Η ΚΥΡΊΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ.Θαυμαστή διήγηση από την Ι. Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας

Πρίν μερικές δεκαετίες, καί πρό τοῦ 1940, σ’ ἕνα χωριουδάκι τῆς Ἠλείας, ζοῦσε μιά χαριτωμένη ἀπ’ τόν Θεό ψυχή, ἡ κυρία Κατερίνα. Δέν ἤξερε καθόλου γράμματα. Ὅμως ἦταν ἕνας πολύ φωτισμένος ἄνθρωπος, μέ ἀκλόνητη καί ζωντανή πίστι, σάν κι ἐκείνη πού εἶχαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί πού ἔπεφταν καί στή φωτιά γιά τόν Χριστό, προκειμένου νά μήν Τόν ἀρνηθοῦν. Καί ἔτσι ἐκπληρώθηκαν τά λόγια τοῦ Κυρίου στη ζωή τῆς εὐλογημένης αὐτῆς ψυχῆς: «Πάντα ὅσα ἐάν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε». Διότι ὄντως ἦταν ἄνθρωπος τῆς πολλῆς προσευχῆς. Ὅταν μερικές φορές τόν Ἰούλιο μῆνα χάλαγε ο καιρός και σκοτείνιαζε ὁ οὐρανός ἀπό τά σύννεφα καί προμηνυόταν βροχή, ἐπειδή οἱ θημωνιές μέ τά στάχυα παρέμεναν στ’ ἀλώνια κι ἄν ἔβρεχε ὁπωσδήποτε θά καταστρεφόταν η σοδειά, οἱ χωρικοί ἔτρεχαν στήν κυρία Κατερίνα καί τῆς ζητοῦσαν νά προσευχηθῆ νά μή βρέξη! Κι ἐκείνη, πήγαινε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, προσευχόταν, καί τά σύννεφα ἔφευγαν! (Αὐτό μᾶς θυμίζει τόν προφήτη Ηλία.) Ὅταν ἀρρώσταινε κανείς, πάλι κατέφευγαν στήν Κατερίνα νά προσευχηθῆ, κι ἄν ὑπῆρχε κάποιο τραῦμα, κάποιος δυνατός πόνος σέ κάποιο σημεῖο τοῦ σώματος, βουτοῦσε τά δάχτυλά της στήν κανδήλα καί τό ἄλειφε σταυροειδῶς μέ λάδι. Καί, ἀνάλογα μέ τήν πίστι πού εἶχαν καί οἱ ἀσθενεῖς, ἀνταποκρινόταν καί ὁ Θεός μέ θαῦμα! Ποτέ δέ ἡ ἁγιασμένη αὐτή γυναῖκα δέν δέχθηκε χρήματα ἤ δῶρα. Ὅ,τι ἔκανε, τό ἔκανε ἀνιδιοτελῶς, μέ μεγάλη ἁπλότητα καί φυσική ταπεινοφροσύνη. Ἡ σκέψις της ἦταν παρθενική· δέν τήν μόλυνε αὐταρέσκεια ἤ ὑπερηφάνεια ἥ καί ἐγωἱσμός. Γι’ αὐτό, τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ δέν τό ἔχασε μέχρι τό τέλος τῆς ὡραίας ζωῆς της, πού ἐλαμπρύνετο ἀκόμη περισσότερο ἀπό τήν πολλή της ἐλεημοσύνη καί μάλιστα «ἐν κρυπτῷ». Κάποτε, ὁ καινούργιος παπᾶς τοῦ χωριοῦ, ἐντυπωσιασμένος ἀπό τ’ ἀποτελέσματα τῆς προσευχῆς αὐτῆς τῆς πιστῆς γυναίκας καί ὑποψιαζόμενος μήπως ὑπάρχουν μαγγανεῖες καί ἄλλου εἴδους γητεύματα, τήν φώναξε καί ἰδιαιτέρως τήν ρώτησε: – Γιά πές μου, παιδί μου Κατερίνα, τί προσευχή κάνεις μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ; Κι ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε μέ τήν φυσική της ἁπλότητα: – Ἐγώ παππούλη μου, ὅπως γνωρίζεις, δέν ξέρω γράμματα. Λέω