Ένα έθνος δεν εξαφανίζεται μονάχα με το χάσιμο της ζωής του,αλλά με το χάσιμο της ψυχής του...

"Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως ο αιώνας που περνάμε είναι ένας αιώνας ακατανοησίας. Αν ήμουνα ιστορικός, θα τον ονόμαζα «Αιώνα του Βαβέλ». Oι άνθρωποι έχουν μπερδέψει το νόημα των λέξεων, που επί πολλούς αιώνες εξέφραζαν μιαν ορισμένη έννοια και δεν γίνεται πια να συνεννοηθούν. Όλοι κουβαλάμε πέτρες για τον νέο πύργο της Βαβέλ, που είναι ο μηχανικός πολιτισμός μας. Μεγαλοφυής και θρασύς πολιτισμός, που χτίζει τον πύργο του ενάντια στο Θεό. Τον πύργο τον πελώριο και τρομερό, που είναι έτοιμος να σωριαστεί πάνω στα υπεροπτικά κεφάλια των κτητόρων του, και όλοι ακούμε από τώρα να τρίζουν τα ατσαλένια θεμέλια του. Ζούμε σε μιαν εποχή φουρτουνιασμένη από γεγονότα, ιδέες και πράξεις αντιφατικές, που συνταράζουν την ανθρώπινη ψυχή και την γιομίζουν πότε με φρίκη και πότε με αυτοθαυμασμό. Η ζωή και η ευτυχία των ανθρώπων είναι πια έρμαιο και παιχνίδι στα χέρια των φοβερών δυνάμεων, που ο ανθρώπινος νους αποσπά μια προς μια από το απέραντο μυστήριο της Δημιουργίας του Θεού, και στο τέλος τις εξαπολύει ενάντια στην ίδια του την ύπαρξη. Μέσα σ' αυτή τη θύελλα του πνεύματος, του ατσαλιού και του αίματος, κάθε άτομο, όπως και κάθε έθνος, αγωνίζεται με όλα τα μέσα που διαθέτει να κρατηθεί όρθιο, να μην σαρωθεί από τον ανεμοστρόβιλο, να μην πέσει. Γιατί αλίμονο αν πέσει. Ξέρει τώρα πως από πάνω του θα περάσει ολόκληρη η αγέλη των έξαλλων ανθρώπων και των απάνθρωπων μηχανών, και θα τον λιώσει. Θα τον εξευτελίσει πρώτα ως το τελευταίο όριο της αντοχής του, και στο τέλος θα τον εξαφανίσει. Όμως ένας άνθρωπος, ένας λαός, ένα έθνος, δεν εξαφανίζεται μονάχα με τη φωτιά και με το σίδερο. Δεν εξαφανίζεται μονάχα με το χάσιμο της ζωής του. Εξαφανίζεται πιο σίγουρα, πιο τελειωτικά, με το χάσιμο της ψυχής του, της ψυχής του της ατομικής, της ψυχής του της ομαδικής. Χάνω την ψυχή μου θα πει: χάνω την ουσιαστική μου ύπαρξη. Χάνω την αίσθηση της ατομικής μου τέλειας ψυχοπνευματικής σύνθεσης, που αποτελεί ένα μόριο από την μεγάλη, την πλατειά κοινωνική και εθνική σύνθεση, από την οποία αντλώ και ανανεώνω αδιάκοπα τα φυσιογνωμικά στοιχεία του πνεύματος μου και της ψυχής μου. Kαι αυτή η εθνική φυλετική ιδιομορφία της ψυχής μου είναι ακριβώς εκείνη που με εντάσσει φυσιολογικά μέσα στην πανανθρώπινη κοινωνική σύνθεση. Αλλά για να μη χάσω τον εαυτό μου, πρέπει να γνωρίσω τον εαυτό μου. Το «γνώθι σαυτόν» είναι η πλουταρχική πηγή της γνώσεως. Αυτό λοιπόν πρέπει να είναι η βάση της γενικής παιδαγωγικής προσπάθειας Έθνους, του οποίου εντολοδόχος είναι το Kράτος και η Εκκλησία. Όργανα γι' αυτή την συνειδητοποίηση είvαι το Υπουργείο Παιδείας, ο Κλήρος, ο Τύπος, ο καλλιτέχνης που εκφράζει την εθνική ψυχή και