Χαρισματούχοι, προφητεύοντες, μάρτυρες, θαυματουργούντες .. άνευ αγάπης δεν είναι τίποτα! ”ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει” αλλά για την αγάπη καλούμαστε να πέσουμε εμείς!

Καί ἐάν ἔχω προφητείαν ……ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν εἰμί. καί ἐάν ἔχω πάσαν τήν πίστιν, ὥστε ὅρη μεθιστάνειν,-δηλ. κάνω θαύματα με την πίστη μου- ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν εἰμί. καί ἐάν παραδῶ τό σῶμα μου ἴνα καυθήσομαι, – ακόμη κι αν γίνω μάρτυρας και μαρτυρήσω- ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι. Επομένως θα υπάρξουν και χαρισματούχοι-ικοί και μάρτυρες και προφητεύοντες και θαυματουργούντες άνευ αγάπης που αν και ενώπιον των ανθρώπων θα απολαμβάνουν τιμές έναντι του Θεού θα είναι ανύπαρκτοι. Και ποιοί είναι αυτοί. Είναι αυτοί που δέχονται οράματα και προφητείες αλλά που τα ερμηνεύουν με έναν τρόπο απάνθρωπο. Ο ζηλωτισμός γίνεται απανθρωπισμός ως εγωισμός που είναι και φορτώνει δυσβάσταχτα βάρη στους ανθρώπους. Ο ύμνος της αγάπης βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Μην εντυπωσιαζόμαστε από τα χαρίσματα μην θαμπωνόμαστε από τις δωρεές αλλά από τον Δωρητή κι αυτός είναι Εκείνος που είναι η αγάπη. Μην μας συνεπαίρνουν οι δωρεές οι αποκαλύψεις και τα μυστικά γιατί μετέχουμε στα απόρρητα να μας συνεπαίρνει το Πρόσωπο ο Ιησούς η Θεότης, ο Μέγας Δωροθέτης. Ο Θεός δεν έχει κολλητούς κι εξ απορρήτων δεν έχει μυστικούς και μπιστικούς το κράτος του δεν λειτουργεί με νόμους επίγειους κανείς δεν είναι δεδομένος έμπροσθέν του και ουδείς δύναται να σταθείς όρθιος ενώπιον του..”τους ουρανούς εν συνέσει”.. ως και οι ουρανοί για να μην υψηλοφρονήσουν εχτίσθησαν με σύνεση και το άλας να προσέξει να μην μωρανθεί να μη ξεμωραθεί από τη φιλαυτία της αναγκαιότητας του και μοναδικότητας του… Η Αγάπη μόνο είναι ο Θεός γιατί η αγάπη ταπεινώνει και ταπεινώνεται.. Μόνο η ταπείνωση γνωρίζει να κάνει έργα αγάπης… Ειδικά επανέρχεται στην ”προφητεία” ο Απόστολος των εθνών ο ”εθνάρχης” Παύλος. Την έχει άγχος κι αγωνία…. –Καί ἐάν ἔχω προφητείαν ……ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν εἰμί. Η αγάπη είναι το Κριτήριο ούτε η προφητεία ούτε το μαρτύριο ούτε το θαύμα ούτε το όραμα…Αγάπη ανυπόκριτη γιατί πολλοί κόπτονται για την ανθρωπότητα αλλά αποφεύγουν τους ανθρώπους.. – Ἐκ μέρους δέ γινώσκομεν καί ἐκ μέρους προφητεύομεν… η προφητεία όπως και η γνώση είναι σχετική δεν πρέπει ν΄απολυτοποιείται γιατί είμαστε σε μια φάση που ακόμη δεν έχει αποκαλυφθεί το τέλειον και ότι μας παρέχεται ή εκπέμπουμε είναι συνυφασμένο με την πεπερασμένη φύση μας. Η απολυτοποίηση της προφητείας είναι η αυτοακύρωση της. ” Βλέπομεν γάρ ἄρτι δί’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι”… μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη…..να επιδιώκουμε το μείζον και όλα τ’ άλλα προστίθενται Και αυτήν ακριβώς την υπεροχή και αδιαπραγμάτευτη ανωτερότητα της αγάπης τονίζει και ο Αναστάσιος Αλβανίας σε μια τελευταία του ομιλία σε τελειόφοιτους: ”καλή είναι η δικαιοσύνη, η ισότητα αλλά αυτός ο τόπος έχει ανάγκη από αγάπη κι εργαστήριο αγάπης δεν είναι τα πολιτικά κόμματα πρέπει να είναι η Εκκλησία πρέπει να είναι οτιδήποπτε σχετίζεται με την εκπαίδευση φροντίστε να είστε για να είστε πρωταγωνιστές, αληθινοί άνθρωποι αγάπης .. γιατί πολλές φορές εύκολα αγαπάμε την ανθρωπότητα αποφεύγοντας τους ανθρώπους”. ”Εἴτε δέ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι παύσονται· εἴτε γνῶσις καταργηθήσεται…..ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.” αλλά για την αγάπη καλούμαστε να πέσουμε εμείς αγάπη θυσιαστική αυταπάρνησης ω Πάσχα το Μέγα γιατί αυτό είναι Πάσχα Αγάπη..γιατί αυτό είναι Χριστός Αγάπη γιατί αυτό είναι Θεός αγάπη ”Ο Θεός αγάπη εστί” η αγάπη εστί κάθαρσις καρδίας αφού η αγάπη έξω βάλει όχι μόνο το φόβο αλλά και το φθόνο και την υπερηφάνεια και όλα τα παθογόνα παράσιτα .η αγάπη εστί καύσις καρδίας που στους υψηλότατους βαθμούς της γίνεται απολύμανση καρδίας κάθαρση του νου εν Αγίω Πνεύματι πυρί εκχέον. ΥΓ με αφορμή ένα βίντεο που είδα μ’ έναν χαρισματούχο Ρώσο γέροντα..που όμως έβαζε σκληρά επιτίμια στους ανθρώπους και κανόνες αδιανόητους στην ανθρωπότητα με βάση τις ερμηνείες που απέδιδε στις οπτασίες και οράματα. Που προέτρεχε των γεγονότων.. το θέμα δεν είναι να καούμε στην προθέρμανση οι μεγάλες μάχες είναι μπροστά. Και να θυμηθώ εδώ τον Άγ Γέροντα Πορφύριο τον άγιο της προσευχής της αγάπης της πιο τρυφερής στον Κύριο προσευχής που έλεγε ότι όταν ξεκίνησε πνευματικός στην Εύβοια έβαζε σκληρούς κανόνες αλλά η εμπειρία του έμαθε την συγκατάβαση την επιείκεια.. γι αυτό και ήταν άγιος της χαράς ξελαφρωμένος δεν έβαζε βάρη γι αυτό κι έχανε την βαρύτητα και μετεωριζόταν και αερομεταφορές αξιώθηκε ελαφρύς σαν πούπουλο σαν φτερό αγγέλου η ψυχή του. Πολύ αγάπησε το Χριστό γι αυτό αγάπησε και πολύ τον άνθρωπο είναι ο ίδιος που έλεγε ο Χριστός είναι το παν. dimpenews.com

Ο γλυκασμός της εμής ψυχής...