μόνο μιά προσευχή πού μοὔμαθε ἡ γιαγιά μου. – Ποιά; τήν ρώτησε ὁ ἱερεύς. – Λέω: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος»! Καί κατόπιν ζητάω ἀπό τόν Θεό αὐτό πού μέ παρακαλοῦν οἱ συγχωριανοί μου νά ζητήσω μέ τήν προσευχή μου ἀπό τόν Χριστό ἤ καί τήν Παναγία ἤ ἀπό κάποιον ἅγιο. Ὁ ἱερεύς ἔμεινε κατάπληκτος ὅταν ἄκουσε τόν πρῶτο στίχο τοῦ κατά Ἰωάννην Εὐαγγελίου! Ἔτσι λοιπόν βεβαιώθηκε γιά τό ἄδολον αὐτῆς τῆς ψυχῆς καί τήν ἁπλῆ καί βαθειά της πίστι, πού εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τόση δύναμι στήν προσευχή της. Τόν ρώτησε ἡ κυρα-Κατερίνα: – Μήπως δέν εἶναι σωστό αὐτό πού κάνω; Νά κάνω κάτι ἄλλο; – Ὄχι, ὄχι! Πρός Θεοῦ, μήν ἀλλάξης αὐτή τήν προσευχή! Αὐτή πού ξέρεις, αὐτή πού ἔμαθες, αὐτή καί νά κάνης! Ὅταν ἦρθε ἡ φοβερή γερμανική Κατοχή, τό 1941, πού οἱ Ἕλληνες καταδικάστηκαν σέ λιμοκτονία καί ὁ κόσμος πέθαινε ἀπό τήν πεῖνα, τό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς τῆς κυρα-Κατερίνας φάνηκε ἀκόμη πιό πολύ. Ὁ συγχωρεμένος ὁ ἄνδρας της τῆς εἶχε ἀφήσει ἀρκετή περιουσία, τήν ὁποία εἶχε ἀπό τόν πατέρα του, τόν κυρ-Ἀλέξη. Μεταξύ τῶν ἄλλων, τό κελλάρι τοῦ σπιτιοῦ εἶχε λάδι. Ἔτσι ἡ Κατερίνα ἄρχισε τή διανομή στούς πεινασμένους. Εἶχε ἕνα κατσαρόλι βαθύ, τό γέμιζε καί μοίραζε γενναιόδωρα. Ὅταν οἱ ἐλεηθέντες τῆς ἔδιναν εὐχές, ἐκείνη τούς ἔλεγε: – Ὄχι σέ μένα εὐχαριστίες. Τό σιτάρι εἶναι ἀπό τήν περιουσία τοῦ πεθεροῦ μου, τοῦ μπάρμπα-Ἀλέξη. Νά λέτε: «Θεός συγχωρές τόν κυρ-Ἀλέξη». Ὅταν εἶχε μοιράσει περισσότερο ἀπό τό μισό σιτάρι, τίς ἐπτακόσιες περίπου ὀκάδες, εἶδε στόν ὕπνο της τόν πεθερό της, γιά τόν ὁποῖο ἔλεγαν ὅτι ἦταν ὁ φοβερότερος τσιγκούνης τοῦ χωριοῦ, παρ’ ὅλο πού ἦταν ἀρκετά εὐκατάστατος. Τόν εἶδε σάν κατάδικο, μέ τά μαλλιά του μεγαλωμένα μέχρι κάτω, σέ κακά χάλια, μέ γένια καί βρώμικο πολύ. Ἡ Κατερίνα πῆρε τότε ἕνα ψαλίδι, τοὖ'κοψε τά μαλλιά, τά γένια, τόν περιποιήθηκε, τόν ἔλουσε καί τόν ἔντυσε μέ καινούργια ἄσπρα ροῦχα. Καί τό πρόσωπο τοῦ κεκοιμημένου φωτίστηκε! Ἔλαμπε ὁλόκληρος! Τότε γύρισε καί τῆς εἶπε μέ ἀνακούφιση: – Νἆσαι εὐλογημένη, Κατερίνα μου! Μέ τίς ἐλεημοσύνες σου μ’ έβγαλες από τον Άδη , παιδί μου! Καί μ’ ἔκανες στρατηγό καί πρίγκηπα! Αὐτά ὅλα τά ἀφηγήθηκαν μέ συγκράτησι ὁ γυιός τῆς εὐλογημένης αὐτῆς ψυχῆς, τῆς κυρα-Κατερίνας, μαζί μέ τή γυναῖκα του (τή νύφη της δηλαδή), σ’ ἕνα προσκύνημά τους στήν Παναγία τή Βαρνάκοβα.

Τον άνθρωπο πέραν του τάφου τον περιμένει η δικαιοσύνη του Θεού....