ολόκληρη η τάξη των διανοουμένων, που είναι υπεύθυνη για την πνευματική συγκρότηση του λαού. Για να γνωρίσουμε τον Ελληνικόν εαυτό μας, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται η ψυχοπνευματική μας προσωπικότητα. Από πού ερχόμαστε. Πώς φτάσαμε να είμαστε εδώ που είμαστε. Ποιες είvαι oι δυνάμεις και οι αδυναμίες μας. Kαι πού πηγαίνουμε. Κατά πού μας οδηγεί η πολιτιστική ροπή, που κυβερνά τούτο το έθνος, αμετάκλητα, δίχως παρέκκλιση, επί τρεις χιλιάδες χρόνια. "

Άνθρωπος στην φύση, Άγγελος στον βίο

Κασσίας Μοναχῆς Ἡσαΐου νῦν τοῦ Προφήτου ἡ φωνή, σήμερον ἐν τῇ τοῦ μείζονος Προφητῶν κυήσει Ἰωάννου πεπλήρωται. Ἰδοὺ γὰρ φησιν ἀποστελῶ τὸν Ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου. Οὗτος οὖν ὁ τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως στρατιώτης προδραμών, ὡς ἀληθῶς εὐθείας ἐποίει, τὰς τρίβους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἄνθρωπος μέν τῇ φύσει, Ἄγγελος δὲ τὸν βίον ὑπάρχων· ἁγνείαν γὰρ παντελῆ, καὶ σωφροσύνην ἀσπασάμενος, εἶχε μὲν τὸ κατὰ φύσιν, ἔφυγε δὲ τὸ παρὰ φύσιν, ὑπὲρ φύσιν ἀγωνισάμενος· Αὐτὸν ἅπαντες πιστοί, ἐν ἀρεταῖς μιμούμενοι, πρεσβεύειν ὑπὲρ ἡμῶν δυσωπήσωμεν, εἰς τὸ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Το παραπάνω κείμενο της Κασσίας μοναχής από την ακολουθία των γενεθλίων του τιμίου Προδρόμου στο δοξαστικό των αποστίχων. Μα τι εκπληκτικό κείμενο. Μας μιλάει για την εκπλήρωση των λόγων του προφήτου Ησαΐα στην γέννηση, στο πρόσωπο του Αγίου Ιωάννου. Πόσο σπουδαία προσωπικότητα ώστε Ο Θεός να μιλήσει, δια στόματος των προφητών, για την ζωή και την δράση του. Οι προφήτες μιλούσαν πάντοτε για πρόσωπα και γεγονότα που θα οδηγήσουν στην Σωτηρία του ανθρώπου. Ναι αυτό ήταν ο Τίμιος Πρόδρομος, μια αιτία Σωτηρίας όλων μας. Τα λόγια του κεραυνός κατά της αμαρτίας. Η ζωή του κατατρόπωση και συντριβή της ψεύτικης και υλικής ζωής που ζούμε. Είναι απεσταλμένος Άγγελος, πριν την έλευση Του Μεσσία Χριστού. Ήρθε να κατασκευάσει τον δρόμο Του. Πώς είναι να κατασκευάζεις τον δρόμο του Θεού; αλήθεια πώς είναι η ζωή του ανθρώπου, η ζωή μας, σαν ευαρέστηση του Θεού; η ζωή μας να ευχαριστεί τον Θεό! Αυτό είναι μεγαλείο. Να αναπαύετε ο Θεός στη ζωή μας. Η ζωή μας να προσφέρει χαρά στην Αγία Τριάδα. Να πραγματώνεται το θέλημα Του Θεού στην ζωή μας. Παρ' ότι είναι άνθρωπος, ανατρέπει τα πάντα και λειτουργεί ως καλός στρατιώτης. Ως στρατιώτης που βρίσκεται μπροστά από τον Βασιλέα και αποκρούει το κακό, την αμαρτία και ζει. Άνθρωπος στην φύση, Άγγελος στον βίο. Παρόλο που είναι άνθρωπος, σαν εμάς, ζει σαν Άγγελος. Νίκησε κάθε τι φθαρτό και ανθρώπινο. Παντελή αγνεία, τέλεια καθαρότητα. Πώς το πέτυχε; με ολοκληρωτικό δόσιμο Στον Δημιουργό Του. Εμείς...