«Γιά νά φύγουν, κ. Κώστα, πρέπει νά ἐξομολογηθεῖς»

Κάποια μέρα ἔρχεται στὸ Νοσοκομεῖο, ποὺ ὑπηρετοῦσα ὡς νοσοκομειακὸς ἱε­ρέ­ας, ἕνας γνωστός μου καὶ μοῦ λέει: «Πάτερ, στὸν τάδε θάλαμο νοσηλεύεται ὁ θεῖος μου ὁ Κώστας. Θὰ ἤθελα νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖτε, μὴ τυχὸν καὶ τὸν καταφέρετε νὰ ἐξομολογηθεῖ καί νὰ κοινωνήσει. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ σᾶς πῶ καὶ τοῦτο· Ὁ θεῖος μου εἶ­ναι καλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ δὲν εἶχε καλὲς σχέσεις μὲ τὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς ἱερεῖς, δὲν ἐκκλησιαζότανε, δὲν ἔχει ἐξ­ομολογηθεῖ οὔτε καὶ ἔχει κοινωνήσει ποτέ, ὅμως σᾶς τὸ ξαναλέω ὅτι εἶναι καλὸς ἄν­θρωπος». Πράγματι τὴν ἄλλη μέρα πῆγα στὸν θάλαμο καί, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι πῆγα εἰδικὰ γι᾽ αὐτόν, ἄρχισα πρῶτα νὰ συνομιλῶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀ­σθενεῖς. Ἐν συνεχείᾳ πῆγα καὶ στὸ δικό του τὸ κρεβάτι. Πρὶν καλά – καλά τὸν χαιρετήσω ἀντέδρασε –μὲ ὄχι κα­λὴ συμπεριφορά– καὶ δὲν ἤ­θε­λε ὄχι νὰ τὸν χαιρετήσω ἀλλ᾽ οὔτε κἂν νὰ τὸν πλησιάσω. «Φύγε – φύγε, παπᾶ, δὲν σᾶς ζήτησα καὶ δὲν σᾶς θέλω, δὲν ἔχω σχέσεις μὲ παπᾶ­δες». Ἐγώ, πρὶν φύγω ἀπὸ κοντά του, τοῦ λέω ὅτι εἶμαι ὁ ἱερέας τοῦ νοσοκομείου, βρί­σκομαι ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο στὸ νοσοκομεῖο κι ἂν θέλει κάποια ἐξυπηρέτηση μπορῶ νὰ τοῦ τὴν προσ­φέρω, καὶ ἔτσι ἔφυγα ἄπρακτος. Με­τὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες σκέ­φθη­κα καὶ πάλι νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ. Ὅταν μὲ εἶδε νὰ τὸν πλησιάζω, ἤθελε –καί μάλιστα πάλι μὲ ἄσχημο τρόπο– νὰ ἀπομακρυνθῶ. Μὲ τὴν σκέ­ψη ὅτι εἶναι συγγενὴς τοῦ γνωστοῦ μου καὶ καλοῦ ἐκείνου ἀνθρώπου, θέλησα μετὰ ἀπό λίγες ἡμέρες νὰ προσπαθήσω γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ νὰ τὸν πλησιάσω. Μπαίνοντας μέσα στὸ θάλαμο καὶ βλέποντας τοὺς ἄλλους ἀσθενεῖς τόλ­μησα καὶ πάλι νὰ τὸν πλη­σιάσω. Ἡ συμπεριφορά του ἀ­πέναντί μου δὲν περιγράφεται. Ἐγὼ κάπως, νὰ τὸ πῶ, θυ­­μωμένος ἀπὸ τὴν ἀχαρακτήριστη συμπεριφορά του, ἔ­φυγα καὶ τὸ περίεργο εἶναι ὅτι ἔφυγε καὶ αὐτὸς τελείως ἀπὸ τὸ μυαλό μου. Ἄν τὸν θυ­μόμουνα, ἴσως καὶ πάλι νὰ τὸν ἐπισκεπτόμουνα. Μετὰ ἀπὸ δέκα περίπου ἡ­μέρες, μὲ εἰδοποιοῦν νὰ ἐπισκεφθῶ καὶ νὰ ἐξομολογήσω ἕναν ἀσθενῆ πού νοσηλευόταν σὲ ἕνα ἄλλο κτήριο. Ἐγὼ φεύγοντας ἀπό τὴν ἐκκλησία τοῦ νοσοκομείου γιὰ νὰ ἐπισκεφθῶ τον ἀσθενῆ ποὺ μὲ πε­ρίμενε νὰ ἐξομολογηθεῖ, χω­ρὶς νὰ τὸ καταλάβω –καὶ ποτέ δὲν μπόρεσα νὰ τὸ καταλάβω πῶς– βρέθηκα στὸ θάλαμο ἐκείνου τοῦ ἀρρώστου, τοῦ κ. Κώστα, ποὺ δὲν μὲ ἤθελε. Ἄν τὸν βλέπατε, ἀ­δελφοί μου, σὲ τί κατάσταση βρισκότανε θὰ τὸν λυπόσασταν. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποὺ μπῆκα στὸ θάλαμο δὲν ὑπῆρχε ἄλλος ἀσθενὴς παρὰ ὁ κύριος Κώστας ὁ ὁποῖος πάλευε μὲ τοὺς δαίμονες ποὺ πῆγαν νὰ πάρουν τὴν ψυχή του. Τὸν εἶδα τρομαγμένο καὶ νὰ σκεπάζεται μὲ τὸ σεν­τόνι του καὶ νὰ φωνάζει καὶ νὰ λέει στὰ πονηρὰ πνεύματα «Ὄχι, ὄχι, φύγετε. Νάτους ἤρθανε, ὄχι, ὄχι, διῶξτε τους» καὶ ἄλλα ποὺ δὲν θυμᾶμαι. Βλέποντας αὐ­τὴ τὴν κατάσταση, δὲν σᾶς κρύβω ὅτι πρὸς στιγμὴ φοβήθηκα μὴ τυχὸν φύγουν οἱ δαίμονες ἀπὸ τὸν κ. Κώστα καὶ ᾽ρθοῦν σὲ μένα. Ἐκείνη λοιπὸν τὴ στιγμὴ βλέπον­τας τὸν κ. Κώστα σ’ αὐτὴ τὴν φοβερὴ κατάσταση, τοῦ λέω: «κύριε Κώστα, τί θέλεις;». «Νάτους, πάτερ, διῶξε τους, διῶξε τους, δὲν τοὺς θέλω» κλπ. Τότε ἐγὼ τοῦ λέω: «Γιὰ νὰ φύγουν, κ. Κώστα, πρέπει νὰ ἐξομολογηθεῖς». «Ναί, πάτερ, νὰ ἐξομολογηθῶ». Καὶ ἄρχισε νὰ ἐξομολογεῖ­ται μὲ εἰλικρίνεια καὶ καθαρότητα. Ἀφοῦ τελείωσε καὶ τοῦ διάβασα τὴν συγχωρητικὴ εὐχή, τοῦ εἶπα: «Τώρα, κ. Κώστα, θὰ κοινωνήσουμε». «Ναί, πάτερ, νὰ κοινωνήσω». Πῆγα στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νοσοκομείου πῆρα τὴν Θεία Κοινωνία καὶ τὸν κοινώνησα. Τὸ ἀπόγευμα θέλησα νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ νὰ δῶ πῶς εἶναι. Ἡ ἀδελφὴ νοσοκόμα μοῦ εἶπε: «Μία ὥρα περίπου μετά τὴν θεία κοινωνία, πάτερ, κοιμήθηκε».

