ΚΥΡΙΑΚΗ Γ'ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Τα δύο αφεντικά

«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν», λέει ὁ Χριστός. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ δουλεύει σὲ δυὸ ἀφέντες. Ἀναπόφευκτα, θὰ μισήσει τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλο, ἢ θὰ προσκολληθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ θὰ καταφρονήσει τὸν ἄλλο. Συγκεκριμένα ὁ Χριστὸς ἀναφέρεται στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνᾶ, δηλαδὴ τὰ φθαρτὰ ἀγαθά, τὸν πλοῦτο, ἰδιαίτερα σὲ αὐτὸν ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἀδικία καὶ ἁρπαγή. Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετεῖ σωστὰ καὶ μὲ συνέπεια καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ ἀφεντικά (Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου). Ὁ μαμωνᾶς καὶ δὴ τῆς ἀδικίας (Λουκ. 16, 9-11) ὑποκρύπτει πίσω του τὴν παρουσία τοῦ σατανᾶ. Αὐτὸς εἶναι τὸ δεύτερο ἀφεντικὸ ποὺ καταδυναστεύει τυραννικά, ὄχι μόνο μὲ τὸ χρῆμα καὶ τὴ φιλαργυρία, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους τρόπους τὸν ἄνθρωπο. Ἀκόμα καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ ἔχει Κύριό του τὸν Θεό, μπαίνει πολὺ εὔκολα καὶ στὴν ὑπηρεσία τοῦ δεύτερου αὐτοῦ ἀφεντικοῦ, τοῦ διαβόλου! Καὶ προσπαθεῖ νὰ ἰσορροπήσει πλέοντας μὲ τὰ δυὸ πόδια σὲ δυὸ βάρκες. Ξεγελάει ἔτσι τὸν ἑαυτό του, πιστεύοντας ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἔξυπνος γιὰ νὰ πετύχει μὲ ἕνα σμπάρο δυὸ τρυγόνια. Συμβαίνει ὅμως αὐτό; Ἀσφαλῶς ὄχι! Φαινόμενο τέτοιας διπλο-υπηρεσίας, πολὺ τῆς μόδας στὴν ἐποχή μας, εἶναι ἡ ταυτόχρονη χρήση τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς μπλὲ μαγικῆς χάντρας (ματάκι). Κυκλοφοροῦν κατὰ κόρον κοσμήματα (βραχιόλια, μενταγιόν, δαχτυλίδια), ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό. Ἀφθονοῦν οἱ ἀσημένιες καὶ χρυσὲς παιδικὲς παραμάνες (δῆθεν φυλαχτά), φορτωμένες μὲ Χριστὸ (ἢ Παναγία), σταυρὸ καὶ ματάκι. Δίνουν καὶ παίρνουν τὰ παρόμοια (μὲ σταυρὸ καὶ ματάκι) κρεμαστὰ φυλαχτὰ γιὰ τὸ αὐτοκίνητο, τὸ σπίτι καὶ ὅπου ἀλλοῦ. Οἱ ἄνθρωποι δυστυχῶς δείχνουν νὰ βρίσκονται σὲ δεινὴ σύγχυση. Ἀποζητοῦν τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά, γιὰ καλὸ καὶ γιὰ κακό, δὲν ἀρνοῦνται καὶ τὴ «χάρη» τοῦ διαβόλου, μὲ τὴ σκέψη ὅτι κάποιο ἀπὸ τὰ δυὸ θὰ «πιάσει» τελικά. Ἐλπίζουν ὅτι κάποιο θὰ δράσει, «μαγικῷ τῷ τρόπῳ» βέβαια. Χωρὶς νὰ κουνήσουν αὐτοὶ τὸ δαχτυλάκι τους, χωρὶς νὰ ἀλλάξουν σὲ τίποτε τὴ ζωή τους. Αὐτὸ κι ἂν εἶναι δαιμονικὴ τοποθέτηση! Δὲν ἔμεινε ἀλώβητο ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ μόδα οὔτε τὸ ἱερώτατο μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος Τὰ μαρτυρικά, μὲ τὰ ὁποῖα «παρασημοφοροῦνται» ὅλοι οἱ παριστάμενοι, εἶναι ἀπαραιτήτως πλέον σταυρὸς καὶ ματάκι. Τραγικὴ «μῖξις ἀμίκτων»! Κοντὰ στὸ δαιμονικὸ ματάκι, ἀκμάζει -γιατί ὄχι;- καὶ τὸ ξεμάτιασμα. Μὲ καθόλου εὐκαταφρόνητο ζῆλο πολλοὶ (καὶ κυρίως πολλές) ἐπιδίδονται καὶ σ’ αὐτὸ τὸ σπόρ, μιὰ καὶ κάθε ἀναποδιά, ἀτυχία, ἀδιαθεσία κ. λ. π., ἀποδίδονται ἀμέσως στὸ μάτιασμα (βασκανία). Καὶ ὑπόσχονται μὲ τὸ δραστικό τους ξεμάτιασμα σίγουρη ἀπαλλαγή. Ἂς φωνάζει τὸ Εὐαγγέλιο πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σχέση ἀνάμεσα στὸν Χριστὸ καὶ τὸν διάβολο. «Τίς συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ;» Ποιὰ κοινωνία μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι; Καμία! Δὲν γίνεται νὰ μετέχουμε καὶ στὰ δυό. Καὶ στὸ τραπέζι τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ τραπέζι τῶν δαιμονίων (Β΄ Κορ. 6, 14-17. Α΄ Κορ. 10, 21). Τὸ ξεμάτιασμα εἶναι πράξη δαιμονική. Ἂς ἀναφέρονται στὰ ξόρκια καὶ λέξεις ἀπὸ προσευχές. Εἶναι σὰν νὰ βάζουμε σταυρὸ καὶ ματάκι πλάι-πλάι. Χριστὸ καὶ διάβολο, τὰ δυὸ ἀντίθετα, μαζί. Ὅποιος τὸ κάνει αὐτό, δουλεύει στὸν διάβολο. Ἀρνεῖται τὸν Χριστό, γίνεται ἄπιστος. Καταφεύγει στὴ δύναμη τοῦ διαβόλου, ἁμαρτάνει θανάσιμα. Τὰ πράγματα ὅμως δὲν θὰ μείνουν ἐκεῖ. Οἱ δρόμοι θὰ ξεχωρίσουν κάποτε. Καὶ ὁ καθένας θὰ πάει μὲ τὸ ἀφεντικὸ ποὺ διάλεξε. π. Δημητρίου Μπόκου

Τα πάθη δεν αφήνουν τον εργάτη τους να δεί την αλήθεια.

