Τον άνθρωπο πέραν του τάφου τον περιμένει η δικαιοσύνη του Θεού....

Τον άνθρωπο πέραν του τάφου τον περιμένει η δικαιοσύνη του Θεού. Πριν τον τάφο, έχει να κάνει με την αγάπη του Θεού, με το έλεος του Θεού. Δυστυχώς ο Σατανάς κατόρθωσε σε πολλούς ανθρώπους, να τους σερβίρει ότι ο Θεός είναι καλός και αγάπη. Και το «πιπιλίζουν»: - Καλός ο Θεός. Ο Θεός είναι αγάπη και κακώς ομιλείς περί κολάσεως και τιμωριών... αγάπη ο Θεός! - Πλανάστε αγαπητοί μου! Και ποιός σας είπε, ότι είναι κακός ο Θεούλης; Ναι είναι καλός ο Θεός και είναι αγάπη, αλλά είναι και δίκαιος! Πώς του αφαιρείς την ιδιότητα της δικαιοσύνης του Θεού; Αυτός ο δίκαιος Θεός θα ζητήσει δικαιοσύνη. Ο Θεός έχει 2 «ποδάρια». Το ένα Του πόδι είναι από εδώ στην προσωρινότητα και γράφει «έλεος» και «μακροθυμία». Το άλλο Του πόδι από εκεί στην αιωνιότητα, γράφει «δικαιοσύνη». Όταν όμως ο άνθρωπος δεν κάνει καλή χρήση της χρηστότητας και της μακροθυμίας του Θεού στον κόσμο τούτο, δια του μυστηρίου της μετανοίας και της εξομολογήσεως, θα βρεθεί μπλεγμένος και θα πέσει στη δικαιοσύνη του Θεού στον κόσμο εκείνο. Ο Χριστός έχει την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου (Λουκ. 16, 19 - 31). Διαβάστε την και θα δείτε την αγάπη του Θεού και την δικαιοσύνη του Θεού. Ο πλούσιος έκανε τη ζωή του. Αδιαφορούσε και ήταν σκληρός προς τους άλλους. Και άφησε στον φτωχό Λάζαρο για νοσοκόμο, τους σκύλους να γλύφουν τις πληγές του. Όταν όμως ο πλούσιος πέθανε, τον «άρπαξε» η δικαιοσύνη του Θεού. Τα βρήκε άσχημα τα πράγματα από εκεί και ζητούσε έλεος από εκεί. Δεν έχει έλεος εκεί... Και του είπε ο Αβραάμ: - Απέλαβες τα αγαθά σου στον κόσμο. Και επειδή δεν έκανες καλή χρήση, εδώ τώρα, θα λάβεις τα άσχημα, γιατί έχεις να κάνεις με τη δικαιοσύνη του Θεού. Ο Λάζαρος απέλαβε τα άσχημα στον κόσμο και τώρα θα απολαμβάνει τα αγαθά εδώ (Λουκ. 16,25). Είναι δίκαιος ο Θεός. Δεν είναι λοιπόν ο Θεός μόνο αγάπη, όπως διατείνονται μερικοί, διότι ένας Θεός που δεν είναι δίκαιος, δεν μπορεί να είναι Θεός. Είναι λοιπόν αγάπη και δικαιοσύνη... Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 - 1982)

Ο «ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΌΣ » ΆΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

Ό γιός ενός ιερέα ήταν φοιτητής καί δυσκολεύονταν νά περάσει δύο μαθήματα. Δηλαδή δέν δυσκολεύονταν ακριβώς αλλά ό καθηγητής πού είχε τά μαθήματα τού είπε ότι δέν πρόκειται νά τόν περάσει ποτέ. Δέν τού άρεσε ή φάτσα του καί τό ότι ήταν παπαδοπαίδι μέ όλα τά.. αγιωτικά του. Αυτό τόν εκνεύριζε αφαντάστατα καί μιλούσε μέ σκαιό τρόπο στό νεαρό άνδρα ή τόν έβριζε. Πήγε καί ό πατέρας του ό παπάς καί παρακάλεσε αλλά δίχως αποτέλεσμα. Τρία χρόνια κρατούσε αυτή ή ιστορία. Ό ιερέας είπε τό πρόβλημα στόν Γέροντά του στό Άγιον Όρος. Μετά