Ο επικός «Γράμμος» του Ηλία Μαχαίρα

Ο επικός «Γράμμος» του Ηλία Μαχαίρα Από την άλλη, ο «Γράμμος» (1971) του Ηλία Μαχαίρα, πιο γνωστός ως «Γράμμος-Βίτσι», δείχνει τον αριστερό Κάιν μιας οικογένειας εθνικοφρόνων. Παρόλο όμως τον τίτλο της δείχνει όλη την περίοδο από την Απελευθέρωση μέχρι την τελική φάση του αντισυμμοριακού αγώνα. Κατά την διάρκεια της υποχώρησης των Γερμανών, ο Χρήστος Ρούσσης (Χριστόφορος Ζήκας), αντάρτης του ΕΑΜ, σώζεται από το εκτελεστικό απόσπασμα από τον Σταμάτη, που παριστάνει τον συνεργάτη των Γερμανών για να σώζει πατριώτες. Αυτόν τον άνθρωπο που του έσωσε την ζωή, ο Χρήστος θα τον κατηγορήσει για προδότη, ενώ δεν θα διστάσει να απειλήσει με το όπλο του και την ίδια την μάνα του. Από την αρχή καταλαβαίνουμε την βασανισμένη ψυχή του Χρήστου που με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένος. Ενώ, όπως και ο Σπύρος της «Ελένης» είναι ένα κλασσικό παράδειγμα αχαριστίας των κομμουνιστών που για αυτούς το μόνο που μετράει είναι η τυφλή βία εναντίον των αντιπάλων τους. Δεν είναι σύμπτωση που αποκαλεί «μοναρχοφασίστες» τα αδέλφια του, που δεν μπορούν να καταλάβουν «το λαϊκό ποτάμι που κατεβαίνει από τα βουνά». Μια προειδοποίηση για ότι θα ακολουθήσει μετά την Απελευθέρωση. Πράγματι βλέπουμε τους κλασσικούς αριστερούς με τις ντουντούκες στους δρόμους της Αθήνας να καλούν τον κόσμο ενάντια στην «δεύτερη κατοχή» των Εγγλέζων. Αλλά και δολοφονίες πολιτών χωρίς λόγο (Νίκος Πλατής). Η καλύτερη δε, επική σκηνή είναι αυτή της μάχης του Μακρυγιάννη, του ελληνικού Αλκαζάρ. Εντύπωση προκαλεί η σκηνή όπου ο Άρης Βελουχιώτης βγάζει το πιστόλι του και απειλεί: «Ας τολμήσει κανείς να μην ανέβει (στο βουνό) και θα μιλήσει αυτό. Όλοι ξέρουν την γλώσσα του. Θα τους αποδείξουμε ότι είμαστε Λερναία Ύδρα. Θα τους σαρώσουμε όλους, και τους εχθρούς μας και τους φασίστες». Μια σκηνή που δείχνει τον φανατισμό του σφαγέα του Ελληνισμού. Το αποκορύφωμα είναι η σκηνή του στρατοδικείου - «λαϊκού δικαστηρίου», όπου ο Χρήστος ως δικαστής πρέπει να δικάσει τον Μανώλη, τον φίλο του αδελφού του, αλλά και τον ίδιο τον αδελφό του. Ο πρώτος, αρνούμενος να δικαστεί από μια ληστοσυμμορία αρπάζει το πιστόλι ενός συμμορίτη και σκοτώνει τον Ρώσο κομμουνιστή που συμμετέχει στο στρατοδικείο για να πέσει μετά από τα κόκκινα πυρά. Ο δε Γιώργος εμπαίζει την προαποφασισμένη καταδίκη του, ενώ καλεί τον αδελφό του, να μην γίνει Κάιν. Πράγμα που δεν θα αποφευχθεί ακόμα και από την ξαφνική άφιξη της μάνας τους (Ιλύα Λιβύκου) που προσπαθεί μάταια να τους συμφιλιώσει. Όπως λέει και κάποια στιγμή αργότερα ο κλασσικός ινστρούχτορας στον Χρήστο: «Ο πολιτικός αγώνας είναι πάνω από πατέρα, μητέρα και οικογένεια». Άποψη που αποδεικνύει την πώρωση των κομμουνιστών και την διαταραγμένη προσωπικότητα του Χρήστου. Όμως ο «Γράμμος-Βίτσι» δεν είναι αντικομμουνιστική ταινία, αλλά ενωτική. Σε κάποια στιγμή ο αρχηγός μιας ομάδος του Εθνικού Στρατού φωνάζει στον αρχηγό της αντάρτικης ομάδος που είναι απέναντι του: «Είμαστε αδέλφια, δεν κάνει να σκοτωνόμαστε, ας δώσουμε τα χέρια» και βγαίνει πρώτος άοπλος στο ξέφωτο. Και τότε αντίθετα με ότι θα πίστευε κανείς, ο αρχηγός του αντάρτικου μπουλουκιού διατάζει τους άνδρες του να αφήσουν τα όπλα τους και να ακολουθήσουν τον Εθνικό Στρατό. Ενώ προς το τέλος, ο σαλπιστής παίζει για την σωρό και των δύο νεκρών αδελφών που παίρνουν μετά το τέλος του πολέμου. Αυτό το ενωτικό πνεύμα χαρακτηρίζει και τις υπόλοιπες ταινίες του Μαχαίρα που έχουμε δει (π.χ. Ο Γοργοπόταμος), ενώ πιστεύουμε ότι έχει εμπνεύσει και την «Ψυχή Βαθιά» του Βούλγαρη. Η δε σκηνή του λαϊκού δικαστηρίου έχει αντιγραφεί από την άλλη πολιτική πλευρά στην κλασσική σκηνή του στρατοδικείου της ταινίας του Βούλγαρη. Αναζητήστε τον «Γράμμο-Βίτσι» που, παρόλο κάποιες αδύναμες σκηνές ερμηνευτικά ή σεναριακά, είναι μία πατριωτική ταινία που θυμίζει ότι ο ελληνικός κινηματογράφος δεν ήταν πάντα υπό την ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς. Ενώ θυμίζει ότι και οι Έλληνες σκηνοθέτες είχαν εθνικές απόψεις και όχι εθνομηδενιστικές όπως σήμερα για να πούμε το λιγότερο. Υπ' όψιν ότι όταν την Άνοιξη του 2009 το «Γράμμος-Βίτσι» παίχθηκε από τον Δημοτικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, επενέβη το ΚΚΕ και σταμάτησε την προβολή, χωρίς κανείς δεξιός πολίτης να διαμαρτυρηθεί. Πράγμα που σημαίνει ότι 28 χρόνια μετά, η αλήθεια της ενοχλεί τόσο την Αριστερά, όσο και τους αμνήμονες δεξιούς παρατρεχάμενους της.