Μερικοί λένε πως η ζωή μας είναι αρκετά σύντομη. Νομίζουμε, όμως, πως από μόνοι μας συντομεύουμε το χρόνο της ζωής μας από την κατάχρηση, την παράχρηση και την ηθοφθορία. Αν τη ζωή τη χρησιμοποιήσουμε με σεβασμό, περίσκεψη και φειδώ, είναι σίγουρα αρκετά μεγάλη. Ο άνθρωπος, γενικά, δεν εκτιμά τον χρόνο, τον αφήνει να κυλά ανεκμετάλλευτα, τον σπαταλά εύκολα, δεν τον αξιοποιεί, δεν τον χρησιμοποιεί χρήσιμα. Οι άνθρωποι ζούν συχνά ως επιγείως αθάνατοι. Δεν εξαγοράζουν τον καιρό, παρά το ότι οι ημέρες είναι αρκετά πονηρές. Ο χρόνος μακραίνει, όσο ο άνθρωπος αυξάνεται πνευματικά, όσο πλησιάζει το βάθος και την ιερότητα του νοήματος της ζωής. Μερικοί γέρασαν χωρίς να ζήσουν όντας γέροι και νέοι γέρασαν προτού να μεγαλώσουν.Φοβούνται τον θάνατο, παρότι δε γνωρίζουν να ζήσουν. Χάνουν τη ζωή μέσα από τα χέρια τους, δίχως να τη ζήσουν. Δεν ξέρουν, ούτε τι είναι ζωή ούτε τι είναι θάνατος ούτε ποιο είναι το ουσιαστικό νόημα της ζωής του ανθρώπου. Τον θάνατο πιο πολύ τον φοβούνται, όσοι ελέγχονται από τη συνείδησή τους, όσοι δεν βελτίωσαν την πνευματική τους ταυτότητα, όσοι παρασύρθηκαν από τις ηδονές του βίου. Η πνευματικότητα του ανθρώπου αντιστέκεται ισχυρά στη φθορά και στη βλαπτικότητα, που μπορεί να προκαλέσει ο χρόνος. Η γαλήνη στην ψυχή του ανθρώπου μπορεί να σκηνώσει μόνιμα, μόνον κατόπιν σκληρού διωγμού της κακίας. Η εμπιστοσύνη στην θεία πρόνοια θα συνδράμει σημαντικά σ’ αυτή την επίτευξη. Ο φιλόσοφος Σενέκας λέγει, πως «το θέμα, όμως, δεν είναι ότι έχουμε λίγο χρόνο ζωής, αλλά ότι σπαταλάμε μεγάλο μέρος του». Αν ο άνθρωπος παρασυρθεί στο κυνηγητό της ηδονής, της πολυτέλειας, της δόξας και της ευδαιμονίας, δεν θα καταλάβει πως πέρασε μία ολόκληρη ζωή. Η ακόρεστη φιλοχρηματία, η μέθη, η οκνηρία, η φιλοδοξία, η απληστία, η ραδιουργία ταλαιπωρούν πολύ τον εραστή τους. Τα πάθη δεν αφήνουν τον εργάτη τους να δεί την αλήθεια. Οι απολαύσεις καθηλώνουν τον άνθρωπο χαμηλά και δεν τον αφήνουν να ανυψωθεί από τα γήινα. Πολλοί θαυμάζουν τους πλούσιους, δεν γνωρίζουν όμως, τι φουρτουνιασμένες θάλασσες κουβαλούν μέσα τους.

«Γιά νά φύγουν, κ. Κώστα, πρέπει νά ἐξομολογηθεῖς»

Κάποια μέρα ἔρχεται στὸ Νοσοκομεῖο, ποὺ ὑπηρετοῦσα ὡς νοσοκομειακὸς ἱε­ρέ­ας, ἕνας γνωστός μου καὶ μοῦ λέει: «Πάτερ, στὸν τάδε θάλαμο νοσηλεύεται ὁ θεῖος μου ὁ Κώστας. Θὰ ἤθελα νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖτε, μὴ τυχὸν καὶ τὸν καταφέρετε νὰ ἐξομολογηθεῖ καί νὰ κοινωνήσει. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ σᾶς πῶ καὶ τοῦτο· Ὁ θεῖος μου εἶ­ναι καλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ δὲν εἶχε καλὲς σχέσεις μὲ τὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς ἱερεῖς, δὲν ἐκκλησιαζότανε, δὲν ἔχει ἐξ­ομολογηθεῖ οὔτε καὶ ἔχει κοινωνήσει ποτέ, ὅμως σᾶς τὸ ξαναλέω ὅτι εἶναι καλὸς ἄν­θρωπος». Πράγματι τὴν ἄλλη μέρα πῆγα στὸν θάλαμο καί, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι πῆγα εἰδικὰ γι᾽ αὐτόν, ἄρχισα πρῶτα νὰ συνομιλῶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀ­σθενεῖς. Ἐν συνεχείᾳ πῆγα καὶ στὸ δικό του τὸ κρεβάτι. Πρὶν καλά – καλά τὸν χαιρετήσω ἀντέδρασε –μὲ ὄχι κα­λὴ συμπεριφορά– καὶ δὲν ἤ­θε­λε ὄχι νὰ τὸν χαιρετήσω ἀλλ᾽ οὔτε κἂν νὰ τὸν πλησιάσω. «Φύγε – φύγε, παπᾶ, δὲν σᾶς ζήτησα καὶ δὲν σᾶς θέλω, δὲν ἔχω σχέσεις μὲ παπᾶ­δες». Ἐγώ, πρὶν φύγω ἀπὸ κοντά του, τοῦ λέω ὅτι εἶμαι ὁ ἱερέας τοῦ νοσοκομείου, βρί­σκομαι ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο στὸ νοσοκομεῖο κι ἂν θέλει κάποια ἐξυπηρέτηση μπορῶ νὰ τοῦ τὴν προσ­φέρω, καὶ ἔτσι ἔφυγα ἄπρακτος. Με­τὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες σκέ­φθη­κα καὶ πάλι νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ. Ὅταν μὲ εἶδε νὰ τὸν πλησιάζω, ἤθελε –καί μάλιστα πάλι μὲ ἄσχημο τρόπο– νὰ ἀπομακρυνθῶ. Μὲ τὴν σκέ­ψη ὅτι εἶναι συγγενὴς τοῦ γνωστοῦ μου καὶ καλοῦ ἐκείνου ἀνθρώπου, θέλησα