φοβόμαστε να το κάνουμε. Είμαστε λίγο με Τον Θεό, λίγο με τον κόσμο Από λίγο. Ας είμαστε από πολύ και στον Θεό και στον κόσμο. Το πολύ στον Θεό θα μας γέμιζε αγάπη και θα γινόταν πολύ και για τον κόσμο, τους αδελφούς. Μακαρία κατάσταση. Δύσκολα αυτά τα επιτεύγματα. Αλλά μας το μαρτυρεί το τροπάριο, ''σωφροσύνην ασπασάμενος''. Ασπάστηκε την σωφροσύνην. Εμείς την αποφεύγουμε, γιατί λέει είναι αιτία για να δεχθούμε εκφοβισμό, είναι πεσιμισμός. Ωχ αδελφέ, μια ζωή την έχουμε. Ποιός ασχολείται με κουλτούρα τώρα. Πολλά τέτοια κυριαρχούν στα μυαλά των ανθρώπων. Δυστυχώς. Ήταν στην φύση του άνθρωπος σαν εμάς, αλλά οι υπερφυσικοί αγώνες που έκανε, είχαν σαν αποτέλεσμα να ανατρέψει την αμαρτία, η οποία μεταμορφώνει και διαστρέφει την ζωή του ανθρώπου, την κάνει παραφύσει. Τουτέστιν, διαφορετικό από αυτό που έφτιαξε Ο Θεός. Όχι την φύση που έφτιαξε η Αγία Τριάδα. Αυτόν, τον Τίμιο Πρόδρομο, με αρετές να τον μιμηθούμε. Όχι με γιορτές και πανηγύρια. Με αρετές, με μετάνοια, με καλές πράξεις, με ταπείνωση, με πραότητα, με νηστεία, με εγκράτεια, με αγάπη προς Τον Θεό και τον πλησίον, να τον μιμηθούμε. Τέλος να του ζητήσουμε, με όλη την δύναμη των πνευμόνων μας, να δεηθούμε να μεσολαβήσει Προς Τον Ελεήμων και Φιλάνθρωπο, για την σωτηρία της ψυχής μας. Πράγματι πόσο μεγάλος Άγιος, πόσο μεγάλο μεσίτη προς Τον Θεό, έχουμε!!! Τις πρεσβείες του και τις μεσιτείες του να έχουμε. Η ζωή μας να ακολουθήσει τα βήματά του. π. Νικόλαος Παππάς

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ'ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Τα δύο αφεντικά

«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν», λέει ὁ Χριστός. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ δουλεύει σὲ δυὸ ἀφέντες. Ἀναπόφευκτα, θὰ μισήσει τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλο, ἢ θὰ προσκολληθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ θὰ καταφρονήσει τὸν ἄλλο. Συγκεκριμένα ὁ Χριστὸς ἀναφέρεται στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνᾶ, δηλαδὴ τὰ φθαρτὰ ἀγαθά, τὸν πλοῦτο, ἰδιαίτερα σὲ αὐτὸν ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἀδικία καὶ ἁρπαγή. Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ καταλάβει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετεῖ σωστὰ καὶ μὲ συνέπεια καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ ἀφεντικά (Κυριακὴ Γ΄ Ματθαίου). Ὁ μαμωνᾶς καὶ δὴ τῆς ἀδικίας (Λουκ. 16, 9-11) ὑποκρύπτει πίσω του τὴν παρουσία τοῦ σατανᾶ. Αὐτὸς εἶναι τὸ δεύτερο ἀφεντικὸ ποὺ καταδυναστεύει τυραννικά, ὄχι μόνο μὲ τὸ χρῆμα καὶ τὴ φιλαργυρία, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους τρόπους τὸν ἄνθρωπο. Ἀκόμα καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ ἔχει Κύριό του τὸν Θεό, μπαίνει πολὺ εὔκολα καὶ στὴν ὑπηρεσία τοῦ δεύτερου αὐτοῦ ἀφεντικοῦ, τοῦ διαβόλου! Καὶ προσπαθεῖ νὰ ἰσορροπήσει πλέοντας