Η Μονή Νικούλα και ή θαυματουργή Είκόνα τής Παναγίας

Τό μοναστήρι Νικούλα εύρίσκεται στό βορειοδυτικό μέρος τής Ρουμανίας, στόν νομό Κλούζ. Τό Κλούζ είναι πόλις, έδρα τοῦ νο­μού καί τής 'Αρχιεπισκοπής. 'Από έδώ λοιπόν απέχει 45 χιλιόμε­τρα, ένώ άπό τήν γειτονική πόλι Γκέρλα 5 χιλιόμετρα. Τά πρώτα βήματα τής μοναχικής ζωής στό μοναστήρι αύτό άρχίζουν τόν 14ο αίώνα, άφ' ότου ό μεγαλόσχημος μοναχός Νικόλα­ος, άπό τόν όποιον έλαβε καί τό μοναστήρι τό όνομά του, ύψωσε μία'ξύλινη έκκλησία καί άρκετά κελλιά, στούς πρόποδες ένός δα­σώδους λόφου, όπου καί άσκήτευσε μέ μία όμάδα μαθητών του. 'Από τότε καί μέχρι σήμερα διατηρείται ή μοναχική ζωή καί παράδοσις στό Νικούλα έν μέσω ποικίλων καί δύσκολων εθνικών καί θρησκευτικών περιπετειών. Τό πολυτιμότερο θησαύρισμα τής Μονής είναι ή Θαυματουργός Είκών τής Παναγίας, ζωγραφισμένη τό 1681 άπό ένα ιερέα ονόματι Λουκά. Τό γεγονός τής θαυματουργίας της συνδέεται μέ τήν ροή δακρύων τής Θεοτόκου πού έγινε τό 1698 στίς 12 Φεβρουαρίου καί 15 Μαρτίου. "Εκτοτε έγιναν πολλά θαύματα πού άποδεικνύουν τήν θαυματουργική χάρη τής Εικόνος, άλλά καί τήν εύλάβειά καί πίστι τοῦ λαοῦ. Εορτάζεται στήν Κοίμηση τής Θεοτόκου καί είναι ένα ά­πό τά μεγαλύτερα έθνικά καί θρησκευτικά προσκυνήματα τής Ρου­μανίας. Σήμερα αύτή ή Είκών εύρίσκεται, γιά λόγους άσφαλείας, στό παρεκκλήσιο τής 'Αρχιεπισκοπής Κλούζ Ναπόκα, ένώ στήν Μονή ύπάρχει άντίγραφο αύτής. Στήν Μονή ύπάρχουν συνολικώς τρεις έκκλησίες: Ή κεντρική, κτισμένη μέ πέτρα τόν περασμένο αίώνα καί άγιογραφημένη πρό 25 έτών καί τιμάται στόν Τίμιο Πρόδρομο, Προστάτη καί Πολιού­χο τής Μονής, ή δεύτερη είναι ξύλινη πρό τιμήν τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, όπου έδώ φυλάγεται μία σπουδαία συλλογή άπό εικόνες σέ ξύλο ή τζάμι καί τό τρίτο παρεκκλήσιο τού Εύαγγελισμοῦ τής Θεοτόκου χρησιμοποιείται γιά τούς θερινούς κυρίως μήνας. Αγιο­γραφήθηκε πρόσφατα καί έγκαινιάσθηκε τό 1959. Εικόνες σέ τζάμι ύπάρχουν πολλές καί στήν τράπεζα τής Μονής. Ή τοποθεσία είναι έξαιρετικά ώραία καί ήσυχη, κατάλληλη γιά προσευχή, γι' αύτό καί προσελκύει πλήθος προσκυνητών.

Ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός και ο Άγιος Παντελεήμων μέσα στο χειρουργείο!