μετὰ ἀπό λίγες ἡμέρες νὰ προσπαθήσω γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ νὰ τὸν πλησιάσω. Μπαίνοντας μέσα στὸ θάλαμο καὶ βλέποντας τοὺς ἄλλους ἀσθενεῖς τόλ­μησα καὶ πάλι νὰ τὸν πλη­σιάσω. Ἡ συμπεριφορά του ἀ­πέναντί μου δὲν περιγράφεται. Ἐγὼ κάπως, νὰ τὸ πῶ, θυ­­μωμένος ἀπὸ τὴν ἀχαρακτήριστη συμπεριφορά του, ἔ­φυγα καὶ τὸ περίεργο εἶναι ὅτι ἔφυγε καὶ αὐτὸς τελείως ἀπὸ τὸ μυαλό μου. Ἄν τὸν θυ­μόμουνα, ἴσως καὶ πάλι νὰ τὸν ἐπισκεπτόμουνα. Μετὰ ἀπὸ δέκα περίπου ἡ­μέρες, μὲ εἰδοποιοῦν νὰ ἐπισκεφθῶ καὶ νὰ ἐξομολογήσω ἕναν ἀσθενῆ πού νοσηλευόταν σὲ ἕνα ἄλλο κτήριο. Ἐγὼ φεύγοντας ἀπό τὴν ἐκκλησία τοῦ νοσοκομείου γιὰ νὰ ἐπισκεφθῶ τον ἀσθενῆ ποὺ μὲ πε­ρίμενε νὰ ἐξομολογηθεῖ, χω­ρὶς νὰ τὸ καταλάβω –καὶ ποτέ δὲν μπόρεσα νὰ τὸ καταλάβω πῶς– βρέθηκα στὸ θάλαμο ἐκείνου τοῦ ἀρρώστου, τοῦ κ. Κώστα, ποὺ δὲν μὲ ἤθελε. Ἄν τὸν βλέπατε, ἀ­δελφοί μου, σὲ τί κατάσταση βρισκότανε θὰ τὸν λυπόσασταν. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποὺ μπῆκα στὸ θάλαμο δὲν ὑπῆρχε ἄλλος ἀσθενὴς παρὰ ὁ κύριος Κώστας ὁ ὁποῖος πάλευε μὲ τοὺς δαίμονες ποὺ πῆγαν νὰ πάρουν τὴν ψυχή του. Τὸν εἶδα τρομαγμένο καὶ νὰ σκεπάζεται μὲ τὸ σεν­τόνι του καὶ νὰ φωνάζει καὶ νὰ λέει στὰ πονηρὰ πνεύματα «Ὄχι, ὄχι, φύγετε. Νάτους ἤρθανε, ὄχι, ὄχι, διῶξτε τους» καὶ ἄλλα ποὺ δὲν θυμᾶμαι. Βλέποντας αὐ­τὴ τὴν κατάσταση, δὲν σᾶς κρύβω ὅτι πρὸς στιγμὴ φοβήθηκα μὴ τυχὸν φύγουν οἱ δαίμονες ἀπὸ τὸν κ. Κώστα καὶ ᾽ρθοῦν σὲ μένα. Ἐκείνη λοιπὸν τὴ στιγμὴ βλέπον­τας τὸν κ. Κώστα σ’ αὐτὴ τὴν φοβερὴ κατάσταση, τοῦ λέω: «κύριε Κώστα, τί θέλεις;». «Νάτους, πάτερ, διῶξε τους, διῶξε τους, δὲν τοὺς θέλω» κλπ. Τότε ἐγὼ τοῦ λέω: «Γιὰ νὰ φύγουν, κ. Κώστα, πρέπει νὰ ἐξομολογηθεῖς». «Ναί, πάτερ, νὰ ἐξομολογηθῶ». Καὶ ἄρχισε νὰ ἐξομολογεῖ­ται μὲ εἰλικρίνεια καὶ καθαρότητα. Ἀφοῦ τελείωσε καὶ τοῦ διάβασα τὴν συγχωρητικὴ εὐχή, τοῦ εἶπα: «Τώρα, κ. Κώστα, θὰ κοινωνήσουμε». «Ναί, πάτερ, νὰ κοινωνήσω». Πῆγα στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νοσοκομείου πῆρα τὴν Θεία Κοινωνία καὶ τὸν κοινώνησα. Τὸ ἀπόγευμα θέλησα νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ νὰ δῶ πῶς εἶναι. Ἡ ἀδελφὴ νοσοκόμα μοῦ εἶπε: «Μία ὥρα περίπου μετά τὴν θεία κοινωνία, πάτερ, κοιμήθηκε».

Ο επικός «Γράμμος» του Ηλία Μαχαίρα

Ο επικός «Γράμμος» του Ηλία Μαχαίρα Από την άλλη, ο «Γράμμος» (1971) του Ηλία Μαχαίρα, πιο γνωστός ως «Γράμμος-Βίτσι», δείχνει τον αριστερό Κάιν μιας οικογένειας εθνικοφρόνων. Παρόλο όμως τον τίτλο της δείχνει όλη την περίοδο από την Απελευθέρωση μέχρι την τελική φάση του αντισυμμοριακού αγώνα. Κατά την διάρκεια της υποχώρησης των Γερμανών, ο Χρήστος Ρούσσης (Χριστόφορος Ζήκας), αντάρτης του ΕΑΜ, σώζεται από το εκτελεστικό απόσπασμα από τον Σταμάτη, που παριστάνει τον συνεργάτη των Γερμανών για να σώζει πατριώτες. Αυτόν τον άνθρωπο που του έσωσε την ζωή, ο Χρήστος θα τον κατηγορήσει για προδότη, ενώ δεν θα διστάσει να απειλήσει με το όπλο του και την ίδια την μάνα του. Από την αρχή καταλαβαίνουμε την βασανισμένη ψυχή του Χρήστου που με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένος. Ενώ, όπως και ο Σπύρος της «Ελένης» είναι ένα κλασσικό παράδειγμα αχαριστίας των κομμουνιστών που για αυτούς το μόνο που μετράει είναι η τυφλή βία εναντίον των αντιπάλων τους. Δεν είναι σύμπτωση που αποκαλεί «μοναρχοφασίστες» τα αδέλφια του, που δεν μπορούν να καταλάβουν «το λαϊκό ποτάμι που κατεβαίνει από τα βουνά». Μια προειδοποίηση για ότι θα ακολουθήσει μετά την Απελευθέρωση. Πράγματι βλέπουμε τους κλασσικούς αριστερούς με τις ντουντούκες στους δρόμους της Αθήνας να καλούν τον κόσμο ενάντια στην «δεύτερη κατοχή» των Εγγλέζων. Αλλά και δολοφονίες πολιτών χωρίς λόγο (Νίκος Πλατής). Η καλύτερη δε, επική σκηνή είναι αυτή της μάχης του Μακρυγιάννη, του ελληνικού Αλκαζάρ. Εντύπωση προκαλεί η σκηνή όπου ο Άρης Βελουχιώτης βγάζει το πιστόλι του και