από λίγο καιρό ό Γέροντας κάλεσε τόν ιερέα πατέρα του φοιτητή καί τού είπε: «Έλιωσα τά γόνατά μου νά προσεύχομαι γιά τήν περίπτωσή σας καί ήρθε ο γέρων Πορφύριος (είχε ήδη κοιμηθεί έν Κυρίω) ό οποίος σάς παραγγέλνει νά πάει τό παιδί νά δώσει τά μαθήματα καί πάνω στήν εργασία νά σχηματίσει έναν σταυρό καί νά γράψει «Πορφύριος». Αυτό μόνον. «Έτσι καί έγινε. Ό φοιτητής έκανε ότι τού παρήγγειλε ό Άγιος. Μετά απ’ αυτό τόν καλεί ό καθηγητής καί τού λέγει: «Δέν ξέρω ποιός είναι αυτός ό άγιος, ή πώς τούς λέτε εσείς, πού έβαλες μέσον αλλά μού ζάλισε τό κεφάλι. Σού βάζω βαθμό, πάρε τό πτυχίο σου καί φύγε νά μήν σέ ξαναδώ στά μάτια μου, γιατί πολύ μέ ενόχλησε…αυτός.» Τό παιδί είναι πιά πτυχιούχος, συχνός επισκέπτης τού Αγίου Όρους καί -μετά από τό κραυγαλέο τής αγάπης τού Κυρίου γεγονός- επιθυμεί νά ιερωθεί. Καί βέβαια ποτέ δέν μάθουμε τόν τρόπο μέ τόν οποίο ό αγαπημένος μας παππούλης «ενόχλησε» τόν κύριο καθηγητή…. Εκτός καί άν ή «ενόχληση» τόν φέρει σέ μετάνοια (τό ευχόμαστε) καί..διπλώσει τό θαύμα!

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Ἡ αἴσθηση ἀναξιότητας μπροστά στόν Θεό εἶναι αὐτή που μᾶς δίνει τελικά ἀξία στά μάτια του.

Ἕνας Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος στὴν Καπερναοὺμ πλησίασε τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ θεραπεύσει τὸν παράλυτο δοῦλο του, ποὺ βασανιζόταν πολὺ ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ ἦταν κοντὰ στὸν θάνατο. Ὁ Χριστὸς προθυμοποιήθηκε νὰ μεταβεῖ στὸ σπίτι του καὶ νὰ τὸν θεραπεύσει, ὅμως ὁ ἑκατόνταρχος ἀντέτεινε ὅτι θεωρεῖ ἀνάξιο τὸν ἑαυτό του νὰ δεχτεῖ τὸν Χριστὸ «ὑπὸ τὴν στέγην» του. Ἀλλά, πιστεύοντας ὅτι ὁ Χριστὸς ἐξουσιάζει τὰ πάντα, τοῦ ζήτησε νὰ δώσει μιὰ ἁπλὴ ἐντολὴ καὶ ἡ ἀρρώστια θὰ τὸν ὑπακούσει καὶ θὰ φύγει, ὅπως αὐτὸς δίνει ἐντολὲς σὲ στρατιῶτες καὶ δούλους ποὺ βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐξουσία του καὶ αὐτοὶ ὑπακούουν. Ὁ Χριστὸς θαύμασε τὴν πίστη του καὶ τὴν ἐπαίνεσε. Καὶ φυσικὰ θεράπευσε μὲ ἕνα λόγο τὸν δοῦλο του (Κυριακὴ Δ΄ Ματθαίου). Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς παραθέτει καὶ μιὰ ἐλαφρῶς διαφορετικὴ ἐκδοχὴ γιὰ τὸ γεγονός, κατὰ τὴν ὁποία, ὁ ἑκατόνταρχος θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἐντελῶς ἀνάξιο νὰ παρουσιασθεί αὐτοπροσώπως μπρὸς στὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιστρατεύει μερικοὺς ἀπὸ τοὺς «πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων», κάποιους δηλαδὴ προεστούς, νὰ μεσιτεύσουν γιὰ χάρη του καὶ νὰ παρακαλέσουν γιὰ τὸ αἴτημά του (Λουκ. 7, 3). Δείχνει ἕνα ἀπολύτως ὑγιὲς πνευματικὸ φρόνημα: Τὴν αἴσθηση ἀναξιότητας μπρὸς στὸ ἀπέραντο θεϊκὸ μεγαλεῖο ποὺ ἀποκτοῦν οἱ ἅγιοι, ὅσο περισσότερο πλησιάζουν τὸν Θεό. Αὐτὸ ἐπισυμβαίνει στοὺς ἁγίους μὲ τὴν ὄξυνση