Μιά νέα κοπέλα πήγε νά χειρουργηθεί σέ νοσοκομείο τής Συμφερούπολης, στην νότια Ουκρανία. Ή κατάσταση της ήταν πολύ σοβαρή καί ή εγχείρηση δύσκο­λη κι επικίνδυνη. Ή γιατρός πού θά τη χειρουργούσε κάλεσε τή μητέρα τής ασθενούς καί τής είπε: – Ή εγχείρηση είναι πολύ δύσκολη κι επικίνδυνη. Δέν μπορώ νά σάς εγγυηθώ τίποτα. Δέν ξέρω άν ή κόρη σας βγεί ζωντανή. Δέν υπήρχε άλλη επιλογή. Ή νέα οδηγήθηκε στό χειρουργείο. Σ’ όλη τή διάρκεια τής εγχείρησης ή μητέρα καθόταν στην αυλή του νοσοκο­μείου καί μέ δάκρυα στά μάτια προσευχόταν στον άγιο Λουκά τον Ιατρό καί στον άγιο Παντελεήμονα νά βοηθήσουν. Σέ κάποια στιγμή μπροστά στά μάτια τής μητέρας εκτυλίχθηκε ένα καταπληκτικό γεγονός: ό τοίχος του νο­σοκομείου έγινε διάφανος, σάν τζάμι. Φάνηκε ή αίθουσα του χειρουργείου. Στό χειρουργικό κρεβάτι ήταν ή κόρη της καί γύρω ή γιατρός που τή χειρουργούσε μέ τους συναδέλφους της. Δίπλα της στεκόταν ή νοσοκόμα-έργαλειοδότρια πού κρατούσε τά χειρουργικά εργαλεία. Καί τό ακόμα θαυμαστότερο: Δίπλα στή γιατρό είδε καί τους Αγίους γιατρούς στους οποίους η ίδια προσευχόταν. Αριστερά στεκόταν ο Άγιος Παντελεήμονας μέ μιά λαμπάδα αναμμένη. Δεξιά στεκόταν ο Άγιος Λουκάς, ό όποιος έπαιρνε κάθε τόσο τά εργαλεία από τη νοσοκό­μα καί τά έδινε στη γιατρό! Ή μητέρα έπεφτε από έκπληξη σε έκπληξη. “Ενιωσε ότι ή προσευχή της εισακούστηκε. Όταν τελείωσε ή εγχείρηση, ή γιατρός βγήκε χαρού­μενη καί ενθουσιασμένη. Φώναξε τη μητέρα καί της είπε: – Πήγαμε πολύ καλά, ανέλπιστα καλά! Τότε ή μητέρα της διηγήθηκε τό θαυμαστό γεγονός πού έζησε. Ή γιατρός έμεινε αποσβολωμένη. “Εκανε τό σταυρό της καί ομολόγησε: – Τώρα κατάλαβα. Όση ώρα χειρουργούσα καί ήθελα κάποιο χει­ρουργικό εργαλείο, δέν προλάβαινα νά τό πω στη νοσοκόμα. Μέ τό πού σκεφτόμουν ποιο εργαλείο θέλω, τό είχα στά χέρια μου.

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΕΥΚΟΥ

«Γιάννη, γιατί ἔκοψες τὸν πεῦκο;γιατί; γιατί;» «Ἀγέρας θάναι» λέει ὁ Γιάννης,καὶ περπατεῖ. Ἀνάβει ἡ πέτρα, τὸ λιβάδι βγάνει φωτιά·νά βρισκε ὁ Γιάννης μιὰ βρυσούλα, μιὰ ρεματιά! Μὲς στὸ λιοπύρι, μὲς στὸν κάμπο νὰ ἕνα δεντρί...Ξαπλώθη ὁ Γιάννης ἀποκάτου δροσιὰ νὰ βρῆ. Τὸ δέντρο παίρνει τὰ κλαδιά του καὶ περπατεῖ! «Δὲ θ’ ἀνασάνω» λέει ὁ Γιάννηςˑ«γιατί; γιατί;» -«Γιάννη, ποῦ κίνησες νὰ φτάσης;» -«Στὰ Δυὸ χωριά». -«Κι ἀκόμα βρίσκεσαι δῶ κάτου;Πολὺ μακριά!» -«Ἐγὼ πηγαίνω, ὅλο πηγαίνω.Τί ἔφταιξα γώ; Σκιάζεται ὁ λόγκος καὶ μὲ φεύγει,γι’ αὐτὸ εἶμαι δῶ. »Πότε ξεκίνησα; Εἶναι μέρες...