απειλεί: «Ας τολμήσει κανείς να μην ανέβει (στο βουνό) και θα μιλήσει αυτό. Όλοι ξέρουν την γλώσσα του. Θα τους αποδείξουμε ότι είμαστε Λερναία Ύδρα. Θα τους σαρώσουμε όλους, και τους εχθρούς μας και τους φασίστες». Μια σκηνή που δείχνει τον φανατισμό του σφαγέα του Ελληνισμού. Το αποκορύφωμα είναι η σκηνή του στρατοδικείου - «λαϊκού δικαστηρίου», όπου ο Χρήστος ως δικαστής πρέπει να δικάσει τον Μανώλη, τον φίλο του αδελφού του, αλλά και τον ίδιο τον αδελφό του. Ο πρώτος, αρνούμενος να δικαστεί από μια ληστοσυμμορία αρπάζει το πιστόλι ενός συμμορίτη και σκοτώνει τον Ρώσο κομμουνιστή που συμμετέχει στο στρατοδικείο για να πέσει μετά από τα κόκκινα πυρά. Ο δε Γιώργος εμπαίζει την προαποφασισμένη καταδίκη του, ενώ καλεί τον αδελφό του, να μην γίνει Κάιν. Πράγμα που δεν θα αποφευχθεί ακόμα και από την ξαφνική άφιξη της μάνας τους (Ιλύα Λιβύκου) που προσπαθεί μάταια να τους συμφιλιώσει. Όπως λέει και κάποια στιγμή αργότερα ο κλασσικός ινστρούχτορας στον Χρήστο: «Ο πολιτικός αγώνας είναι πάνω από πατέρα, μητέρα και οικογένεια». Άποψη που αποδεικνύει την πώρωση των κομμουνιστών και την διαταραγμένη προσωπικότητα του Χρήστου. Όμως ο «Γράμμος-Βίτσι» δεν είναι αντικομμουνιστική ταινία, αλλά ενωτική. Σε κάποια στιγμή ο αρχηγός μιας ομάδος του Εθνικού Στρατού φωνάζει στον αρχηγό της αντάρτικης ομάδος που είναι απέναντι του: «Είμαστε αδέλφια, δεν κάνει να σκοτωνόμαστε, ας δώσουμε τα χέρια» και βγαίνει πρώτος άοπλος στο ξέφωτο. Και τότε αντίθετα με ότι θα πίστευε κανείς, ο αρχηγός του αντάρτικου μπουλουκιού διατάζει τους άνδρες του να αφήσουν τα όπλα τους και να ακολουθήσουν τον Εθνικό Στρατό. Ενώ προς το τέλος, ο σαλπιστής παίζει για την σωρό και των δύο νεκρών αδελφών που παίρνουν μετά το τέλος του πολέμου. Αυτό το ενωτικό πνεύμα χαρακτηρίζει και τις υπόλοιπες ταινίες του Μαχαίρα που έχουμε δει (π.χ. Ο Γοργοπόταμος), ενώ πιστεύουμε ότι έχει εμπνεύσει και την «Ψυχή Βαθιά» του Βούλγαρη. Η δε σκηνή του λαϊκού δικαστηρίου έχει αντιγραφεί από την άλλη πολιτική πλευρά στην κλασσική σκηνή του στρατοδικείου της ταινίας του Βούλγαρη. Αναζητήστε τον «Γράμμο-Βίτσι» που, παρόλο κάποιες αδύναμες σκηνές ερμηνευτικά ή σεναριακά, είναι μία πατριωτική ταινία που θυμίζει ότι ο ελληνικός κινηματογράφος δεν ήταν πάντα υπό την ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς. Ενώ θυμίζει ότι και οι Έλληνες σκηνοθέτες είχαν εθνικές απόψεις και όχι εθνομηδενιστικές όπως σήμερα για να πούμε το λιγότερο. Υπ' όψιν ότι όταν την Άνοιξη του 2009 το «Γράμμος-Βίτσι» παίχθηκε από τον Δημοτικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, επενέβη το ΚΚΕ και σταμάτησε την προβολή, χωρίς κανείς δεξιός πολίτης να διαμαρτυρηθεί. Πράγμα που σημαίνει ότι 28 χρόνια μετά, η αλήθεια της ενοχλεί τόσο την Αριστερά, όσο και τους αμνήμονες δεξιούς παρατρεχάμενους της.

Τ’ Αγνάντεμα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὑρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὅλον τὸν χειμῶνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κῦμα λυσσᾷ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ριζωμένο βαθιὰ στὴν γῆν, καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ στεφανώνει τὴν κορυφήν του. Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ. Μόνον τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βραχώδους βουνοῦ, ἀπὸ τὸ λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, μὲ φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένεια, ἕνας γέρων ἱερεὺς «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς τῶν Ἀγγέλων» διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Ἐκεῖ ἤρχοντο τρεῖς – τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, ἀλειτούργητοι, ἀλιβάνιστοι, ἤρχοντο μὲ τὶς φαμίλιες των, τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες, μὲ τὰ βοσκόπουλά των