τῆς πνευματικῆς τους ὅρασης. Ἂν ἐδῶ, στὴν παροῦσα ζωή, ἔχουμε μιὰ ἀμυδρὴ μόνο αἴσθηση τῶν οὐρανίων πραγμάτων, ἂν τώρα βλέπουμε τὰ πάντα σὰν μέσα ἀπὸ ἕνα θαμπὸ καθρέφτη, «δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» (Α΄ Κορ. 13, 12), παραμένει δηλαδὴ ἐν πολλοῖς αἰνιγματική, ἀνεξήγητη ἡ εἰκόνα τῆς θείας πραγματικότητας, στοὺς ἁγίους ὡστόσο τὰ πνευματικὰ αἰσθητήρια ἀναβαθμίζονται. Τὸ ἀπέραντο μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται στὰ μάτια τους καθαρότερα. Ὅσο πιὸ κοντά του πηγαίνουν, τόσο περισσότερο συνειδητοποιοῦν τὴν ἄπειρη τελειότητά του καὶ τὴ δική τους ἀτέλεια. Καί, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἀναδεικνύεται τὸ τεράστιο χάος ποὺ χωρίζει τὰ δυὸ διαφορετικά, ἀνόμοια μεγέθη: Τὸ ἀσύλληπτο μέγεθος τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ πεπερασμένο, κατ’ οὐσίαν ἀσήμαντο, μέγεθος τοῦ ἀνθρώπου. Μπρὸς στὸ ἀνυπέρβλητο θεϊκὸ μεγαλεῖο ἀκόμα καὶ οἱ τελειότερες ἀγγελικὲς δυνάμεις, τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφίμ, στέκονται μετὰ φόβου καὶ τρόμου, μὲ δέος δηλαδὴ καὶ ἀπέραντο σεβασμό. Ἀλλὰ καὶ «πᾶσα σὰρξ βροτεία». Κάθε ἄνθρωπος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἀγγέλους, βαρύνεται ἀπὸ πλῆθος ἁμαρτιῶν καὶ ἡ ἀπόστασή του ἀπὸ τὴν ὑπερβάλλουσα καθαρότητα τοῦ Θεοῦ μεγαλώνει ἐπικίνδυνα. Δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴ δέουσα καθαρότητα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τουλάχιστον ἂς ἔχουμε τὴ συναίσθηση τῆς τεράστιας αὐτῆς διαφορᾶς, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ ἑκατόνταρχος. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοι μᾶς συμβουλεύουν νὰ στεκόμαστε μπροστά του καὶ νὰ προσευχόμαστε ταπεινά. Νὰ παραδεχόμαστε ἀφ’ ἑνὸς τὴ δική μας ἀδυναμία καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. Νὰ ὑψώνουμε τὸν Θεὸ στὴ θέση ποὺ τοῦ ἁρμόζει καὶ νὰ κατεβάζουμε τὸν ἑαυτό μας στὴ θέση ποὺ μᾶς ἀναλογεῖ. Ὄχι νὰ τὰ ἀνακατεύουμε ὅλα, νὰ ὑψώνουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ κατεβάζουμε τὸν Θεὸ (ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς). Ἡ προσευχή μας νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιά μας μὲ αἴσθημα μετάνοιας, νὰ κάνει τὰ μάτια μας νὰ τρέχουν δάκρυα (ἅγ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος). Ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι ταπεινὴ καὶ νὰ θρηνεῖ ἀδιάκοπα τὴν ἀναξιότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά της. Νὰ στέκεται γεμάτη φόβο μπροστὰ στὴ μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ (ἅγ. Λουκᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Κριμαίας). Ἡ αἴσθηση ἀναξιότητας μπροστὰ στὸν Θεὸ εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς δίνει τελικὰ ἀξία στὰ μάτια του.