Ο γλυκασμός ψυχής εμής, και δεινών απολύτρωσις Κόρη, αοράτως νυν αποφοιτήσασα, λύτρωσαί με πάσης κακώσεως· ην το πλήθός μοι των πταισμάτων προεξένησε, και παντοίας βλάβης, ανώτερον εις αεί με διαφύλαξον. (Θεοτοκάριον Αγίου Νικοδήμου, ήχος πλ. β , Σάββατον εσπέρας, ε ᾠδή) Η τραγωδία του σήμερα διαζωγραφίζεται με έντονα χρώματα, κατά το πλείστον κόκκινα. Παντού κόπος και πόνος, φόβος και τρόμος, αίμα και πυρ. Το κόκκινον, το αίμα του αδελφού σου που χύνεται η που το χύνεις, το αίμα της καρδιάς του, το αίμα του σώματός του, το αίμά μου. Αυτή είναι η πανανθρώπινη ταλαιπωρία· η αποστασία του ανθρώπου από τον Θεόν. Το ιστορικόν δράμα της ανθρωπότητας. «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος, τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου...;». Η πανανθρώπινη αυτή κραυγή από τα βάθη των αιώνων αντηχεί και επαναλαμβάνεται καθημερινώς. «Κύριε σώσον δη, Κύριε ευόδωσον δη». Και η θεία ευδοκία και η θεία σωτηρία ήλθεν και έσωσεν ημάς. Ομολογούμεν την χάριν, κηρύττομεν τον έλεον, ου κρύπτομεν την ευεργεσίαν. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να συμφιλιώσει τους ανθρώπους με τον Θεό και μεταξύ τους. Μεσίτης Θεού και ανθρώπων. Ήλθε στην γη· ο Λόγος σαρξ εγένετο· ενηνθρώπησε· έλαβε εκ των πανάγνων και πανασπίλων και παναγίων αιμάτων της Κυρίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και έπλασε σάρκα δια τον εαυτό Του. Συγκατέβηκε για να μας ανυψώσει. Ομοιώθηκε με τους ανθρώπους για να κάνει τους ανθρώπους θεούς κατά χάριν. Ήλθε, έπαθε, εσταυρώθη, ανέστη και ανελήφθη, ολοκληρώνοντας την επαγγελία και το έργο της σωτηρίας. Όμως δεν μας άφησε μόνους. Προκατήγγειλε την επαγγελία του Πατρός ότι θα στείλει τον άλλον Παράκλητον· και το έκανε την ημέρα της Πεντηκοστής. Έδωσε όμως και ένα άλλο μεγάλο δώρο στην ανθρωπότητα· την παναγία Μητέρα Του να είναι Μητέρα όλου του κόσμου. Όταν ήταν επάνω στον Σταυρό κοίταξε την Μητέρα Του και της είπε, δείχνοντας τον Ιωάννη: «Γύναι, ιδού ο υιός σου». Ακολούθως είπε στον Ιωάννη: «Ιδού η Μήτηρ σου». Παρέδωσε την ανθρωπότητα, εν τω προσώπω του Ιωάννη, στην παναγία Θεοτόκο Μητέρα Του, και την παναγία Μητέρα Του παρέδωσε στην ανθρωπότητα. Ακολούθως παρέλαβε αυτήν ο Ιωάννης και την είχε πάντοτε μαζί του και της είχε δώσει χώρο διαμονής στον οίκό του. Αυτή η παράδοση, η οποία έχει οντολογικό χαρακτήρα και πανανθρώπινο, επιβεβαιώνεται καθημερινώς από τα ίδια τα γεγονότα της ζωής εκάστου εξ ημών. Καθημερινώς διερχόμεθα πειρασμούς· προσωπικούς, οικογενειακούς, οικονομικούς, πνευματικούς κ.λπ. Τους πειρασμούς επακολουθεί τις πλείστες φορές, αν όχι όλες, η οδύνη, ο πόνος. Ο πανανθρώπινος πόνος, ψυχικός και σωματικός, δεν έχει όρια ούτε μέτρα. Ξεκινά από τον πιο απλό πόνο και προχωρά στην στενοχώρια, την θλίψη, την κατάθλιψη, την απελπισία, την απόγνωση, την αυτοκτονία. Τέρμα, ο θάνατος. Ο σωματικός πόνος, ξεκινά και αυτός από τον πιο απλό και προχωρά σε μεγαλύτερης εντάσεως πόνο, αναλόγως της προσβολής η του τραύματος. Τότε όμως είναι που η ψυχή του ανθρώπου, η καρδία του, η βαθιά καρδιά φωνάζει αυθόρμητα: «Παναγία μου». Όλοι μας μπορούμε να φέρουμε στην μνήμη μας αμέτρητες φορές, αμέτρητα γεγονότα που περάσαμε, όπου πάντοτε φωνάζαμε στην Παναγία. Κι άλλος έκραζε «Υπεραγία Θεοτόκε σώσόν με», άλλος στέναζε κι έψαλλε την παράκληση: «Μη καταπιστεύσης με ανθρωπίνη προστασία», ενώ ο απέναντι αντιφωνούσε: «Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται, αγνή Παρθένε Θεοτόκε», κι εκείνος στον οποίον εμφανίστηκε ξαφνικά κι απρόσμενα ο πειρασμός και τον έπνιγε πρόλαβε να πει: «Παναγία μου». Αλλά και πάντες οι Άγιοι είχαν ως προστάτιδα, έφορο, κουροτρόφο, βοηθό, αντιλήπτορα, αρρωγό, μητέρα, τα πάντα, την Μητέρα του Θεού. Γι᾽ αυτό άπαντες ομοθυμαδόν, αφού έλαβαν την επίσκεψη της Παναγίας μας και εγεύθηκαν τις ευλογίες και τις χάριτες και απόλαυσαν την γλυκείαν παραμυθίαν και έζησαν το θαύμα της παρουσίας Της, αναφωνούν: «Ο γλυκασμός της εμής ψυχής...».

