Εμείς ένα, ναί, λέμε. Ένα βήμα κάνουμε...Τα υπόλοιπα εννέα τα κάνει ο Θεός...

"Eγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα· εκείνος που μένει ενωμένος μαζί μου, και εγώ μαζί του, αυτός φέρνει καρπό πολύ· επειδή, χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε. Aν κάποιος δεν μείνει ενωμένος μαζί μου, ρίχνεται έξω, όπως το κλήμα, και ξεραίνεται· και τα μαζεύουν και τα ρίχνουν σε φωτιά, και καίγονται." Ο Άγιος Εγωισμός τού Θεού,στον οποίο μάς καλεί σε μίμηση Του,αποβάλλοντας τον σαθρό και καταστροφικό εγωισμό τον δικό μας.Στο να γίνουμε δηλαδή, μικροί θεοί,θεάνθρωποι κατά μίμησιν του,θεοί κατά χάριν,σ'αυτήν την πλάση καί την άλλη. Δεν βλέπουμε πως μπορεί να γίνει αυτό σε μας, όμως θα πρέπει να το θέλουμε• αλλοιώς Τον διαψεύδουμε ...απάνω στον συγκλονιστικό λόγοπου μας λέει, ο Χριστός : «Εγώ είπα, ότι θεοί εστέ.» -Εγώ είπα ότι είσαστε θεοί- Αυτή είναι η ακροτάτη συνέπεια,τού να μείνει κανείς προσκολλημένος, κυρίως διά τής Θείας Κοινωνίας,ώς άνθρωπος κλήμα,στην Άμπελο Ιησού Χριστό. ~"Δεν βλέπω Κύριε, πως μπορεί να γίνει αυτό σ'εμένα, όμως θά' θελα." Αυτός είναι, ο Πορφυριακός λόγος, ο λόγος τού Φωκά, και άλλων Αγίων, πάνω στο θέμα. Υπάρχουν βέβαια καί αυτοί,οι ψυχοπαθολογικά δήθεν ταπεινοί, ταπεινολάγνοι• που την ψυχοπαθολογία τους,την μή ευρωστεία τους,το μη θάρρος τους προς τον Θεό,τον -από κακό- (υπάρχει κ καλός) φόβο τους,("η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον" προς τον Θεό εν προκειμένω... αν υπάρχει αγάπη...)τα βαπτίζουν αρετή• καί κατακρίνουν όποια ψυχή, αληθινά ταπεινή, προσπαθεί στ'αλήθεια ν' αγκαλιαστεί και να μείνει κοντά, στον Θεό της. Μία δε επισήμανση είναι απαραίτητο να κάνουμε : Γιά θέωση μιλούν καί οι Ανατολικές πλάνες,"θρησκείες", καθώς καί οι Δυτικές πλάνες"επιστήμες", όπου με έπαρση και αλαζονεία και τύφλωση πολλή, διατείνονται,πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνειθεός από μόνος του. Βλέπε και πρόσφατη Ύβρι -που θα προκαλέσει την Νέμεση, πάντα έτσι γίνεται- τού υγειό-ναζιστή "επιστήμονα" Χαράρι,πώς πάει ο Θεός, δεν τον έχουμε ανάγκη, ούτε ποτέ υπήρξε• τώρα η επιστήμη θα κάνει τον άνθρωπο, θεό... ... Ω τής Βαβέλ ... Ω τής μωρίας, και απύθμενης ηλιθιότητας Η διαφορά στην πραγματικότητα που η δική μας διδασκαλία αποκαλύπτει στην Ανθρωπότητα, είναι πως ο Θεός, είναι που κάνει τον Άνθρωπο θεό. Θεό κατά χάριν. Τού χαρίζει δηλαδή την θέωση, Αυτός,ο κατά φύσιν θεός, που είναι δηλαδή Θεός από την φύση Του. Σ'εμάς, καί στην πραγματικότητα,την πορεία την κάνει ο Θεός. Εμείς ένα, ναί, λέμε. Ένα βήμα κάνουμε. Τα υπόλοιπα εννέα, για την συνάντηση Ανθρώπου και Θεού, τα κάνει ο Θεός. Ένα, ναί... ένα, ναί Κύριε, θέλω......δεν βλέπω πως, αλλά θά' θελα... ένα, ναί... να τού λέει μυστικά μέσα του ο άνθρωπος τού Θεού...... και ο Θεός ξέρει, το πώς την Οδύσσεια ολόκληρη καί τον πόνο τής ζωής τού Ανθρώπου, να τα εξαργυρώσει ως λύτρα και εξετάσεις γιά την θέωση και τον παράδεισο... Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς,Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης,ένας τεράστιος Άγιος, 1296-1359,-καί εν πολλοίς άγνωστος-λέει πως δεν νοείται Χριστιανός Ορθόδοξος που να μην βλέπει ως σκοπό και προοπτική τής ζωής του, την θέωση• την ένωση δηλαδή τελικά καί την πραγματοποίηση τού καθ'ομοίωσιν, με τον Θεό Πατέρα. Ας τελειώνουμε λοιπόν με τίς αγαπολογίες και την ξύλινη γλώσσα, το πλατσούρισμα σε βαλτωμένα, κουραστικά, επιδερμικά, νερά, καί ας νοιώσουμε βαθειά, τον Ωκεανό τού Θεού• το σε τι σκανδαλωδώς έχουμε κληθεί. Καί ας μην ξεχνάμε : Η ζωή δόθηκε άπαξ καί δεν θα αρθεί (δεν θα τελειώσει) ποτέ!