τ’ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους, διὰ ν’ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ· καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπὰς μὲ τοὺς πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ, καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διὰ νὰ φωτίσῃ κι ἁγιάσῃ τ’ ἀφώτιστα κύματα. Τὸν ἄλλον καιρὸν ἤρχοντο, συνήθως τὴν ἄνοιξιν, γυναῖκες ναυτικῶν καὶ θυγατέρες, κάτω ἀπὸ τὴν χώραν, μὲ σκοπὸν ν’ ἀνάψουν τὰ κανδήλια, καὶ παρακαλέσουν τὴν Παναγίαν τὴν Κατευοδώτραν νὰ ὁδηγήσῃ καὶ κατευοδώσῃ τοὺς θαλασσοδαρμένους συζύγους καὶ τοὺς πατέρας των. Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, μὲ τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες, μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρά, ἤρχοντο νὰ ἱκετεύσουν διὰ τ’ ἀδελφάκια των ποὺ ἐθαλασσοπνίγοντο δι’ αὐτάς, διὰ νὰ τὶς φέρουν προικιὰ ἀπὸ τὴν Πόλιν, στολίδια ἀπὸ τὴν Βενετιᾶν, κειμήλια ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν. «Πάντα νἄ ’ρχωνται, πάντα νὰ φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά, ποὺ ὤργωναν ἀντὶ τῆς ξηρᾶς τὴν θάλασσαν· φρόνιμα ὅπως τὰ δυὸ ἐκεῖνα τέκνα τῆς ἱερείας τῆς Δήμητρος, τὰ μακαρισθέντα. Νεαραὶ γυναῖκες ρεμβάζουσαι καὶ μητέρες συλλογισμέναι ἤρχοντο διὰ νὰ καθίσουν καὶ ἀγναντέψουν. Ἅμα εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά, ἢ ὀψιμώτερα, ἀφοῦ εἶχαν περάσει κ’ αἱ Ἀπόκρεω, συνήθως περὶ τὴν β’ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, ἀφοῦ εἶχαν γευθῆ πλέον ἀχινοὺς καὶ στρείδια ἀρκετά, οἱ ναυτικοί μας ἐπέβαιναν εἰς τὰ βρίκια, εἰς τὶς σκοῦνες των, κ’ ἐμίσευαν· ἐπήγαιναν νὰ ταξιδέψουν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καράβια καὶ γολέτες «ἔδεναν» μεσοῦντος τοῦ φθινοπώρου. Οἱ θαλασσινοί μας ἀγαποῦσαν πολὺ τῆς ἑστίας τὴν θαλπωρήν, τὸν καπνὸν τοῦ μελάθρου, καὶ τὸ θάλπος τῆς ἀγκάλης. Καὶ ὅταν ἐπανήρχετο ἡ ἄνοιξις εἰς τὴν γῆν, τότε αὐτοὶ ἐπέστρεφαν εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐσηκώνοντο στὰ πανιὰ τὰ αἰμωδιασμένα καὶ ναρκωμένα ἀπὸ τὴν μακρὰν ρᾳστώνην σκάφη ἀνὰ δυὸ ἢ τρία τὴν αὐτὴν ἡμέραν· καὶ ἡ σκοῦνα ἔφερνε βόλτες εἰς τὸν λιμένα, ἂν ἦτο ἐναντίος, ἢ καὶ οὔριος ἂν ἦτο, ὁ ἄνεμος. Ἡ βάρκα ἐπερίμενε διπλαρωμένη ἔξω εἰς τὴν προκυμαίαν. Ὁ καπετάνιος δὲν ἐτελείωνε τοὺς ἀποχαιρετισμοὺς εἰς τὴν οἰκίαν· καὶ ὁ λοστρόμος ἐμάκρυνε τὶς παινετάδες εἰς τὰ καπηλειά. Κ’ ἡ βάρκα ἐπερίμενε. Καὶ ὁ μοῦτσος ἔχασκε καθήμενος ἔξω, ἐπάνω στὸ κεφαλόσκαλον. Καὶ ὁ νεαρὸς ναύτης, ὅστις εἶχεν ἔλθει μὲ τὸν μοῦτσον τώρα ἀπὸ τὴν σκοῦνα, ποὺ ἦτον στὰ πανιά, ἐγίνετο ἄφαντος. Δυὸ ἄλλοι σύντροφοι, περασμένοι στὰ χαρτιά, ναυτολογημένοι, ἔλειπαν. Κανεὶς δὲν ἤξευρε ποὺ ἦσαν. Καὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον, ὁποὺ ἔφερνε βόλτες – βόλτες, κ’ ἐστρέφετο ὡς δεμένον περὶ κέντρον ἀόρατον -τὸ κέντρον ἦτο μέσα εἰς τὰς καρδίας καὶ εἰς τὰς ἑστίας τῶν ναυτικῶν- ἄλλος δὲν ἦτο εἰμὴ ὁ πηδαλιοῦχος, ὁ μάγειρος, κ’ ἕνας ἐπιβάτης, ξένος κ’ ἔρημος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχαν εἰπεῖ, «τώρα, στὴ στιγμή, νά, τώρα – τώρα θὰ φύγουμε» κ’ εἶχε μπαρκάρει, ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ δώδεκα ὥρας πρίν. Ὁ πλοίαρχος ἔπρεπε νὰ βάλῃ ἐμπρὸς τὴν καπετάνισσαν· αὐτὴ ὤφειλε νὰ προπορευθῇ, ἐπειδὴ ἦτον τυχερή, βέβαια· κ’ ἔτσι ἀπεφάσιζε νὰ μπαρκάρῃ. Τέλος ἐσυμμαζεύετο ὁ λοστρόμος, ἀνεκαλύπτοντο οἱ δυὸ ἀπόντες σύντροφοι, ἐξεκολλοῦσε ὁ πλοίαρχος, ἔπεφταν τρομπόνια ἀρκετά, τρομπόνια ἀπὸ τὸ πλοῖον, τρομπόνια ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν· ἔκοφταν, ἐψαλίδιζαν τὶς βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ὡς νὰ ἐσφίγγοντο διὰ νὰ κόψουν τὴν ἀόρατον ἐκείνην κλωστήν, τὸ λεπτὸν ἰσχυρὸν νῆμα, ὡς μίαν τρίχα ξανθὴν μακρᾶς κυματιζούσης κόμης· καὶ τὸ σκάφος ἔβαλλε πλώρην πρὸς βορρᾶν. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔαρος, καραβάνια γυναικῶν, ἀσκέρια, φουσάτα γυναικῶν, ἀνεῖρπον, ἀνέβαινον, ἀνήρχοντο ἐπάνω στὴν ρεματιάν, τὸ ρέμα – ρέμα, τὸν ἑλικοειδῆ δρομίσκον, ὅστις διαχαράσσεται ἀνὰ τοὺς λόφους τοὺς τερπνούς με τὰς χιλιάδας τῶν ἐλαιοδένδρων, τὸν ἀειθαλῆ πρασινόφαιον στολισμὸν τῆς μεγάλης κοιλάδος μὲ τὰς ράχεις, μὲ τὰς κορυφὰς, μὲ τὰς ἐσοχὰς καὶ ἐξοχάς, ἀνετώτερον ἀπὸ τὴν κυματίζουσαν ποδιὰν τῆς βοσκοπούλας τοῦ βουνοῦ, πολυπτυχώτερον ἀπὸ τὴν χρυσοκέντητον ἐσθῆτα τῆς νύμφης. Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἐρήμου βορεινῆς ἀκτῆς, πλησίον εἰς τὸ λησμονημένον παρεκκλῆσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας, ἐκεῖ ἐγίνετο τὸ μάζεμα τῶν γυναικῶν, ἡ σύναξις ἡ μεγάλη. Τότε ἔλαμπον μὲ μεγάλες φωτιὲς τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ἡ γραῖα Μαλαμίτσα, ἡ κλησάρισσα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔβαλλε τὶς φωνές· ἔκανε τὸ κακό… ἐμάλωνε μὲ ὅλες τὶς γυναῖκες. Αὐτὴ ἐπῆρε τὸ καλαθάκι της, τὴν ρόκα της, τ’ ἀδράχτι της, καὶ ἦλθεν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Νικόλαον ἐπίτηδες, κατὰ παραγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀγγελῆ, τοῦ ἐπιτρόπου… διὰ νὰ μαλώσῃ τὶς γυναῖκες, τὶς εὐλαβητικὲς (ἀλλοίμονον! ἡ εὐλάβειά μας εἶναι γιὰ τὸ συφέρο! ἔλεγε σείουσα τὴν κεφαλήν), νὰ μὴν τὸ παρακάνουν καὶ χύνουν λάδια πολλὰ καὶ καταλαδώνουν τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, καὶ τὰ στασίδια, καὶ τ’ ἀναλόγι, καὶ τὰ δυό – τρία παμπάλαια βιβλία ποὺ ἦσαν ἐκεῖ, καὶ τὰ μανάλια καὶ τὸν τοῖχον, καὶ τὸ τέμπλο, καὶ τὶς ποδιές, καὶ αὐτὰς τὰς ἁγίας εἰκόνας. Ἀλλ’ οἱ γυναῖκες δὲν τὴν ἄκουαν. Τί χρειάζονται τόσες φωτιές, σὰν πυροφάνια, ἐφώναζεν ἡ γριά – Μαλαμίτσα. Αὐτὴ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν γέροντά της τὸν παπα – Γεράσιμον, ὅτι οἱ φωτιὲς τῶν κανδηλιῶν πρέπει νὰ εἶναι μικρές, τόσες δά, σὰν λαμπυρίδες. Τοῦ κάκου. Κανεὶς δὲν τὴν ἤκουε. Οἱ ὁρμαθοὶ τῶν γυναικῶν ὁμάδες-ὁμάδες, συγγενολόγια…, διεσπείροντο εἰς μικροὺς ὄχθους, εἰς πτυχὰς τοῦ βράχου, ἀνάμεσα εἰς θάμνους καὶ χαμόκλαδα, εἰς μέρη ὑψηλὰ καὶ εἰς μέρη ὑπήνεμα· ἤρχοντο μὲ τὰ καλαθάκια τους, μὲ τὰ μαχαιρίδιά τους… διότι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἠσχολοῦντο νὰ βγάλουν ἀγριολάχανα… μὲ τὰ προγεύματά τους τὰ σαρακοστιανά, καὶ ἀφοῦ εἶχαν ἀνάψει τὰ κανδήλια τῆς Παναγιᾶς, ἀφοῦ εἶχαν κάμει μετάνοιες στρωτὲς πολλές, κ’ εἶχαν κολλήσει ἀφιερώματα εἰς τὴν εἰκόνα, κ’ εἶχαν χορτάσει τ’ αὐτιά τους ἀπὸ τὰς νουθεσίας τῆς γριά-Μαλαμίτσας, ἐστρώνοντο ἐκεῖ εἰς τὴν δροσερᾶν χλόην κι ἀγνάντευαν κατὰ τὸ πέλαγος. Τὰ βοσκόπουλα ἐκεῖνα τ’ ἄγρια κι ἀχτένιστα κι ἁπλοϊκά, ποὺ τὶς ἔβλεπαν ἀπὸ μακρὰν σὰν σκιασμένα, ἀποροῦσαν κ’ ἔλεγαν: – Κοίτα τις! στὰ μάτια ἔκαμαν. Ὡς τόσον αἱ γυναῖκες τῶν θαλασσινῶν ἀγνάντευαν. Ἰδοὺ τὸ βρίκι τοῦ καπετὰν Λιμπέριου τοῦ Λιμνιοῦ· εἶχε σηκωθῆ στὰ πανιὰ ἀργὰ τὴν νύκτα· μὲ τὸ ἀπόγειο τῆς νυκτὸς ηὖρε τὸ ρέμα καὶ ἀπεμακρύνθη κ’ ἐχώνεψε. Κατευόδιο καλό. Ἡ προσευχὴ τῶν μικρῶν παιδιῶν του ἂς εἶναι ὡς πνοὴ στὰ πανιά, στὰ ξάρτια τοῦ καραβιοῦ σας… στὸ καλό, στὸ καλό! Ἰδοὺ τὸ καράβι τοῦ καπετὰν Σταμάτη τοῦ Σύρραχου. Ὑπερήφανα, καμαρωμένα, ἀδελφωμένα τὰ δυό, αὐτὸ κι ὁ πλοίαρχός του, πᾶνε νὰ μᾶς φέρουν καλά, νὰ μᾶς φέρουν στολίδια. Στὸ καλό, πουλί μου, στὸ καλό. Ἰδοὺ καὶ ἡ γολέτα τοῦ καπετὰν Μανώλη τοῦ Χατζηχάνου… Ἡ ψυχή μου, ἡ πνοή μου νὰ εἶναι πάντα στὰ πανιά σου, ὡσὰν λαμπάδα τοῦ Ἐπιταφίου, νὰ διώχνῃ τὰ μαῦρα, τὰ κατακόκκινα τελώνια, πρὶν προφτάσουν νὰ κατακαθίσουν στὰ πινά σου. Σύρε, πουλί μου, στὸ καλό, καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα! Στὸ καλό! Νὰ κ’ ἡ σκοῦνα τοῦ καπετὰν Ἀποστόλη τοῦ Βιδελνῆ, καινούργιο σκαρί, ἡ τετάρτη ἢ πέμπτη, τὴν ὁποία κατορθώνει ἐντὸς δεκαετίας νὰ σκαρώσῃ, μ’ ὅλην τῆς τύχης τὴν καταδρομήν. Ἔπεσε πολὺ γιαλό, δὲν τὴν ηὖρε καλὰ τὸ ἀπόγειο κι ἄργησε. Διακρίνεται τὸ πλήρωμα, οἱ ἄνθρωποι σὰν ψύλλοι, ποὺ πηδοῦν ἐμπρὸς κι ὀπίσω