Η αὐταπάρνηση τῆς Θεομήτορος

Στόν γάμο τῆς Κανᾶ (Ἰωάν. 2), ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου πλησίασε τόν Υἱό της μέ πολλή διακριτικότητα καί ταπείνωση, ὄντας ταπεινή καί ἁγία Παρθένος, γιά νά τοῦ ἀναγγείλει μέ πραότητα: «Οἶνον οὐκ ἔχουσιν». Ἐνῶ ἀκόμη πρόφερε τά λόγια αὐτά, γεννήθηκε στήν καρδιά της ἡ σκέψη ὅτι ἴσως εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νά φανερώσει ὁ Κύριος τή δόξα Του, γιατί τό πνεῦμα της μελετοῦσε τά μεγαλειώδη γεγονότα, στά ὁποῖα ἡ ἴδια εἶχε παραστεῖ ὡς μάρτυρας ἀπό τήν ἡμέρα ἀκόμη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ Κύριος ἀποκρίθηκε στόν βαθύ αὐτό συλλογισμό τῆς καρδιᾶς της, καί ἡ ἀπάντησή Του καταδεικνύει μέ ποιόν τρόπο ἡ ἐπικοινωνία στό πνευματικό ἐπίπεδο στοχεύει τήν οὐσία τοῦ θέματος, παρακάμπτοντας τά προκαταρκτικά στάδια τῆς συνήθους συζητήσεως. Ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε παρευρεθεῖ στό ἐπίκεντρο τῶν πιό ἀσυνήθιστων καί ὑπερφυσικῶν γεγονότων: τῆς συλλήψεως καί γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τῆς λατρευτικῆς προσκυνήσεως τῶν Μάγων πού ἀκολούθησε τή γέννησή Του, τῆς ἐμφανίσεως τῆς χορείας τῶν Ἀγγέλων, τοῦ ὀνείρου τοῦ Ἰωσήφ, μέ τό ὁποῖο ὁ Κύριος ἀπομάκρυνε κάθε ἀμφιβολία ἀπό τήν καρδιά του, τῆς φυγῆς στήν Αἴγυπτο, τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ κατά τή διάρκεια τῆς σφαγῆς χιλιάδων βρεφῶν ἀπό τόν Ἡρώδη, τῆς κλήσεως τῶν πρώτων μαθητῶν μετά τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου. Ὅλα αὐτά τά γεγονότα πρόσφεραν πλούσια καί εὔγλωττη μαρτυρία ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ γιά τά πρόσωπα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Μητρός Του. Ἐπί τριάντα χρόνια ἡ Θεομήτωρ τά εἶχε φυλάξει ὡς πολύτιμο θησαυρό μέσα στήν καρδιά της. Ὅταν τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέβηκε ἀπό τούς οὐρανούς καί ἀναπαύθηκε πάνω στόν Κύριο κατά τή Βάπτισή Του –«ἐν εἴδει περιστερᾶς», προκειμένου νά μαρτυρήσει τή θεότητα τοῦ Υἱοῦ πρίν ἀπό ὅλους τους αἰῶνες, ἡ καρδιά της ἄρχισε νά πλημμύριζει ἀπό ἅγια προσδοκία. Ἀνέμενε νά δεῖ τήν στιγμή, πού ὁ Κύριος θά ἀποκάλυπτε τή δόξα Του. Τώρα λοιπόν ἡ Μαριάμ, ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, προσεγγίζει τόν Υἱό της μέ μεγάλη συστολή, ὅπως θά ἅρμοζε σέ κόρη μᾶλλον παρά σέ μητέρα, καί Τοῦ λέει: «Οἶνον οὐκ ἔχουσιν». Ὁ Κύριος ἀποκαλεῖ τή Μητέρα Του «γυναίκα», προσηγορία πού θά Τῆς ἀπευθύνει ἐπίσης καί κατά τή σταύρωση: «Γῦναι, ἴδε ὁ υἱός σου!» (Ἰωάν. 19, 26). Ἡ ἀπάντησή Του εἶναι ἴσως ἀρκετά αὐστηρή, ἀλλά ὁπωσδήποτε εὐγενής: «“Γῦναι, τί ἐμοί καί σοί;» Ἀδυνατῶ νά ἐκπληρώσω τίς ἐπιθυμίες τῆς μητέρας μου, γιατί πρέπει νά φέρω εἰς πέρας τήν ἀποστολή τοῦ Πατέρα μου καί ἡ ὥρα μου δέν ἔχει ἔλθει ἀκόμη». Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Κύριος ἐκκόπτει τίς ἐπιθυμίες τῆς μητέρας Του καί φαίνεται νά τίς ἀγνοεῖ. Ἄν δέν εἶχε υἱοθετήσει τή στάση αὐτή, δέν θά μποροῦσε ἀργότερα νά προφέρει τόν λόγο: «Εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα ἑαυτοῦ καί τήν μητέρα καί τήν γυναίκα καί τά τέκνα καί τούς ἀδελφούς καί τάς ἀδελφάς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητής εἶναι» (Λουκ. 14, 26). Ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὁ Κύριος ποτέ δέν παρέδωσε ἐντολές, τίς ὁποῖες δέν εἶχε ὁ Ἴδιος πρῶτα τηρήσει στή ζωή Του. Ζώντας σύμφωνα μέ τίς δικές Του ἐντολές, Αὐτός πού εἶναι ἡ Ὁδός, παρέδωσε στούς μαθητές Τοῦ ὁδό ζωῆς. Ἐπί τριάντα χρόνια ἔζησε μέ ὑπακοή στούς γονεῖς Του, σύμφωνα μέ τό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιο. Ἀλλά εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νά τά ἀφήσει ὅλα πίσω Του χάριν τῆς θεϊκῆς ἀποστολῆς Του γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Ὁ ἐχθρός ὡστόσο κατεδίωκε τόν Κύριο ἀμείλικτα, προσπαθώντας νά συλλάβει Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἦταν ἀκηλίδωτος καί ὡς πρός τήν ἐλάχιστη ἁμαρτία, γιατί αὐτό θά ἦταν ἀρκετό, γιά νά ἀκυρωθεῖ ὅλο τό σωτηριῶδες ἔργο Του. Ὁ Κύριος ὄφειλε, κατά συνέπεια, νά τηρεῖ πολύ αὐστηρή στάση σέ κάθε περίσταση, ὥστε νά μήν παραχωρήσει στόν ἐχθρό καμία πρόφαση. Πράγματι, ὁ Ἴδιος ἐξεπλήρωσε τόν νόμο μέ τέλεια ὑποταγή στό θεῖο θέλημα τοῦ Πατρός Του. Ἡ ὑπακοή στούς ἐπίγειους προστάτες Του εἶχε, σέ τελική ἀνάλυση, δευτερεύουσα σημασία. Ἡ ἀδιαφορία τοῦ Κυρίου γιά τό θέλημα τῶν συγγενῶν Του ἐκδηλώθηκε καί σέ ἄλλη περίπτωση, ὅταν ἡ Μητέρα Του καί οἱ ἀδελφοί Του ἤθελαν νά Τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τό πλῆθος πού ἀπειλοῦσε νά Τόν σκοτώσει: «Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καί τίνες εἰσίν οἱ ἀδελφοί μου;» (Ματθ. 12, 48). Ἡ Θεομήτωρ ἀποδέχθηκε τήν ἀπάντηση τοῦ Υἱοῦ της μέ ἀκράδαντη πίστη, παραμερίζοντας τή δική της ἐπιθυμία μέ πράξη αὐτοκενώσεως. Ἦταν ἕτοιμη νά ἐλπίσει παρ’ ἐλπίδα, ὅπως ἔκανε ὁ Ἀβραάμ. Μπορεῖ νά μήν ἐννόησε τούς λόγους τῆς ἀρνήσεως τοῦ Κυρίου, ἀλλά εἶχε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη ὅτι κάθε ἐνέργειά Του ἦταν ὀρθή. Στήν Κανᾶ παρά τό ὅτι ταπεινώνεται ἀπό τόν Υἱό της, ἐμφορούμενη ἀπό τέλεια πίστη, προτρέπει τούς ὑπηρέτες: «Ὅ,τι ἄν λέγη ὑμῖν, ποιήσατε». Ὁ Κύριος τίμησε τή Μητέρα Του. Τό νερό μετατράπηκε σέ κρασί καί ὁ ἀρχιτρίκλινος τῆς ἑορτῆς ἐπαίνεσε τόν γαμπρό λέγοντας: «Πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τόν καλόν οἶνον τίθησι, καί ὅταν μεθυσθῶσι, τότε τόν ἐλάσσω· σύ τετήρηκας τόν καλόν οἶνον ἕως ἄρτι». Οἱ Πατέρες μᾶς διδάσκουν ὅτι ὁ Θεός πάντοτε διαφυλλάσει τόν «καλόν οἶνον» γιά τό τέλος. Προηγοῦνται παθήματα καί θλίψεις, καί μόνο πρός τό τέλος μᾶς προσφέρεται τό ἐκλεκτό κρασί τῆς χάριτός Του. Σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ἀποστολῆς Του ὁ Κύριος κατέστησε σαφές ὅτι χρεωστοῦσε ἀφοσίωση πρωτίστως στόν Θεό, μέ τήν ὑπακοή στίς ἐντολές Του. Ἀποδεικνύοντας στούς μαθητές Του ὅτι εἶχε ἔλθει στή γῆ, γιά νά ἐκπληρώσει τό θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατρός Του, ἐντούτοις ποτέ δέν παραμέλησε τή Μητέρα Του. Ἐξαρχῆς ἡ Παναγία ἀποτέλεσε τό μεγαλύτερο ὄργανο γιά τήν πραγμάτωση τοῦ σωτηριώδους ἔργου Του. Τήν ὥρα τῆς σταυρώσεώς Του, καί ἐνῶ ὁλόκληρη ἡ ἐπίγεια ἀποστολή Του φαινόταν νά αἰωρεῖται πάνω ἀπό τήν ἄβυσσο τοῦ αἰώνιου θανάτου, ἀκόμη καί τότε, ἐπιδείκνυε ἄγρυπνο ἐνδιαφέρον γιά τήν προστασία τῆς (Ἰωάν. 19, 26-27). Ποιός ἄλλος θά μποροῦσε νά ἐμφορεῖται ἀπό πνεῦμα ὑπακοῆς καί αὐτοθυσίας περισσότερο ἀπό τήν Ἁγία Μητέρα Του; Ἀποδέχθηκε τό θέλημα τοῦ Υἱοῦ της, θυσιάζοντας τό δικό της μέ τέλεια ταπείνωση, πίστη καί ὑπομονή. Ὁ Κύριος τῆς ἀντέτεινε: «Οὔπω ἤκει ἡ ὥρα μου». Ἀλλά καθώς ἡ Θεομήτωρ ἐγκολπώθηκε τήν ταπείνωση αὐτή μέ μεγάλη πραότητα, ἔδωσε στόν Κύριο τή δυνατότητα νά ἐκδηλώσει πολύ σύντομα τό μεγαλεῖο της δόξας Του. Μέ τήν ταπείνωση καί τήν κένωσή της ἡ Ἁγία Παρθένος ἐπέσπευσε τήν ὥρα τῆς δόξας τοῦ Υἱοῦ της. Στό κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιο ἡ «ὥρα» Του εἶναι αὐτή τῆς φανερώσεώς Του ὡς Μεσσία (Ἰωάν. 5, 25,28· 7,30· 8,20· 13,1), ἐνῶ σέ πολλά ἄλλα χωρία ἀναφέρεται στή σταύρωσή Του. Τότε ἡ δόξα Του ἐπρόκειτο νά ἀποκαλυφθεῖ σέ ὑπέρτατο βαθμό στήν ἕως θανάτου ἀγάπη Του, τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. (Ματθ. 26, 45· Μάρκ. 14, 41). Τό ἴδιο εἶδος κενώσεως συναντοῦμε στούς βίους πολλῶν Ἁγίων, ὅπως καί πολλῶν πιστῶν χριστιανῶν. Τήν ὥρα τῆς ἐγκαταλείψεως, τοῦ πόνου καί τῆς