχει «ἰχθὺς πολὺς σφόδρα», πλῆθος ψαριῶν, ἐνῷ οἱ ὄχθες του θὰ εἶναι γεμάτες ἀπὸ «δένδρα πολλὰ σφόδρα ἔνθεν καὶ ἔνθεν», ὅλα τὰ καρποφόρα δέντρα. Κανένα ἀπὸ τὰ δέντρα αὐτὰ δὲν θὰ γεράσει καὶ δὲν θὰ πάψει νὰ φέρει καρπούς, ἐπειδὴ τὰ νερὰ ἀπὸ ὅπου ποτίζονται πηγάζουν ἀπὸ τὰ Ἅγια. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν προφητῶν περιγράφουν τὴ ζωαρχικὴ δράση καὶ ἀναγεννητικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο «ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν». Αὐτὸ θὰ γινόταν μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Πεντηκοστή), γιατὶ μέχρι τότε δὲν ὑπῆρχε Ἅγιο Πνεῦμα, ἐπειδὴ ὁ «Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰω. 7, 37-39. 4, 14. Ἡσ. 58, 11. Παρ. 18, 4. Ἰεζ. 47, 1-12). Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν σημαίνουν ὅτι τότε μόλις, μὲ τὴν ἐπιφοίτηση, ἔλαβε ὕπαρξη τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅτι πρὶν δὲν ὑπῆρχε. Σημαίνουν ὅτι ἡ παρουσία του δὲν ἦταν μέχρι τότε φανερὴ στὸν κόσμο. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὡς Θεός, ὑπῆρχε πάντοτε. Εἶναι ὁ ἕνας τῆς Τριάδος. Τὸ τρίτο πρόσωπο. Ὁ Παράκλητος. Ἡ δράση του ὅμως ἦταν ἀφανής, ὅπως καὶ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν φανερὴ παρουσία του μὲ τὴν ἐνσάρκωση στὸν κόσμο, δροῦσε καὶ δημιουργοῦσε τὰ πάντα ὡς ἄσαρκος Λόγος τοῦ Πατρός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι «ἀκτιστο-συμπλαστουργο-σύνθρονον». Ὁμότιμο πρόσωπο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, δηλαδὴ συνάναρχο, συνδημιουργικὸ καὶ συγκάθεδρο. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἀποδίδουμε ἀπερίφραστα ὅσα ἀνήκουν στὸν Θεό, προσφωνώντας το βασιλέα οὐράνιο. «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν». Ἔτσι λοιπὸν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συνδημιουργεῖ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ τὸν κόσμο ὁλόκληρο, ἰδιαιτέρως δὲ τὸν ἄνθρωπο. «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν». Γι’ αὐτὸ καὶ ψάλλουμε θριαμβευτικὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς: «Ἅγιος ὁ Θεός, ὁ τὰ πάντα δημιουργήσας δι’ Υἱοῦ, συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς δημιουργίας ἡ ζωογονητικὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀγκαλιάζει τὴν ἀδιαμόρφωτη γῆ. «Πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος». Μετὰ τὴν παύση τοῦ κατακλυσμοῦ ὁ δίκαιος Νῶε ἀποστέλλει περιστερά, αἰώνιο σύμβολο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία δὲν ἐπαναπαύεται στὴ δυσοσμία τῶν θνησιμαίων ὅπως ὁ κόρακας, ἀλλὰ ἐπιζητεῖ τὴν καθαρότητα, τὴ γαλήνη, τὸ φῶς (Γεν. 1, 2. 1, 26. 8, 6-12). Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀείποτε συμπαρὸν ἀφανῶς στὸν κόσμο και «λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν», ἐπιφοιτᾶ μεγαλοπρεπῶς κατὰ τὴ μεγάλη ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἀφοῦ προηγουμένως ὁ Χριστὸς «ἐδοξάσθη» μὲ τὸν Σταυρό, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψή του. π. Δημητρίου Μπόκου

Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Τό ἐρώτημα γιά τό ἄν ὑπάρχει ἤ ὄχι μετά θάνατον ζωή ἀνήκει στά μεγάλα ἐρωτήματα, πού ἀπασχολοῦν τόν ἄνθρωπο διαχρονικά, τά λεγόμενα «ὑπαρξιακά». Πράγματι, ὅλοι σέ κάποια στιγμή, ἀργά ἤ γρήγορα, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, ἀντιμετωπίζουμε αὐτό τό ἐρώτημα, λαμβάνοντας μιά θέση, θετική ἤ ἀρνητική. Βέβαια, στήν ἐποχή μας ἡ πίστη στή μετά θάνατον ζωή, ἤ ἀκόμη καί τό ἐνδιαφέρον γι’ αὐτήν, ἔχουν μειωθεῖ. Αὐτό ὀφείλεται κυρίως στό ὅτι ὁ πολιτισμός μας, ὁ λεγόμενος «δυτικός πολιτισμός», πού κυριαρχεῖ στό μεγαλύτερο μέρος τοῦ κόσμου καί πηγάζει ἀπό τίς ἀρχές τῆς Ἀναγέννησης καί τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἔστρεψε τήν προσοχή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό «ἐπέκεινα» (τό πέρα ἀπό τίς αἰσθήσεις μας) στό «ἐνθάδε» (στό ὁρατό, στό ἄμεσα ἀντιληπτό, στό πλησίον μας) ἤ ἀπέρριψε ἐντελῶς τήν ὕπαρξη τοῦ «ἐπέκεινα», ἐντός τοῦ ὁποίου νοεῖται ὁ Θεός, ἡ μετά θάνατον ζωή καί, γενικά, ἡ ἀόρατη δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι στή Δύση (κυρίως στήν Εὐρώπη) εἶναι σχετικά ὑψηλά τά ποσοστά τῶν ἀθέων, τῶν ἀθρήσκων, τῶν θρησκευτικά ἀδιαφόρων, τῶν ἀρνητῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ, τῶν ἐκκοσμικευμένων. Κατά μιά ἀφελή ἄποψη, ὁ «πεφωτισμένος» ἄνθρωπος τῆς Νεοτερικῆς ἤ Μετανεοτερικῆς ἐποχῆς μας, μέ τή θεοποιημένη λογική καί τό ἀλαζονικό φρόνημα, ἀρνεῖται νά δεχθεῖ ὅτι μπορεῖ νά ὑπάρχουν πραγματικότητες πού δέν εἶναι ἀντιληπτές ἀπό τίς αἰσθήσεις μας καί, φυσικά, δυσκολεύεται πολύ νά πιστέψει στή συνέχιση τῆς ζωῆς μετά τόν θάνατο, κατάστασης πού θεωρεῖται «ὑπέρ λόγον» καί «ὑπέρ αἴσθησιν». Οἱ συνθῆκες αὐτές ἐπηρεάζουν, βέβαια, καί τήν ἑλληνική πραγματικότητα, τῆς ὁποίας οἱ ρίζες εἶναι ἀλλοῦ: στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ἔτσι, σέ σχετικά πρόσφατη δημοσκόπηση, πού ἔγινε ἀπό τό World Values Survey μεταξύ τῶν ἐτῶν 2017-2021, τό ποσοστό τῶν Ἑλλήνων, πού πιστεύει στή μετά θάνατον ζωή, ἀνέρχεται στό 47,7% (https://newpost.gr/eidiseis/pagkosmia-dimoskopisi-oi-ellines-pisteyoyn-ston-theo-stin-kolasi-kai-stin-meta-thanaton-zoi/). Τό ποσοστό αὐτό εἶναι ἀρκετά ὑψηλό, μέ δεδομένο ὅτι ἐπί σειρά δεκαετιῶν ὁ λαός μας ὑφίσταται πολύπλευρη καί συστηματική προπαγάνδα νά προσαρμοστεῖ στόν δυτικό πολιτισμό καί στόν δυτικό τρόπο ζωῆς, καί ἀρκετά χαμηλό, μέ δεδομένο ὅτι ἡ συντριπτική πλειονότητα τῶν Ἑλλήνων εἶναι (τυπικά τουλάχιστον) Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Ἄν, σύμφωνα μέ στατιστικά τῆς ἠλεκτρονικῆς ἐγκυκλοπαίδειας «Βικιπαίδεια» τοῦ ἔτους 2017 (https://el.wikipedia.org/wiki/Θρησκεία_στην_Ελλάδα), τό ποσοστό τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἀνέρχεται στό 90%, τότε ἕνα ποσοστό Ὀρθοδόξων, περίπου 42%, διαφοροποιεῖται ἀπό τήν ἐπίσημη πίστη του σ’ ἕνα βασικό σημεῖο της, στήν ἀντίληψη γιά τή μετά θάνατον ζωή. Βέβαια, ὁ ἄνθρωπος στήν ἱστορική του πορεία ἐπεχείρησε πολλές φορές νά ἀπαντήσει σ’ αὐτό τό ἐρώτημα, εἴτε μέσῳ τῆς φιλοσοφίας, εἴτε μέσῳ τῆς ἐπιστήμης, εἴτε μέσῳ τῶν διαφόρων θρησκειῶν. Στήν προσπάθειά του αὐτή ἐπεστράτευσε λογικά ἐπιχειρήματα γιά νά ἀποδείξει εἴτε τήν ὕπαρξη, εἴτε τήν ἀνυπαρξία τῆς μετά θάνατον ζωῆς. Ὅμως, τέτοια ἐπιχειρήματα δέν μπορεῖ νά ἰσχύουν, ἀφοῦ πρόκειται γιά κάτι πού βρίσκεται ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς λογικῆς καί τῆς ἐπιστήμης. Ἡ φιλοσοφία μόνο ὑποθέσεις μπορεῖ νά κάνει καί οἱ θρησκεῖες μόνο ἀβάσιμες ὑποσχέσεις προσφέρουν στόν ἄνθρωπο. Ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ἄλλη ἄποψη γιά τό θέμα, πού θεμελιώνεται σέ ἕνα ἱστορικό γεγονός, στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, καί προσεγγίζεται, βέβαια, μέσῳ τῆς πίστεως. Ὅπως κάθε Ὀρθόδοξη ἀλήθεια, ἡ πίστη στή μετά θάνατον ζωή πηγάζει ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι δέ φυσικό ὁ πιστός τῆς Ἐκκλησίας νά θεωρεῖ τίς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου ἐγκυρότερες καί βεβαιότερες ἀπό τίς ἀλήθειες τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Ὅταν, μάλιστα, πρόκειται γιά ὅσα βρίσκονται ἔξω ἀπό τό πεδίο τῆς λογικῆς καί τῆς ἐπιστήμης (ὅπως τά περί Θεοῦ, τά περί ἀοράτου κόσμου κ.λπ.) τότε θεωρεῖ τά «ἐπιχειρήματα» καί τά «συμπεράσματα» τοῦ ἀνθρώπινου λόγου ἐντελῶς ἀνυπόστατα: «λογισμοί γάρ θνητῶν δειλοί, καί ἐπισφαλεῖς αἱ ἐπίνοιαι ἡμῶν»! (Σοφ. Σολ. 9,14). Τό θέμα μας εἶναι, βέβαια, τεράστιο καί μόνο κάποιες πλευρές του μποροῦμε νά θίξουμε στόν περιορισμένο χῶρο τοῦ ἐντύπου μας. Ἄς δοῦμε κάποιες ἀπό αὐτές. Χριστιανικές καί παραχριστιανικές ὁμάδες Γενικά, ἡ πίστη στή μετά θάνατον ζωή εἶναι θεμελιώδης διδασκαλία ὅλων τῶν χριστιανικῶν δογμάτων, παρά τίς ἐπί μέρους διαφοροποιήσεις τους. Ὡστόσο, ὑπάρχουν ὁμάδες πού ἐμφανίζονται ὡς χριστιανικές, ἀλλά δέν δέχονται θεμελειώδεις χριστιανικές ἀλήθειες, ὅπως ἡ παραπάνω. Αὐτές δέν θεωροῦνται «χριστιανικές», ἀλλά «παραχριστιανικές» (ψευδοχριστιανικές - μοιάζουν μέ χριστιανικές). Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ἡ περίπτωση τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ». Σέ ἀντίθεση μέ τή σαφή μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τή διαχρονική πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὀργάνωση τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ» ἀπορρίπτει τήν πίστη στή μετά θάνατον ζωή, μέ ἀφετηρία τήν πεπλανημένη ἀντίληψή της γιά τήν ψυχή. Κατά τήν ὀργάνωση, ἡ ψυχή δέν διακρίνεται ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ταυτίζεται μέ τόν ὅλο ἄνθρωπο. Δέν εἶναι τό «πνευματικό μέρος» τοῦ ἀτόμου, ἀλλά τό ἴδιο τό φυσικό ἄτομο. Ἡ ἀνθρώπινη ψυχή δέν διαφέρει ἀπό αὐτή τῶν ζώων. Κατά συνέπεια, εἶναι θνητή, πεθαίνει μαζί μέ τό σῶμα. «Ὁ ἰσχυρισμός τῶν θρησκευομένων ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ψυχή ἀθάνατη, καί ἑπομένως διαφέρει ἀπό τό κτῆνος δέν εἶναι Γραφικός. Ἡ Γραφή δείχνει ὅτι καί ὁ ἄνθρωπος καί τό κτῆνος εἶναι ψυχές». «Τό ὅτι τάχα ἡ ψυχή ζεῖ μετά τόν θάνατο εἶναι ἕνα ψέμα πού τό εἶπε ὁ Διάβολος», ἀφοῦ «δέν ὑπάρχει τίποτα πού νά ἐπιζῆ μετά τόν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου», διαβάζουμε σέ κείμενα τῆς ὀργάνωσης. Ὅμως, «πῶς ἀναπτύχθηκε ἡ δοξασία γιά τήν ἔμφυτη ἀθανασία τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν; Ἀπό ποῖον προῆλθε; ... Καταφανῶς δέν προῆλθε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή», ἀλλά «τό δόγμα τῆς ἀθανασίας τοῦ ἀνθρώπου ... ἀποτελεῖ πρωτεῦον χαρακτηριστικό ὅλων τῶν εἰδωλολατρικῶν θρησκειῶν. Ὁ ψευδοδιδάσκαλος ἦταν ὁ Σατανᾶς». «Σέ ἀντίθεση μέ τήν Ἑλληνική Φιλοσοφία, οἱ Γραφές δείχνουν καθαρά ὅτι ἡ ψυχή δέν εἶναι αὐτό πού ἔχει τό ἄτομο, ἀλλά αὐτό πού εἶναι». Βέβαια, οἱ «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» πιστεύουν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι κάποτε θά ἀναστηθεῖ. Στό μεσοδιάστημα καί μέχρι τότε τελεῖ σέ πλήρη ἀνυπαρξία καί διατηρεῖται πιθανόν μόνο στή μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἡ διδασκαλία τῆς ὀργάνωσης γιά τήν ἀνάσταση δέν εἶναι σαφής. Ἰσχυρίζεται ὅτι αὐτή θά γίνει σταδιακά καί ὅτι οἱ 144.000 «ἐκλεκτοί» τήν ζοῦν ἤδη! Αὐτοί «ἀνασταίνονται ἀμέσως μόλις πεθάνουν». «Ὅταν τελειώνει ἡ ἐπίγεια ζωή των, μεταλλάσσονται διά μιᾶς σέ οὐράνια πνευματική ζωή»! Τί σημαίνει, ὅμως, «οὐράνια πνευματική ζωή»; Εἶναι ζωή μέ σῶμα ἤ χωρίς σῶμα; Ἄν εἶναι μέ σῶμα, ποῦ βρίσκονται τώρα τά σώματα τῶν «ἀναστημένων»; Ἄν εἶναι χωρίς σῶμα, δέν ἰσχύει ἀκριβῶς τό ὅτι ἡ ψυχή ζεῖ μετά τόν θάνατο, «ἕνα ψέμα πού τό εἶπε ὁ Διάβολος»; Πῶς συμβιβάζονται αὐτά μέ τή βασική ἀντίληψη τῆς ὀργάνωσης ὅτι «δέν ὑπάρχει τίποτα πού νά ἐπιζῆ μετά τόν θάνατο»; Ἐπιπλέον, πῶς ἐξηγοῦνται οἱ πάμπολλες μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιά τή συνέχιση τῆς ζωῆς τῆς ψυχῆς; Ἐδῶ ἡ ὀργάνωση ἐπιστρατεύει τή γνωστή μέθοδο τῆς παρερμηνείας. Ἔτσι, μέ πρωτοφανῆ τρόπο παρερμηνεύει τή βιβλική ἔκφραση «ἐν τοῖς μνημείοις», ὡς ἀναφερόμενη στή «μνήμη» τοῦ Θεοῦ: «Ἀνάμεσα στό θάνατο καί στήν Ἀνάσταση ὑπάρχει ἕνα χάσμα, τό ἄτομο τό πολύ ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει στή μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰησοῦς εἶχε διδάξει: “Μή θαυμάζετε τοῦτο διότι ἔρχεται ὥρα καθ’ ἧν πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις θέλουσι ἀκούσει τήν φωνήν αὐτοῦ, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δέ πράξαντες τά φαῦλα εἰς ἀνάστασιν κρίσεως” ... Ἡ ἔκφραση “ἐν τοῖς μνημείοις” δείχνει ὅτι οἱ νεκροί αὐτοί διατηροῦνται στή “μνήμη” τοῦ Θεοῦ»! Ὁ χῶρος δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά ἐπεκταθοῦμε σέ λεπτομέρειες τῆς διδασκαλίας τῆς ὀργάνωσης γιά τήν ἀνάσταση, οὔτε σέ διδασκαλίες χριστιανικῶν ὁμάδων πού ἀποδέχονται μέν τή μετά θάνατον ζωή, ἀλλά μέ πεπλανημένες ἐπιμέρους ἀντιλήψεις, οὔτε στήν ἀντίληψη τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν γιά τή μετενσάρωση, μέ τή ὁποία θά ἀσχοληθοῦμε σέ ἄλλη περίπτωση. Ἄς δοῦμε μιά ἄλλη χαρακτηριστική πλάνη τῆς ἐποχῆς μας. Οἱ λεγόμενες «ἐπιθανάτιες» ἤ «μεταθανάτιες ἐμπειρίες» Τό ζήτημα τῆς μετά θάνατον ζωῆς ἐπανέρχεται κατά καιρούς στό προσκήνιο, μέ ἀφορμή τίς λεγόμενες «ἐπιθανάτιες» ἤ «μεταθανάτιες ἐμπειρίες». Ὑπάρχουν σαφεῖς μαρτυρίες ἀνθρώπων, πού ἰσχυρίζονται ὅτι εἶχαν τέτοιες ἐμπειρίες: πέθαναν (μετά ἀπό κάποιο ἀτύχημα ἤ ἀσθένεια), βγῆκαν ἀπό τό σῶμα τους, εἶδαν κάποια πράγματα καί ἐπανῆλθαν στή ζωή. Κάποιοι ἐρευνητές συγκέντρωσαν τέτοιες ἐμπειρίες καί τίς ἀνέλυσαν, καταλήγοντας σέ συγκεκριμένα συμπεράσματα. Ἀπό Ὀρθόδοξη ἄποψη, κάτι ἀντίστοιχο ἔκανε ὁ μακαριστός π. Σεραφείμ Ρόουζ, Ὀρθόδοξος Ἱερομόναχος στήν Ἀμερική, ὁ ὁποῖος κατέγραψε τά δικά του πορίσματα στό ὡραιότατο, ἐμπεριστατωμένο καί τεκμηριωμένο βιβλίο μέ τίτλο «Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο. Οἱ μεταθανάτιες ἐμπειρίες στό φῶς τῆς Ὀρθόδοξης διδασκαλίας» (μεταφρασμένο καί στά ἑλληνικά ἀπό τίς ἐκδόσεις Μυριόβιβλος). Τό φῶς ἀπό τό σκοτεινό τοῦνελ. Κοινός τόπος τῶν λεγόμενων «μεταθανάτιων ἐμπειριῶν» τῆς ἐποχῆς μας Ὁ π. Σεραφείμ ἔκανε κάτι ἁπλό: συνέκρινε τίς ἐμπειρίες αὐτές, προερχόμενες σχεδόν ἀποκλειστικά ἀπό ἑτεροδόξους, ἀλλοθρήσκους καί ἀπίστους, μέ ἀντίστοιχες, πού καταγράφονται σέ γνήσιες Ὀρθόδοξες πηγές, ὅπως ἡ Ἁγία Γραφή, τά ἔργα τῶν Πατέρων, οἱ βίοι τῶν Ἁγίων, τά ἀσκητικά κείμενα, ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας κ.