στὴν κουβέρτα. Δούλευέ τα, καπετάνιο μου! (Ἡ) Παναγιὰ μπροστά σας! Στὸ καλό, στὸ καλό! – Παιδιά μου, κορίτσια μου, ἀρχίζει νὰ ὁμιλῇ ἡ γριά-Συρραχίνα, παλαιὰ καπετάνισσα· μὲ τὸ ραβδάκι της καὶ μὲ τὸ καλαθάκι της στὸ χέρι, μὲ τὰ ὀγδόντα χρόνια στὴν πλάτη της, μπόρεσε κι ἀνέβη τὸν ἀνήφορο καὶ ᾖλθε -διὰ νὰ καμαρώσῃ, ἴσως διὰ τελευταίαν φοράν, τὸ καράβι τοῦ γυιοῦ της ποὺ ἔφευγε. Ξέρετε τί μεγάλη χάρη ἔχει, καὶ πόσο καλὸ ἔκαμε στοὺς θαλασσινοὺς αὐτὸ τὸ ἐκκλησιδάκι τῆς Μεγαλόχαρης; – Πῶς δὲν τὸ ξέρουμε, εἶπαν αἱ ἄλλαι, ἂς ἔχῃ δόξα τὸ ὄνομά της. – Τὸ ἐξωκκλήσι αὐτὸ ἁγίασε καὶ μέρωσε ὅλο τὸ ἄγριο κῦμα· πρωτύτερα εἶχε κατάρα ὅλος αὐτὸς ὁ γιαλός. – Γιατί; – Βλέπετε κεῖνον τὸ βράχο, κάτω στὸ κῦμα, ποῦ ξεχωρίζει ἀπ΄ τὸ γιαλό;… ποῦ φαίνεται σὰν ἄνθρωπος, μὲ κεφάλι καὶ μὲ στήθια… ποῦ μοιάζει σὰν γυναῖκα; Ἐκείνη εἶναι τὸ Φλανδρώ. – Ναί, τὸ Φλανδρώ, εἶπεν ἡ ὑπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι ἔχω ἀκουστά μου. Ἐσὺ θὰ τὸ ξέρης καλύτερα, θεία – Φλωροῦ. – Τὸ βλέπετε κ’ εἶναι ξέρα, εἶπεν ἡ Φλωροῦ, ἡ Συρραχίνα· μιὰ φορὰ κ’ ἕναν καιρὸ ἦτον ἄνθρωπος. – Ἄνθρωπος; – Ἄνθρωπος καθὼς ἐμεῖς. Γυναῖκα. Αἱ ἄλλαι ἤκουον μὲ ἀπορίαν. Ἡ γριά – Συρραχίνα ἤρχισε νὰ διηγῆται: «Στὸν καιρὸ τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, ἦτον μιὰ κόρη ἀρχοντοπούλα, ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα ἢ Φλανδρώ. Ἡ Φλανδρὼ εἶχε νοματιστῆ ἔτσι -καθὼς μοῦ ‘πε ὁ πνευματικός, ἀπάνω στὸν Ἅϊ-Χαράλαμπο· ὅσο τὸν θυμοῦμαι, μακαρία ἡ ψυχή του. Ἤμουν μικρὸ κορίτσι, δώδεκα χρονῶ, καὶ μ’ ἐπήγε ἡ μάννα μου νὰ ξαγορευτῶ, τῇ Μεγάλῃ Τετράδῃ… τί νὰ ξαγορευτῶ, ἐγὼ τίποτα δὲν ἤξερα, τὰ ξεράματά μου… τὸ τί μόλεε ὁ πνευματικὸς δὲν ἀγροικοῦσα, φωτιὰ ποὺ μ’ ἔ!… Τὸ νόημά του δὲν τὸ καταλάβαινα, τὰ λόγια τὰ θυμούμουν κ’ ὕστερ’ ἀπὸ χρόνια… τὸ κορίτσι πρέπει νά ‘ναι φρόνιμο καὶ ντροπαλό, νἄ ‘ναι ὑπάκοο, νὰ μὴν κοιτάζῃ τοὺς νιούς, ν’ ἀγαπᾷ τὸν κύρη του καὶ τὴ μαννούλα του· καὶ σὰν μεγαλώση, καὶ δώση ὁ Θιὸς καὶ παντρευτῆ, μὲ τὴν εὐκὴ τῶν γονιῶ της, ἄλλον νὰ μὴν ἀγαπᾷ ἀπ’ τὸν ἄνδρα της. «Μὄφερε τὸ παράδειγμα τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων… Οἱ παλιοὶ Ἕλληνες, ποὺ προσκυνοῦσαν τὰ εἴδωλα… Κεῖνον τὸν καιρὸ ἦτον μιὰ ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρὼ θὰ πῇ Φιλανδρώ. Φιλανδρὼ θὰ πῇ μία ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄνδρα της. Φλανδρὼ τὴν εἶπαν, Φλανδρὼ βγῆκε. Ἀγάπησε ὁλόψυχα τὸν ἄνδρα της, ὅσο ποὺ ἔχασε τ’ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, κ’ ἔγινε πέτρα γι’ αὐτό. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνο ἦτον ἕνας καραβοκύρης, ὄμορφο παλληκάρι, κι ἀγάπησε τὸ Φλανδρώ, καὶ τὴν ἐγύρεψε, καὶ τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα. Σὰν τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα, ἐσκάρωσε καινούργιο καράβι· καὶ σὰν ἐσκάρωσε τὸ καράβι, ἔγινε κι ὁ γάμος· καὶ σὰν ἔγινε ὁ γάμος, ἔρριξε τὸ καράβι στὸ γιαλό, κ’ ἐμπαρκάρισε κ’ ἐπήγε νὰ ταξιδέψῃ. «Τότε τὸ Φλανδρὼ ᾖρθε ν’ ἀγναντέψῃ, σὰν καλὴ ὥρα, σ’ αὐτὸν τὸν ἔρμο τὸ γιαλό. Ξεκολλοῦσε ἡ ψυχή της ποὺ ἔφευγε ὁ ἄνδρας της· δὲν μποροῦσε νὰ τὸ βαστάξῃ, νὰ στυλώσῃ τὴν καρδιά της. Ἀγνάντεψε τὸ καράβι ποὺ ἔφευγε, κ’ ἔκλαψε πικρὰ κ’ ἔπεσαν τὰ δάκρυά της στὰ κύματα· καὶ τὰ κύματα ἐπικράθηκαν, κ’ ἐφαρμακώθηκαν, καὶ θύμωσαν, κι ἀγρίεψαν κ’ ἐθέριεψαν… καὶ στὸ δρόμο τους ποὺ ηὕραν τὸ καράβι, ἔπνιξαν τὸν ἄνδρα τῆς Φλανδρῶς, κ’ ἔγινε ἀγυρισιᾶ του… Καὶ τὸ Φλανδρὼ ᾖρθε κ’ ἐξαναῆρθε σ’ αὐτὸν τὸν ἔρμο γιαλὸ κ’ ἐκοίταζε κι ἀγνάντευε… κ’ ἐπερίμενε, κ’ ἐκαρτεροῦσε, κι ἀπάντεχε… Πέρασαν μῆνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυὸ χρόνια, πέρασαν τρία… καὶ τὸ καράβι πουθενὰ δὲν ἐφάνηκε… καὶ τὸ Φλανδρὼ ἔκλαψε, καὶ καταράστηκε τὴν θάλασσα, καὶ τὰ μάτια της ἐστέγνωσαν, καὶ δὲν εἶχε πλιὰ δάκρυ νὰ χύσῃ… καὶ παρακάλεσε τοὺς θεούς της ποὺ ἦταν εἴδωλα, πέτρες, νὰ τῆς κάμουν τὴ χάρη νὰ γίνῃ κι αὐτὴ εἴδωλο, βράχος, πέτρα… καὶ τὸ ζήτημά της ἔγινε καὶ τὴν ἔκαμαν βράχο ξέρα… μὲ τὸ σκῆμα τ’ ἀνθρωπινό, ποὺ τρίβηκε καὶ φθάρηκε ἀπ’ τὰ κύματα ὕστερ’ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια· καὶ τὸ ἀνθρωπινὸ σκῆμα φαίνεται ἀκόμα· καὶ νὰ ὁ βράχος ἐκεῖ, ἡ πέτρα ποὺ θαλασσοδέρνεται καὶ χτυπᾷ καὶ βογγᾶ ἀπάνω της τὸ κῦμα… κ’ ἡ φωνή της, τὸ βογγητό της γίνεται ἕνα με τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας… Νὰ ἡ ξέρα ἐκεῖ. Αὐτή ‘ναι ἡ Φλανδρώ. «Ὕστερα, μὲ χρόνια πολλά, σὰν ᾖρθε ὁ Χριστὸς ν’ ἁγιάσῃ τὰ νερά, γιὰ νὰ βαφτιστῇ ἡ πλάση, μιὰ χριστιανὴ ἀρχόντισσα, ἡ Χατζηγιάνναινα, ποὺ εἶχαν σκαρώσει τὰ παιδιὰ της δυὸ καράβια ἔταξε στὴν Παναγία, κ’ ἔχτισε αὐτὸ τὸ παρακκλήσι, γιὰ τὸ καλὸ κατευόδιο τῶν παιδιῶνε της… Ἂς δώσ’ ἡ Παναγιὰ καὶ σήμερα να’ ναι καλὸ κατευόδιο στοὺς ἄνδρες σας, στ’ ἀδέλφια σας καὶ στοὺς γονιούς σας». – Φχαριστοῦμε· ὁμοίως καὶ στὰ παιδάκια σου, θεία-Φλωροῦ! Ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνε κατὰ τὸ βουνό, τὰ πρῶτα πλοῖα εἶχαν γίνει ἄφαντα πρὸ ὥρας· καὶ ἡ τελευταία γολέτα, μικρὸν κατὰ μικρόν, ἐχώνευεν εἰς τὸ μέγα πέλαγος. Τὰ συγγενολόγια καὶ τὰ φουσάτα τῶν γυναικῶν, μὲ τὰ καλαθάκια καὶ τὰ μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ἀνὰ τοὺς λόφους, κ’ ἔβγαζαν καυκαλῆθρες καὶ μυρόνια, κ’ ἔκοφταν φτέρες κι ἀγριομάραθα. Σιγὰ – σιγὰ κατέβη ὁ ἥλιος εἰς τὸ βουνὸν καὶ αὐταὶ κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην. Ἡ νυκτερινὴ αὔρα ἐσύριζεν εἰς τὰ δένδρα, καὶ οἱ λογισμοὶ τῶν γυναικῶν ἐπετοῦσαν μαζί της, κ’ ἔστελλαν πολλὰς εὐχὰς εἰς τὰ κατάρτια, εἰς τὰ πανιὰ καὶ εἰς τὰ ἐξάρτια τῶν καραβιῶν. Καὶ βαθιά, εἰς τὴν σιωπὴν τῆς νυκτός, τίποτε ἄλλο δὲν ἠκούσθη εἰμὴ τὸ λάλημα τοῦ νυκτερινοῦ πουλιοῦ, καὶ τὸ ᾆσμα μιᾶς τελευταίας συντροφιᾶς ναυτικῶν, μελλόντων ν’ ἀναχωρήσωσιν αὔριον. «Σύρε, πουλί μου στὸ καλὸ – καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα». «Τ’ Αγνάντεμα» ανήκει στη σειρά των σκιαθίτικων διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και είναι ηθογραφικό. Στο διήγημα αυτό ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει χαρακτηριστικές όψεις της Σκιάθου του Παπαδιαμάντη, όπως τον κύκλο ζωής της φύσης και τη στενή εξάρτηση των ανθρώπων από αυτή. Το διήγημα συγκεντρώνει πολλά ηθογραφικά στοιχεία (χωροχρόνος, λογοτεχνικοί ήρωες και λειτουργίες, ιδεολογικά χαρακτηριστικά) και συνιστά αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής του Παπαδιαμάντη, καθώς συνδυάζεται η γλαφυρή ανθρωπογεωγραφία με ουσιώδη γνωρίσματα της αφηγηματικής του τεχνικής (διάρθρωση, αφηγηματικά μέρη, κυκλική αφήγηση, παντογνώστης αφηγητής, χαρακτηρολογική περιγραφή, ελεύθερος πλάγιος λόγος, μίμηση, παράδειγμα, παραμυθιακή διήγηση). Στο συγκεκριμένο διήγημα ο Παπαδιαμάντης καταγράφει τη συλλογική ψυχολογία των ναυτικών τη στιγμή της αναχώρησης και ερμηνεύει την εθιμοτυπία, τα αισθήματα και τις σκέψεις των γυναικών τους, που την ημέρα εκείνη συγκεντρώνονται στο εξωκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας με το διπλό στόχο, του αγναντέματος και της χριστιανικής δέησης για την προστασία των ναυτικών και την παρηγοριά των οικογενειών τους. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι συνδυασμός αρχαίας, βυζαντινής, καθαρεύουσας και δημοτικής. Πρόκειται για μια ιδιόρρυθμη προσωπική γλώσσα, ένα μικτό γλωσσικό ιδίωμα καθαρεύουσας με στοιχεία δημοτικής και με τοπικούς ιδιωματισμούς. Στους διαλόγους χρησιμοποιείται η ομιλουμένη λαϊκή γλώσσα με ιδιωματισμούς της Σκιάθου, ενώ στην αφήγηση βάση αποτελεί η καθαρεύουσα, στην οποία, όμως, υπάρχουν πολλά στοιχεία της δημοτικής. Τέλος, στις περιγραφές χρησιμοποιείται η καθαρεύουσα, το κατά παράδοση γλωσσικό όργανο της πεζογραφίας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και λέξεις της αρχαίας ελληνικής, όπως και λέξεις της εκκλησιαστικής παράδοσης.