Αμαρτίες δικές μας δύσκολα κλαίμε

Δεν υπάρχουν σήμερα δάκρυα μετανοίας. Και να μας χτυπάνε, δεν κλαίμε εμείς, με τέτοια κακία που έχουμε.. Αν χάσουμε το φίλο μας ή τη φιλενάδα μας, μπορεί να κλάψουμε. Αν χάσουμε το δικαστήριο ή δεν πετύχαμε την έξωση μπορεί να κλάψουμε. Αμαρτίες δικές μας δύσκολα κλαίμε.Γιατί πρέπει η Χάρις να μας επισκιάσει για να κλάψουμε.Τα δάκρυα τα δικά μας, δεν είναι δάκρυα μετανοίας που φτάνουν στον Ουρανό και να αντικαταπέμπουν τη Θεία Χάρη. Γι’ αυτό και οι Πατέρες λένε, ότι όσοι έχουν δάκρυα στην προσευχή τους, να προσέχουνε μη τους γελάσει ο σατανάς και πιστέψουν, ότι αυτοί έχουνε δάκρυα και άλλοι δεν έχουνε και πέσουνε εκ των δεξιών και χάσουνε τα δάκρυα. Είναι μεγάλο πράγμα να έχει ο άνθρωπος δάκρυα, αλλά να προέρχονται από ταπεινό φρόνημα και από αναγνώριση της αμαρτωλότητάς του και ότι είναι έλεος όλο αυτό που του κάνει ο Θεός.. Κάποτε κάποιος μεγάλος εγκληματίας, αποφάσισε να εξομολογηθεί. Και τι δεν του είπε του εξομολόγου! Φοβερά αμαρτήματα! Στην διάρκεια της εξομολόγησης, ο πνευματικός προσεύχονταν μέσα του: – Θεέ μου, έλεγε φώτισέ με! Πώς να του συμπεριφερθώ και τι κανόνα να τον βάλω;. Όταν ο εγκληματίας τελείωσε την εξομολόγηση, του δίνει ο πνευματικός ένα μικρό βαρελάκι και του λέει: – Πήγαινε να γεμίσεις αυτό το βαρελάκι με νερό και όταν το γεμίσεις και μου το φέρεις, τότε οι αμαρτίες σου θα έχουν τακτοποιηθεί! – Με τόσο λίγο κόπο, θα τα τακτοποιήσω όλα αυτά τα αμαρτήματα; Πανεύκολο του φάνηκε αυτό το επιτίμιο του εγκληματία και έτσι το πήρε αμέσως και πήγε σε ένα κοντινό ποταμάκι να το γεμίσει. Όμως παρότι το γέμιζε με νερό, το βαρελάκι παραδόξως δεν γέμιζε! Το εξέτασε να δει αν είναι τρύπιο, αλλά το βαρελάκι ήταν γερό! Ήταν ένα συνηθισμένο βαρελάκι, σαν όλα τα άλλα. Προσπάθησε στην συνέχεια να το γεμίσει, από βρύσες και άλλες πηγές, αλλά τίποτα! Καθημερινώς φρόντιζε, όπου υπήρχε νερό να το γεμίσει, για να πάρει την άφεση των αμαρτιών, αλλά μάταια. Έτσι παιδευόταν για πολλά χρόνια.. Μια μέρα ήρθε πραγματικά στον εαυτόν του. Προβληματιζόταν για ποιό λόγο, να μην μπορεί να γεμίσει το βαρελάκι. Και λέει σε μια στιγμή: – Θεέ μου, τόσο αμαρτωλός είμαι, ώστε οι αμαρτίες μου δεν αφήνουν να γεμίσει αυτό το βαρελάκι; Λέγοντας τα λόγια αυτά με πόνο, του έφυγε ένα δάκρυ από τα μάτια. Το δάκρυ αυτό, έπεσε μέσα στο βαρέλι. Και τότε το βαρέλι, θαυματουργικώς γέμισε! Αρπάζει το βαρελάκι και το πάει κατευθείαν στον γέροντα, για να του δώσει την άφεση. Η μετάνοια που δεν έχει δάκρυα, συντριβή και λύπη, δεν είναι αξιοποιημένη όσο πρέπει. Ο Θεός περίμενε από τον εγκληματία, το δάκρυ της μετανοίας του.Όταν ο άνθρωπος δώσει στην μετάνοιά του ένα δάκρυ, είναι σαν να ξαναβαπτίζεται. Καθαρίζεται και βγαίνει με καινούριο ένδυμα να ξαναντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη του Θεού. Δημήτριος Παναγόπουλος-Ιεροκήρυκας

Η Πολιούχος της Σκιάθου Παναγία Εικονίστρια και η θαυμαστή διάσωση της Σκιάθου από τη θηριωδία των Γερμανών στις 23 Αυγούστου του 1944.