μὲ τὰ δυὸ πόδια σὲ δυὸ βάρκες. Ξεγελάει ἔτσι τὸν ἑαυτό του, πιστεύοντας ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἔξυπνος γιὰ νὰ πετύχει μὲ ἕνα σμπάρο δυὸ τρυγόνια. Συμβαίνει ὅμως αὐτό; Ἀσφαλῶς ὄχι! Φαινόμενο τέτοιας διπλο-υπηρεσίας, πολὺ τῆς μόδας στὴν ἐποχή μας, εἶναι ἡ ταυτόχρονη χρήση τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς μπλὲ μαγικῆς χάντρας (ματάκι). Κυκλοφοροῦν κατὰ κόρον κοσμήματα (βραχιόλια, μενταγιόν, δαχτυλίδια), ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό. Ἀφθονοῦν οἱ ἀσημένιες καὶ χρυσὲς παιδικὲς παραμάνες (δῆθεν φυλαχτά), φορτωμένες μὲ Χριστὸ (ἢ Παναγία), σταυρὸ καὶ ματάκι. Δίνουν καὶ παίρνουν τὰ παρόμοια (μὲ σταυρὸ καὶ ματάκι) κρεμαστὰ φυλαχτὰ γιὰ τὸ αὐτοκίνητο, τὸ σπίτι καὶ ὅπου ἀλλοῦ. Οἱ ἄνθρωποι δυστυχῶς δείχνουν νὰ βρίσκονται σὲ δεινὴ σύγχυση. Ἀποζητοῦν τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά, γιὰ καλὸ καὶ γιὰ κακό, δὲν ἀρνοῦνται καὶ τὴ «χάρη» τοῦ διαβόλου, μὲ τὴ σκέψη ὅτι κάποιο ἀπὸ τὰ δυὸ θὰ «πιάσει» τελικά. Ἐλπίζουν ὅτι κάποιο θὰ δράσει, «μαγικῷ τῷ τρόπῳ» βέβαια. Χωρὶς νὰ κουνήσουν αὐτοὶ τὸ δαχτυλάκι τους, χωρὶς νὰ ἀλλάξουν σὲ τίποτε τὴ ζωή τους. Αὐτὸ κι ἂν εἶναι δαιμονικὴ τοποθέτηση! Δὲν ἔμεινε ἀλώβητο ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ μόδα οὔτε τὸ ἱερώτατο μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος Τὰ μαρτυρικά, μὲ τὰ ὁποῖα «παρασημοφοροῦνται» ὅλοι οἱ παριστάμενοι, εἶναι ἀπαραιτήτως πλέον σταυρὸς καὶ ματάκι. Τραγικὴ «μῖξις ἀμίκτων»! Κοντὰ στὸ δαιμονικὸ ματάκι, ἀκμάζει -γιατί ὄχι;- καὶ τὸ ξεμάτιασμα. Μὲ καθόλου εὐκαταφρόνητο ζῆλο πολλοὶ (καὶ κυρίως πολλές) ἐπιδίδονται καὶ σ’ αὐτὸ τὸ σπόρ, μιὰ καὶ κάθε ἀναποδιά, ἀτυχία, ἀδιαθεσία κ. λ. π., ἀποδίδονται ἀμέσως στὸ μάτιασμα (βασκανία). Καὶ ὑπόσχονται μὲ τὸ δραστικό τους ξεμάτιασμα σίγουρη ἀπαλλαγή. Ἂς φωνάζει τὸ Εὐαγγέλιο πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σχέση ἀνάμεσα στὸν Χριστὸ καὶ τὸν διάβολο. «Τίς συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ;» Ποιὰ κοινωνία μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι; Καμία! Δὲν γίνεται νὰ μετέχουμε καὶ στὰ δυό. Καὶ στὸ τραπέζι τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ τραπέζι τῶν δαιμονίων (Β΄ Κορ. 6, 14-17. Α΄ Κορ. 10, 21). Τὸ ξεμάτιασμα εἶναι πράξη δαιμονική. Ἂς ἀναφέρονται στὰ ξόρκια καὶ λέξεις ἀπὸ προσευχές. Εἶναι σὰν νὰ βάζουμε σταυρὸ καὶ ματάκι πλάι-πλάι. Χριστὸ καὶ διάβολο, τὰ δυὸ ἀντίθετα, μαζί. Ὅποιος τὸ κάνει αὐτό, δουλεύει στὸν διάβολο. Ἀρνεῖται τὸν Χριστό, γίνεται ἄπιστος. Καταφεύγει στὴ δύναμη τοῦ διαβόλου, ἁμαρτάνει θανάσιμα. Τὰ πράγματα ὅμως δὲν θὰ μείνουν ἐκεῖ. Οἱ δρόμοι θὰ ξεχωρίσουν κάποτε. Καὶ ὁ καθένας θὰ πάει μὲ τὸ ἀφεντικὸ ποὺ διάλεξε. π. Δημητρίου Μπόκου

Τα πάθη δεν αφήνουν τον εργάτη τους να δεί την αλήθεια.