δοκιμασίας ἐναποθέτουν ὅλη τήν ἐμπιστοσύνη τους στόν Κύριο, καί παρότι εἶναι βυθισμένοι σέ ὀλέθριο καί ζοφερό ἅδη, μέ ἕνα ἅλμα γεμᾶτο ἀνδρεία βρίσκονται ἀπροσδόκητα στό φῶς τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ὅπως προφητικά γράφει ὁ βασιλιᾶς Δαβίδ στούς Ψαλμούς του: «Ἐγώ δέ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· ἀπέρριμαι ἀπό προσώπου τῶν ὀφθαλμῶν σου. Διά τοῦτο εἰσήκουσας τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου» (Ψαλμ. 31, 22). Ὁ Θεός παραχωρεῖ στούς Ἁγίους νά ὑποστοῦν πλήρη κένωση, τήν ὁποία ἐκεῖνοι ἀποδέχονται μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη, προσηλωμένοι μέ ἀταλάντευτη διάνοια στήν αἰώνια μακαριότητα πού ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός στούς δικαίους Του. Ἔτσι πραγματοποιεῖται ἡ διάβαση ἀπό τό ψυχολογικό ἐπίπεδο στό ὀντολογικό, ὅπως ἔλεγε συχνά ὁ Γέροντας Σωφρόνιος. Στήν κατάσταση ἀκριβῶς αὐτή γινόμαστε μέτοχοι της θεϊκῆς ἐνέργειας τοῦ μεγάλου ἐλέους τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ κένωση τῆς Θεομήτορος διευκόλυνε τήν ἔλευση τῆς ὥρας τοῦ Υἱοῦ της, κατά τήν ὁποία ἀποκάλυψε τή δόξα Του καί οἱ μαθητές Του στερεώθηκαν στήν πίστη τους, παρόμοια καί στούς βίους ὅλων τῶν Ἁγίων, ἡ ἀπαρασάλευτη πίστη τους καί ἡ παρ’ ἐλπίδα ἐλπίδα τους ἐπισπεύδει τήν ὥρα τοῦ μεγάλου ἐλέους τοῦ Κυρίου. Μερικές φορές δέν εἶναι σέ θέση νά ἐννοήσουν τούς λόγους γιά τή δοκιμασία πού ὑφίστανται, ἀλλά γνωρίζουν μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα ἕνα πράγμα: ὅτι ἡ δικαιοσύνη καί ἡ ἀρετή ἀνήκουν μόνο στόν Θεό, ὁ Ὁποῖος μένει ἀγαπητός καί εὐλογητός εἰς τούς αἰώνας. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος βεβαίωνε ὅτι, ὅταν προσφέρουμε γνήσια μετάνοια ἕως θανάτου, κατά τά πρότυπα τῶν Ἁγίων, δέν ἁρμόζουν σέ μᾶς ἐρωτήματα τοῦ εἴδους: «Γιατί μοῦ συμβαίνει αὐτό; Γιατί μοῦ τό κάνεις αὐτό, Κύριε;». Σέ μᾶς ἡ ἀληθινή σοφία ὑπαγορεύει τό ἐρώτημα: «Πῶς πρέπει νά ἐνεργήσω τώρα, Κύριε, ὥστε νά ἀποφύγω τήν ἁμαρτία καί τήν ἀποτυχία στίς ἐπαγγελίες Σου;». Ὅσον ἀφορᾶ τή ζωή τῆς Θεομήτορος, ἔχουν καταγραφεῖ στίς Γραφές πολύ λίγοι ἀλλά ἐξαιρετικά σημαντικοί μαργαρίτες, οἱ ὁποῖοι ὡς θυρίδες μᾶς ἐπιτρέπουν νά εἰσδύσουμε στό ἐξέχον μυστήριό Της. Ὁ σκοπός τοῦ θαύματος τοῦ Κυρίου στήν Κανᾶ ἦταν νά ἐνισχύσει τήν πίστη τῶν μαθητῶν Του. Ἡ ἀποκάλυψή Του σέ αὐτούς ἔπρεπε νά προηγηθεῖ τῆς φανερώσεώς Του στά πλήθη. Ὅταν ὁ Κύριος μετέτρεψε τό νερό σέ κρασί, οἱ ὀφθαλμοί τῶν μαθητῶν διανοίχθησαν. Συντελέσθηκε ὅμως μεγάλη ἀλλαγή στή ζωή τῆς Θεομήτορος. Ὁ Χριστός, πειθαρχώντας στόν νόμο, εἶχε πλήρως ὑποταχθεῖ σέ Αὐτήν, ἐφεξῆς ὅμως ἐκείνη γίνεται ὑποτακτική Του, ὡς Μητέρα καί ὡς διάκονός Του. Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι νά ἀναγγείλουμε μέ τά ἔργα μας τή δόξα τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁποία ἐξαρχῆς μᾶς δημιούργησε καί μᾶς συντηρεῖ. Ἀκόμη καί ὅταν πεθαίνουμε, ἀποβλέπουμε στή δόξα Του, στή μετοχή μας καί στήν αἰώνια παραμονή μας σέ αὐτήν. Ὁ Κύριος μετέσχε στήν ἀνθρώπινη ζωή ὡς ξένος, ὡς ἐπισκέπτης, καί χάρη στήν ταπεινή ἐμφάνισή Του μπόρεσε νά ἑδραιώσει τή Βασιλεία Του. Ὑπῆρξε προσκεκλημένος καί στόν γάμο τῆς Κανᾶ, ἀλλά ἀξιοποίησε τήν εὐκαιρία, γιά νά ἱδρύσει τή δική Του θεϊκή οἰκογένεια, τήν Ἐκκλησία, τήν ἐπίγεια Βασιλεία Του, κάνοντας ἀρχή ἀπό τήν Πανάχραντο Μητέρα Του καί τούς μαθητές Του. Ὅπως ὁ Κύριος ἀπό τό νερό προκάλεσε ἀφθονία ἐκλεκτοῦ κρασιοῦ, ἔτσι καί ὅταν ἐπεμβαίνει στήν ἐνδεῆ ζωή μας, ἐκχέει μέσα της τόν πλοῦτο τῆς δικῆς Του ζωῆς, ἀνακαινίζει, ὀμορφαίνει καί νοηματοδοτεῖ ὅλη τήν ὕπαρξή μας. Ἐξάλλου ὁ Ἴδιος ἀνήγγειλε: «Ἐγώ ἦλθον ἵνα ζωήν ἔχωσι καί περισσόν ἔχωσιν» (Ἰωάν. 10, 10).