Τ’ Αγνάντεμα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὑρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὅλον τὸν χειμῶνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κῦμα λυσσᾷ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ριζωμένο βαθιὰ στὴν γῆν, καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ στεφανώνει τὴν κορυφήν του. Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ. Μόνον τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βραχώδους βουνοῦ, ἀπὸ τὸ λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, μὲ φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένεια, ἕνας γέρων ἱερεὺς «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς τῶν Ἀγγέλων» διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Ἐκεῖ ἤρχοντο τρεῖς – τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, ἀλειτούργητοι, ἀλιβάνιστοι, ἤρχοντο μὲ τὶς φαμίλιες των, τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες, μὲ τὰ βοσκόπουλά των τ’ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους, διὰ ν’ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ· καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπὰς μὲ τοὺς πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ, καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διὰ νὰ φωτίσῃ κι ἁγιάσῃ τ’ ἀφώτιστα κύματα. Τὸν ἄλλον καιρὸν ἤρχοντο, συνήθως τὴν ἄνοιξιν, γυναῖκες ναυτικῶν καὶ θυγατέρες, κάτω ἀπὸ τὴν χώραν, μὲ σκοπὸν ν’ ἀνάψουν τὰ κανδήλια, καὶ παρακαλέσουν τὴν Παναγίαν τὴν Κατευοδώτραν νὰ ὁδηγήσῃ καὶ κατευοδώσῃ τοὺς θαλασσοδαρμένους συζύγους καὶ τοὺς πατέρας των. Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, μὲ τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες, μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρά, ἤρχοντο νὰ ἱκετεύσουν διὰ τ’ ἀδελφάκια των ποὺ ἐθαλασσοπνίγοντο δι’ αὐτάς, διὰ νὰ τὶς φέρουν προικιὰ ἀπὸ τὴν Πόλιν, στολίδια ἀπὸ τὴν Βενετιᾶν, κειμήλια ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν. «Πάντα νἄ ’ρχωνται, πάντα νὰ φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά, ποὺ ὤργωναν ἀντὶ τῆς ξηρᾶς τὴν θάλασσαν· φρόνιμα ὅπως τὰ δυὸ ἐκεῖνα τέκνα τῆς ἱερείας τῆς Δήμητρος, τὰ μακαρισθέντα. Νεαραὶ γυναῖκες ρεμβάζουσαι καὶ μητέρες συλλογισμέναι ἤρχοντο διὰ νὰ καθίσουν καὶ ἀγναντέψουν. Ἅμα εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά, ἢ ὀψιμώτερα, ἀφοῦ εἶχαν περάσει κ’ αἱ Ἀπόκρεω, συνήθως περὶ τὴν β’ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, ἀφοῦ εἶχαν γευθῆ πλέον ἀχινοὺς καὶ στρείδια ἀρκετά, οἱ ναυτικοί μας ἐπέβαιναν εἰς τὰ βρίκια, εἰς τὶς σκοῦνες των, κ’ ἐμίσευαν· ἐπήγαιναν νὰ ταξιδέψουν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καράβια καὶ γολέτες «ἔδεναν» μεσοῦντος τοῦ φθινοπώρου. Οἱ θαλασσινοί μας ἀγαποῦσαν πολὺ τῆς ἑστίας τὴν θαλπωρήν, τὸν καπνὸν τοῦ μελάθρου, καὶ τὸ θάλπος τῆς ἀγκάλης. Καὶ ὅταν ἐπανήρχετο ἡ ἄνοιξις εἰς τὴν γῆν, τότε αὐτοὶ ἐπέστρεφαν εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐσηκώνοντο στὰ πανιὰ τὰ αἰμωδιασμένα καὶ ναρκωμένα ἀπὸ τὴν μακρὰν ρᾳστώνην σκάφη ἀνὰ δυὸ ἢ τρία τὴν αὐτὴν ἡμέραν· καὶ ἡ σκοῦνα ἔφερνε βόλτες εἰς τὸν λιμένα, ἂν ἦτο ἐναντίος, ἢ καὶ οὔριος ἂν ἦτο, ὁ ἄνεμος. Ἡ βάρκα ἐπερίμενε διπλαρωμένη ἔξω εἰς τὴν προκυμαίαν. Ὁ καπετάνιος δὲν ἐτελείωνε τοὺς ἀποχαιρετισμοὺς εἰς τὴν οἰκίαν· καὶ ὁ λοστρόμος ἐμάκρυνε τὶς παινετάδες εἰς τὰ καπηλειά. Κ’ ἡ βάρκα ἐπερίμενε. Καὶ ὁ μοῦτσος ἔχασκε καθήμενος ἔξω, ἐπάνω στὸ κεφαλόσκαλον. Καὶ ὁ νεαρὸς ναύτης, ὅστις εἶχεν ἔλθει μὲ τὸν μοῦτσον τώρα ἀπὸ τὴν σκοῦνα, ποὺ ἦτον στὰ πανιά, ἐγίνετο ἄφαντος. Δυὸ ἄλλοι σύντροφοι, περασμένοι