γιὰ δυὸ, γιὰ τρεῖς...Ὁ νοῦς μου σήμερα δὲν ξέρω, τ’ εἶναι βαρύς». —«Νὰ μιὰ βρυσούλα, πιὲ νεράκι,νὰ δροσιστῆς». Σκύβει νὰ πιῆ νερὸ στὴ βρύση,στερεύει εὐθύς. Οἱ μέρες πέρασαν κι οἱ μῆνες,φεύγει ὁ καιρός·στὸν ἴδιον τόπο εἶν’ ὁ Γιάννης κι ἂς τρέχη ἐμπρός... Νὰ τὸ χινόπωρο, νὰ οἱ μπόρες!μὰ ποῦ κλαρί;Χτυπιέται ὀρθὸς μὲ τὸ χαλάζι, μὲ τὴ βροχή. «Γιάννη, γιατί ἔσφαξες τὸ δέντρο τὸ σπλαχνικό, πούρριχνεν ἴσκιο στὸ κοπάδι καὶ στὸ βοσκό;» »Ὁ πεῦκος μίλαε στὸν ἀέρα—τ’ ἀκοῦς; τ’ ἀκούς;—καὶ τραγουδοῦσε σὰ φλογέρα στους μπιστικούς. »Φρύγανο καὶ κλαρὶ τοῦ πῆρες,καὶ τὶς δροσιές,καὶ τὸ ρετσίνι του ποτάμι ἀπ’ τὶς πληγές. »Σακάτης ἤτανε κι ὁλόρθος,ὡς τὴ χρονιὰ ποὺ τὸν ἐγκρέμισες γιὰ ξύλα,Γιάννη φονιά!» -«Τὴ χάρη σου, ἐρημοκλησάκι,τὴν προσκυνῶˑβόηθα νὰ φτάσω κάποια ὥρα καὶ νὰ σταθῶ...»Ἡ μάνα μου θὰ περιμένη κι ἔχω βοσκή... κι εἶχα καὶ τρύγο... Τί ὥρα νάναι καὶ τί ἐποχή;»Ξεκίνησα τὸ καλοκαίρι—νὰ στοχαστῆς—κι ἦρθε καὶ μ’ ἦβρεν ὁ χειμῶναςμεσοστρατίς. »Πάλι Ἁλωνάρης καὶ λιοπύρι! πότε ἦρθε; πῶς;Ἅγιε, σταμάτησε τὸ λόγκο ποὺ τρέχει ἐμπρός. »Ἅγιε τὸ δρόμο δὲν τὸν βγάνω—μὲ τί καρδιά;—Θέλω νὰ πέσω νὰ πεθάνω,ἐδῶ κοντά». Πέφτει σὰ δέντρο ἀπ’ τὸ πελέκι... Βογκάει βαριά.Μακριά του στάθηκε τὸ δάσος,πολὺ μακριά. Ἐκεῖ τριγύρω οὔτε χορτάριφωνὴ καμιά. Στ’ ἀγκάθια πέθανε, στὸν κάμπο,στὴν ἐρημιά. ''Τὰ ψηλὰ βουνὰ'' α' έκδοση, 1918 Συγγραφέας: Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Παρανάλωμα τοῦ πυρὸς καί χίλια κομμάτια δέν γίνεται μόνον ἡ Πατρίδα μας. Παρανάλωμα τοῦ πυρὸς καί χίλια κομμάτια γίνεται καθημερινά ἡ Ψυχή μας.

Συγκλονιστικό τὸ δρᾶμα τῆς Ἑλλάδος. Ὁ πυρετὸς τῆς ἄρρωστης, ἔκπτωτης Πολιτείας. Πῶς νὰ χωρέσει τοῦ ἀνθρώπου ὁ νοῦς τὸν μηχανισμὸ τῆς καταστροφῆς; Ζοῦμε τὴν ἄκρα ἐποχὴ. Τὸν τέλειο ἐξευτελισμό. Τὰ χρόνια τῆς βαρβαρότητας. Τῆς ἀπαιδευσίας, τῆς ἀτοκίας, τῆς δυστοπίας. Τὴν βεβήλωση τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Δημοκρατίας. Μία ὁλόκληρη Πολιτεία βουτηγμένη στὴ σήψη καὶ τὴν ἀθλιότητα. Μιὰ μητροπολιτική Ἀθήνα ποὺ περιφρονεῖ τὴν ἐνδοχώρα, ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὶς ἄκρες καὶ τὶς ρίζες, γίνεται στὸ τέλος ἐπαρχία. Μὲ τὴν πλάτη γυρισμένη στὸ παρελθόν, μονόχνωτα καὶ μονόπλευρα, κοιτάζουν τὸν ἑαυτὸ τους. Τίμια πολιτικὰ κόμματα μὲ τὴν ἔννοια ποὺ ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ εἶναι τίμιος, δὲν ὑπάρχουν. Καὶ μόνον ἡ λέξη κόμμα ἀρκεῖ. Δὲν ἀντιπροσωπεύουν τὸ ὅλον, ἀλλὰ τὸ μέρος, κομματιάζοντας, ἀποδομῶντας τὸν Ἑλληνισμό. Ἐδῶ καὶ 192 χρόνια, ἡ Δημοκρατία κυβερνᾶται μὲ τὴν ἐναλλαγὴ στὴν ἐξουσία τῶν κομματιῶν (κομμάτων) τοῦ συνόλου. Καὶ, ὅταν ἕνα κομμάτι –ὁποιοδήποτε κομμάτι ἢ μέρος αὐτοῦ- κυβερνᾶ μόνιμα τὸ σύνολο, τότε δέν ὁμιλοῦμε γιὰ Δημοκρατία, ἀλλά γιὰ τυραννία. Τέτοια, δηλαδὴ τυραννικὰ, εἶναι ὅλα τὰ μονοκομματικὰ ἐπὶ τῆς οὐσίας κράτη. Καθημερινὰ ἀγωνίζονται νὰ μᾶς πείσουν μὲ κάθε λογῆς τεχνάσματα, μὲ προσχήματα καὶ προτάσεις ἁμαρτωλές, γιὰ τὸ ἀντίθετο. Στρεβλώσεις καὶ ἀλλοιώσεις ὑφαίνουν μία κοινωνία διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ γνωρίζαμε. Μία κοινωνία στὴν ὁποία τὸ Ἔθνος τελεῖ ὑπὸ διωγμὸν καὶ μία κοινωνία στὴν ὁποῖα τὸ κράτος δὲν ὑπάρχει. Καὶ ὡς γνωστόν, τὸ κράτος δὲν ἐπανιδρύεται μὲ ἐπιτροπές, ἀναθεωρήσεις καὶ πάσης φύσεως παραποιήσεις. Ἀντιθέτως, κατεβαίνει σκαλοπάτια. Πιὸ κάτω καὶ ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία ποὺ βρισκόταν στὸ ὄχι καὶ τόσο μακρυνὸ παρελθόν. Δυσάρεστη ἡ διαπίστωση, ὅσο δυσάρεστο εἶναι καὶ το αἴσθημα ποὺ ἀφήνουν πίσω τους οἱ ἀλλεπάλληλες καταστροφὲς καὶ ταπεινώσεις ποὺ ὑφίσταται ὁ Ἑλληνισμός. Ὅμως. Ὁ Ἑλληνισμός εἶναι αὐθύπαρκτο προϊόν τῆς Ἑλληνικῆς Γῆς. Μέσα ἀπό τὸ φυσικό περιβάλλον ὁ Ἕλλην ἀντλεῖ Δύναμη, Ἀξία καὶ Σκοπό. Ποιὸς νοήμων ἄνθρωπος δὲν γοητεύεται ἀπό τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Τοπίου; Τὸ γνωρίζουν καὶ τὸ γνωρίζουμε. Παρανάλωμα τοῦ πυρὸς καὶ χίλια κομμάτια δὲν γίνεται μόνον ἡ Πατρίδα μας. Παρανάλωμα τοῦ πυρὸς καὶ χίλια κομμάτια γίνεται καθημερινά ἡ Ψυχή μας. Οἱ ἰδεολογικοὶ ἐμπρηστὲς καὶ μακελάρηδες, ποὺ μὲ τὶς πράξεις τους καταστρέφουν τὴν Χώρα, τὸ φυσικό περιβάλλον,τὸ Ἑλληνικό Τοπίο, τὴν Ἱστορία, τὴν Γλῶσσα καὶ τὸν Πολιτισμό μας, εἶναι πρόσωπα εὐυπόληπτα. Ὑπαίτιοι αὐτῆς τῆς πολιτικῆς δὲν εἶναι μόνον οἱ κυβερνῶντες. Συνυπαίτιοι εἶναι καὶ οἱ ἀσκοῦντες τὴν ἀντιπολίτευση, διότι συμπορεύονται. Μὲ τὶς βακτηρίες τους βεβαίως. Καὶ αὐτὸ μεταφράζεται σὲ πασίδηλες ὀπισθοχωρήσεις καὶ παραχωρήσεις, σὲ ὅλα τὰ μέτωπα. Γιὰ κάποιους ἡ Συνείδηση δὲν ἔχει καὶ τόση σημασία. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὅμως; Τὸ ἀχαλίνωτο ἔνστικτο τοῦ κέρδους ἔχει ὑποκαταστήσει τὴν ἔσω φωνῇ. Ἐκείνη, τὴν θεία προσταγὴ ποὺ ὁρίζει τὸ Εἶναι καὶ τὸ Πράττειν. Παρουσιάζοντας τὴν καταστροφὴ ὡς "Ἀνάγκη", δειλοὶ καὶ ἀμαθεῖς βάρβαροι καταστρέφουν τὴν Μνήμη τοῦ Λαοῦ. Ἡ "Ἀνάγκη" ὡς χρηστικότητα ἔχει καταλάβει αὐθαίρετα καὶ καταχρηστικὰ κάθε