ἄ. Ὄντως, στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση τό θέμα δέν εἶναι νέο ἤ ἄγνωστο. Ὑπάρχουν πλούσιες σχετικές μαρτυρίες στά κείμενά της, παλαιότερες καί πρόσφατες, πού γιά μᾶς λειτουργοῦν καί ὡς κριτήρια αὐθεντικότητας, ὅπως ὑπάρχουν καταγεγραμμένες καί πάμπολλες περιπτώσεις δαιμονικῆς πλάνης. Ὁ π. Σεραφείμ συνέκρινε, ἐπίσης, τίς σύγχρονες «μεταθανάτιες ἐμπειρίες» μέ τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία περί ψυχῆς, περί θανάτου, περί μετά θάνατον ζωῆς, περί Παραδείσου καί Κολάσεως, περί δαιμόνων, περί τελωνισμοῦ τῶν ψυχῶν, περί φαινομένων πλάνης, περί κρίσεως κ.λπ., καί διαπίστωσε ὅτι οἱ ἐμπειρίες αὐτές μοιάζουν μέ τίς δαιμονικές τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης, δηλαδή εἶναι περιπτώσεις δαιμονικῆς πλάνης! Φυσικά, τό θέμα τῶν «μεταθανάτιων ἐμπειριῶν» δέν μπορεῖ νά ἐξηγηθεῖ μέ τήν ἁπλοϊκή ἀντίληψη ὅτι ἀποτελοῦν παραισθήσεις μιᾶς ὁριακῆς κατάστασης τοῦ ἀνθρώπου. Εἰδικότερα, οἱ ἐμπειρίες αὐτές ἔχουν κοινά στοιχεῖα, ὅπως: α) Ἡ ἐξωσωματική ἐμπειρία. Ὅσοι τίς ἔζησαν, ἰσχυρίζονται ὅτι, χωρίς κἄν νά τό ἀντιληφθοῦν, βρέθηκαν ἐξω ἀπό τό σῶμα τους, διατηρῶντας πλήρως τή συνείδησή τους. Συνήθως, ἔβλεπαν ἀπέναντί τους τό σῶμα καί τίς προσπάθειες ἄλλων νά τό ἐπαναφέρουν στή ζωή, παρατηροῦσαν καί ἀντιλαμβάνονταν τά πάντα γύρω τους, ἀλλά δέν μποροῦσαν νά ἐπικοινωνήσουν μέ τό περιβάλλον μέσω τῆς ὁμιλίας ἤ τῆς ἀφῆς. Συχνά αἰσθάνονταν μιά λεπτή ζεστασιά ἤ γαλήνη, ἦταν σάν νά «πλέουν» ἤ νά «αἰωροῦνται» καί οἱ λειτουργίες τῆς σκέψης τους ἔγιναν πολύ πιό γρήγορες. β) Ἡ συνάντηση μέ ἄλλους. Μετά ἀπό μιά σύντομη αἴσθηση μοναξιᾶς, ἀναφέρονται σέ συναντήσεις μέ ἄλλα πρόσωπα, συνήθως νεκρῶν, οἰκείων, συγγενῶν ἤ γνωστῶν τους. γ) Ἡ «φωτεινή ὕπαρξη». Πρόκειται γιά τό πιό χαρακτηριστικό στοιχεῖο αὐτῶν τῶν ἐμπειριῶν, κατά τό ὁποῖο ἐμφανίζεται ἕνα φῶς (συνήθως ἀπό ἕνα σκοτεινό τοῦνελ), τοῦ ὁποίου ἡ λαμπρότητα συνεχῶς αὐξάνεται. Ὅλοι ἀναγνωρίζουν στό φῶς αὐτό μιά προσωπική ὕπαρξη, γεμάτη «θέρμη» καί «ἀγάπη», ἡ ὁποία ἀσκεῖ ἕλξη στόν ἄνθρωπο. Ἄλλοι τό ἀποκαλοῦν «Χριστό», ἄλλοι «ἄγγελο», ἄλλοι κάποιον «ὑπερκόσμιο ἐπισκέπτη» καί ἄλλοι κάποια ἄλλη «φωτεινή ὕπαρξη». Σχεδόν πάντα ἡ ὕπαρξη αὐτή ἀρχίζει νά ἐπικοινωνεῖ μέ τόν ἄνθρωπο, περισσότερο μέ ἕνα εἶδος «μεταβίβασης σκέψης» παρά μέ προφορικό λόγο, «λέγοντας» πάντα τό ἴδιο πρᾶγμα: «Εἶσαι προετοιμασμένος νά πεθάνεις;» ἤ «Τί μπορεῖς νά μοῦ δείξεις ἀπ’ ὅσα ἔκανες στή ζωή σου;» Προφανῶς, οἱ ἐμπειρίες αὐτές ἔχουν κάποια κοινά στοιχεῖα μέ τίς ἀντίστοιχες, τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης, ἔχουν, ὅμως, καί μεγάλες διαφορές, ὅπως: α) Ἐμφανίζουν τόν θάνατο ὡς μία πολύ γαλήνια ἐμπειρία, ἀπαλλαγμένη ἀπό κάθε πόνο καί φόβο. Ὁ θάνατος δέν εἶναι τόσο μοναδική ἐμπειρία, ὅπως τόν περιγράφει ἡ χριστιανική διδασκαλία, ἀλλά μιά ἀνώδυνη μετάβαση σέ μιά «διευρυμένη κατάσταση συνείδησης». β) Δέν ὑπάρχει κρίση, οὔτε κόλαση, οὔτε δαίμονες, οὔτε τελωνισμός τῶν ψυχῶν. Ὑπάρχει μόνο «παράδεισος», χαρά καί εὐτυχία. Ὅλα καλά καί ὡραῖα! γ) Σκοπός τῆς ζωῆς δέν εἶναι ἡ αἰώνια σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά μιά ἀπεριόριστη διαδικασία «ἐξέλιξης» στήν «ἀγάπη», στήν «κατανόηση» καί στήν «αὐτοπραγμάτωση». Κατά συνέπεια, δέν ἔχουν κανένα