Μερικοί λένε πως η ζωή μας είναι αρκετά σύντομη. Νομίζουμε, όμως, πως από μόνοι μας συντομεύουμε το χρόνο της ζωής μας από την κατάχρηση, την παράχρηση και την ηθοφθορία. Αν τη ζωή τη χρησιμοποιήσουμε με σεβασμό, περίσκεψη και φειδώ, είναι σίγουρα αρκετά μεγάλη. Ο άνθρωπος, γενικά, δεν εκτιμά τον χρόνο, τον αφήνει να κυλά ανεκμετάλλευτα, τον σπαταλά εύκολα, δεν τον αξιοποιεί, δεν τον χρησιμοποιεί χρήσιμα. Οι άνθρωποι ζούν συχνά ως επιγείως αθάνατοι. Δεν εξαγοράζουν τον καιρό, παρά το ότι οι ημέρες είναι αρκετά πονηρές. Ο χρόνος μακραίνει, όσο ο άνθρωπος αυξάνεται πνευματικά, όσο πλησιάζει το βάθος και την ιερότητα του νοήματος της ζωής. Μερικοί γέρασαν χωρίς να ζήσουν όντας γέροι και νέοι γέρασαν προτού να μεγαλώσουν.Φοβούνται τον θάνατο, παρότι δε γνωρίζουν να ζήσουν. Χάνουν τη ζωή μέσα από τα χέρια τους, δίχως να τη ζήσουν. Δεν ξέρουν, ούτε τι είναι ζωή ούτε τι είναι θάνατος ούτε ποιο είναι το ουσιαστικό νόημα της ζωής του ανθρώπου. Τον θάνατο πιο πολύ τον φοβούνται, όσοι ελέγχονται από τη συνείδησή τους, όσοι δεν βελτίωσαν την πνευματική τους ταυτότητα, όσοι παρασύρθηκαν από τις ηδονές του βίου. Η πνευματικότητα του ανθρώπου αντιστέκεται ισχυρά στη φθορά και στη βλαπτικότητα, που μπορεί να προκαλέσει ο χρόνος. Η γαλήνη στην ψυχή του ανθρώπου μπορεί να σκηνώσει μόνιμα, μόνον κατόπιν σκληρού διωγμού της κακίας. Η εμπιστοσύνη στην θεία πρόνοια θα συνδράμει σημαντικά σ’ αυτή την επίτευξη. Ο φιλόσοφος Σενέκας λέγει, πως «το θέμα, όμως, δεν είναι ότι έχουμε λίγο χρόνο ζωής, αλλά ότι σπαταλάμε μεγάλο μέρος του». Αν ο άνθρωπος παρασυρθεί στο κυνηγητό της ηδονής, της πολυτέλειας, της δόξας και της ευδαιμονίας, δεν θα καταλάβει πως πέρασε μία ολόκληρη ζωή. Η ακόρεστη φιλοχρηματία, η μέθη, η οκνηρία, η φιλοδοξία, η απληστία, η ραδιουργία ταλαιπωρούν πολύ τον εραστή τους. Τα πάθη δεν αφήνουν τον εργάτη τους να δεί την αλήθεια. Οι απολαύσεις καθηλώνουν τον άνθρωπο χαμηλά και δεν τον αφήνουν να ανυψωθεί από τα γήινα. Πολλοί θαυμάζουν τους πλούσιους, δεν γνωρίζουν όμως, τι φουρτουνιασμένες θάλασσες κουβαλούν μέσα τους.

