Δέν εἶδαν τό μυστήριο τῆς ζωῆς μέ σεβασμό....

Φοβοῦμαι γενικῶς ότι ἡ ἀνθρωπότητα ἡ σημερινή πῆγε πολύ πιό πέρα ἀπό τόν ἄσωτο. Ὅταν συζητᾶς μέ ἕναν νέο σήμερα, διαπιστώνεις ὅτι ὄχι ἁπλῶς ἔκανε πολλά πράγματα, ὄχι ἁπλῶς ἔφθειρε τόν ἑαυτό του, τόν ἔχει τσακίσει, τόν ἔχει σμπαραλιάσει τόν ἑαυτό του, ἀλλά εἶναι διαλυμένος ὡς ὕπαρξη, ἔχασε τήν ταυτότητά του. Δέν ξέρει: ὑπάρχει, δέν ὑπάρχει; Δέν ξέρει τί σημαίνει, ἄς ποῦμε, νά εἶναι κανείς ἄνθρωπος, νά ἔχει ὀντότητα, νά μπορεῖ νά πεῖ ἕνα ὄχι, νά μπορεῖ νά πεῖ ἕνα ναί· τίποτε. Αὐτό ἔπαθαν τά παιδιά σήμερα. Χύμηξαν στή ζωή. Δέν εἶδαν τή ζωή μέ σεβασμό. Δέν εἶδαν τό μυστήριο τῆς ζωῆς μέ σεβασμό καί ἀπό ἀπόσταση, ὅπως πρέπει νά κάνει τό λογικό ὄν, ἀλλά χύμηξαν καί ἀπόλαυσαν τή ζωή κατά ἕναν τέτοιο τρόπο, πού τήν ξεπουπούλιασαν καί μαζί μέ τό ξεπουπούλιασμα τῆς ζωῆς ξεπουπούλιασαν καί τόν ἑαυτό τους. Μέ πόσα παιδιά καθόμαστε καί λέω: «Τί νά σοῦ κάνω τώρα, παιδί μου, τί νά σοῦ κάνω; Τό μόνο πού σοῦ μένει εἶναι, ἄν μπορεῖς, νά κάνεις αὐτό τουλάχιστον. Πές ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ῾῾Τά ἔκανα θάλασσα. Δέν ξέρω τίποτε. Δέν ξέρω τί μοῦ γίνεται, ἀλλά βρῆκα ἐδῶ ἕναν ἱερέα πού ἔχει τή διάθεση νά μέ ἀκούσει᾿᾿. Καί κάθισε ἐδῶ καί ἄκου. Ἄκου. Σιγά-σιγά, σιγά-σιγά θά βρεῖς τόν ἑαυτό σου, θά ξαναφτιάξει ὁ ἑαυτός σου, καί μετά ὡς ἐλεύθερο ὄν νά δώσεις τόν ἑαυτό σου στόν Θεό.Ἀλλιῶς, δέν θά βροῦμε καμιά ἄκρη». Από ομιλία π.Συμεών Κραγιοπούλου. ( Η Φωτό στην Ερυθρά θάλασσα .Σήκωσε το ένα χέρι να εξηγήσει κάτι , σήκωσε κ το άλλο κ ο φακός τον έπιασε...κρυφίως πάντα )

Κυριακή Η' Ματθαίου-ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Ὁ Χριστὸς εὐλόγησε πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια καὶ χόρτασαν μὲ αὐτὰ πέντε χιλιάδες ἄνδρες (ἴσως δεκαπέντε χιλιάδες μὲ τὰ γυναικόπαιδα). Ὑπῆρξαν μάλιστα καὶ τόσα περισσεύματα, ποὺ γέμισαν δώ- δεκα κοφίνια (Κυριακὴ Η ́ Ματθαίου). Γιὰ νὰ φᾶνε ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὁ Χριστὸς εἶπε νὰ καθίσουν κατὰ ὁμάδες στὸ ἄφθονο χλωρὸ χορτάρι ποὺ ὑπῆρχε στὸν συγκεκριμένο τόπο. Ὅπως συμπληρώνουν καὶ οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, σχημάτισαν «συμπόσια ἐπὶ τῷ χλωρῷ χόρτῳ», «κλισίας ἀνὰ πεντήκο ντα», καὶ (κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο) πρασιὲς «ἀνὰ ἑκατὸν καὶ πεντή- κοντα». Τὸ τεράστιο πλῆθος, μοιρασμένο σὲ ὄμορφες