‘’ Ἔδωκας πανάχραντε, τήν σήν εἰκόνα τοῖς δούλοις σου, ἀσφαλές περιτείχισμα. Ἀσπίδα καί θώρακα, καί ἄμαχον ρύστιν, καί φόβητρον μέγα τοῦ πολεμήτορος ἐχθροῦ, ὠρυομένου οἷαπερ λέοντος, ἠμᾶς καταπιεῖν δεινῶς ὥσπερ στρουθίον παιζόμενον…[1]’’ Με ύμνους σαν και αυτόν ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης διακήρυττε, 20 χρόνια πριν τα φοβερά γεγονότα του Αυγούστου του 1944, τη διαρκή παρουσία της χάριτος του Θεού και της σκέπης της Θεοτόκου στο μικρό νησί της Σκιάθου, το οποίο επέλεξε ως κατοικία της η Παναγία, όταν με θαυμαστό τρόπο βρέθηκε να λάμπει πλημμυρισμένο από θείο φώς, στα κλαδιά ενός πεύκου, το 1650, το θαυματουργό εικόνισμά της. Η πολιούχος του νησιού, η φρουρός, η σκέπη, το καταφύγιο, η παναγία της Σκιάθου, η Ιερά και θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Εικονιστρίας. 20 χρόνια πριν τον επερχόμενο όλεθρο, όταν ο διηγηματογράφος και ακαδημαϊκός Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο μετέπειτα μοναχός Ανδρόνικος, συνέθεσε το 1924 την ακολουθία της Ευρέσεως της Ιεράς Εικόνος της Παναγίας της Εικονιστρίας, η οποία καθιερώθηκε να γιορτάζεται ως η δεύτερη μεγάλη εορτή της πολιούχου μας, αφιερωμένη στους ναυτικούς του παλιού καιρού που δεν μπορούσαν να παρευρίσκονται το χειμώνα, την ημέρα των Εισοδίων, στη μεγάλη πανήγυρη της Κυρίας Θεοτόκου. Όμως η ώρα του πειρασμού δεν άργησε να έρθει. Η Ελλάδα από τον Οκτώβρη του 1940 βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την φιλόδοξη Ιταλία, η οποία λίγο πριν δεχτεί το ηχηρό ‘’όχι’’ από τον Μεταξά και τον Ελληνικό λαό, σε ένα παροξυσμό στρατιωτικής υπεροχής και προκλήσεων, τορπιλίζει το καταδρομικό πλοίο ‘’Έλλη’’, τη στιγμή που απέδιδε τιμές σε μια άλλη Παναγιά του Αιγαίου, την Παναγία της Τήνου, την ημέρα της Κοιμήσεώς της. Για μια ακόμη φορά η Θεοτόκος περιφρούρησε με τη σκέπη της τον πιστό λαό της. Άπειρες οι μαρτυρίες των στρατιωτών, που είδαν την Παναγία να τους ενθαρρύνει την ώρα της μάχης, να τους δίνει κουράγιο και να τους ενισχύει. Άλλοι γλίτωσαν από εχθρικά πυρά, άλλοι σώθηκαν βαριά τραυματισμένοι, ενώ άλλοι τη στιγμή που είχαν εξαντλήσει και τα τελευταία τους τρόφιμα επέζησαν με τροφή την οποία τους παρείχε η Παναγία, με θαυμαστή επέμβασή της[2]. Αλλά και στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, όταν τους Ιταλούς διαδέχθηκαν οι Γερμανοί κατακτητές, οι οποίοι νικηφόροι προέλαυναν στα ελληνικά εδάφη, η Υπεραγία Θεοτόκος, αρωγός και προστάτης των ικετών της, δεν εγκαταλείπει το πιστό λαό της, όπως δεν εγκατέλειψε και το ταπεινό νησί της. Άφθονη η λαδιά, πνιγμένα τα οπωροφόρα δένδρα από τους καρπούς με τα κλαδιά τους να γέρνουν στο έδαφος, πλούσιες οι σοδειές τα χρόνια εκείνα. Όσα στερούσε ο δεινός κατακτητής από το λαό του Θεού, τα παρείχε πλουσιοπάροχα η τροφός της ζωής, η Παναγία η Εικονίστρια. Ωστόσο το πρωινό της 23ης Αυγούστου του 1944, η Σκιάθος έμελε να ζήσει έναν εφιάλτη. Είχε προηγηθεί, λίγες μέρες πριν, η σύλληψη του Γερμανού διοικητή των Βορείων Σποράδων Άντλερ, από το 54 σύνταγμα του ΕΛΑΣ Πηλίου, κατόπιν εντολής του ΕΑΜ Βόλου, γεγονός που επιβεβαίωσε τους φόβους της τοπικής επιτροπής ΕΑΜ Σκιάθου για αντίποινα από μέρους των Γερμανών[3]. Μόλις κατάπεσε ο θόρυβος και σταμάτησαν να επαγρυπνούν οι ντόπιοι, ισχυρές Γερμανικές δυνάμεις με καταδιώξεις και επιταγμένα σκάφη εισβάλουν στο νησί, με σκοπό να διαπράξουν αντίποινα για την σύλληψη του Άντλερ. Σκοπός τους το ολοκαύτωμα της πόλης της Σκιάθου και η ομαδικές εκτελέσεις όλων των κατοίκων του νησιού. Αρχίζουν ήδη τις συλλήψεις όσων εντοπίζουν μέσα στο χωριό, μιας και οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν καταφύγει στις πλαγιές του νησιού, ενώ ταυτόχρονα πυρπολούν από