Τον άνθρωπο πέραν του τάφου τον περιμένει η δικαιοσύνη του Θεού. Πριν τον τάφο, έχει να κάνει με την αγάπη του Θεού, με το έλεος του Θεού. Δυστυχώς ο Σατανάς κατόρθωσε σε πολλούς ανθρώπους, να τους σερβίρει ότι ο Θεός είναι καλός και αγάπη. Και το «πιπιλίζουν»: - Καλός ο Θεός. Ο Θεός είναι αγάπη και κακώς ομιλείς περί κολάσεως και τιμωριών... αγάπη ο Θεός! - Πλανάστε αγαπητοί μου! Και ποιός σας είπε, ότι είναι κακός ο Θεούλης; Ναι είναι καλός ο Θεός και είναι αγάπη, αλλά είναι και δίκαιος! Πώς του αφαιρείς την ιδιότητα της δικαιοσύνης του Θεού; Αυτός ο δίκαιος Θεός θα ζητήσει δικαιοσύνη. Ο Θεός έχει 2 «ποδάρια». Το ένα Του πόδι είναι από εδώ στην προσωρινότητα και γράφει «έλεος» και «μακροθυμία». Το άλλο Του πόδι από εκεί στην αιωνιότητα, γράφει «δικαιοσύνη». Όταν όμως ο άνθρωπος δεν κάνει καλή χρήση της χρηστότητας και της μακροθυμίας του Θεού στον κόσμο τούτο, δια του μυστηρίου της μετανοίας και της εξομολογήσεως, θα βρεθεί μπλεγμένος και θα πέσει στη δικαιοσύνη του Θεού στον κόσμο εκείνο. Ο Χριστός έχει την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου (Λουκ. 16, 19 - 31). Διαβάστε την και θα δείτε την αγάπη του Θεού και την δικαιοσύνη του Θεού. Ο πλούσιος έκανε τη ζωή του. Αδιαφορούσε και ήταν σκληρός προς τους άλλους. Και άφησε στον φτωχό Λάζαρο για νοσοκόμο, τους σκύλους να γλύφουν τις πληγές του. Όταν όμως ο πλούσιος πέθανε, τον «άρπαξε» η δικαιοσύνη του Θεού. Τα βρήκε άσχημα τα πράγματα από εκεί και ζητούσε έλεος από εκεί. Δεν έχει έλεος εκεί... Και του είπε ο Αβραάμ: - Απέλαβες τα αγαθά σου στον κόσμο. Και επειδή δεν έκανες καλή χρήση, εδώ τώρα, θα λάβεις τα άσχημα, γιατί έχεις να κάνεις με τη δικαιοσύνη του Θεού. Ο Λάζαρος απέλαβε τα άσχημα στον κόσμο και τώρα θα απολαμβάνει τα αγαθά εδώ (Λουκ. 16,25). Είναι δίκαιος ο Θεός. Δεν είναι λοιπόν ο Θεός μόνο αγάπη, όπως διατείνονται μερικοί, διότι ένας Θεός που δεν είναι δίκαιος, δεν μπορεί να είναι Θεός. Είναι λοιπόν αγάπη και δικαιοσύνη... Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 - 1982)

Ο «ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΌΣ » ΆΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

Ό γιός ενός ιερέα ήταν φοιτητής καί δυσκολεύονταν νά περάσει δύο μαθήματα. Δηλαδή δέν δυσκολεύονταν ακριβώς αλλά ό καθηγητής πού είχε τά μαθήματα τού είπε ότι δέν πρόκειται νά τόν περάσει ποτέ. Δέν τού άρεσε ή φάτσα του καί τό ότι ήταν παπαδοπαίδι μέ όλα τά.. αγιωτικά του. Αυτό τόν εκνεύριζε αφαντάστατα καί μιλούσε μέ σκαιό τρόπο στό νεαρό άνδρα ή τόν έβριζε. Πήγε καί ό πατέρας του ό παπάς καί παρακάλεσε αλλά δίχως αποτέλεσμα. Τρία χρόνια κρατούσε αυτή ή ιστορία. Ό ιερέας είπε τό πρόβλημα στόν Γέροντά του στό Άγιον Όρος. Μετά από λίγο καιρό ό Γέροντας κάλεσε τόν ιερέα πατέρα του φοιτητή καί