παρέες, ἀπόλαυσε ἕνα πρωτόγνωρο πὶκ νὶκ στὸ πράσινο χορτάρι. Τὸ θέμα δὲν εἶναι μόνο ἡ τροφή, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο τὴν ἀπολαμβάνουμε. Ἄλλο νὰ τρώει κανεὶς μόνος του καὶ ἄλλο μὲ μιὰ ὡραία παρέα. Ἡ παρέα μὲ τὴν καλὴ κουβέντα φτιάχνει τὴν ἀτμόσφαιρα. Τὸ φαγητὸ γίνεται πιὸ νόστιμο μὲ τὴν καλὴ παρέα. Καὶ εἶναι ζητούμενο, ποιὸ δίνει τὴν περισσότερη εὐχαρίστηση, τὸ φαγητὸ ἢ ἡ παρέα; «Τράπεζα ἄνευ λόγων οὐδὲν διαφέρει φάτνης ἀλόγων», ἔλεγαν οἱ παλιότεροι. Τὰ ζῶα ἐνδιαφέρονται μόνο νὰ φᾶνε. Οἱ ἄνθρωποι δὲν μπορεῖ νὰ τρῶνε σὰν τὰ ζῶα, χωρὶς κοινωνία καὶ σχέση μεταξύ τους. Ἀπὸ ἐδῶ προέκυψε καὶ ἡ μεγάλη ἀξία τοῦ οἰκογενειακοῦ τραπεζιοῦ. Ἦταν ἕνα μικρὸ σχολεῖο γιὰ μικροὺς καὶ μεγάλους. Ἡ ὥρα ποὺ βλεπόταν ἡ οἰκογένεια, ποὺ τὰ μέλη της κοινωνοῦσαν μεταξύ τους. Οἱ οἰκογενειακὲς κουβέντες σημάδευαν τὴ ζωή, τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὴν ψυχολογία ὅλης τῆς οἰκογένειας. Ὁ παραδοσιακὸς αὐτὸς θεσμὸς ἦταν ἕνα ζωτικό, καίριο στοιχεῖο ψυχικῆς ὑγείας. Οἱ σύγχρονοι ρυθμοὶ τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ σύγχρονη νοοτροπία ἐπέβαλαν ἐν πολλοῖς τὴν κατάργηση τῶν κοινῶν γευμάτων τῆς οἰκογένειας. Τὸ σπίτι ἔγινε ξενοδοχεῖο. Ὁ καθένας μπαίνει, βγαίνει, τρώει, κοιμᾶται ὅποτε βολεύεται, χωρὶς καμμιὰ οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὰ ὑπόλοιπα μέλη. Ὅμως ἔχουν διαπιστωθεῖ ἤδη οἱ πολλὲς ἀρνητικὲς συνέπειες τῆς τακτικῆς αὐτῆς. Ὁ συνεκτικὸς οἰκογενειακὸς δεσμὸς μεταξὺ τῶν μελῶν χάνεται. Ἐνισχύεται τὸ αἴσθημα τῆς μοναξιᾶς, τῆς ἀπομόνωσης. Πόσο ἄχαρο καὶ ψυχρὸ εἶναι νὰ πεῖ ἡ γυναίκα στὸν ἄντρα ποὺ γυρίζει ἀπὸ τὴ δουλειά: «Ἐκεῖ εἶναι τὸ φαγητό, βάλε καὶ φάε μόνος σου. Εἶμαι κι ἐγὼ κουρασμένη»! Πόσο πιὸ ὄμορφο εἶναι (ἂν γίνεται) νὰ τὸν περιμένει, νὰ στρώνεται τὸ τραπέζι καὶ νὰ τρῶνε μαζί, ἀπολαμβάνοντας τὴν κοινή τους ἀγάπη καὶ συντροφιά! Γύρω ἀπ’ τὸ κοινὸ τραπέζι τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας αἰσθάνονται πιὸ δεμένα, πιὸ ἀσφαλῆ, πιὸ αἰσιόδοξα, πιὸ ἰσορροπημένα, πιὸ δυνατὰ στὴν ἀντιμετώπιση τῶν τυχὸν προβλημάτων τους. Τὸ γέλιο, ἡ συζήτηση, τὰ ἀστεῖα, τὸ αἴσθημα ὅτι ἀνήκουν σὲ μιὰ ὁμάδα, ἡ ἰσότητα, ἡ συμμετοχὴ ὅλων (καὶ ἰδιαίτερα τῶν παιδιῶν) στὰ δρώμενα, στὴν ἑτοιμασία τοῦ φαγητοῦ καὶ σὲ ἄλλες οἰκιακὲς δουλειές, αὐξάνουν τὴν ἁρμονία μεταξύ τους, δημιουργοῦν ἀκατάλυτους δε- σμοὺς ἀγάπης, συμβάλλουν τὰ μέγιστα στὴν ὁμαλὴ ψυχικὴ ἀνάπτυξη ὅλων. Κι ἂν προστεθεῖ καὶ ἡ κοινὴ προσευχὴ στὸ φαγητό, πρὸ τοῦ ὕπνου ἢ σὲ μιὰ δύσκολη στιγμή, ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ θὰ κάνει στὴ μικρὴ σπιτικὴ κοινωνία ἀκόμα καὶ θαύματα. π. Δημητρίου Μπόκου

Η Μονή Νικούλα και ή θαυματουργή Είκόνα τής Παναγίας

Τό μοναστήρι Νικούλα εύρίσκεται στό βορειοδυτικό μέρος τής Ρουμανίας, στόν νομό Κλούζ. Τό Κλούζ είναι πόλις, έδρα τοῦ νο­μού καί τής 'Αρχιεπισκοπής. 'Από έδώ λοιπόν απέχει 45 χιλιόμε­τρα, ένώ άπό τήν γειτονική πόλι Γκέρλα 5 χιλιόμετρα. Τά πρώτα βήματα τής μοναχικής ζωής στό μοναστήρι αύτό άρχίζουν τόν 14ο αίώνα, άφ' ότου ό μεγαλόσχημος μοναχός Νικόλα­ος, άπό τόν όποιον έλαβε καί τό μοναστήρι τό όνομά του, ύψωσε μία'ξύλινη έκκλησία καί άρκετά κελλιά, στούς πρόποδες ένός δα­σώδους λόφου, όπου καί άσκήτευσε μέ μία όμάδα μαθητών του. 'Από τότε καί μέχρι σήμερα διατηρείται ή μοναχική ζωή καί παράδοσις στό Νικούλα έν μέσω ποικίλων καί δύσκολων εθνικών καί θρησκευτικών περιπετειών. Τό πολυτιμότερο θησαύρισμα τής Μονής είναι ή Θαυματουργός Είκών τής Παναγίας, ζωγραφισμένη τό 1681 άπό ένα ιερέα ονόματι Λουκά. Τό γεγονός τής θαυματουργίας της συνδέεται μέ τήν ροή δακρύων τής Θεοτόκου πού έγινε τό 1698 στίς 12 Φεβρουαρίου καί 15 Μαρτίου. "Εκτοτε έγιναν πολλά θαύματα πού άποδεικνύουν τήν θαυματουργική χάρη τής Εικόνος, άλλά καί τήν εύλάβειά καί πίστι τοῦ λαοῦ. Εορτάζεται στήν Κοίμηση τής Θεοτόκου καί είναι ένα ά­πό τά μεγαλύτερα έθνικά καί θρησκευτικά προσκυνήματα τής Ρου­μανίας. Σήμερα αύτή ή Είκών εύρίσκεται, γιά λόγους άσφαλείας, στό παρεκκλήσιο τής 'Αρχιεπισκοπής Κλούζ Ναπόκα, ένώ στήν Μονή ύπάρχει άντίγραφο αύτής. Στήν Μονή ύπάρχουν συνολικώς τρεις έκκλησίες: Ή κεντρική, κτισμένη μέ πέτρα τόν περασμένο αίώνα καί άγιογραφημένη πρό 25 έτών καί τιμάται στόν Τίμιο Πρόδρομο, Προστάτη καί Πολιού­χο τής Μονής, ή δεύτερη είναι ξύλινη πρό τιμήν τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, όπου έδώ φυλάγεται μία σπουδαία συλλογή άπό εικόνες σέ ξύλο ή τζάμι καί τό τρίτο παρεκκλήσιο τού Εύαγγελισμοῦ τής Θεοτόκου χρησιμοποιείται γιά τούς θερινούς κυρίως μήνας. Αγιο­γραφήθηκε πρόσφατα καί έγκαινιάσθηκε τό 1959. Εικόνες σέ τζάμι ύπάρχουν πολλές καί στήν τράπεζα τής Μονής. Ή τοποθεσία είναι έξαιρετικά ώραία καί ήσυχη, κατάλληλη γιά προσευχή, γι' αύτό καί προσελκύει πλήθος προσκυνητών.

Ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός και ο Άγιος Παντελεήμων μέσα στο χειρουργείο!

Μιά νέα κοπέλα πήγε νά χειρουργηθεί σέ νοσοκομείο τής Συμφερούπολης, στην νότια Ουκρανία. Ή κατάσταση της ήταν πολύ σοβαρή καί ή εγχείρηση δύσκο­λη κι επικίνδυνη. Ή γιατρός πού θά τη χειρουργούσε κάλεσε τή μητέρα τής ασθενούς καί τής είπε: – Ή εγχείρηση είναι πολύ δύσκολη κι επικίνδυνη. Δέν μπορώ νά σάς εγγυηθώ τίποτα. Δέν ξέρω άν ή κόρη σας βγεί ζωντανή. Δέν υπήρχε άλλη επιλογή. Ή νέα οδηγήθηκε στό χειρουργείο. Σ’ όλη τή διάρκεια τής εγχείρησης ή μητέρα καθόταν στην αυλή του νοσοκο­μείου καί μέ δάκρυα στά μάτια προσευχόταν στον άγιο Λουκά τον Ιατρό καί στον άγιο Παντελεήμονα νά βοηθήσουν. Σέ κάποια στιγμή μπροστά στά μάτια τής μητέρας εκτυλίχθηκε ένα καταπληκτικό γεγονός: ό τοίχος του νο­σοκομείου έγινε διάφανος, σάν τζάμι. Φάνηκε ή αίθουσα του χειρουργείου. Στό χειρουργικό κρεβάτι ήταν ή κόρη της καί γύρω ή γιατρός που τή χειρουργούσε μέ τους συναδέλφους της. Δίπλα της στεκόταν ή νοσοκόμα-έργαλειοδότρια πού κρατούσε τά χειρουργικά εργαλεία. Καί τό ακόμα θαυμαστότερο: Δίπλα στή γιατρό είδε καί τους Αγίους γιατρούς στους οποίους η ίδια προσευχόταν. Αριστερά στεκόταν ο Άγιος Παντελεήμονας μέ μιά λαμπάδα αναμμένη. Δεξιά στεκόταν ο Άγιος Λουκάς, ό όποιος έπαιρνε κάθε τόσο τά εργαλεία από τη νοσοκό­μα καί τά έδινε στη γιατρό! Ή μητέρα έπεφτε από έκπληξη σε έκπληξη. “Ενιωσε ότι ή προσευχή της εισακούστηκε. Όταν τελείωσε ή εγχείρηση, ή γιατρός βγήκε χαρού­μενη καί ενθουσιασμένη. Φώναξε τη μητέρα καί της είπε: – Πήγαμε πολύ καλά, ανέλπιστα καλά! Τότε ή μητέρα της διηγήθηκε τό θαυμαστό γεγονός πού έζησε. Ή γιατρός έμεινε αποσβολωμένη. “Εκανε τό σταυρό της καί ομολόγησε: – Τώρα κατάλαβα. Όση ώρα χειρουργούσα καί ήθελα κάποιο χει­ρουργικό εργαλείο, δέν προλάβαινα νά τό πω στη νοσοκόμα. Μέ τό πού σκεφτόμουν ποιο εργαλείο θέλω, τό είχα στά χέρια μου.