στὰ χαρτιά, ναυτολογημένοι, ἔλειπαν. Κανεὶς δὲν ἤξευρε ποὺ ἦσαν. Καὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον, ὁποὺ ἔφερνε βόλτες – βόλτες, κ’ ἐστρέφετο ὡς δεμένον περὶ κέντρον ἀόρατον -τὸ κέντρον ἦτο μέσα εἰς τὰς καρδίας καὶ εἰς τὰς ἑστίας τῶν ναυτικῶν- ἄλλος δὲν ἦτο εἰμὴ ὁ πηδαλιοῦχος, ὁ μάγειρος, κ’ ἕνας ἐπιβάτης, ξένος κ’ ἔρημος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχαν εἰπεῖ, «τώρα, στὴ στιγμή, νά, τώρα – τώρα θὰ φύγουμε» κ’ εἶχε μπαρκάρει, ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ δώδεκα ὥρας πρίν. Ὁ πλοίαρχος ἔπρεπε νὰ βάλῃ ἐμπρὸς τὴν καπετάνισσαν· αὐτὴ ὤφειλε νὰ προπορευθῇ, ἐπειδὴ ἦτον τυχερή, βέβαια· κ’ ἔτσι ἀπεφάσιζε νὰ μπαρκάρῃ. Τέλος ἐσυμμαζεύετο ὁ λοστρόμος, ἀνεκαλύπτοντο οἱ δυὸ ἀπόντες σύντροφοι, ἐξεκολλοῦσε ὁ πλοίαρχος, ἔπεφταν τρομπόνια ἀρκετά, τρομπόνια ἀπὸ τὸ πλοῖον, τρομπόνια ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν· ἔκοφταν, ἐψαλίδιζαν τὶς βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ὡς νὰ ἐσφίγγοντο διὰ νὰ κόψουν τὴν ἀόρατον ἐκείνην κλωστήν, τὸ λεπτὸν ἰσχυρὸν νῆμα, ὡς μίαν τρίχα ξανθὴν μακρᾶς κυματιζούσης κόμης· καὶ τὸ σκάφος ἔβαλλε πλώρην πρὸς βορρᾶν. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔαρος, καραβάνια γυναικῶν, ἀσκέρια, φουσάτα γυναικῶν, ἀνεῖρπον, ἀνέβαινον, ἀνήρχοντο ἐπάνω στὴν ρεματιάν, τὸ ρέμα – ρέμα, τὸν ἑλικοειδῆ δρομίσκον, ὅστις διαχαράσσεται ἀνὰ τοὺς λόφους τοὺς τερπνούς με τὰς χιλιάδας τῶν ἐλαιοδένδρων, τὸν ἀειθαλῆ πρασινόφαιον στολισμὸν τῆς μεγάλης κοιλάδος μὲ τὰς ράχεις, μὲ τὰς κορυφὰς, μὲ τὰς ἐσοχὰς καὶ ἐξοχάς, ἀνετώτερον ἀπὸ τὴν κυματίζουσαν ποδιὰν τῆς βοσκοπούλας τοῦ βουνοῦ, πολυπτυχώτερον ἀπὸ τὴν χρυσοκέντητον ἐσθῆτα τῆς νύμφης. Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἐρήμου βορεινῆς ἀκτῆς, πλησίον εἰς τὸ λησμονημένον παρεκκλῆσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας, ἐκεῖ ἐγίνετο τὸ μάζεμα τῶν γυναικῶν, ἡ σύναξις ἡ μεγάλη. Τότε ἔλαμπον μὲ μεγάλες φωτιὲς τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ἡ γραῖα Μαλαμίτσα, ἡ κλησάρισσα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔβαλλε τὶς φωνές· ἔκανε τὸ κακό… ἐμάλωνε μὲ ὅλες τὶς γυναῖκες. Αὐτὴ ἐπῆρε τὸ καλαθάκι της, τὴν ρόκα της, τ’ ἀδράχτι της, καὶ ἦλθεν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Νικόλαον ἐπίτηδες, κατὰ παραγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀγγελῆ, τοῦ ἐπιτρόπου… διὰ νὰ μαλώσῃ τὶς γυναῖκες, τὶς εὐλαβητικὲς (ἀλλοίμονον! ἡ εὐλάβειά μας εἶναι γιὰ τὸ συφέρο! ἔλεγε σείουσα τὴν κεφαλήν), νὰ μὴν τὸ παρακάνουν καὶ χύνουν λάδια πολλὰ καὶ καταλαδώνουν τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, καὶ τὰ στασίδια, καὶ τ’ ἀναλόγι, καὶ τὰ δυό – τρία παμπάλαια βιβλία ποὺ ἦσαν ἐκεῖ, καὶ τὰ μανάλια καὶ τὸν τοῖχον, καὶ τὸ τέμπλο, καὶ τὶς ποδιές, καὶ αὐτὰς τὰς ἁγίας εἰκόνας. Ἀλλ’ οἱ γυναῖκες δὲν τὴν ἄκουαν. Τί χρειάζονται τόσες φωτιές, σὰν πυροφάνια, ἐφώναζεν ἡ γριά – Μαλαμίτσα. Αὐτὴ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν γέροντά της τὸν παπα – Γεράσιμον, ὅτι οἱ φωτιὲς τῶν κανδηλιῶν πρέπει νὰ εἶναι μικρές, τόσες δά, σὰν λαμπυρίδες. Τοῦ κάκου. Κανεὶς δὲν τὴν ἤκουε. Οἱ ὁρμαθοὶ τῶν γυναικῶν ὁμάδες-ὁμάδες, συγγενολόγια…, διεσπείροντο εἰς μικροὺς ὄχθους, εἰς πτυχὰς τοῦ βράχου, ἀνάμεσα εἰς θάμνους καὶ χαμόκλαδα, εἰς μέρη ὑψηλὰ καὶ εἰς μέρη ὑπήνεμα· ἤρχοντο μὲ τὰ καλαθάκια τους, μὲ τὰ μαχαιρίδιά τους… διότι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἠσχολοῦντο νὰ βγάλουν ἀγριολάχανα… μὲ τὰ προγεύματά τους τὰ σαρακοστιανά, καὶ ἀφοῦ εἶχαν ἀνάψει τὰ κανδήλια τῆς Παναγιᾶς, ἀφοῦ εἶχαν κάμει μετάνοιες στρωτὲς πολλές, κ’ εἶχαν κολλήσει ἀφιερώματα εἰς τὴν εἰκόνα, κ’ εἶχαν χορτάσει τ’ αὐτιά τους ἀπὸ τὰς νουθεσίας τῆς γριά-Μαλαμίτσας, ἐστρώνοντο ἐκεῖ εἰς τὴν δροσερᾶν χλόην κι ἀγνάντευαν κατὰ τὸ πέλαγος. Τὰ βοσκόπουλα ἐκεῖνα τ’ ἄγρια κι ἀχτένιστα κι ἁπλοϊκά, ποὺ τὶς ἔβλεπαν ἀπὸ μακρὰν σὰν σκιασμένα, ἀποροῦσαν κ’ ἔλεγαν: – Κοίτα τις! στὰ μάτια ἔκαμαν. Ὡς τόσον αἱ γυναῖκες τῶν θαλασσινῶν ἀγνάντευαν. Ἰδοὺ τὸ βρίκι τοῦ καπετὰν Λιμπέριου τοῦ Λιμνιοῦ· εἶχε σηκωθῆ στὰ πανιὰ ἀργὰ τὴν νύκτα· μὲ τὸ ἀπόγειο τῆς νυκτὸς ηὖρε τὸ ρέμα καὶ ἀπεμακρύνθη κ’ ἐχώνεψε. Κατευόδιο καλό. Ἡ προσευχὴ τῶν μικρῶν παιδιῶν του ἂς εἶναι ὡς πνοὴ στὰ πανιά, στὰ ξάρτια τοῦ καραβιοῦ σας… στὸ καλό, στὸ καλό! Ἰδοὺ τὸ καράβι τοῦ καπετὰν Σταμάτη τοῦ Σύρραχου. Ὑπερήφανα, καμαρωμένα, ἀδελφωμένα τὰ δυό, αὐτὸ κι ὁ πλοίαρχός του, πᾶνε νὰ μᾶς φέρουν καλά, νὰ μᾶς φέρουν στολίδια. Στὸ καλό, πουλί μου, στὸ καλό. Ἰδοὺ καὶ ἡ γολέτα τοῦ καπετὰν Μανώλη τοῦ Χατζηχάνου… Ἡ ψυχή μου, ἡ πνοή μου νὰ εἶναι πάντα στὰ πανιά σου, ὡσὰν λαμπάδα τοῦ Ἐπιταφίου, νὰ διώχνῃ τὰ μαῦρα, τὰ κατακόκκινα τελώνια, πρὶν προφτάσουν νὰ κατακαθίσουν στὰ πινά σου. Σύρε, πουλί μου, στὸ καλό, καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα! Στὸ καλό! Νὰ κ’ ἡ σκοῦνα τοῦ καπετὰν Ἀποστόλη τοῦ Βιδελνῆ, καινούργιο σκαρί, ἡ τετάρτη ἢ πέμπτη, τὴν ὁποία κατορθώνει ἐντὸς δεκαετίας νὰ σκαρώσῃ, μ’ ὅλην τῆς τύχης τὴν καταδρομήν. Ἔπεσε πολὺ γιαλό, δὲν τὴν ηὖρε καλὰ τὸ ἀπόγειο κι ἄργησε. Διακρίνεται τὸ πλήρωμα, οἱ ἄνθρωποι σὰν ψύλλοι, ποὺ πηδοῦν ἐμπρὸς κι ὀπίσω στὴν κουβέρτα. Δούλευέ τα, καπετάνιο μου! (Ἡ) Παναγιὰ μπροστά σας! Στὸ καλό, στὸ καλό! – Παιδιά μου, κορίτσια μου, ἀρχίζει νὰ ὁμιλῇ ἡ γριά-Συρραχίνα, παλαιὰ καπετάνισσα· μὲ τὸ ραβδάκι της καὶ μὲ τὸ καλαθάκι της στὸ χέρι, μὲ τὰ ὀγδόντα χρόνια στὴν πλάτη της, μπόρεσε κι ἀνέβη τὸν ἀνήφορο καὶ ᾖλθε -διὰ νὰ καμαρώσῃ, ἴσως διὰ τελευταίαν φοράν, τὸ καράβι τοῦ γυιοῦ της ποὺ ἔφευγε. Ξέρετε τί μεγάλη χάρη ἔχει, καὶ πόσο καλὸ ἔκαμε στοὺς θαλασσινοὺς αὐτὸ τὸ ἐκκλησιδάκι τῆς Μεγαλόχαρης; – Πῶς δὲν τὸ ξέρουμε, εἶπαν αἱ ἄλλαι, ἂς ἔχῃ δόξα τὸ ὄνομά της. – Τὸ ἐξωκκλήσι αὐτὸ ἁγίασε καὶ μέρωσε ὅλο τὸ ἄγριο κῦμα· πρωτύτερα εἶχε κατάρα ὅλος αὐτὸς ὁ γιαλός. – Γιατί; – Βλέπετε κεῖνον τὸ βράχο, κάτω στὸ κῦμα, ποῦ ξεχωρίζει ἀπ΄ τὸ γιαλό;… ποῦ φαίνεται σὰν ἄνθρωπος, μὲ κεφάλι καὶ μὲ στήθια… ποῦ μοιάζει σὰν γυναῖκα; Ἐκείνη εἶναι τὸ Φλανδρώ. – Ναί, τὸ Φλανδρώ, εἶπεν ἡ ὑπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι ἔχω ἀκουστά μου. Ἐσὺ θὰ τὸ ξέρης καλύτερα, θεία – Φλωροῦ. – Τὸ βλέπετε κ’ εἶναι ξέρα, εἶπεν ἡ Φλωροῦ, ἡ Συρραχίνα· μιὰ φορὰ κ’ ἕναν καιρὸ ἦτον ἄνθρωπος. – Ἄνθρωπος; – Ἄνθρωπος καθὼς ἐμεῖς. Γυναῖκα. Αἱ ἄλλαι ἤκουον μὲ ἀπορίαν. Ἡ γριά – Συρραχίνα ἤρχισε νὰ διηγῆται: «Στὸν καιρὸ τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, ἦτον μιὰ κόρη ἀρχοντοπούλα, ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα ἢ Φλανδρώ. Ἡ Φλανδρὼ εἶχε νοματιστῆ ἔτσι -καθὼς μοῦ ‘πε ὁ πνευματικός, ἀπάνω στὸν Ἅϊ-Χαράλαμπο· ὅσο τὸν θυμοῦμαι, μακαρία ἡ ψυχή του. Ἤμουν μικρὸ κορίτσι, δώδεκα χρονῶ, καὶ μ’ ἐπήγε ἡ μάννα μου νὰ ξαγορευτῶ, τῇ Μεγάλῃ Τετράδῃ… τί νὰ ξαγορευτῶ, ἐγὼ τίποτα δὲν ἤξερα, τὰ ξεράματά μου… τὸ τί μόλεε ὁ πνευματικὸς δὲν ἀγροικοῦσα, φωτιὰ ποὺ μ’ ἔ!