σχεδόν νόημα ἡ πίστη, ἡ μετάνοια, ὁ πνευματικός ἀγῶνας, ἡ μετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ἔχει διαπιστωθεῖ, τά παραπάνω χαρακτηριστικά καί πολλά ἄλλα εἶναι μέρος τῆς διδασκαλίας τοῦ Πνευματισμοῦ τοῦ 19ου αἰ. Οἱ σύγχρονες «μεταθανάτιες ἐμπειρίες» ἔχουν καταπληκτική ὁμοιότητα μέ τίς γνωστές «ἐξωσωματικές ἐμπειρίες» τοῦ ἀποκρυφιστικοῦ χώρου: εἶναι ἀκριβῶς τέτοιες «ἐξωσωματικές ἐμπειρίες», ἐμφανιζόμενες συνήθως μέ χριστιανικό ἐπικάλυμα. Τό φῶς πού βλέπουν ὅσοι τίς ζοῦν δέν εἶναι τό ἄκτιστο Φῶς τῆς θεότητος, ἀλλά τό δαιμονικό φῶς, πού βλέπουν ἀκόμη καί οἱ Ἅγιοι πρίν δοῦν τό θεῖο καί ἄκτιστο Φῶς, ἀλλά καί πολλοί ἄλλοι πού πλανήθηκαν καί ἐγλωβίστηκαν μέσα στό δαιμονικό αὐτό φῶς. Ἄλλωστε, εἶναι σαφής ἡ μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅτι «αὐτός ὁ Σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄ Κορ. 11,14)! Ὀρθόδοξη πίστη καί μετά θάνατον ζωή Ἡ Ὀρθόδοξη ἄποψη γιά τή μετά θάνατον ζωή πρέπει νά κατανοηθεῖ στό εὐρύτερο πλαίσιο τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ μέ σῶμα καί ψυχή. Κάθε δημιούργημα, πού ἔχει ἀρχή, κατά φυσική ἀκολουθία, πρέπει νά ἔχει καί τέλος: «πᾶν τό ἀρξάμενον τελευτᾶ κατά φύσιν», κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός). Ὅμως, ὁ Θεός ἐπεμβαίνει σέ κάποια δημιουργήματά του (στά λογικά δημιουργήματα) καί δωρίζει σ’ αὐτά τήν ἀθανασία, ὡς πρόσθετη ἰδιότητα (χάρισμα - δωρεά). Αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει καί στήν περίπτωση τῆς ψυχῆς καί αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τῆς «κατά χάριν» ἀθανασίας. Ἡ ψυχή, λοιπόν, εἶναι «κατά φύσιν» θνητή καί «κατά χάριν» ἀθάνατη, ὅπως ἀκριβῶς οἱ Ἄγγελοι εἶναι «κατά φύσιν» θνητοί καί «κατά χάριν» ἀθάνατοι. Μέ αὐτή τήν ἔννοια, ἡ ψυχή ἔχει ἀρχή, δημιουργεῖται μαζί μέ τό σῶμα κάθε ἀνθρώπου, δέν προϋπάρχει τοῦ σώματος, ἀλλά, ἐνῶ τό σῶμα ἔχει ἀρχή καί τέλος, ἡ ψυχή ἔχει ἀρχή χωρίς τέλος. Ἡ ψυχή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου,εἰνονιζόμενη ὡς «ἀρτιγέννητο βρέφος» στά χέρια τοῦ Κυρίου στή γνωστή παράσταση τῆς Κοιμήσεως Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν εἶχε ἁμαρτήσει στόν Παράδεισο, θά ἦταν ὁλόκληρος «κατά χάριν» ἀθάνατος, μαζί μέ τό σῶμα του. Ὁ θάνατος διέσπασε τόν «φυσικώτατο δεσμό» μεταξύ ψυχῆς καί σώματος καί ἐπέφερε τή διάλυση τοῦ σώματος καί τόν κατακερματισμό τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ θάνατος εἶναι κάτι κακό καί ὀδυνηρό («θρηνῶ καί ὀδύρωμαι, ὅταν ἐννοήσω τόν θάνατον», Νεκρώσιμη Ἀκολουθία). Δέν προέρχεται ἀπό τόν Θεό («ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν»!, Σοφ. Σολ. 1,13), ἀλλά ἀπό τήν ἁμαρτία («τά γάρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος», Ρωμ. 6,23) καί τόν διάβολο, «τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου» (Ἑβρ. 2,14). Ὁ Χριστός εἶναι μέν Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, κατέχοντας «τάς κλεῖς τοῦ θανάτου καί τοῦ ᾍδου» (Ἀποκ. 1,18), ἀλλ’ αὐτό δέν σημαίνει ὅτι θέλει ἤ προκαλεῖ τόν θάνατο: ἁπλῶς τόν ἀνέχεται καί τόν ἐπιτρέπει «κατά παραχώρησιν», δεδομένου μάλιστα ὅτι ὁ θάνατος δέν εἶναι «ὑπόστασις», ἀλλά «στέρησις», ἀπουσία ζωῆς, ὅπως ἀκριβῶς τό σκοτάδι δέν ὑπάρχει πραγματικά, ἀλλά εἶναι ἀπουσία φωτός. Ὡστόσο, ἡ ψυχή συνεχίζει νά ἐπιζεῖ μετά τόν σωματικό θάνατο. Ἀπό τίς πάμπολλες μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀρκεῖ νά ἀναφέρουμε τή χαρακτηριστική παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου (Λουκ. 16, 19-31), παρά τίς ἀπεγνωσμένες προσπάθειες τῶν Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ νά τήν παρακάμψουν καί νά τήν παρερμηνεύσουν. Ἡ διδασκαλία της εἶναι σαφέστατη: ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς μετά τόν θάνατό του ὁδηγήθηκε στόν «τόπο τῆς βασάνου» καί ὁ Λάζαρος στούς «κόλπους τοῦ Ἀβραάμ». Ἐπίσης, εἶναι γνωστή ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριος κήρυξε στίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας: «θανατωθείς μέν σαρκί ... τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθείς ἐκήρυξεν» (Α΄ Πετρ. 3, 18-19). Αὐτά σημαίνουν, ὅτι ἡ ψυχή ἀμέσως μετά τόν θάνατο ὑφίσταται μιά πρώτη κρίση, κατά τήν πίστη καί τά ἔργα ἑκάστου: «ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετά δέ τοῦτο κρίσις» (Ἑβρ. 9,27). Ἡ κρίση αὐτή γίνεται κυρίως μέ τόν «τελωνισμό τῶν ψυχῶν» καί δέν εἶναι ἡ ἔσχατη Κρίση τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως, στά θέματα αὐτά θά ἀναφερθοῦμε στό ἑπόμενο τεῦχος τοῦ ἐντύπου μας, ἀφοῦ ἐδῶ θέμα μας εἶναι κυρίως ἡ ὕπαρξη τῆς μετά θάνατον ζωῆς. Τά παραπάνω ἰσχύουν τώρα, δηλαδή μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Προηγουμένως, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, δίκαιοι καί ἁμαρτωλοί, τελοῦσαν σέ κατάσταση αἰχμαλωσίας τοῦ διαβόλου καί οἱ πῦλες τοῦ Παραδείσου ἦταν σφραγισμένες (Γεν. 3,24). Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά καταργήσει τόν θάνατο καί νά μᾶς ἀπελευθερώσει ἀπό τή δαιμονική αἰχμαλωσία. Ἡ κατ’ ἐξοχήν πράξη, μέ τήν ὁποία τό ἔκανε, ἦταν ἡ Ἀνάσταση. Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε, «θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος», ἡ δέ Ἀνάστασή Του ἄνοιξε τί πῦλες τοῦ Παραδείσου γιά τούς Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί γιά ὅλους: «Πάσχα τό πύλας ἡμῖν τοῦ Παραδείσου ἀνοῖξαν» (Ἀκολουθία Πάσχα)! Ἡ ἀνάσταση τοῦ σώματος, ὡς καρπός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀναμενόμενο γεγονός, πού θά συμβεῖ πρίν τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ἡ δέ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς καί ἡ ἐμπειρία τοῦ Παραδείσου συμβαίνουν ἤδη, γιά ὅσους θέλουν νά ἔχουν κοινωνία μέ τόν Ἀναστάντα Χριστό. Αὐτοί ἀπαλλάσσονται ἀπό τόν «πνευματικό θάνατο», πού εἶναι ἡ ἁπλή ἐπιβίωση τῆς ψυχῆς, χωρίς μετοχή στή Δόξα τοῦ Χριστοῦ, καί ζοῦν ἀπό τήν παροῦσα ζωή τήν κατάσταση τοῦ Παραδείσου. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ μεγαλύτερη διαφορά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἀπό τίς θρησκεῖες: Οἱ θρησκεῖες λένε, ἀγωνίσου τώρα γιά νά ἀπολαύσεις κάποια ἀγαθά ὅταν πεθάνεις, ἡ δέ Ἐκκλησία λέει, ἄν δέν ζήσεις ἀπό τώρα τή χαρά τοῦ Παραδείσου, δέν θά τήν ζήσεις οὔτε ὅταν πεθάνεις! Ιερέας Σωτήριος Αθανασούλιας

Κατασκευάζεται νέος λαός...