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΕΥΚΟΥ

«Γιάννη, γιατί ἔκοψες τὸν πεῦκο;γιατί; γιατί;» «Ἀγέρας θάναι» λέει ὁ Γιάννης,καὶ περπατεῖ. Ἀνάβει ἡ πέτρα, τὸ λιβάδι βγάνει φωτιά·νά βρισκε ὁ Γιάννης μιὰ βρυσούλα, μιὰ ρεματιά! Μὲς στὸ λιοπύρι, μὲς στὸν κάμπο νὰ ἕνα δεντρί...Ξαπλώθη ὁ Γιάννης ἀποκάτου δροσιὰ νὰ βρῆ. Τὸ δέντρο παίρνει τὰ κλαδιά του καὶ περπατεῖ! «Δὲ θ’ ἀνασάνω» λέει ὁ Γιάννηςˑ«γιατί; γιατί;» -«Γιάννη, ποῦ κίνησες νὰ φτάσης;» -«Στὰ Δυὸ χωριά». -«Κι ἀκόμα βρίσκεσαι δῶ κάτου;Πολὺ μακριά!» -«Ἐγὼ πηγαίνω, ὅλο πηγαίνω.Τί ἔφταιξα γώ; Σκιάζεται ὁ λόγκος καὶ μὲ φεύγει,γι’ αὐτὸ εἶμαι δῶ. »Πότε ξεκίνησα; Εἶναι μέρες...γιὰ δυὸ, γιὰ τρεῖς...Ὁ νοῦς μου σήμερα δὲν ξέρω, τ’ εἶναι βαρύς». —«Νὰ μιὰ βρυσούλα, πιὲ νεράκι,νὰ δροσιστῆς». Σκύβει νὰ πιῆ νερὸ στὴ βρύση,στερεύει εὐθύς. Οἱ μέρες πέρασαν κι οἱ μῆνες,φεύγει ὁ καιρός·στὸν ἴδιον τόπο εἶν’ ὁ Γιάννης κι ἂς τρέχη ἐμπρός... Νὰ τὸ χινόπωρο, νὰ οἱ μπόρες!μὰ ποῦ κλαρί;Χτυπιέται ὀρθὸς μὲ τὸ χαλάζι, μὲ τὴ βροχή. «Γιάννη, γιατί ἔσφαξες τὸ δέντρο τὸ σπλαχνικό, πούρριχνεν ἴσκιο στὸ κοπάδι καὶ στὸ βοσκό;» »Ὁ πεῦκος μίλαε στὸν ἀέρα—τ’ ἀκοῦς; τ’ ἀκούς;—καὶ τραγουδοῦσε σὰ φλογέρα στους μπιστικούς. »Φρύγανο καὶ κλαρὶ τοῦ πῆρες,καὶ τὶς δροσιές,καὶ τὸ ρετσίνι του ποτάμι ἀπ’ τὶς πληγές. »Σακάτης ἤτανε κι ὁλόρθος,ὡς τὴ χρονιὰ ποὺ τὸν ἐγκρέμισες γιὰ ξύλα,Γιάννη φονιά!» -«Τὴ χάρη σου, ἐρημοκλησάκι,τὴν προσκυνῶˑβόηθα νὰ φτάσω κάποια ὥρα καὶ νὰ σταθῶ...»Ἡ μάνα μου θὰ περιμένη κι ἔχω βοσκή... κι εἶχα καὶ τρύγο... Τί ὥρα νάναι καὶ τί ἐποχή;»Ξεκίνησα τὸ καλοκαίρι—νὰ στοχαστῆς—κι ἦρθε καὶ μ’ ἦβρεν ὁ χειμῶναςμεσοστρατίς. »Πάλι Ἁλωνάρης καὶ λιοπύρι! πότε ἦρθε; πῶς;Ἅγιε, σταμάτησε τὸ λόγκο ποὺ τρέχει ἐμπρός. »Ἅγιε τὸ δρόμο δὲν τὸν βγάνω—μὲ τί καρδιά;—Θέλω νὰ πέσω νὰ πεθάνω,ἐδῶ κοντά». Πέφτει σὰ δέντρο ἀπ’ τὸ πελέκι... Βογκάει βαριά.Μακριά του στάθηκε τὸ δάσος,πολὺ μακριά. Ἐκεῖ τριγύρω οὔτε χορτάριφωνὴ καμιά. Στ’ ἀγκάθια πέθανε, στὸν κάμπο,στὴν ἐρημιά. ''Τὰ ψηλὰ βουνὰ'' α' έκδοση, 1918 Συγγραφέας: Ζαχαρίας Παπαντωνίου