«Γιά νά φύγουν, κ. Κώστα, πρέπει νά ἐξομολογηθεῖς»

Κάποια μέρα ἔρχεται στὸ Νοσοκομεῖο, ποὺ ὑπηρετοῦσα ὡς νοσοκομειακὸς ἱε­ρέ­ας, ἕνας γνωστός μου καὶ μοῦ λέει: «Πάτερ, στὸν τάδε θάλαμο νοσηλεύεται ὁ θεῖος μου ὁ Κώστας. Θὰ ἤθελα νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖτε, μὴ τυχὸν καὶ τὸν καταφέρετε νὰ ἐξομολογηθεῖ καί νὰ κοινωνήσει. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ σᾶς πῶ καὶ τοῦτο· Ὁ θεῖος μου εἶ­ναι καλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ δὲν εἶχε καλὲς σχέσεις μὲ τὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς ἱερεῖς, δὲν ἐκκλησιαζότανε, δὲν ἔχει ἐξ­ομολογηθεῖ οὔτε καὶ ἔχει κοινωνήσει ποτέ, ὅμως σᾶς τὸ ξαναλέω ὅτι εἶναι καλὸς ἄν­θρωπος». Πράγματι τὴν ἄλλη μέρα πῆγα στὸν θάλαμο καί, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι πῆγα εἰδικὰ γι᾽ αὐτόν, ἄρχισα πρῶτα νὰ συνομιλῶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀ­σθενεῖς. Ἐν συνεχείᾳ πῆγα καὶ στὸ δικό του τὸ κρεβάτι. Πρὶν καλά – καλά τὸν χαιρετήσω ἀντέδρασε –μὲ ὄχι κα­λὴ συμπεριφορά– καὶ δὲν ἤ­θε­λε ὄχι νὰ τὸν χαιρετήσω ἀλλ᾽ οὔτε κἂν νὰ τὸν πλησιάσω. «Φύγε – φύγε, παπᾶ, δὲν σᾶς ζήτησα καὶ δὲν σᾶς θέλω, δὲν ἔχω σχέσεις μὲ παπᾶ­δες». Ἐγώ, πρὶν φύγω ἀπὸ κοντά του, τοῦ λέω ὅτι εἶμαι ὁ ἱερέας τοῦ νοσοκομείου, βρί­σκομαι ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο στὸ νοσοκομεῖο κι ἂν θέλει κάποια ἐξυπηρέτηση μπορῶ νὰ τοῦ τὴν προσ­φέρω, καὶ ἔτσι ἔφυγα ἄπρακτος. Με­τὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες σκέ­φθη­κα καὶ πάλι νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ. Ὅταν μὲ εἶδε νὰ τὸν πλησιάζω, ἤθελε –καί μάλιστα πάλι μὲ ἄσχημο τρόπο– νὰ ἀπομακρυνθῶ. Μὲ τὴν σκέ­ψη ὅτι εἶναι συγγενὴς τοῦ γνωστοῦ μου καὶ καλοῦ ἐκείνου ἀνθρώπου, θέλησα μετὰ ἀπό λίγες ἡμέρες νὰ προσπαθήσω γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ νὰ τὸν πλησιάσω. Μπαίνοντας μέσα στὸ θάλαμο καὶ βλέποντας τοὺς ἄλλους ἀσθενεῖς τόλ­μησα καὶ πάλι νὰ τὸν πλη­σιάσω. Ἡ συμπεριφορά