τού είπε: «Έλιωσα τά γόνατά μου νά προσεύχομαι γιά τήν περίπτωσή σας καί ήρθε ο γέρων Πορφύριος (είχε ήδη κοιμηθεί έν Κυρίω) ό οποίος σάς παραγγέλνει νά πάει τό παιδί νά δώσει τά μαθήματα καί πάνω στήν εργασία νά σχηματίσει έναν σταυρό καί νά γράψει «Πορφύριος». Αυτό μόνον. «Έτσι καί έγινε. Ό φοιτητής έκανε ότι τού παρήγγειλε ό Άγιος. Μετά απ’ αυτό τόν καλεί ό καθηγητής καί τού λέγει: «Δέν ξέρω ποιός είναι αυτός ό άγιος, ή πώς τούς λέτε εσείς, πού έβαλες μέσον αλλά μού ζάλισε τό κεφάλι. Σού βάζω βαθμό, πάρε τό πτυχίο σου καί φύγε νά μήν σέ ξαναδώ στά μάτια μου, γιατί πολύ μέ ενόχλησε…αυτός.» Τό παιδί είναι πιά πτυχιούχος, συχνός επισκέπτης τού Αγίου Όρους καί -μετά από τό κραυγαλέο τής αγάπης τού Κυρίου γεγονός- επιθυμεί νά ιερωθεί. Καί βέβαια ποτέ δέν μάθουμε τόν τρόπο μέ τόν οποίο ό αγαπημένος μας παππούλης «ενόχλησε» τόν κύριο καθηγητή…. Εκτός καί άν ή «ενόχληση» τόν φέρει σέ μετάνοια (τό ευχόμαστε) καί..διπλώσει τό θαύμα!

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ-Ἡ αἴσθηση ἀναξιότητας μπροστά στόν Θεό εἶναι αὐτή που μᾶς δίνει τελικά ἀξία στά μάτια του.

Ἕνας Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος στὴν Καπερναοὺμ πλησίασε τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ θεραπεύσει τὸν παράλυτο δοῦλο του, ποὺ βασανιζόταν πολὺ ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ ἦταν κοντὰ στὸν θάνατο. Ὁ Χριστὸς προθυμοποιήθηκε νὰ μεταβεῖ στὸ σπίτι του καὶ νὰ τὸν θεραπεύσει, ὅμως ὁ ἑκατόνταρχος ἀντέτεινε ὅτι θεωρεῖ ἀνάξιο τὸν ἑαυτό του νὰ δεχτεῖ τὸν Χριστὸ «ὑπὸ τὴν στέγην» του. Ἀλλά, πιστεύοντας ὅτι ὁ Χριστὸς ἐξουσιάζει τὰ πάντα, τοῦ ζήτησε νὰ δώσει μιὰ ἁπλὴ ἐντολὴ καὶ ἡ ἀρρώστια θὰ τὸν ὑπακούσει καὶ θὰ φύγει, ὅπως αὐτὸς δίνει ἐντολὲς σὲ στρατιῶτες καὶ δούλους ποὺ βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐξουσία του καὶ αὐτοὶ ὑπακούουν. Ὁ Χριστὸς θαύμασε τὴν πίστη του καὶ τὴν ἐπαίνεσε. Καὶ φυσικὰ θεράπευσε μὲ ἕνα λόγο τὸν δοῦλο του (Κυριακὴ Δ΄ Ματθαίου). Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς παραθέτει καὶ μιὰ ἐλαφρῶς διαφορετικὴ ἐκδοχὴ γιὰ τὸ γεγονός, κατὰ τὴν ὁποία, ὁ ἑκατόνταρχος θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἐντελῶς ἀνάξιο νὰ παρουσιασθεί αὐτοπροσώπως μπρὸς στὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιστρατεύει μερικοὺς ἀπὸ τοὺς «πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων», κάποιους δηλαδὴ προεστούς, νὰ μεσιτεύσουν γιὰ χάρη του καὶ νὰ παρακαλέσουν γιὰ τὸ αἴτημά του (Λουκ. 7, 3). Δείχνει ἕνα ἀπολύτως ὑγιὲς πνευματικὸ φρόνημα: Τὴν αἴσθηση ἀναξιότητας μπρὸς στὸ ἀπέραντο θεϊκὸ μεγαλεῖο ποὺ ἀποκτοῦν οἱ ἅγιοι, ὅσο περισσότερο πλησιάζουν τὸν Θεό. Αὐτὸ ἐπισυμβαίνει στοὺς ἁγίους μὲ τὴν ὄξυνση τῆς πνευματικῆς τους ὅρασης. Ἂν ἐδῶ, στὴν παροῦσα ζωή, ἔχουμε μιὰ ἀμυδρὴ μόνο αἴσθηση τῶν οὐρανίων πραγμάτων, ἂν τώρα βλέπουμε τὰ πάντα σὰν μέσα ἀπὸ ἕνα θαμπὸ καθρέφτη, «δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι» (Α΄ Κορ. 13, 12), παραμένει δηλαδὴ ἐν πολλοῖς αἰνιγματική, ἀνεξήγητη ἡ εἰκόνα τῆς θείας πραγματικότητας, στοὺς ἁγίους ὡστόσο τὰ πνευματικὰ αἰσθητήρια ἀναβαθμίζονται. Τὸ ἀπέραντο μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται στὰ μάτια τους καθαρότερα. Ὅσο πιὸ κοντά του πηγαίνουν, τόσο περισσότερο συνειδητοποιοῦν τὴν ἄπειρη τελειότητά του καὶ τὴ δική τους ἀτέλεια. Καί, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἀναδεικνύεται τὸ τεράστιο χάος ποὺ χωρίζει τὰ δυὸ διαφορετικά, ἀνόμοια μεγέθη: Τὸ ἀσύλληπτο μέγεθος τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ πεπερασμένο, κατ’ οὐσίαν ἀσήμαντο, μέγεθος τοῦ ἀνθρώπου. Μπρὸς στὸ ἀνυπέρβλητο θεϊκὸ μεγαλεῖο ἀκόμα καὶ οἱ τελειότερες ἀγγελικὲς δυνάμεις, τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφίμ, στέκονται μετὰ φόβου καὶ τρόμου, μὲ δέος δηλαδὴ καὶ ἀπέραντο σεβασμό. Ἀλλὰ καὶ «πᾶσα σὰρξ βροτεία». Κάθε ἄνθρωπος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἀγγέλους, βαρύνεται ἀπὸ πλῆθος ἁμαρτιῶν καὶ ἡ ἀπόστασή του ἀπὸ τὴν ὑπερβάλλουσα καθαρότητα τοῦ Θεοῦ μεγαλώνει ἐπικίνδυνα. Δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴ δέουσα καθαρότητα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τουλάχιστον ἂς ἔχουμε τὴ συναίσθηση τῆς τεράστιας αὐτῆς διαφορᾶς, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ ἑκατόνταρχος. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοι μᾶς συμβουλεύουν νὰ στεκόμαστε μπροστά του καὶ νὰ προσευχόμαστε ταπεινά. Νὰ παραδεχόμαστε ἀφ’ ἑνὸς τὴ δική μας ἀδυναμία καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. Νὰ ὑψώνουμε τὸν Θεὸ στὴ θέση ποὺ τοῦ ἁρμόζει καὶ νὰ κατεβάζουμε τὸν ἑαυτό μας στὴ θέση ποὺ μᾶς ἀναλογεῖ. Ὄχι νὰ τὰ ἀνακατεύουμε ὅλα, νὰ ὑψώνουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ κατεβάζουμε τὸν Θεὸ (ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς). Ἡ προσευχή μας νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιά μας μὲ αἴσθημα μετάνοιας, νὰ κάνει τὰ μάτια μας νὰ τρέχουν δάκρυα (ἅγ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος). Ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι ταπεινὴ καὶ νὰ θρηνεῖ ἀδιάκοπα τὴν ἀναξιότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά της. Νὰ στέκεται γεμάτη φόβο μπροστὰ στὴ μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ (ἅγ. Λουκᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Κριμαίας). Ἡ αἴσθηση ἀναξιότητας μπροστὰ στὸν Θεὸ εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς δίνει τελικὰ ἀξία στὰ μάτια του.

''Επί τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων...''