… Τὸ νόημά του δὲν τὸ καταλάβαινα, τὰ λόγια τὰ θυμούμουν κ’ ὕστερ’ ἀπὸ χρόνια… τὸ κορίτσι πρέπει νά ‘ναι φρόνιμο καὶ ντροπαλό, νἄ ‘ναι ὑπάκοο, νὰ μὴν κοιτάζῃ τοὺς νιούς, ν’ ἀγαπᾷ τὸν κύρη του καὶ τὴ μαννούλα του· καὶ σὰν μεγαλώση, καὶ δώση ὁ Θιὸς καὶ παντρευτῆ, μὲ τὴν εὐκὴ τῶν γονιῶ της, ἄλλον νὰ μὴν ἀγαπᾷ ἀπ’ τὸν ἄνδρα της. «Μὄφερε τὸ παράδειγμα τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων… Οἱ παλιοὶ Ἕλληνες, ποὺ προσκυνοῦσαν τὰ εἴδωλα… Κεῖνον τὸν καιρὸ ἦτον μιὰ ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρὼ θὰ πῇ Φιλανδρώ. Φιλανδρὼ θὰ πῇ μία ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄνδρα της. Φλανδρὼ τὴν εἶπαν, Φλανδρὼ βγῆκε. Ἀγάπησε ὁλόψυχα τὸν ἄνδρα της, ὅσο ποὺ ἔχασε τ’ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, κ’ ἔγινε πέτρα γι’ αὐτό. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνο ἦτον ἕνας καραβοκύρης, ὄμορφο παλληκάρι, κι ἀγάπησε τὸ Φλανδρώ, καὶ τὴν ἐγύρεψε, καὶ τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα. Σὰν τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα, ἐσκάρωσε καινούργιο καράβι· καὶ σὰν ἐσκάρωσε τὸ καράβι, ἔγινε κι ὁ γάμος· καὶ σὰν ἔγινε ὁ γάμος, ἔρριξε τὸ καράβι στὸ γιαλό, κ’ ἐμπαρκάρισε κ’ ἐπήγε νὰ ταξιδέψῃ. «Τότε τὸ Φλανδρὼ ᾖρθε ν’ ἀγναντέψῃ, σὰν καλὴ ὥρα, σ’ αὐτὸν τὸν ἔρμο τὸ γιαλό. Ξεκολλοῦσε ἡ ψυχή της ποὺ ἔφευγε ὁ ἄνδρας της· δὲν μποροῦσε νὰ τὸ βαστάξῃ, νὰ στυλώσῃ τὴν καρδιά της. Ἀγνάντεψε τὸ καράβι ποὺ ἔφευγε, κ’ ἔκλαψε πικρὰ κ’ ἔπεσαν τὰ δάκρυά της στὰ κύματα· καὶ τὰ κύματα ἐπικράθηκαν, κ’ ἐφαρμακώθηκαν, καὶ θύμωσαν, κι ἀγρίεψαν κ’ ἐθέριεψαν… καὶ στὸ δρόμο τους ποὺ ηὕραν τὸ καράβι, ἔπνιξαν τὸν ἄνδρα τῆς Φλανδρῶς, κ’ ἔγινε ἀγυρισιᾶ του… Καὶ τὸ Φλανδρὼ ᾖρθε κ’ ἐξαναῆρθε σ’ αὐτὸν τὸν ἔρμο γιαλὸ κ’ ἐκοίταζε κι ἀγνάντευε… κ’ ἐπερίμενε, κ’ ἐκαρτεροῦσε, κι ἀπάντεχε… Πέρασαν μῆνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυὸ χρόνια, πέρασαν τρία… καὶ τὸ καράβι πουθενὰ δὲν ἐφάνηκε… καὶ τὸ Φλανδρὼ ἔκλαψε, καὶ καταράστηκε τὴν θάλασσα, καὶ τὰ μάτια της ἐστέγνωσαν, καὶ δὲν εἶχε πλιὰ δάκρυ νὰ χύσῃ… καὶ παρακάλεσε τοὺς θεούς της ποὺ ἦταν εἴδωλα, πέτρες, νὰ τῆς κάμουν τὴ χάρη νὰ γίνῃ κι αὐτὴ εἴδωλο, βράχος, πέτρα… καὶ τὸ ζήτημά της ἔγινε καὶ τὴν ἔκαμαν βράχο ξέρα… μὲ τὸ σκῆμα τ’ ἀνθρωπινό, ποὺ τρίβηκε καὶ φθάρηκε ἀπ’ τὰ κύματα ὕστερ’ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια· καὶ τὸ ἀνθρωπινὸ σκῆμα φαίνεται ἀκόμα· καὶ νὰ ὁ βράχος ἐκεῖ, ἡ πέτρα ποὺ θαλασσοδέρνεται καὶ χτυπᾷ καὶ βογγᾶ ἀπάνω της τὸ κῦμα… κ’ ἡ φωνή της, τὸ βογγητό της γίνεται ἕνα με τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας… Νὰ ἡ ξέρα ἐκεῖ. Αὐτή ‘ναι ἡ Φλανδρώ. «Ὕστερα, μὲ χρόνια πολλά, σὰν ᾖρθε ὁ Χριστὸς ν’ ἁγιάσῃ τὰ νερά, γιὰ νὰ βαφτιστῇ ἡ πλάση, μιὰ χριστιανὴ ἀρχόντισσα, ἡ Χατζηγιάνναινα, ποὺ εἶχαν σκαρώσει τὰ παιδιὰ της δυὸ καράβια ἔταξε στὴν Παναγία, κ’ ἔχτισε αὐτὸ τὸ παρακκλήσι, γιὰ τὸ καλὸ κατευόδιο τῶν παιδιῶνε της… Ἂς δώσ’ ἡ Παναγιὰ καὶ σήμερα να’ ναι καλὸ κατευόδιο στοὺς ἄνδρες σας, στ’ ἀδέλφια σας καὶ στοὺς γονιούς σας». – Φχαριστοῦμε· ὁμοίως καὶ στὰ παιδάκια σου, θεία-Φλωροῦ! Ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνε κατὰ τὸ βουνό, τὰ πρῶτα πλοῖα εἶχαν γίνει ἄφαντα πρὸ ὥρας· καὶ ἡ τελευταία γολέτα, μικρὸν κατὰ μικρόν, ἐχώνευεν εἰς τὸ μέγα πέλαγος. Τὰ συγγενολόγια καὶ τὰ φουσάτα τῶν γυναικῶν, μὲ τὰ καλαθάκια καὶ τὰ μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ἀνὰ τοὺς λόφους, κ’ ἔβγαζαν καυκαλῆθρες καὶ μυρόνια, κ’ ἔκοφταν φτέρες κι ἀγριομάραθα. Σιγὰ – σιγὰ κατέβη ὁ ἥλιος εἰς τὸ βουνὸν καὶ αὐταὶ κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην. Ἡ νυκτερινὴ αὔρα ἐσύριζεν εἰς τὰ δένδρα, καὶ οἱ λογισμοὶ τῶν γυναικῶν ἐπετοῦσαν μαζί της, κ’ ἔστελλαν πολλὰς εὐχὰς εἰς τὰ κατάρτια, εἰς τὰ πανιὰ καὶ εἰς τὰ ἐξάρτια τῶν καραβιῶν. Καὶ βαθιά, εἰς τὴν σιωπὴν τῆς νυκτός, τίποτε ἄλλο δὲν ἠκούσθη εἰμὴ τὸ λάλημα τοῦ νυκτερινοῦ πουλιοῦ, καὶ τὸ ᾆσμα μιᾶς τελευταίας συντροφιᾶς ναυτικῶν, μελλόντων ν’ ἀναχωρήσωσιν αὔριον. «Σύρε, πουλί μου στὸ καλὸ – καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα». «Τ’ Αγνάντεμα» ανήκει στη σειρά των σκιαθίτικων διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και είναι ηθογραφικό. Στο διήγημα αυτό ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει χαρακτηριστικές όψεις της Σκιάθου του Παπαδιαμάντη, όπως τον κύκλο ζωής της φύσης και τη στενή εξάρτηση των ανθρώπων από αυτή. Το διήγημα συγκεντρώνει πολλά ηθογραφικά στοιχεία (χωροχρόνος, λογοτεχνικοί ήρωες και λειτουργίες, ιδεολογικά χαρακτηριστικά) και συνιστά αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής του Παπαδιαμάντη, καθώς συνδυάζεται η γλαφυρή ανθρωπογεωγραφία με ουσιώδη γνωρίσματα της αφηγηματικής του τεχνικής (διάρθρωση, αφηγηματικά μέρη, κυκλική αφήγηση, παντογνώστης αφηγητής, χαρακτηρολογική περιγραφή, ελεύθερος πλάγιος λόγος, μίμηση, παράδειγμα, παραμυθιακή διήγηση). Στο συγκεκριμένο διήγημα ο Παπαδιαμάντης καταγράφει τη συλλογική ψυχολογία των ναυτικών τη στιγμή της αναχώρησης και ερμηνεύει την εθιμοτυπία, τα αισθήματα και τις σκέψεις των γυναικών τους, που την ημέρα εκείνη συγκεντρώνονται στο εξωκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας με το διπλό στόχο, του αγναντέματος και της χριστιανικής δέησης για την προστασία των ναυτικών και την παρηγοριά των οικογενειών τους. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι συνδυασμός αρχαίας, βυζαντινής, καθαρεύουσας και δημοτικής. Πρόκειται για μια ιδιόρρυθμη προσωπική γλώσσα, ένα μικτό γλωσσικό ιδίωμα καθαρεύουσας με στοιχεία δημοτικής και με τοπικούς ιδιωματισμούς. Στους διαλόγους χρησιμοποιείται η ομιλουμένη λαϊκή γλώσσα με ιδιωματισμούς της Σκιάθου, ενώ στην αφήγηση βάση αποτελεί η καθαρεύουσα, στην οποία, όμως, υπάρχουν πολλά στοιχεία της δημοτικής. Τέλος, στις περιγραφές χρησιμοποιείται η καθαρεύουσα, το κατά παράδοση γλωσσικό όργανο της πεζογραφίας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και λέξεις της αρχαίας ελληνικής, όπως και λέξεις της εκκλησιαστικής παράδοσης.

Αϊδίνιο, 18 Ιουνίου 1919: Οι τσέτες του Μεντερές, σφαγιάζουν 31 προσκόπους

Αϊδίνιο, 18 Ιουνίου 1919: Οι τσέτες του Μεντερές, σφαγιάζουν 31 προσκόπους, αφού προηγουμένως τους είχαν υποβάλλει σε φρικτά μαρτύρια. Τους τύφλωσαν πριν από την εκτέλεση! Οι πρόσκοποι του Αϊδινίου είχαν συλληφθεί με τον έφορό τους Νίκο Αυγερίδη. Φυλακίστηκαν στο μπουντρούμι του Διοικητηρίου. Από εκεί οδηγήθηκαν σ' ένα διπλανό ελαιώνα (στις όχθες του Εύδωνα ποταμού) που έγινε ο τόπος του δικού τους μαρτυρίου. Ο επικεφαλής των Τσετών, Αντνάν Μεντερές, τους ζήτησε πρώτα να αλλαξοπιστήσουν, πήρε όμως την περήφανη απάντηση από τον Αυγερίδη και όλα τα παιδιά πως αυτό δεν θα γινόταν ποτέ. Έτσι ζητωκραυγάζοντας "Ζήτω η Ελλάς" κατακρεουργήθηκαν! Οι τούρκοι σε ένα όργιο βασανιστηρίων και αίματος, πρώτα τύφλωσαν και εκτέλεσαν τον Αυγερίδη, στην συνέχεια τους άλκιμους Φιλοκτήτη Αργυράκη και Μίνωα Βεϊνόγλου και όλους τους προσκόπους που ως περήφανα Ελληνόπουλα και αμετανόητοι Χριστιανοί μαρτύρησαν για την πίστη τους. Η άθλια σφαγή των προσκοπίνων άρχισε με την όμορφη Έλλη Σφέτσογλου, την 20χρονη Αρχηγό της ομάδας, που λίγες βδομάδες πριν είχε την τιμή, επικεφαλής των κοριτσιών, να υποδεχθεί τον στρατό. Επειδή λοιπόν η Έλλη τίμησε τους Έλληνες, οι τούρ κοι την ατίμασαν. Τα μάτια της τα ξερίζωσαν με ξιφολόγχη και την βίασαν ομαδικά μπροστά στα μάτια της μάνας και του μικρού αδελφού της. Στον τόπο του μαρτυρίου της η κοπέλα φώναζε μέχρι το τέλος της στους βιαστές της "θα ξανάρθει ο Ελληνικός στρατός και θα σας τιμωρήσει". Την ακολούθησαν στον θάνατο η μητέρα της και ο μικρός της αδελφός.