του ἀ­πέναντί μου δὲν περιγράφεται. Ἐγὼ κάπως, νὰ τὸ πῶ, θυ­­μωμένος ἀπὸ τὴν ἀχαρακτήριστη συμπεριφορά του, ἔ­φυγα καὶ τὸ περίεργο εἶναι ὅτι ἔφυγε καὶ αὐτὸς τελείως ἀπὸ τὸ μυαλό μου. Ἄν τὸν θυ­μόμουνα, ἴσως καὶ πάλι νὰ τὸν ἐπισκεπτόμουνα. Μετὰ ἀπὸ δέκα περίπου ἡ­μέρες, μὲ εἰδοποιοῦν νὰ ἐπισκεφθῶ καὶ νὰ ἐξομολογήσω ἕναν ἀσθενῆ πού νοσηλευόταν σὲ ἕνα ἄλλο κτήριο. Ἐγὼ φεύγοντας ἀπό τὴν ἐκκλησία τοῦ νοσοκομείου γιὰ νὰ ἐπισκεφθῶ τον ἀσθενῆ ποὺ μὲ πε­ρίμενε νὰ ἐξομολογηθεῖ, χω­ρὶς νὰ τὸ καταλάβω –καὶ ποτέ δὲν μπόρεσα νὰ τὸ καταλάβω πῶς– βρέθηκα στὸ θάλαμο ἐκείνου τοῦ ἀρρώστου, τοῦ κ. Κώστα, ποὺ δὲν μὲ ἤθελε. Ἄν τὸν βλέπατε, ἀ­δελφοί μου, σὲ τί κατάσταση βρισκότανε θὰ τὸν λυπόσασταν. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποὺ μπῆκα στὸ θάλαμο δὲν ὑπῆρχε ἄλλος ἀσθενὴς παρὰ ὁ κύριος Κώστας ὁ ὁποῖος πάλευε μὲ τοὺς δαίμονες ποὺ πῆγαν νὰ πάρουν τὴν ψυχή του. Τὸν εἶδα τρομαγμένο καὶ νὰ σκεπάζεται μὲ τὸ σεν­τόνι του καὶ νὰ φωνάζει καὶ νὰ λέει στὰ πονηρὰ πνεύματα «Ὄχι, ὄχι, φύγετε. Νάτους ἤρθανε, ὄχι, ὄχι, διῶξτε τους» καὶ ἄλλα ποὺ δὲν θυμᾶμαι. Βλέποντας αὐ­τὴ τὴν κατάσταση, δὲν σᾶς κρύβω ὅτι πρὸς στιγμὴ φοβήθηκα μὴ τυχὸν φύγουν οἱ δαίμονες ἀπὸ τὸν κ. Κώστα καὶ ᾽ρθοῦν σὲ μένα. Ἐκείνη λοιπὸν τὴ στιγμὴ βλέπον­τας τὸν κ. Κώστα σ’ αὐτὴ τὴν φοβερὴ κατάσταση, τοῦ λέω: «κύριε Κώστα, τί θέλεις;». «Νάτους, πάτερ, διῶξε τους, διῶξε τους, δὲν τοὺς θέλω» κλπ. Τότε ἐγὼ τοῦ λέω: «Γιὰ νὰ φύγουν, κ. Κώστα, πρέπει νὰ ἐξομολογηθεῖς». «Ναί, πάτερ, νὰ ἐξομολογηθῶ». Καὶ ἄρχισε νὰ ἐξομολογεῖ­ται μὲ εἰλικρίνεια καὶ καθαρότητα. Ἀφοῦ τελείωσε καὶ τοῦ διάβασα τὴν συγχωρητικὴ εὐχή, τοῦ εἶπα: «Τώρα, κ. Κώστα, θὰ κοινωνήσουμε». «Ναί, πάτερ, νὰ κοινωνήσω». Πῆγα στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νοσοκομείου πῆρα τὴν Θεία Κοινωνία καὶ τὸν κοινώνησα. Τὸ ἀπόγευμα θέλησα νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ νὰ δῶ πῶς εἶναι. Ἡ ἀδελφὴ νοσοκόμα μοῦ εἶπε: «Μία ὥρα περίπου μετά τὴν θεία κοινωνία, πάτερ, κοιμήθηκε».