''Επί τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων...''

Ἡ ἑορτή τῆς Συνάξεως τῶν δώδεκα ἀποστόλων ἀποτελεῖ ἀντανάκλαση τῆς μεγάλης χθεσινῆς ἑορτῆς τῶν πανευφήμων καί πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, προεκτείνει δηλαδή τήν τιμή πού ἀποδίδει ἡ ᾽Εκκλησία μας στούς μεγάλους αὐτούς ἀποστόλους: κατά τήν ὑμνολογία, στόν μέν Πέτρο τήν τιμή τοῦ προεξάρχοντος τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στόν δέ Παῦλο τήν τιμή τοῦ κοπιάσαντος ὑπέρ πάντας ἄλλους στό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου σέ ὅλα τά ἔθνη. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο μέ ὅ,τι διαπιστώνουμε στίς μεγάλες ἑορτές τῆς ᾽Εκκλησίας: μετά ἀπό ἕνα σπουδαῖο γεγονός, τήν ἑπομένη τιμᾶται τό πρωταγωνιστοῦν πρόσωπο. ᾽Αντιστοίχως λοιπόν σήμερα: μετά τήν ἑορτή τῶν πρωτοθρόνων λεγομένων ἀποστόλων ἑορτάζουμε συνολικά ἐκείνους πού εἶχαν τήν ἴδια ἰδιότητα μέ αὐτούς, τήν ἰδιότητα καί τό χάρισμα τοῦ ἀποστόλου. Ἡ σύναξη τῶν ἀποστόλων, πέραν τοῦ ὅτι δίνει τήν ἀφορμή γιά νά δεῖ κανείς τήν κατά Χριστόν βιοτή καί τό ἔργο καθενός ἀπό αὐτούς, θέτει τόν προβληματισμό τῆς ἀποστολικότητας τῆς ᾽Εκκλησίας, τί σημαίνει δηλαδή ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι ἀποστολική, ὅπως τό ὁμολογοῦμε διαρκῶς στό σύμβολο τῆς πίστεως: πιστεύουμε ῾εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν ᾽Εκκλησίαν᾽. Ἡ ᾽Εκκλησία μας λοιπόν εἶναι ἀποστολική, διότι θεμελιώνεται ῾ἐπί τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων᾽. Βασικός θεμέλιος λίθος, βασικό ἀγκωνάρι εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός - ὁ Ἱδρυτής καί ἡ Κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας - ὑπόλοιποι θεμέλιοι λίθοι, κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι οἱ ἀπόστολοί Του. ᾽Εκεῖνοι κλήθηκαν ἀπό τόν Χριστό καί ἔλαβαν τήν ἐντολή νά εἶναι οἱ μάρτυρές Του, ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, νά φανερώνουν δηλαδή τή ζωή Του καί νά συνδέουν μέσω αὐτῶν τούς ἀνθρώπους μέ τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ μέ τόν Θεόν Πατέρα. ῾Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς,… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾽ ἡμῶν. Καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ (Α´᾽Ιωάν. 1, 1-3). ῎Ετσι κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τόν Χριστό ἔξω ἀπό τήν κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους, πού σημαίνει δέν μπορεῖ κανείς νά ζεῖ τόν Θεό ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἀποστολική. Κάθε διαφορετική ἐκτός ᾽Εκκλησίας σχέση μέ τόν Θεό - διότι ῾τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ᾽ - συνιστᾶ ἁπλῶς δρόμο, πού ὁδηγεῖ τόν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο μέσα στήν ᾽Εκκλησία καί ὄχι κατευθεῖαν στόν Θεό. ῎Ας θυμηθοῦμε ἐν προκειμένω τόν ἅγιο Κορνήλιο: μπορεῖ οἱ προσευχές του νά ἀνέβαιναν ὡς θυμίαμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως σημειώνουν οἱ Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων, ᾽Εκεῖνος ὅμως ἔστειλε τόν ἀπόστολο Πέτρο, προκειμένου νά τόν κατηχήσει καί νά τόν βαπτίσει, ὥστε ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας νά ἔχει ζωντανή καί ἐνεργή σχέση μαζί Του. Μέ βάση τά παραπάνω: ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ τελειώνει μέ τόν θάνατο καί τοῦ τελευταίου τῶν ἀποστόλων, συνεπῶς ἡ ἀποκάλυψη δέν συνεχίζεται, ἐνῶ κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους στό χῶρο τῆς ᾽Εκκλησίας σημαίνει: 1) ὑπακοή σέ ὅ,τι ἐκεῖνοι δίδαξαν γιά τόν Χριστό, ὅτι δηλαδή εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός πού ἦρθε πρός σωτηρία τοῦ κόσμου, 2) μίμηση, ὅσον τό δυνατόν σέ ἐμᾶς, τῆς θεοφιλοῦς ζωῆς τους: νά ἀκολουθοῦμε δηλαδή τά δικά τους χνάρια ζωῆς, τά ὁποῖα ῾πατᾶνε᾽ πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. π.Γεώργιος Δορμπαράκης

Ἡ Παναγία Φανερωμένη τῶν Κυδωνιῶν (Αϊβαλί).

28 Ιουνίου Πριν από πολλά χρόνια, στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας, σ’ αυτή την Ελληνική αλλά σκλαβωμένη στους τούρκους πολιτεία, συνέβη ένα μεγάλο και θαυμαστό γεγονός που απεδείχθη ως πραγματική ευλογία του Θεού για ολόκληρη την Χριστιανοσύνη. «Ημέρα λαμπροφόρος πάσιν εξέλαμψε…» στις 28 Ιουνίου του 1852 στις Κυδωνίες, όταν αποκαλύφθηκε με θαυμαστό τρόπο, η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης, όπως ονομάστηκε, εξαιτίας του πλήθους των θαυμάτων τα οποία η Θεοτόκος πραγματοποίησε, για να ενδυναμωθεί η πίστη των Χριστιανών και να διαλυθούν οι αμφιβολίες των άθεων και αδιάφορων ανθρώπων στους δύσκολους καιρούς της τουρκοκρατίας… Σαν αστραπή μεταδόθηκε εκείνη την ημέρα το χαρμόσυνο μήνυμα από στόμα σε στόμα σε όλη την πολιτεία. Η εικόνα της Παναγίας είχε βρεθεί. Ευλογία μεγάλη για όλη την πολιτεία είχε φέρει το θεϊκό αυτό σημείο. Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους. Οι καμπάνες στις Εκκλησίες χτυπούσαν γιορτινά. Οι δύσπιστοι απορούσαν και έτρεχαν να ιδούν από κοντά με τα μάτια τους, το αναπάντεχο θαύμα. Παράμερα στα ανασκαμμένα αναχώματα, μια απλοϊκή, φτωχή κοπέλα, η Ευαγγελινή, γονατιστή με σκυμμένο το πρόσωπο, προσπαθούσε να κρύψει τα αναφιλητά και τα δάκρυά της. Συγκινημένη καθώς την παρηγορούσαν οι Αϊβαλιώτισσες γυναίκες, ένιωθε