Ο Γέροντας Μελέτιος ο Καρεώτης

Ο Γέρων τού Διονυσιάτικου Κελλιού «Ευαγγελισμός τής Θεοτόκου», πλησίον τών Καρυών, γεννήθηκε στην Αταλάντη το 1907 και το 1925 ήρθε για μοναχός. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Ιωάννης. Από δώδεκα ετών εργαζόταν σε Φαρμακείο και παρασκεύαζαν φάρμακα με τον τρόπο τής εποχής εκείνης. (Φαρμακοτρίβης). Ήταν πολυτάλαντος, ευφυέστατος και ολιγομίλητος. Ήταν δάσκαλος τής Αγιογραφίας και τής Βυζαντινής Μουσικής στην Αθωνιάδα. Έβγαλε πολλούς μαθητές. Υπήρξε άριστος θεωρητικός τής Βυζαντινής μουσικής (ίσως ο καλύτερος στην Ελλάδα) και συνέγραψε πολλά μουσικά κείμενα. Πολλοί μεγάλοι μουσικοί έρχονταν και τον συμβουλεύονταν. Οι μεγάλοι Καρυώτες ψάλτες τον παραδέχονταν λέγοντας: «Εμείς είμαστε ψάλτες, ο γερο Μελέτιος είναι δάσκαλος». Το 1960 πήγε στην Αθήνα και βρήκε τον Κόντογλου, γιατί είχε ακούσει ότι «ξεσήκωσε την παλαιά τέχνη». Ο π. Μελέτιος επανέφερε στο Άγιον Όρος την βυζαντινή τεχνοτροπία στην Αγιογραφία. Ανέδειξε πολλούς μεγάλους Αγιογράφους. Για να προβάλλει την Βυζαντινή Αγιογραφία έκανε εκθέσεις στην Αγγλία και στην Γερμανία, αλλά από ταπείνωση δεν πρόβαλλε το όνομά του. Ήταν άριστος καλλιγράφος. Η Ιερά Κοινότης τού έδινε και καλλιγραφούσε επιστολές προς επισήμους. Και οι Βασιλείς τού ανέθεταν να καλλιγραφεί επιστολές. Ήταν πρακτικός γιατρός. Έκανε βοηθός ενός μοναχού πού εκτελούσε χρέη γιατρού και μαζί εγχείρησαν ένα γεροντάκι στις Καρυές. Γνώριζε τις ιδιότητες πολλών βοτάνων και πολλούς τους θεράπευε με τις πρακτικές ιατρικές γνώσεις του - από τραύματα και διάφορες αρρώστειες. Όταν αρρώσταινε, δεν έτρωγε τίποτε. Σύστηνε μάλιστα και στους άλλους. «Κάνε ένα τριήμερο και θα γίνεις καλά». Είχε τη νηστεία για φάρμακο. Ο ίδιος, όταν ήλθε 17 χρόνων στο Άγιον Όρος, ήταν φυματικός και με τη νηστεία και την προσευχή θεραπεύτηκε! Γνώριζε την κατασκευή χρωμάτων φυσικών, πινέλων, μελανών, και είχε και σχετικές σημειώσεις. Ήταν χρυσοχέρης σε όλα του. Έκτιζε πεζούλια, έκανε κρεββατά, γνώριζε από καλλιέργειες, από θάλασσα, από μηχανικά. Έβγαζε φωτογραφίες και τις εμφάνιζε μόνος του, και έτσι εξυπηρετούσε αμισθί τους πατέρες και τους μαθητές που χρειάζονταν να βγάζουν φωτογραφίες για ταυτότητα. Και ενώ είχε τόσα χαρίσματα και γνώσεις ο γερο Μελέτιος, ήταν πολύ ταπεινός. Δεν μιλούσε για τον εαυτό του και δεν κατέκρινε κανέναν. Τον ρωτούσαν τα παιδιά τής Σχολής: «Γέροντα, ο τάδε είναι ζηλωτής;». Και απαντούσε: «Πού να ξέρω, μωρέ;». Και όμως ήξερε πολύ καλά, διότι ζούσε κοντά στις Καρυές. Όσο ζούσε, ουδέποτε δέχθηκε να τυπωθή κάποιο μουσικό βιβλίο ή εικόνα του. Ποτέ του δεν μάλωσε και δεν παρατήρησε κανένα μαθητή του, ακόμη και όταν έκανε πολύ θόρυβο την ώρα τού μαθήματος. Ως καθηγητής τής Αθωνιάδος Σχολής ουδέποτε συμμετείχε στον σύλλογο τών καθηγητών, για να μην εκφέρη γνώμη για κάποιον μαθητή λέγοντας: «Εγώ ειμαι καλόγερος, πώς να κατακρίνω τα παιδιά;». Βαθμούς στους μαθητές δεν έβαζε ο ίδιος, για να μη στενοχωρήση κάποιον, αλλά ο Σχολάρχης. Πολλές φορές μερικά ζωηρά παιδιά πήγαιναν στο Κελλί του για Αγιογραφία ή μουσικά και έκαναν το Κελλί του άνω κάτω. Δεν έλεγε τίποτε. Ανεχόταν τις παραξενιές τους και μακροθυμούσε. Την πραότητα ο γερο Μελέτιος την απέκτησε με αγώνες· δεν ήταν φυσική αρετή του. Είπε σε κάποιον: «Στο σπίτι μας ήμασταν όλοι θυμώδεις και αρπαζόμασταν με το παραμικρό. Εδώ δυσκολεύτηκα να κόψω τον θυμό». Ήταν ελεήμων και αγαπούσε τους ανθρώπους. Εξυπηρετούσε τον καθένα που ζητούσε την βοήθειά του. Αναλώθηκε να βοηθήση πολλούς να μάθουν Αγιογραφία και βυζαντινή μουσική. Εκτός από τους μαθητές τής Αθωνιάδος, όταν τον καλούσαν διάφορα Μοναστήρια έξω, δεν έλεγε ποτέ όχι. Μέχρι το Σινά έφθασε, για να βοηθήσει. Πάντα αφιλοκερδώς, αθόρυβα και ταπεινά. Κάποτε φιλοξενούσαν στο Κελλί τους από ευσπλαχνία έναν ηλικιωμένο λαϊκό, τον μπαρμπα–Βασίλη, που η δουλειά