Η αγάπη και η εμμονή του μεγάλου υμνογράφου στην παραδοσιακή υμνογραφική γλώσσα...

[...]Πολύ χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του μακαριστού Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτη, Μεγάλου Υμνογράφου της του Χριστού Εκκλησίας. Ανανέωσε στην εποχή μας την παράδοση των μεγάλων υμνογράφων και ποιητών, γράφοντας άπταιστα και εμπνευσμένα στην γλώσσα του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού, του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Εγέμισε την Εκκλησία με εκατοντάδες ακολουθιών και με χιλιάδες ύμνων και τροπαρίων. Μόνον το «Θεοτοκάριον» του είναι άξιο θαυμασμού. τί να πει κανείς για τους συνολικά τριάντα περίπου τόμους των ακολουθιών του; Πώς μπόρεσε λοιπόν αυτός ο ερημίτης του Αγίου Όρους, χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση και φιλολογικές σπουδές, όχι μόνον να κατανοεί την λειτουργική γλώσσα, αλλά και να γράφει ύμνους εφάμιλλους των αρχαίων ποιητών; Γιατί δεν έγραψε στην καθομιλουμένη τους ύμνους του; Γιατί πράττουν το ίδιο και οι τόσοι άλλοι αξιόλογοι σύγχρονοι υμνογράφοι; Αγνοούν την ποιμαντική αναγκαιότητα, η οποία, αν υπήρχε, θα τους ανάγκαζε ασφαλώς να γράφουν στην δημοτική; Αισθανόμαστε μεγάλη χαρά και τιμή, γιατί στο Συνέδριό μας παίρνει μέρος ένας χαρισματικός υμνογράφος, ο κ. Χαράλαμπος Μπούσιας, ο οποίος και θα μας ομιλήσει για την γλώσσα της σύγχρονης υμνογραφίας. Σχετικώς πάντως με τον Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανί­τη μπορώ να μεταφέρω την εξής πληροφορία, της οποίας ήμουν αυτήκοος μάρτυς. Προ ετών η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας οργάνωσε επιστημονική ημερίδα για να τιμήσει τον Γέροντα Γεράσιμο, μετά βέβαια την κοίμησή του. Όλοι οι εισηγητές αναφερθήκαμε με θαυμασμό και επαίνους στο υμνογραφικό του τάλαντο και στην μεγάλη προσφορά του, η οποία στο σύνολό της γράφτηκε στην αρχαία εκκλησιαστική γλώσσα. Παρίστατο ως σύνεδρος και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος, ως μητροπολίτης Δημητριάδος τότε. Το κλίμα του συνεδρίου ήταν φορτωμένο και φορτισμένο από το επίτευγμα της υμνογραφικής γλώσσης του Γέροντος Γερασίμου. Έλαβε κάποια στιγμή τον λόγο ο Μακαριώτατος κ. Χριστόδουλος και για να δείξει την αγάπη και την εμμονή του μεγάλου υμνογράφου στην παραδοσιακή υμνογραφική γλώσσα, αποκάλυψε ότι ο π. Γεράσιμος τον επέπληξε αυστηρά, όταν πληροφορήθηκε ότι στον Βόλο, κατά τα πρώτα έτη της αρχιερατείας του και του νεανικού ποιμαντικού ενθουσιασμού του, ετέλεσε δοκιμαστικά μαθητικές λειτουργίες με ύμνους στην δημοτική γλώσσα. Η αυστηρή εκείνη επίπληξη του Γέροντος Γερασίμου ανέστειλε και μάρανε την ανανεωτική εκείνη με τους νέους απόπειρα του Μακαριωτάτου, και ευχόμαστε το ίδιο να ισχύσει και σήμερα με όλους τους επισκόπους και πρεσβυτέρους που πειραματίζονται με τα λειτουργικά κείμενα. Την ίδια άλλωστε ευλογημένη, παραδοσιακή και πατρική θέση του Αγίου Όρους, και της καθόλου Ορθοδόξου Παραδόσεως ανά τους αιώνες, εξέφρασε στην εμπνευσμένη εισαγωγική του ομιλία ο σεβαστός Γέροντας π. Μωυσής Αγιορείτης. Την ενότητα αυτή περί του αν η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων είναι πράγματι ποιμαντική αναγκαιότητα θα κλείσουμε με όσα έγραψε ο π. Μωυσής απευθυνόμενος στους υπευθύνους του περιοδικού «Σύναξη». Γράφει μεταξύ άλλων: «Δεν θεωρώ ότι αυτό είναι το κύριο πραγματικό ποιμαντικό πρόβλημα. Είναι δημιουργημένο, κατασκευασμένο πρόβλημα. Μάλιστα προέρχεται από εκεί που δεν θα το περίμενες. Δεν θεωρώ, επαναλαμβάνω, ότι είναι πραγματικής ποιμαντικής αναγκαιότητας... Σαράντα χρόνια μέσα στην Εκκλησία, δεν αισθάνθηκα ως εκκλησιαζόμενος εξουσιαζόμενος, αμυνόμενος, απομονωμένος, εξουθενημένος από τη γλώσσα της Θ. Λειτουργίας. Οι αμαρτίες μου μόνο μ' έκαναν κουρασμένο και απρόσεκτο. Δεν έννοιωσα μέσα στην εκκλησία αποκομμένος από τον κόσμο, σε μία "καθαρά ιδιωτική υπόθεση", παρακολουθώντας μια "συνθηματική γλώσσα ολίγων". Δεν μπορώ ασφαλώς να πω ότι από παιδί είχα πλήρη κατανόηση όλων των λεγομένων. Μήπως μπορώ να το πω τώρα; Μήπως θα μπορέσω να το πω άραγε ποτέ; Μήπως δεν πρέπει μάλιστα όλα να τα καταλάβουμε με το μικρό μυαλό μας αμέσως και τώρα; Μου έλεγε προ καιρού ένας Γέροντας: "Πενήντα χρόνια στο Άγιον Όρος και προχθές ένοιωσα στην αγρυπνία το Κύριε ελέησον". Αν το λέγαμε "Κύριε ελέησε εμένα" θα το κατανοήσουμε πιο γρήγορα; Τι σημαίνει κατανόηση; Έχει σχέση με το βίωμα; Πρέπει να κάνουμε τους πιστούς έξυπνους, να τα καταλαβαίνουν όλα γρήγορα; Γιατί να τα καταλάβουμε όλα αμέσως; Ποιος το επιλέγει και το επιτάσσει; Η λογική; Δεν νομίζω. Μήπως πρέπει λιγάκι να υπομείνουμε ή να επιμείνουμε, να μελετήσουμε βαθύτερα, να προσευχηθούμε θερμά, να ελπίζουμε περισσότερο να εμπιστευθούμε τον Θεό, να καθαρθούμε για να φωτιστούμε;»

Οποιος έχει ελευθερία γνώμης σέβεται συνήθως και την Αλήθεια.

Μια που θίχθηκε το θέμα από μια κυρία - να περιμένουμε την Εκκλησία να μιλήσει- προφανώς εννοείται η Ι.Σ. πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Εκκλησία η οποία έγραψε την Αποκάλυψη οφείλει και να την ερμηνεύσει. Το να βγεί μια ανακοίνωση '' όλα χαλαρά, ολα συγκαταβατικά, όλα ωραία'' δεν είναι εκκλησιαστική στάση αλλά κοσμική συμπεριφορά. Γιατι αν η Εκκλησία δεν εξαντλήσει κάθε πατερική ερμηνεία σχολαστικά και υπεύθυνα πάνω σε γεγονότα και φαινόμενα με εκκλησιαστική γλώσσα- εστω να απαξιώσει δομημενα όμως το θεμα των ταυτοτήτων- τότε θα τον κάνουν με υποκειμενισμούς και αυθαίρετους αφορισμούς οι παρά την Εκκλησίαν. Και τότε δεν θα δικαιούται κανείς να μιλάει για '' ψεκασμένους''' και σχισματικούς. Γιατί η σιωπή και η διφωνία τροφοδοτούν την παρά και εκτός Εκκλησίας παρέμβαση. Όσο για εμάς που τα '' ξερουμε όλα και προτρέχουμε σε ερμηνείες πριν την Εκκλησία'' , προφανώς και ΔΕΝ τα ξερουμε όλα! Υποχρεωνόμαστε όμως από καθηκοντική ιερατική παρόρμηση να μοιραστούμε κάποια πράγματα στα μκδ και οχι από αμβωνος με αυτούς που σεβόμαστε και με αυτούς που μας σέβονται. Εστω και αν είναι υποκειμενικά. Τώρα για όσους περιμένουν πολλά και σπουδαία από φωτισμένα χείλη οφείλουν να γνωρίζουν ότι δεν κάνει το ράσο και η χειροτονία το αλάθητο. Βλέποντας διάφορες συμπεριφορές και εξ ιδίας αντιλήψεως και εμπειρίας σημειώνω μετά λύπης μου ότι πολλοί ανερχόμαστε στην ιερωσύνη χωρίς να έχουμε διαμορφώσει αντίληψη της πραγματικότητας και ούτε καν δομημένη προσωπικότητα. Και μάλιστα όσο πιο αφοριστικοί είμαστε τόσο πιο αποκομμένοι από την πραγματικότητα. Οι αφορισμοί και οι χαρακτηρισμοί προς το ποίμνιο δηλούν έλλειψη κρίσης και πανικό . Η αλήθεια είναι ότι πολλοί λαϊκοί αναπαύονται σε τέτοιους ιερείς γι αυτό ισχυρίζονται ότι αναπαύονται στην τοποθέτηση της Εκκλησίας, η οποία τοποθέτηση είναι η πολιτική στάση πέντε ανθρώπων μέσα στη Σύνοδο συνήθως. Τους απαλλάσσει από το να σκέφτονται. Και όχι αυτό δεν είναι παράλληλο της εκκλησιαστικής υπακοής στα μοναστήρια. Έχει καταντήσει ασφυκτικό ψεμα αυτο το οποιο ολα τα ξεπλένει και τα αγιάζει!Αλλο υπακοή σε μια διοικητική εγκύκλιο ή στον γεροντα για τους μοναχους άλλο διαμόρφωση γνώμης και ελευθερία συνείδησης. Οποιος έχει ελευθερία γνώμης σέβεται συνήθως και την Αλήθεια. Οποιος περιμένει να σκεφτούν γι αυτον οι άλλοι είναι φτερό στον άνεμο. π.Panteleimon Krouskos

«Είναι πιο αργά απ' ό,τι νομίζετε!»