ανακούφιση και δικαίωση, καθώς είδε τους εργάτες να βρίσκουν επιτέλους και να βγάζουν από τη γη, μετά από κουραστική εργασία την Αγία Εικόνα με την πανσεβάσμια μορφή της Παναγίας. Αρκετό καιρό πριν, η Ευαγγελινή, ζούσε με αγωνία την όλη υπόθεση. Από την πρώτη στιγμή που άρχισε να ενυπνιάζεται επανειλημμένα την Παναγία και να της υποδεικνύει κάποιο σημείο στη γη του Αϊβαλιού, όπου υπήρχε κρυμμένη η εικόνα Της, η κοπέλα με δισταγμό είχε εμπιστευθεί τη θεία αυτή αποκάλυψη σε ανθρώπους που πίστευε ότι θα την βοηθούσαν. Όμως οι ειρωνείες, ακόμα και οι απειλές τους, δεν την πτόησαν. Παρακίνησε κάποιους πιο έμπιστους Αϊβαλιώτες να ανασκάψουν στο μέρος εκείνο, σ’ έναν κήπο που καθώς λένε τον ονόμαζαν «περιβόλι του Σαλιόκολα» και ήταν κοντά στη γνωστή ενορία της Κάτω Παναγιάς, της Ζωοδόχου Πηγής, σε απόσταση εκατό περίπου μέτρων από την παραλία, τον «Καντηλί γιαλό». Όσο οι εργάτες έσκαβαν και δεν έβρισκαν τίποτα, η αγωνία κορυφωνόταν καθώς και οι επικρίσεις και οι αντιδράσεις. Ώσπου ήρθε η ευλογημένη στιγμή που με τις προσευχές ενός ευλαβέστατου παπά της Αγίας Τριάδας, του παπα-Χαράλαμπου, βρέθηκε η εικόνα!Ο κασμάς κάποιου εργάτη, ονόματι «Γιουργή», χτύπησε σε σταθερό σημείο. Ήταν μια εικόνα μικρών διαστάσεων. Μάλιστα, το τελευταίο χτύπημα άφησε ένα σημάδι πάνω στο πρόσωπο της Παναγίας. Μαζί βρέθηκε και το αγίασμα που εξέβλυσε στο σημείο αυτό. Οι παρευρισκόμενοι χαιρόντουσαν για την εύρεση της εικόνας. Η χαρά ήταν έκδηλη σε όλους. Το Αϊβαλί είχε την ημέρα εκείνη Ανάσταση. Οι άνθρωποι πανηγύριζαν σα να είχαν απελευθερωθεί. Μετά την ανεύρεση της εικόνας, πλήθος θαυμάτων επακολούθησαν. Για αρκετά χρόνια, άνθρωποι πονεμένοι, άρρωστοι, ακόμα και μουσουλμάνοι, προσερχόντουσαν από κάθε γνωστό μέρος στο αγίασμα της Παναγίας Φανερωμένης. Άνθρωποι δαιμονισμένοι, σεληνιαζόμενοι, πάσχοντες από διάφορες ασθένειες, τυφλοί, κωφοί, παράλυτοι, άλαλοι, αφού προσκυνούσαν, νήστευαν και παρέμεναν για λίγες ημέρες στο αγίασμα, έβρισκαν τη γιατρειά τους με θαυμαστό τρόπο. Πολλές φορές η εικόνα μεταφερόταν στα σπίτια και στα χωράφια, όπου τελούσαν αγιασμούς, παρακλήσεις ή διάβαζαν ασθενείς. Εύνοια μεγάλη για τους Αϊβαλιώτες, που έβλεπαν να γίνονται θαύματα στον τόπο τους και κόσμος πολύς να επισκέπτεται και να προσκυνάει την εικόνα της Παναγίας. Όλοι ήθελαν να αντλήσουν λίγο νερό από το αβαθές πηγάδι του αγιάσματος και να πάρουν λίγο χώμα από το σημείο που είχαν βρει την εικόνα. Η εικόνα φυλασσόταν στον ενοριακό ναό του Ιερού Νοσοκομείου, τον Άγιο Χαράλαμπο. Η Παναγία η Φανερωμένη έγινε από τότε η προστάτιδα και «Η Βασίλισσα» της πόλεως των Κυδωνιών»! Στρατής Ανδριώτης