του ήταν σαγματοποιός. Ένα χειμώνα πήρε φωτιά το δωμάτιό του από απροσεξία του και κάηκε ο ίδιος, το δωμάτιο και οι αποθήκες. Ο γερο Μελέτιος δεν είπε τίποτε. Κάποιος στην τράπεζα είπε: «Τον μαζέψαμε και μάς έκαψε. Θεός σχωρέσ τον» . Ο Γέροντας λίγο κουνήθηκε από την θέση του, αλλά δεν είπε τίποτε, ούτε να συμφωνήσει, αλλά ούτε να τον διορθώσει ή να τον παρατηρήσει. Πολλές φορές, ενώ είχε αρχίσει να αγιογραφή, ερχόταν κάποιος για μάθημα, πάντα δωρεάν, χωρίς αμοιβή· σηκωνόταν αγόγγυστα και ας χαλούσαν τα χρώματα, και πήγαινε πίσω η δουλειά του. Έδειξε τα πάντα, ό,τι ήξερε. Δεν κράτησε τίποτε μυστικό. Θεράπευσε ανιδιοτελώς τις ιερές τέχνες και ευεργέτησε πολλούς διδάσκοντάς τους. Σε όσους έρχονταν να τού ζητήσουν βοήθεια οικονομική έδινε, χωρίς να ρωτήσει τίποτε. Όσοι ζητούσαν δουλειά, τους έλεγε να σκάψουν τον σκαμμένο κήπο ή να κάνουν κάτι άλλο, και τους πλήρωνε κανονικά μεροκάματο, χωρίς να εξετάσει τι δουλειά έκαναν. Κάποτε ένα παιδί που ήταν στο Κελλί του, κρύωνε. Τού χάρισε ένα ωραίο χειμωνιάτικο επανωφόρι. Έβαλε το παιδί τα χέρια στις τσέπες και βρήκε δυο πεντοχίλιαρα. Τότε τού λέγει: –Γέροντα έχει και χρήματα. –Πάρτα, μωρέ, πάρτα, τού είπε. Όταν πήγαινε στις Καρυές ή στην Σχολή φορούσε πάντοτε το εξώρασο από σεβασμό προς τον χώρο και στο λειτούργημά του. Όταν καμμία φορά το Υπουργείο Παιδείας διώριζε κάποιον καθηγητή Μουσικής ή Αγιογραφίας στην Αθωνιάδα, ο γερο Μελέτιος διακριτικά αποχωρούσε, χωρίς καθόλου να παραπονεθή ή να πειραχθή ο εγωϊσμός του. Όταν μετά από λίγο έμεναν χωρίς καθηγητή, τον καλούσαν και πήγαινε πάλι. Ούτε οι τιμές τον άγγιζαν ούτε οι περιφρονήσεις τον στενοχωρούσαν. Ήταν υπάκουος στους άλλους και δεν πρόβαλλε το δικό του θέλημα. Αυτό το διαπίστωναν και τα παιδιά τής Σχολής, αλλά κυρίως όταν επισκεπτόταν Μοναστήρια στον κόσμο, για να διδάξη μουσικά ή Αγιογραφία. Τού έλεγαν: «Από δώ, Γέροντα», «κάθισε Γέροντα», «σήκω Γέροντα», και αμίλητος έκανε ό,τι τού έλεγαν. Παροιμιώδης ήταν η σιωπή του. Κάποτε που πήγε στο Νοσοκομείο, ο γιατρός απόρησε που επί μέρες δεν άκουσε την φωνή του. Ρώτησε τον συνοδό του: –Δεν μιλά ο παππούς; –Πώς; Να, τώρα πες του για μουσικά και Αγιογραφία να δης πως θα μιλήσει. Στον αφωσιωμένο για δεκαετίες υποτακτικό του π. Κοσμά φερόταν με πολλή αγάπη, σεβασμό και λεπτότητα. Κάποιος τον ρώτησε αν έχη ευλογία να μείνη ένα διάστημα στο Κελλί του, για να μάθη Αγιογραφία. Ο γέρω Μελέτιος τού είπε: «Να ρωτήσω την συνοδεία μου και θα σού πω». Ρώτησε, έλαβε την συγκατάθεση και τον δέχθηκε. Ο νέος απόρησε που η συνοδεία του ήταν μόνο ο π. Κοσμάς. Νόμισε πώς θα έχει 3–4 τουλάχιστον καλογέρια. Έμενε μήνες κοντά τους, έγινε καλός Αγιογράφος και ευγνωμονεί τον Γέροντα. Αλλά στις αρχές δυσκολεύτηκε πάρα πολύ, διότι περνούσαν μέρες και βδομάδες χωρίς να μιλούν. Ο γερο Μελέτιος έλεγε μόνο, «πάμε για ελιές» ή «πάμε για φουντούκια», και στην δουλειά του δούλευε σιωπηλός και έλεγε την ευχή. Ουδέποτε τον άκουσε να σχολιάζη γεγονότα ή πρόσωπα άλλα. Κατά την Γερμανική Κατοχή ο γερο Μελέτιος με ηρωίκό φρόνημα, εύσπλαχνη διάθεση προς τους καταδιωκομένους και με κίνδυνο τής ζωής του έκρυψε και φυγάδευσε πολλούς Έλληνες και Άγγλους. Δύο φορές τον συνέλαβαν οι Γερμανοί, αλλά τους ξέφυγε. Πολλοί από αυτούς πού βοήθησε τού έγραψαν αργότερα ευχαριστήριες επιστολές, ενώ ένας Άγγλος Αξιωματικός τον πήρε και τον φιλοξένησε στην Αγγλία, για να τον ευχαριστήσει που τού έσωσε την ζωή. Αλλά ο Γέροντας ποτέ του δεν έκανε λόγο γι αυτά, ούτε και στον υποτακτικό του. Τον ρωτούσαν τα παιδιά τής Σχολής: –Γέροντα, πώς τους ξεφύγατε τους Γερμανούς; –Είχα τον τρόπο μου, απαντούσε. Ρωτούσαν τον π. Κοσμά να τους πη για την δράση του και απαντούσε: –Α, δεν ξέρω∙ δεν μιλάει γι αυτά. Να, πες τον για μουσικά και αμέσως θα σηκωθή· και γυρίζοντας στον Γέροντα που ήταν κλι νήρης και βογγούσε, τού είπε δοκιμαστικά: –Γέροντα, το καλογέρι θέλει να διαβάσετε μουσικά. Και ο Γέροντας πετάχτηκε απ το κρεββάτι και γυρίζοντας στον μαθητή ρωτούσε. –Πού ει ναι το μουσικό; Φέρτο μωρέ. Πολλοί τον θεωρούσαν ένα καλό παππούλη, που όμως δεν ήξερε από καλογερική. Κρίνοντας όμως εξωτερικά, ελάθεψαν στην κρίση τους, γιατί ο γερο Μελέτιος είχε κρυφή πνευματική ζωή, όπως φαίνεται από κάποια περιστατικά. Κάποτε, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση γυναικείου Μοναστηριού στον κόσμο, πήγε να τους βοηθήση στα μουσικά. Εκεί αρρώστησε με πυρετό υψηλό, αλλά παρά ταύτα δεν σταμάτησε καθημερινά να διδάσκη. Μάλιστα είχε τυπικό τελείας ασιτίας, όταν αρρώσταινε. Αυτό ήταν το φάρμακό του. Οι αδελφές πανικοβλήθηκαν, γιατί νόμισαν ότι θα τον χάσουν. Τον ανάγκασαν να πάρη κάτι, και τους έκανε υπακοή. Τη νύχτα μπήκε κάποιος αθόρυβα στο κελλί του να δη τι κάνει, μήπως θέλη κάτι, και άκουσε να επαναλαμβάνη καθαρά και ρυθμικά την ευχή, ενώ εκοιμάτο. Μαθητές του, μαρτυρούν ότι πολλές φορές που έμπαιναν στο κελλί του να ρωτήσουν κάτι, τον εύρισκαν να λέη την ευχή αργά και καθαρά. Για να θολώση τα νερά, κάτι μουρμούριζε ή έλεγε· «να, λέω κι εγώ, παραμιλάω». Άλλοι τον είδαν τη νύχτα που κοιμόταν να κινή ρυθμικά το δάχτυλό του σαν να τραβά κομποσχοίνι. Και αυτό όχι μία φορά. Τις νύχτες έβλεπαν φως από το κελλί του. Διάβαζε ή προσευχόταν. Έζησε 93 χρόνια χωρίς να πέσει μία τρίχα από τα μαλλιά του και να χάσει ένα δόντι. Διάβαζε χωρίς γυαλιά μέχρι το τέλος του.Έζησε ταπεινά και αθόρυβα. Κατόρθωσε να εφαρμόσει τις δύο μεγάλες εντολές τού Ευαγγελίου: «Μη κρίνετε, και ου μη κριθήτε» και το «αγαπάτε αλλήλους». Και αν ως άνθρωπος είχε κάποιες ατέλειες, η αγάπη του θα τις καλύψει, και με παρρησία θα ζητήσει να μην κριθή από τον δίκαιο Κριτή, γιατί και ο ίδιος δεν έκρινε ούτε κατέκρινε κανέναν, πράγμα σπάνιο και δυσεύρετο για την γενεά μας.

Φωνάξαμε δυνατά το όνομα του Αγίου Παντελεήμονος και κατόπιν του πατρός Σίμωνος.

Μία ημέρα είχα πάει στον πατέρα Ζωσιμά [Μοναχός Ζωσιμάς, υποτακτικός του Γέροντα, π. Σίμωνος Αρβανίτη], που έμενε τότε στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Ευαγγελιστού Λουκά, πίσω από το Μοναστήρι του Αγίου Μεγαλομάρτυρος και Ιαματικού Παντελεήμονος [στην Πεντέλη]. Την Κυριακή, όταν γύριζα από το βουνό, σε μία στροφή βλέπω κάτω ένα αυτοκίνητο μάρκας «Τoyota», εγκαταλειμμένο. Με σταμάτησε ο οδηγός και με παρακάλεσε να τον βοηθήσω· ήταν αδύνατο να το βγάλουμε οι δυο μας. Του είπα: – Θα πάω εδώ κάτω στη διασταύρωση, στο εικονοστάσι του Αγίου Παντελεήμονος να φωνάξω τους μαστόρους να μας βοηθήσουν. Δυστυχώς, γύρισα άπρακτος. Του είπα ότι οι εργάτες είχαν σχολάσει και δε γίνεται τίποτα. – Θα πάω κάτω στην Αθήνα και θα φέρω ένα γερανό να μας το βγάλει. Όταν άκουσε αυτό ο βοσκός: – Όχι, όχι!» μου λέει, εγώ είμαι τσοπάνος στο κοπάδι του Μαγκίνα και θα με διώξει το αφεντικό, όταν το μάθει. Ξαναμπαίνει μέσα ο οδηγός, κάνουμε άλλη μία προσπάθεια, βάζει μπρος μήπως βγει, αλλά δε γινόταν τίποτα· είχαμε απελπιστεί, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Του λέω τότε εγώ: – Έχεις πίστη μέσα σου; Μου λέει: – Ναι. [Του λέω]: – Εδώ είναι ο Άγιος Παντελεήμων και ο Άγιος πατέρας Σίμων, που έκανε το Μοναστήρι. Να τους παρακαλέσουμε και θα μας βοηθήσουν να το βγάλουμε. Μπαίνω εγώ μέσα στο αυτοκίνητο, κάνουμε και οι δυο την προσευχή μας και φωνάξαμε δυνατά το όνομα του Αγίου Παντελεήμονος και κατόπιν του πατρός Σίμωνος. Tο αυτοκίνητο πετάχτηκε στον αέρα, κατάλαβα ότι η καρότσα από πίσω σηκώθηκε στον αέρα και βγήκε από εκεί μέσα το αυτοκίνητο χωρίς καμιά ζημιά. Τα χάσαμε και οι δυο μας και κλαίγαμε πολύ για το μεγάλο θαύμα που έγινε σε μας τους αμαρτωλούς! Επιμέλεια Στέλιος Κούκος Μαρτυρία από το βιβλίο του Μοναχού Ζωσιμά, «Ιερομόναχος Σίμων Αρβανίτης, (1901-1988), Μαρτυρίες για τη ζωή και το έργο του», τόμος β’.