στεριά και θάλασσα το χωριό. Σε λίγο η φωτιά είχε εξαπλωθεί και δεν ξεχώριζε τίποτα, ούτε κι αυτός ο ήλιος, όπως μας πληροφορεί ένας αυτόπτης μάρτυρας[4]. Η φωτιά δυναμώνει όλο και περισσότερο που μέχρι το βράδυ έχει καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της πόλεως. Καίγονται ολοσχερώς περί τα διακόσια σπίτια. Οι γερμανικές δυνάμεις αποχωρούν με σκοπό να καλέσουν ενισχύσεις από το Βόλο, ώστε να χτενίσουν τη Σκιάθο και να μη μείνει κανείς ζωντανός. Το προηγούμενο βράδυ, πολλοί κατέφυγαν στο παλαιό μοναστηράκι της Παναγίας της Κεχριάς, για να γιορτάσουν τα εννιάμερα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και να παρακαλέσουν την Θεοτόκο να τους βοηθήσει. Όμως τη χαρά διαδέχθηκε η λύπη, την ελπίδα κάλυψε το σκοτάδι. Έντρομοι όσοι γλίτωσαν από τη σύλληψη και την πυρκαγιά κοιτούν την πόλη που καίγεται και ζητούν το έλεος της Παναγίας, Κλαιν απαρηγόρητοι και ζητούν τις μεσιτείες της στον Υιό της για τη σωτηρία τους. Και ιδού, η Παναγία η Εικονίστρια, η μητέρα των Χριστιανών, δεν άργησε να απαντήσει στις προσευχές των πενήτων της. Ενώ όλα έδειχναν ότι δεν υπάρχει σωτηρία η Θεοτόκος δεν διέψευσε τις ικεσίες των δούλων της. Ενώ ο ήλιος έδυε πίσω από τους πυκνούς καπνούς της κατά τα άλλα αίθριας και ζεστής εκείνης αποφράδας ημέρας, έξαφνα, εμφανίστηκαν μαύρα πυκνά σύννεφα, που σκέπασαν τον ουρανό. Ισχυρή καταιγίδα ξέσπασε, που σε λίγα λεπτά πλημμύρισαν τα πάντα. Η δυνατή νεροποντή διήρκεσε όλο το βράδυ και κατέσβεσε την πυρκαγιά, προτού καταστρέψει τα πάντα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Την επόμενη μέρα ο καιρός επιδεινώθηκε ραγδαία με ισχυρούς, ψυχρούς και βροχερούς ανέμους επί οκτώ ημέρες, φαινόμενο ασυνήθιστο για την εποχή. Άρχισε να φυσά ισχυρός Γρεγολεβάντε, ο οποίος φρεσκάριζε ολοένα και περισσότερο. Η τρικυμία που επικράτησε εμπόδισε τα γερμανικά καταδρομικά και επίτακτα καΐκια να προσεγγίσουν στο νησί. Ταυτόχρονα ξεκίνησε η κατάρρευση της Γερμανίας, ματαιώνοντας διαπαντός τα αιμοδιψή σχέδιά τους[5]. Όπως και άλλοτε, έτσι και τώρα, η Παναγία η Εικονίστρια, στην οποία όλο το νησί απέδωσε το θαύμα, επιβεβαίωσε τα όσα έγραψε στους ύμνος του ο Μωραϊτίδης, ο οποίος σε ένα τροπάριο της τετάρτης Ωδής του Κανόνα της, παρακαλεί την Θεοτόκο να εμφανίσει τη θεία χάρη της και με την λάμψη της να αποδιώξει τον τύραννο εχθρό. ‘’… Ἐν ὥρᾳ θλίψεως… ἐμφάνηθι, καί λάμψει τῆς εἰκόνος σου, ἐξελοῦ τῆς τυραννίδος’’[6]. Μα το μεγαλύτερο θαύμα υπήρξε ένα και μοναδικό. Μέσα σε εκείνη την παραζάλη, το πρωινό της 23ης Αυγούστου, το χωριό είχε εξ ολοκλήρου παραδοθεί στις φλόγες. Όσα σπίτια γλίτωσαν από την επέλαση της φωτιάς, δεν γλίτωσαν από το πλιάτσικο στο οποίο γερμανοί στρατιώτες και έλληνες καταδότες επιδίδονταν χωρίς ενδοιασμούς. Οι φλόγες από τα διπλανά σπίτια έγλυφαν το Μητροπολιτικό Ναό των Τριών Ιεραρχών, στον οποίο φυλάσσεται μέχρι σήμερα η θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας της Εικονίστριας. Την ώρα που όλοι έντρομοι έτρεχαν να γλιτώσουν από τον όλεθρο, κανείς δεν σκέφτηκε να φυγαδεύσει την Ιερά Εικόνα, το μεγαλύτερο κειμήλιο του νησιού. Και όμως παρέμεινε απείραχτη στο θρόνο της, όπως απείραχτος έμεινε και ο Ναός της, στον οποίο σήμερα αναπέμπουμε ευχαριστηρίους δεήσεις, και δοξολογίες, για την διάσωση της πόλεως και τα θαυμαστά ‘‘ξένα και τεράστια’’ που η Θεοτόκος χάρισε και χαρίζει μέχρι σήμερα σε όσους την επικαλούνται με ευλάβεια και πίστη[7] Και μαζί με τον υμνωδό της, τον άλλο Αλέξανδρο, τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, ψάλλουμε: ‘‘ Ἐλέους τήν χάριν σου Παρθένε καί σκέπης ἰσχύν τήν κραταιάν, οὐ σιωπῶμεν πώποτε κηρύττομεν τοῖς πέρασιν, ὅτι κινδύνων ἔσωσας, πολλῶν ἡμᾶς Εἰκονίστρια’’[8].