νόμιμη ἐξουσία. Ὠφελιμιστὲς ποὺ ἀρέσκονται στὴν ταπείνωση τοῦ ἀνθρώπου δὲν αἰσθάνονται τίποτε. Καμμία τύψῃ μπροστὰ στὴν ἀνηλεῆ κακοποίηση τῆς Ἑλληνικῆς Γῆς. Στὸν βωμό του ἀδηφάγου κέρδους, μαζὶ μὲ τὴν Ἑλληνικὴ Γῆ, θυσιάζεται καὶ τὸ Πολίτευμα. Καὶ ἡ Παιδεία τῶν Ἑλλήνων. Κανένας σεβασμὸς στὴν ἱστορική συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ Ἑλλὰς ἀποσυντίθεται. Φίλτατε Ἀναγνώστη. Τὸ αἴτιο τῆς καταστροφῆς δὲν εἶναι ἡ ἀναντίρρητη Ἀνάγκη. Τὸ πρόβλημα ἔγκειται στὸν Τρόπο ποὺ ἀνεχόμαστε νὰ ἱκανοποιεῖται ἡ ὅποια "ἀνάγκη". Ἔχουμε ἀναρωτηθεῖ ποτέ - ἀτομικά καὶ συλλογικά- ποιά εἶναι ἡ αἰσθητικὴ θεώρηση τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας; Ποιός εἶναι ὁ συμβολισμὸς τῶν θεσμικῶν ἐνεργειῶν καὶ πρωτοβουλιῶν; Σὲ ποιὲς σκέψεις, σὲ ποιά αἰσθήματα, σὲ ποιά δημιουργικότητα τῶν Ἑλλήνων προσβλέπουν; Ποιά θὰ εἶναι σὲ 30 χρόνια ἡ μοναδικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Τοπίου; Πῶς ὁραματίζεται ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία τὴν μορφολογία τοῦ Ἑλληνικοῦ τοπίου καὶ τὴν σχέση του μὲ τὸν Ἑλληνικὸ Λαό; Ποιά εἶναι ἡ μήτρα ποὺ θρέφει αὐτὴ τὴν σκέψῃ; Ποιά εἶναι ἡ σχέση αὐτῆς τῆς Πολιτείας μὲ τὴν Ἱστορία; Ποιά εἶναι ἡ Ἑλλάς ποὺ συντίθεται; Τὰ περιθώρια στενεύουν. Ἐὰν ἐπιθυμοῦμε νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴν στυγνή ἐνατένιση τοῦ μηδενὸς στὴν ἀπόλυτη κατάφαση τῆς Ζωῆς, ἡ γενιά μας πρέπει νὰ γίνει ἡ σύνοψη ὅλων ἐκείνων τῶν ἰδιοτήτων ποὺ ὑφαίνουν τὸν Ἐθνικό μας χαρακτῆρα. Καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψουμε τὴν αὐτοκαταστρεπτικὴ πορεία ποὺ ἀτιμάζει τὴν καθαγιασμένη Ἑλληνικὴ Γῆ. Καιρὸς νὰ ἐπιλέξουμε μία στρατηγικὴ ὑψηλοῦ ἤθους ἡ ὁποία θὰ προσεγγίζει βιωματικὰ κάθε πολιτικὴ πράξῃ. Λέει ὁ Ποιητής. "(..) ἐχθρὸς γάρ μοι κεῖνος ὁμῶς Ἀΐδαο πύλῃσιν ὅς χ᾽ ἕτερον μὲν κεύθῃ ἐνὶ φρεσίν, ἄλλο δὲ εἴπῃ." Ἐχθρὸς μου εἶναι ἐκεῖνος, ὅσο καὶ τοῦ Ἄδη οἱ πύλες, ἐκεῖνος πού ἄλλα κρύβει στὸν νοῦ του καὶ ἄλλα λέει. Διαχρονικό τὸ Ὁμηρικό πρόταγμα. Ὁ Ἕλλην ἐκ φύσεως ἀρνεῖται τὴν τυραννία καὶ τὴν βαρβαρότητα. Ὑπό τὸ πρίσμα τῶν κλιμακουμένων ἐξελίξεων στὰ μείζονα ζητήματα τῆς Ἐθνικῆς ἀσφαλείας καὶ κυριαρχίας, ὀφείλουμε νὰ συσκεφθοῦμε. Ὀφείλουμε νὰ συλλειτουργήσουμε σὲ ἕνα Σῶμα. Σέ Μέλλον Ἑλληνικό, ἀντάξιο τοῦ Ὀνόματός μας, θά φθάσουμε ἄν καί μόνον ἄν κρατήσουμε ζωντανή τήν Ἐθνική μας Ταυτότητα, Αὐτοπεποίθηση καὶ Συνοχή. Ἡ ἀκήρατος Πολιτεία, τὸ ἀσύλληπτο τῆς Ἑλλάδος, εἶναι Ἐκεῖ.