Ἡ ἑορτή τῆς Συνάξεως τῶν δώδεκα ἀποστόλων ἀποτελεῖ ἀντανάκλαση τῆς μεγάλης χθεσινῆς ἑορτῆς τῶν πανευφήμων καί πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, προεκτείνει δηλαδή τήν τιμή πού ἀποδίδει ἡ ᾽Εκκλησία μας στούς μεγάλους αὐτούς ἀποστόλους: κατά τήν ὑμνολογία, στόν μέν Πέτρο τήν τιμή τοῦ προεξάρχοντος τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στόν δέ Παῦλο τήν τιμή τοῦ κοπιάσαντος ὑπέρ πάντας ἄλλους στό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου σέ ὅλα τά ἔθνη. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο μέ ὅ,τι διαπιστώνουμε στίς μεγάλες ἑορτές τῆς ᾽Εκκλησίας: μετά ἀπό ἕνα σπουδαῖο γεγονός, τήν ἑπομένη τιμᾶται τό πρωταγωνιστοῦν πρόσωπο. ᾽Αντιστοίχως λοιπόν σήμερα: μετά τήν ἑορτή τῶν πρωτοθρόνων λεγομένων ἀποστόλων ἑορτάζουμε συνολικά ἐκείνους πού εἶχαν τήν ἴδια ἰδιότητα μέ αὐτούς, τήν ἰδιότητα καί τό χάρισμα τοῦ ἀποστόλου. Ἡ σύναξη τῶν ἀποστόλων, πέραν τοῦ ὅτι δίνει τήν ἀφορμή γιά νά δεῖ κανείς τήν κατά Χριστόν βιοτή καί τό ἔργο καθενός ἀπό αὐτούς, θέτει τόν προβληματισμό τῆς ἀποστολικότητας τῆς ᾽Εκκλησίας, τί σημαίνει δηλαδή ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι ἀποστολική, ὅπως τό ὁμολογοῦμε διαρκῶς στό σύμβολο τῆς πίστεως: πιστεύουμε ῾εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν ᾽Εκκλησίαν᾽. Ἡ ᾽Εκκλησία μας λοιπόν εἶναι ἀποστολική, διότι θεμελιώνεται ῾ἐπί τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων᾽. Βασικός θεμέλιος λίθος, βασικό ἀγκωνάρι εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός - ὁ Ἱδρυτής καί ἡ Κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας - ὑπόλοιποι θεμέλιοι λίθοι, κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι οἱ ἀπόστολοί Του. ᾽Εκεῖνοι κλήθηκαν ἀπό τόν Χριστό καί ἔλαβαν τήν ἐντολή νά εἶναι οἱ μάρτυρές Του, ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, νά φανερώνουν δηλαδή τή ζωή Του καί νά συνδέουν μέσω αὐτῶν τούς ἀνθρώπους μέ τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ μέ τόν Θεόν Πατέρα. ῾Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς,… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾽ ἡμῶν. Καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ (Α´᾽Ιωάν. 1, 1-3). ῎Ετσι κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τόν Χριστό ἔξω ἀπό τήν κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους, πού σημαίνει δέν μπορεῖ κανείς νά ζεῖ τόν Θεό ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἀποστολική. Κάθε διαφορετική ἐκτός ᾽Εκκλησίας σχέση μέ τόν Θεό - διότι ῾τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ᾽ - συνιστᾶ ἁπλῶς δρόμο, πού ὁδηγεῖ τόν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο μέσα στήν ᾽Εκκλησία καί ὄχι κατευθεῖαν στόν Θεό. ῎Ας θυμηθοῦμε ἐν προκειμένω τόν ἅγιο Κορνήλιο: μπορεῖ οἱ προσευχές του νά ἀνέβαιναν ὡς θυμίαμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως σημειώνουν οἱ Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων, ᾽Εκεῖνος ὅμως ἔστειλε τόν ἀπόστολο Πέτρο, προκειμένου νά τόν κατηχήσει καί νά τόν βαπτίσει, ὥστε ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας νά ἔχει ζωντανή καί ἐνεργή σχέση μαζί Του. Μέ βάση τά παραπάνω: ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ τελειώνει μέ τόν θάνατο καί τοῦ τελευταίου τῶν ἀποστόλων, συνεπῶς ἡ ἀποκάλυψη δέν συνεχίζεται, ἐνῶ κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους στό χῶρο τῆς ᾽Εκκλησίας σημαίνει: 1) ὑπακοή σέ ὅ,τι ἐκεῖνοι δίδαξαν γιά τόν Χριστό, ὅτι δηλαδή εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός πού ἦρθε πρός σωτηρία τοῦ κόσμου, 2) μίμηση, ὅσον τό δυνατόν σέ ἐμᾶς, τῆς θεοφιλοῦς ζωῆς τους: νά ἀκολουθοῦμε δηλαδή τά δικά τους χνάρια ζωῆς, τά ὁποῖα ῾πατᾶνε᾽ πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. π.Γεώργιος Δορμπαράκης