Κάθε Αὔγουστο λοιπόν τό Ἔθνος δένεται καί συναρμολογεῖται ἐκ νέου.

ΠΑΡΕΛΑΣΕΙΣ ὑπερηφάνειας: Ὅταν μιλοῦμε γι’ αὐτές, ξέρουμε τί ἀκριβῶς σημαίνουν. Διαρκοῦν συνήθως μερικές ὧρες καί διοργανώνονται στά ἀστικά κέντρα ἀπό μέλη συγκεκριμένης κοινότητας. Τά ὁποῖα προσπαθοῦν νά τραβήξουν τήν προσοχή γιά νά διαφημίσουν τήν ταυτότητά τους. Ὑπάρχουν ὅμως κι ἄλλες παρελάσεις ὑπερηφάνειας. Οἱ ὁποῖες διαρκοῦν σχεδόν ἕνα μῆνα. Πραγματοποιοῦνται στήν ἄλλη Ἑλλάδα. Καί εἶναι σιωπηρές. Δέν τραβοῦν τήν προσοχή, γιατί θεωροῦνται συνηθισμένες. Δέν μεταδίδονται τηλεοπτικῶς. Δέν πᾶνε πρέσβεις καί ὑπουργοί σέ αὐτές. Μόνον ὁ ἁπλός λαός. Ὁ ὁποῖος θέλει ἁπλῶς νά ἐπιβεβαιώσει τήν ταυτότητά του. Ὄχι νά προκαλέσει. Κι ὅμως σ’ αὐτές τίς «παρελάσεις» κάθε Δεκαπενταύγουστο τό Ἔθνος ἀνανεώνει τό διαβατήριό του μέσα στόν χρόνο. Τά ἔθιμα παραδίδονται ἀπό γενιά σέ γενιά. Ἡ παράδοση δέν θεωρεῖται ντεκαντάνς καί φολκλόρ ἀλλά πλοῦτος ἀκριβός. Τό τραπέζι στρώνεται μέ τοπικές γεύσεις καί ὄχι μέ ἀνθυγιεινά burger ἀπό ἁλυσίδες. Ἡ σχέση μας μέ τό θεῖο καί μέ τήν ὀρθόδοξη παράδοση ὁλοκληρώνεται σέ ξωκκλήσια καί σέ πανηγύρια γύρω ἀπό τραπέζια μέ παραδοσιακά μουσικά ὄργανα. Ἕνα δοξάρι, ἕνα λαοῦτο, ἕνα κλαρῖνο, ἕνα οὔτι. Ἐάν μένει ὄρθιος λοιπόν ὁ ἑλληνικός λαός καί ἄν διατηρεῖται ἀτόφια ἡ ταυτότητά του παρά τίς ὀργανωμένες ἐπιθέσεις πού δέχεται, αὐτό τό ὀφείλει στόν Αὔγουστο. Ὅταν ὁλόκληρες οἰκογένειες, ὁλόκληρες κοινότητες, ὁλόκληρα νησιά, πού τόν χειμῶνα εἶναι διάσπαρτες στά ἀστικά κέντρα, χαμένες στά τρία σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα μετακομίζουν στούς γενέθλιους τόπους, ἑνώνονται, πιάνονται σφιχτά ἀπό τό χέρι, θυμοῦνται ἀπό ποῦ παραλαμβάνουν τήν σκυτάλη, ἀνανεώνουν τό διαβατήριο τοῦ Ἕλληνος, καί πᾶνε παρακάτω. Σᾶς μεταφέρω μερικές εἰκόνες ἀπό τά Κυκλαδονήσια: ἡ μάνα πού χορεύει ὄρθια νησιωτικό χορό μέ τό ἡλικίας μόλις τριῶν ἐτῶν κοριτσάκι της μαθαίνοντάς του ἀπό αὐτήν τήν ἡλικία τόν ρυθμό καί τά βήματα. Ὁ παπᾶς πού χτυπᾶ τήν καμπάνα ἀμέσως μετά τήν λειτουργία τοῦ Δεκαπενταυγούστου καί ξοπίσω του ἀκολουθοῦν στήν λιτανεία τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας δεκάδες νέα παιδιά. Ὁ παπποῦς πού παίρνει τά ἐγγόνια ἀπό τό χέρι καί πᾶνε μέ τό ἀγκίστρι καί τό καλάμι γιά ψάρεμα στό λιμάνι. Ἡ γιαγιά πού φέρνει ἄρτο καί ἀντίδωρο στό σπίτι ἀπό τήν λειτουργία, εὐλογία γιά τήν γιορτή. Ἡ νεαρά πού ξενυχτισμένη περνᾶ ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία, κοντοστέκεται, δέν μπαίνει σέ αὐτήν γιατί ἔχει μαύρους κύκλους στά μάτια, ἀλλά κάνει τρεῖς φορές τόν σταυρό της καί συνεχίζει τόν δρόμο της. Οἱ χωριανοί πού τοῦ Σωτῆρος, τῆς Ἁγίας Μαρίνας, τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τοῦ Προφήτη Ἠλία, τῆς Παναγίας, πηγαίνουν σέ ἐξωκκλήσια γιά νά γιορτάσουν τήν ὀρθοδοξία, καί ὁ καθένας παίρνει μαζί του τά καλούδια του, προκειμένου νά δειπνήσουν ὅλοι μαζί, ταπεινά μέ τσίπουρο, κρασί, ντομάτες, ἐλιές, κρεμμύδια, ρεβύθια πού παρήγαγε ἡ μάνα γῆ τους. Ὁ πατέρας πού παίρνει ἀπό τό χέρι τόν 11χρονο γυιό του νά κόβει μαζί του εἰσιτήρια στό φέρρυ μπότ τῆς γραμμῆς καί νά μαθαίνει ἀπό μικρός πῶς βγαίνει ὁ ἐπιούσιος. Τά ἐγγόνια πού πηγαίνουν στούς τάφους τῶν παππούδων καί ἀφήνουν στεφάνια, λουλούδια ἀκόμα καί καρδιές σχηματισμένες ἀπό κοχύλια γιά νά τούς δείξουν τήν ἀγάπη τους. Καί ὅτι δέν τούς ξεχνοῦν. Γιά νά εἶναι ἀναπαυμένοι. Κάθε Αὔγουστο λοιπόν τό Ἔθνος δένεται καί συναρμολογεῖται ἐκ νέου. Ὅ,τι εἶχε χάσει τόν χειμῶνα, τό ξαναβρίσκει τό καλοκαίρι. Ἀσχέτως ἄν ὅλη τήν προηγούμενη χρονιά κάποιοι κάνουν τά πάντα γιά νά τό διαλύσουν καί νά τό ἀποσυναρμολογήσουν. Μά πάντοτε κάθε Αὔγουστο τό χάνουν ἀπό τά μάτια τους καί μετά τό φθινόπωρο ἀποροῦν ὅταν τό ξαναβλέπουν μπροστά τους ἀνανεωμένο. Δέν εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ κυρίαρχη ἐλίτ πού λατρεύει τήν παγκοσμιοποίηση συλλαμβάνει στά ραντάρ της αὐτήν τήν σιωπηλή παρέλαση ὑπερηφάνειας. Αὐτή πού γίνεται γύρω ἀπό ἕνα οἰκογενειακό τραπέζι, γύρω ἀπό ἕνα ξωκκλήσι, μπροστά στήν λαβίδα τῆς Θείας Κοινωνίας, μέσα στόν χορό ἑνός διονυσιακοῦ παραδοσιακοῦ πανηγυριοῦ, κατά τήν διάρκεια μιᾶς βαρκάδας, κατά τήν τέλεση ἑνός γάμου στήν δύση τοῦ ἡλίου ἤ μιᾶς βαπτίσεως τοῦ μεσημεριοῦ. Συμβαίνουν ὅμως ὅλα αὐτά. Γιατί τελικῶς παγκόσμιο εἶναι τό τοπικό καί τό ἐθνικό πού ἔχουν ἰσχυρό χρῶμα. Τά καλοκαίρια ἡ ταυτότητα παραδίδεται σιωπηρῶς ἀπό γενιά σέ γενιά. Σέ σημεῖο πού νά συγκινεῖσαι ὅταν ἀκοῦς ἕνα μικρό παιδάκι δύο ἐτῶν νά λέει στήν μητέρα του «θέλω νά πάω νά προσκυνήσω στήν Παναγίτσα.» Καί ὅταν βλέπεις ἕνα νεαρό δεκαπεντάχρονο νά ξεφυλλίζει τό οἰκογενειακό ἄλμπουμ καί νά ἀνακαλύπτει σέ ἀσπρόμαυρες φωτογραφίες ποιά ἦταν καί ἀπό ποῦ ξεκίνησε ἡ οἰκογένειά του. Σέ ποιά ἀσβεστωμένη αὐλή ἔπαιξε πρώτη φορά ὁ πατέρας του, ἀπό ποιό μπλέ παράθυρο ἀντίκρυσε πρώτη φορά τόν ἥλιο καί σέ σέ ποιό ξύλινο θρανίο κάθισε ἡ μητέρα του, κάτω ἀπό τόν ἴσκιο ποιᾶς μπουκαμβίλιας ἔδωσε τό πρῶτο ἐρωτικό ραντεβού του. Ὅσο περισσότερο βλέπω αὐτές τίς εἰκόνες μέ πρωταγωνιστή τήν… «ὕπουλη τρομοκρατική ὀργάνωση παππούδων καί γιαγιάδων» τῆς ἑλληνικῆς περιφέρειας πού ξέρουν πῶς νά περνοῦν συνωμοτικά τά μηνύματα στά ἐγγόνια τους, τόσο λιγώτερο ἀνησυχῶ. Κρατᾶ ὁ ἑλληνισμός. Ἔστω καί μές τήν σιωπή. Ἔτσι κι ἀλλιῶς αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία μας πάντα! Ἕνα διαρκές κρυφό σχολειό! Τό ψιθύρισμα τῶν θρύλων μας στά αὐτιά τῶν παιδιῶν μας. Τίποτε δέν μπορεῖ νά μολύνει τίς δεμένες ἑλληνικές οἰκογένειες καί τίς κλειστές κοινότητες πού ἀναπτύσσονται μέσα στήν μικρή κλίμακα. Αὐτές νά δεῖτε τί ὅρκους σιωπῆς δίνουν καί τί μυστικά κρύβουν. Τύφλα νά ἔχουν οἱ λέσχες Μπίλντερμπεργκ ὅλου τοῦ κόσμου. Οἱ ἑλληνικές Μπίλντερμπεργκ γύρω ἀπό ἕνα στρωμένο τραπέζι σέ μιά ἀσβεστωμένη αὐλή εἶναι κλάσης ἀνώτερες. Γιατί συνωμοτοῦν δημοσίως, ἀλλά δέν τίς παίρνει εἴδηση κανείς!