Μήνυμα μέσα από τη φυλακή του Μητροπολίτη Παύλου, Καθηγούμενου της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου.

Μήνυμα μέσα από τη φυλακή απέστειλε ο Μητροπολίτης Παύλος, Καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου. Το μήνυμα του Σεβασμιωτάτου έχει ως εξής: Ειρήνη υμίν, αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί, Σας γράφω από τον χώρο προφυλάκισης Λουκγιάνοφ του Κιέβου, όπου τη δεκαετία 1920-1930 κρατήθηκαν αδελφοί της Αγίας μας Λαύρας. Απαίτησαν από μένα να εκκενώσουμε τη Λαύρα, να προδώσω εσάς και τους δικούς σας με σκοπό τον μελλοντικό εκβιασμό και τους ελέγχους από την Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας, κάτι που δεν έπραξα. Όλες οι κατηγορίες είναι απόλυτα ψευδής... Οι πονηροί μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένων και εκ των αδελφών, αδυνατούν να μου προσάψουν κάτι ως κατηγορία. Οι δικηγόροι είναι ικανότατοι, όμως δεν τους ακούει κανείς. Το λέγω αυτό, επειδή στις εγκαταστάσεις που κρατούμαι όλοι είναι οι πολιτικοί κρατούμενοι. Οι δικαστικές αποφάσεις είναι προ πολλού προετοιμασμένες. Ο εισαγγελέας, ο ανακριτής και ο δικαστής είναι οι ίδιες τρόικες, που κάποτε καταδίκασαν τον Μιχαήλ Σεμιόνοβιτς Λιτβινένκο (μακαριστός διευθυντής χορωδίας της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου – σ.τ.μ.) και άλλους ομολογητές και μάρτυρες της πίστεως. Άκουσα στο διάδρομο της προφυλακίσεως, ότι τελώ υπό ειδική επίβλεψη: τρεις κλειδαριές και προφανώς τα κλειδιά τους τα έχουν τρεις διαφορετικοί άνθρωποι, τους οποίους με τη σειρά του ελέγχει ο πρώτος της χώρας. Παρακαλώ πολύ τις άγιες σας προσευχές. Δεν χρειάζεσθε κάποιους ξενόφερτους καθηγουμένους, όλη η αδελφότητά μας είναι αντάξια, μόνον όσα κάνετε κάντε με ευλογία, με υπομονή και με βαθιά πίστη, τότε ο Θεός, η Παναγία και οι Όσιοι πατέρες δε θα εγκαταλείψουν ούτε εσάς, αλλά ούτε εμένα τον ευτελή. Ήθελαν να με απαγορεύσουν την πρόσβαση όχι μόνον στην Αγία Λαύρα, αλλά και σε οποιοδήποτε ναό προφανώς όλης της πολυβασανισμένης Ουκρανίας. Είμαι άνθρωπος της Αγίας Εκκλησίας, θρησκευόμενος, και με τη βοήθεια του Θεού θα τα αντέξω όλα. Επικαλούμαι επί όλους σας την ευλογία του Θεού. Η ελπίδα μου μετά τον Ιησού Χριστό, την Παναγία και τους Οσίους πατέρες των Σπηλαίων του Κιέβου είναι εσείς. Ο Θεός να φυλάξει όλους σας. Ο υμέτερος ευτελής δέσμιος και ευχέτης, † Μ. Παύλος Όλους σας αγαπώ πάρα πολύ και εκτιμώ, Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.