Μια σελίδα από την Βρετανορθόδοξη Φιλοκαλία

«Ὁ Ἅγιος Senan τῆς Ἰρλανδίας (†544) πήγε κάποτε στό σπίτι ἑνός ἄξιου ἄνδρα γιά νά ζητήση ἕνα ρόφημα γιατί ἦταν πολύ κουρασμένος καί διψασμένος λόγο τοῦ ταξιδιοῦ του. Μία γιορτή εἶχε προετοιμαστῆ σέ αὐτό τό σπίτι γιά τόν βασιλιά αὐτῆς τῆς ἐπικράτειας. Ἀρνήθηκαν νά δώσουν κάτι στόν Ἅγ. Senan καί αὐτός βγῆκε ἀπ᾽ τό σπίτι χωρίς νά φάη ἤ νά πιῆ κάτι. Μετά ἀπό λίγο ἔφτασε ὁ βασιλιάς σέ αὐτό τό μέρος γιά νά καθίση νά φάη. Μόλις τοῦ εἶπαν πώς τό φαγητό καί ἡ μπύρα εἶχαν τοποθετηθῆ στό τραπέζι, εἶδε τό ἑξῆς: Τό νερό ἦταν βρόμικο καί τά φαγητά ἦταν ὅλα χαλασμένα. Οἱ παρευρισκόμενοι ξαφνιάστηκαν ἀπό αὐτό τό γεγονός. Ὁ βασιλιάς εἶπε: —Μήπως ἔφυγε κανείς ἀπό ἐδῶ ἀφοῦ πρῶτα ἀρνήθηκαν νά τοῦ προσφέρουν φαγητό καί μπύρα; Οἱ παρευρισκόμενοι παραδέχτηκαν πώς εἶχαν διώξει κάποιον προηγουμένως χωρίς νά τοῦ δώσουν φαγητό ἤ ποτό. Εἶπε ὁ βασιλιάς: —Στεῖλτε κάποιον νά πάη νά βρη αὐτόν τόν ἄνδρα, γιατί αὐτός ὁ ἄνδρας ἔχει τή Χάρι τοῦ Θεοῦ. Βρῆκαν τόν Ἅγ. Senan καί τόν ἔφεραν στό σπίτι. Ὁ Ἅγιος εὐλόγησε τό φαγητό καί τήν μπύρα καί ὅλα ἐπανῆλθαν στήν κανονική τους κατάστασι ἀποκτώντας τήν κανονική τούς γεύσι. Ὅλοι ὅσοι εἶδαν αὐτό τό θαῦμα ἐνθουσιάστηκαν. Ἀπ᾽ τό βιβλίο τοῦ Lismore, σ. 205»(http://orthodoxy-rainbow.blogspot.com/2016/06/senan.html). «Οἱ Ἁγίες Ethna καί Sodelb τῆς Ἰρλανδίας (†6ος αἰ.) οἱ ὁποίες φρόντιζαν τόν μικρό Χριστό εἶναι θαμμένες κοντά στήν περιοχή Swords τῆς Ἰρλανδίας. Ὁ Χριστός συνήθιζε νά τίς ἐπισκέπτεται μέ τή μορφή βρέφους γιά νά τόν φροντίσουν. Τό ἴδιο περιστατικό συναντάμε καί στό βίο τῆς Ἁγ. Ita τοῦ Killeedy τῆς Ἰρλανδίας (†570). Μετά ἀπό ἐπιθυμία τῆς Ἁγίας ὁ Χριστός τήν ἐπισκέφτηκε μέ μορφή βρέφους γιά νά τόν φροντίση. Ἀπ᾽ τό Μαρτυρολόγιο τοῦ Oengus, 29 Μαρτίου, σ. 103»(http://orthodoxy-rainbow.blogspot.com/.../ethna-sodelb.html). «Ἅγ. Berach, ἡγούμενος τοῦ Cluain Coirpthe στό Connaught τῆς Ἰρλανδίας (†595). Eochaid ἦταν τό ὄνομα τοῦ πατέρα του καί τό ὄνομα τῆς μητέρας του ἦταν Fionmaith. Ὅταν ἦταν ὑποτακτικός τοῦ Ἐπισκόπου Daigh, ὁ ὁποῖος ἦταν γυιός τοῦ Cairell, ὁ Daigh τόν ἔστειλε σ᾽ ἕνα μύλο στήν περιοχή Magh Muirtheimhne μαζί μέ ἕνα σακί μέ σιτάρι γιά νά τό ἀλέση καί ἐκεῖ βρῆκε μπροστά στό μύλο μία γυναῖκα καί ἕνα ἀγόρι πού κατάγονταν ἀπό τήν περιοχή καί αὐτοί εἶχαν μαζί τους ἕνα σακί μέ βρώμη γιά νά τήν ἀλέσουν. Ὁ Ἅγ. Berach τούς ζήτησε νά τοῦ δώσουν τή σειρά τους στόν μύλο, ὅμως, ἐκεῖνοι δέν τοῦ τήν ἔδωσαν καί ἔτσι ἔβαλαν μαζί τό σιτάρι καί τή βρώμη στό μύλο καί αὐτά διαχωρίστηκαν μεταξύ τους μέσα στό μύλο μέ τήν θαυματουργική ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἅγ. Berach καί ἡ βρώμη βρισκόταν στήν μία μεριά καί τό σιτάρι στήν ἄλλη καί ἔτσι δέν ἀναμείχθηκαν μεταξύ τους. Ἀπ᾽ τό Μαρτυρολόγιο τοῦ Donegal, 15 Φεβρουαρίου, σ. 49»(http://orthodoxy-rainbow.blogspot.com/.../berach-cluain...).