Η δήλωση υποταγής σε ένα οποιοδήποτε πάθος, δεν είναι «ελευθερία» – Είναι αποδοχή της σκλαβιάς

Με πόνο ψυχής για τον ίδιο, άλλα και για τους χιλιάδες ανθρώπους που τον ακολουθούν ως «life coach», είδαμε τον Ανδρέα Κονάνο με το βίντεο του με τίτλο «φτου, ξελευτερία», να επικοινωνεί στο πανελλήνιο ότι είναι ομοφυλόφιλος. Δεν θα μπούμε σε καμία λογική κριτικής στην ομοφυλοφιλία, αφού όλοι μας πολεμούμε με πάθη και σοβαρές πτώσεις στη ζωή μας. Εξάλλου το Ευαγγέλιο είναι καθαρό και ξάστερο (και) σε αυτό το θέμα, όπως επίσης και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Οπότε δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να φτιασιδώνουν κάποιοι το πάθος της ομοφυλοφιλίας για να νομιμοποιούν ηθικά την αποστασία τους, όπως δεν υπάρχει περιθώριο παρερμηνείας και για κανένα άλλο πάθος, ανεξαρτήτως φύσεως και προσανατολισμού. Δεν θα βάλουμε τα πάθη σε ζύγι. Αυτό δεν είναι δική μας δουλειά, αλλά του Θεού. Δική μας δουλειά είναι όμως να αναγνωρίζουμε τα πάθη ως πάθη, και να μην τα κάνουμε παγιωμένες «ταυτότητες». Είναι άλλο πράγμα να πολεμάς με το πάθος σου και να συνειδητοποιείς ότι προδίδεις τον Θεό με κάθε πράξη σου που βεβηλώνει το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, και άλλο να δικαιολογείς το πάθος σου με άλματα πνευματικής λογικής, και μάλιστα να το κάνεις «σημαία» σε όλη την ελληνική κοινωνία. Είναι πολύ θλιβερό ένας άνθρωπος που ποίμανε χιλιάδες ψυχές με τις υπέροχες εκπομπές και τα κηρύγματά του, σήμερα να είναι κοσμικός «ποιμένας» που παραδίδει ψυχές «εις αφανισμόν απωλείας», μόνο και μόνο για την προσωπική «επανάστασή» του, και φυσικά την προβολή του. Ένα πετραχήλι που σήκωσε πάνω του ατελείωτο βάρος αμαρτιών, να μετασχηματίζεται σήμερα σε βρόχο πνευματικό που αντί για «άφεση αμαρτιών και ζωήν αιώνιον», εργάζεται για δικαιολόγηση αμαρτιών και ζωή πρόσκαιρη. Εκεί είναι το μεγάλο ζήτημα στο οποίο θα πρέπει να εστιάσουμε κυρίως. Όχι το ότι ο Ανδρέας Κονάνος πήρε τον δρόμο που πήρε στην προσωπική του ζωή, άλλα το ότι έκανε κήρυγμα «περηφάνειας» το πάθος του και με τη στάση του προέτρεψε χιλιάδες κόσμου να αποκηρύξει τον σωτήριο δρόμο της μετάνοιας. Αυτό είναι ένα φρικτό ατόπημα, που φέρει μεγάλο βάρος ευθύνης. Ο ίδιος μπορεί, και του ευχόμαστε ολόψυχα να μετανοήσει, όπως οφείλουμε να μετανοούμε όλοι μας. Τις πνευματικές βάσεις τις έχει, μπορεί να αγιάσει αν επιστρέψει στην πηγή της κατά Θεόν διδασκαλίας του, και αντιθέτως να χαθούν αυτοί που παρουσιάζονται ως «ορθοί» στο συγκεκριμένο ζήτημα. Όμως οι λόγοι του που ακούστηκαν στο διαδίκτυο και σκορπίστηκαν στους πέντε ανέμους, δεν μπορούν να μαζευτούν πια. Έκαναν την καταστρεπτική δουλειά τους. «Φυτεύτηκαν» σε καρδιές, επηρέασαν ψυχές, κοίμισαν συνειδήσεις, έδωσαν τροφή στους σημαιοφόρους της «απελευθέρωσης» για να παρελάσουν με τη γνωστή προπαγάνδα τους. Ποια «ελευθερία»; Και μιας και μιλάμε για «απελευθέρωση», αλήθεια για ποια «ξελευτερία» μιλάμε; Από πού και ως πού είναι «ελευθερία» το να ανακοινώνεις δημόσια ότι είσαι δούλος ενός πάθους; Δηλαδή οι άγιοι μας που συνέτριψαν τις ρίζες των παθών τους ήταν… ανελεύθεροι και καταπιεσμένοι, κι εμάς που μας σέρνουν τα πάθη από τη μύτη, είμαστε οι «απελευθερωμένοι»; Σοβαρά; Υπάρχει ελευθερία χωρίς αλήθεια; Υπάρχει αγάπη αληθινή, πέρα από την σκέπη των πνευματικών νόμων; Και κυρίως, υπάρχει ελευθερία και αγάπη χωρίς την Αυτοαλήθεια και την εσταυρωμένη Αυτοαγάπη, που είναι ο Χριστός; Τι είναι η ελευθερία και η αγάπη χωρίς την αλήθεια του Χριστού, αν όχι ένας ύμνος ασυδοσίας που κάνει θεό το θέλημά μας; Ο Χριστός δεν είπε ποτέ να «αποδεχτούμε τον εαυτό μας όπως είναι», όπως λένε οι διάφοροι «life coaches» στις ναρκισσιστικές μικροκοινωνίες τους, όπου ο ένας ανταλλάσσει ντόπες εγωισμού με τον άλλον. Τουναντίον, ο Χριστός είπε «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Ο Θεός είναι απείρως ελεήμων μπροστά στα πάθη όλων μας. Αυτό που τον εξοργίζει όμως, είναι η διαστροφή των πνευματικών νόμων. Το να παρουσιάζουμε την ανομία σαν νόμο και την απόκλιση σαν οδό αρετής και καταξίωσης. Στα μάτια του Θεού, η υψηλότερη αρετή του ανθρώπου είναι η ομολογία. Από τη διάθεση ομολογίας πηγάζουν όλες οι αρετές. «Όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους ότι ανήκει σ’ εμένα, θα τον αναγνωρίσω κι εγώ για δικόν μου μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου». Η ομολογία είναι το αδαμάντινο στεφάνι που κόσμησε αναρίθμητο πλήθος μαρτύρων της Εκκλησίας. Και στην καθημερινή ζωή, η ομολογία Χριστού κάνει την πνευματική σφαίρα να συνεχίζει να περιστρέφεται. Είναι σύνθημα πραγματικής ελευθερίας. Με τον λόγο, με την πράξη, με το παράδειγμα ζωής. Στον αντεστραμμένο κόσμο που ζούμε όμως, έγινε σύνθημα «ελευθερίας» το να ομολογείς δημόσια ότι προσκυνάς ένα θεοποιημένο πάθος. Η ατιμωτική ήττα μας, παρουσιάζεται σαν νίκη και μάλιστα ντύνεται με μανδύα «ηρωισμού». Και όλο αυτό γίνεται για να αντικαταστήσουμε την αποδοκιμασία του Θεού, με την αποδοχή του κόσμου. Συνδιαλέχθηκες με το πάθος σου, το καλλιέργησες, το θέριεψες, το στόλισες με ότι ελαφρυντικά βρήκες από το παζάρι του κόσμου, και έφτασε η στιγμή που το επικοινώνησες με τον κόσμο για να στο νταντέψει κι εκείνος, και ο καθένας από αυτή τη μεγάλη «παρέα» να βρει άλλοθι για το πάθος του, και όλοι μαζί να παρηγορηθούν για την απροθυμία να σηκωθούν από την πνευματική κατρακύλα τους. Και ας πούμε ότι εξασφάλισες επιβράβευση από τον μασκαρά τον κόσμο. Και λοιπόν; Έγινες μέρος της μασκαράτας. Πορεύεσαι κι εσύ στο καρναβάλι των μασκαρεμένων συνειδήσεων. Έκανες «εξομολόγο» σου τον κόσμο, για να λάβεις άφεση από εκείνον, και όχι από Αυτόν που είναι ο «αίρων τας αμαρτίας του κόσμου». Και λοιπόν, τι πέτυχες; Τι πέτυχα; Τι πετύχαμε; Τι «ελευθερία» εξασφαλίσαμε; Ποια δεσμά κόψαμε; Τι βάρος θα σου πάρει από μέσα σου η «μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια»; Ποια εξιλέωση μπορεί να προσφέρει η σάρκα στη σάρκα και το χώμα στο χώμα; Σε κάθε τελείωμα της ημέρας, θα μείνει ο εαυτός μας και ο Θεός. Δεν θα υπάρχουν ούτε «likes», ούτε «μπράβο», ούτε «εύγε», ούτε «συγχαρητήρια» για να σκεπάσουν τη γύμνια της ψυχής μας. Και αν καταφέρεις να βάλεις τη συνείδησή σου σε νάρκωση, και πάλι θα έρθει η στιγμή που θα ξυπνήσει, και θα αναμετρηθείς με το είδωλό στον καθρέφτη και θα διακρίνεις αν έχεις γίνει εικόνα Θεού ή εικόνα του κόσμου.