Κατασκευάζεται νέος λαός, αγαπητοί. Λαός κυνικός. Λαός που διαγράφει την ιστορική του ταυτότητα και δεν σαλεύει όταν οι γείτονες βαπτίζουν το Αιγαίο TurkAegean, οι Σκοπιανοί διδάσκουν τη «μακεδονική γλώσσα» στη Μακεδονία μας, υπουργοί παραιτούνται από τις γερμανικές αποζημιώσεις, υπουργεία λένε ότι είναι προαιρετικός ο εορτασμός των Τριών Ιεραρχών και της Ποντιακής Γενοκτονίας. Υπάρχει ένα νέο αίτημα: να ξεχάσουμε ποιοι είμαστε! Κατασκευάζεται μέσα από τα κινητά και τα επιδόματα ένας νέος λαός που ενδίδει στην ύλη. «Πούλα, αρκεί να μου εξασφαλίζεις την επιβίωσή μου» είναι το νέο δόγμα που ενσταλάζουν στα μυαλά των νέων Ελλήνων. Στους Αμπελόκηπους φιγουράρει καιρό τώρα πάνω σε μια πολυκατοικία το σύνθημα «δεν πολεμάμε για καμία πατρίδα» και δεν το έχει σβήσει κανείς. Κάθε πρωί παρακολουθούμε στην τηλεόραση επί ημίωρο τα «Νέα του σουλτάνου» για να συνηθίζουμε στην ιδέα ότι είμαστε επαρχία του. Σε σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών η καθηγήτρια δίδαξε στα παιδιά την περασμένη εβδομάδα ότι η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια είναι απαράδεκτη γιατί μετατρέπει το Αιγαίο σε κλειστή λίμνη. Δίδαξε το τουρκικό επιχείρημα, δηλαδή. Σε κλειστή σύσκεψη παρουσίασης βιβλίου σε λέσχη των Αθηνών οι διαμορφωτές κοινής γνώμης εξέφρασαν την άποψη ότι θα τα χάσουμε όλα στη Χάγη και ότι πρέπει από τώρα να ετοιμάζουμε τον κατάλογο της ήττας για να προετοιμαστεί ο λαός. Ημουν αυτήκοος μάρτυς. Στα σχολικά βιβλία τα νέα παιδιά διαβάζουν απίθανα πράγματα για τον Μέγα Αλέξανδρο και την Κοκκινοσκουφίτσα, που έχουν στόχο τη διακωμώδηση του στρατηλάτη μας. Στον δημόσιο διάλογο χλευάζεται το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας και οι ιερείς σύρονται κατηγορούμενοι στα δικαστήρια. Η Εκκλησία μας καταδιώκει τα μοναστήρια χάρη στα οποία επέζησε το βυζαντινό κράτος και προσπαθεί να βάλει χέρι στα οικονομικά τους. Ενώ για τη Συνθήκη των Πρεσπών σε κεντρικό επίπεδο δεν έβγαλε λέξη. Στην πραγματικότητα, επιδιώκεται να συντριβούν και οι τελευταίοι φάροι πνευματικής αντίστασης. Η υποταγή γίνεται ύπουλα, αθόρυβα, από μέσα. Με στόχο να εκχωρήσουμε επικράτεια, εναέριο χώρο και θάλασσα σε πρώτη φάση χωρίς να πέσει κανονιά. Στην πραγματικότητα, έχουμε ήδη παραδοθεί, αγαπητοί. Κάπως έτσι σήμερα θεωρείται απολύτως φυσιολογικό να εγκαταλείπουμε τους αδελφούς μας Κυπρίους από το Κοσσυφοπέδιο και τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό όπου η Ελλάς θα ψηφίσει τουρκική υποψηφιότητα μέχρι τη Eurovision. Κάπως έτσι εγκαταλείπουμε στεγνά τους αδελφούς μας Βορειοηπειρώτες. Την ώρα που οι γείτονες ετοιμάζονται να τους αρπάξουν τις περιουσίες και φυλακίζουν τις ηγεσίες τους, εμείς, η Ελλάς, η πρεσβεία μας στα Τίρανα διοργανώνει συναυλίες πολιτισμού! Κάπως έτσι γυρνάμε την πλάτη στους αδελφούς μας Σέρβους για να κάνουμε τους ιπποκόμους τρίτων στα Βαλκάνια. Στην ουσία, αν δεν το έχουμε καταλάβει, η Ελλάς, όπως και το Βυζάντιο, καταρρέει αργά αλλά σταθερά ως ενιαία εθνική οντότητα. Μειώνεται ο γηγενής πληθυσμός, αυξάνονται οι μειονότητες, περιθωριοποιείται η θρησκεία, καταστρέφεται με τα greeklish η γλώσσα. Το μέγα ερώτημα λοιπόν μετά ταύτα είναι το εξής: Εμείς οι κληρονόμοι του Μείζονος Ελληνισμού μιας αυτοκρατορίας πολιτισμού αιώνων τι κάνουμε για να μείνει το κερί αναμμένο; Τι κάνουμε για να μη σβήσει; Εις ό,τι με αφορά, εις ό,τι μας αφορά, πάντα θα θυμάμαι τα λόγια του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου παραμονή της Αλώσεως: Αν κάνουμε όσα πρέπει, τότε «ίσως αποφύγουμε τη δίκαια τιμωρία του Θεού που επικρέμαται πάνω από τα κεφάλια μας!». Μανώλης Κοττάκης-Διευθυντής εφημερίδας ''ΕΣΤΙΑΣ''