Μια από τις αδελφές της Σκήτης της Αγίας Ξένης κατέγραψε: «Το τελευταίο κήρυγμα του π. Σεραφείµ κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας της Μεταμορφώσεως ήταν πολύ ειδικό για όλους εμάς που βρισκόµασταν κοντά του... Κατά τη διάρκεια της Λιτής στην αγρυπνία για τη γιορτή, οι µοναχοί του Μοναστηριού, οι µοναχές της Αγίας Ξένης και οι επισκέπτες πήγαν έξω στο δάσος με πομπή, κρατώντας κεριά και ψάλλοντας τα στιχηρά της εορτής - οι άνδρες στην περιοχή της Σκήτης της Μεταμορφώσεως στην κορυφή του όρους Άγιος Γερμανός, οι γυναίκες στην περιοχή της Σκήτης του Προφήτη Ηλία... Συναντήθηκαν οι φωνές τους καθώς έψαλαν από κοινού στη βάση ενός µεγάλου σταυρού που υψώνεται πάνω από το φαράγγι Μπίγκουµ. Η νύχτα ήταν χωρίς σύννεφα και έναστρη... Ο π. Σεραφείµ, με λευκά άμφια, πήγε στον σταυρό και έκανε νόηµα σε όλους να σβήσουν τα κεριά. Στάθηκε σιωπηλός για µια στιγμή, εξετάζοντας το σκοτεινό φαράγγι και τον γεμάτο αστέρια ουρανό, και άρχισε κάπως έτσι: Ιδού η µεγαλοσύνη της δημιουργίας του Θεού βλέπουμε µια λάμψη, κάπως ακαθόριστη και θαμπή, της ομορφιάς του αιώνιου Βασιλείου του Θεού, για το οποίο όλοι µας δηµιουργηθήκαµε. Πρέπει πάντα να θυµούµαστε ότι το σπίτι µας είναι στους ουρανούς: Πρέπει να αποτινάξουμε όλα τα µάταια και ασήμαντα πάθη και ανησυχίες που µας κρατούν δεµένους στη γη, στον πεσµένο γήινο κόσμο, τα οποία µας εμποδίζουν από την πραγματοποίηση του σκοπού της δημιουργίας µας. Πόσο εύκολα ξεχνάμε τον ίδιο τον λόγο της ύπαρξής µας... Οι έσχατοι χρόνοι είναι ήδη εδώ. Βλέπουμε καθαρά την προετοιμασία της εποχής του Αντιχρίστου. Οι Χριστιανοί θα βρεθούν αντιμέτωποι με µια πρωτοφανή δοκιμασία της πίστης και της αγάπης τους για τον Θεό. Θα πρέπει να κρυφτούμε στην έρημο - σ’ ένα έδαφος όπως αυτό που βλέπουμε ενώπιόν µας εδώ. Φυσικά, στο τέλος θα µάς βρουν... Ακόμα και εκεί ο σκοπός του κρυψίµατός µας είναι όχι µόνο για να µείνουµε ζωντανοί, αλλά για να κερδίσουµε χρόνο ώστε να ενισχυθούν οι ψυχές µας για την τελική δοκιμασία. Και αυτό πρέπει να αρχίσει ακόμα και τώρα. Επομένως αρχίστε τουλάχιστον να αγωνίζεστε κατά των δεσμών των µηδαµινών παθών, και να θυμάστε ότι το αληθινό σπίτι µας δεν είναι εδώ, αλλά στους ουρανούς. Ας πορευόμαστε προς την ουράνια πατρίδα µας, καθώς ο άγιος Γερμανός συνήθιζε να λέει ... Ad αsterα! Ad αsterα!»* Τελείωσε και συνέχισε να κοιτάζει προς το ουράνιο γαλάζιο του έναστρου µεγαλείου, χωρίς εμείς να υποψιαζόμαστε ότι είχαμε µπροστά µας µια αναλαμπή του µυστηρίου ενός ανθρώπου που, έχοντας από πολύ καιρό προετοιμάσει την ψυχή του, θα πήγαινε εκεί σύντομα.... (σελ. 473-474) * Λατινική έκφραση: «Προς τ' αστέρια! Προς τ' αστέρια!». Από το «Peraspera ad astera» (Μέσα από δυσκολίες προς τ’ αστέρια).

Κυριακὴ ΙΓ ́ Ματθαίου-Τί θέλουμε λοιπόν; Τον Θεὸ ἢ ἁπλῶς τα δῶρα του, την κληρονομιά του;

Ἕνας ἄρχοντας φύτεψε ἀμπελώνα, τὸν ἐμπιστεύθηκε στοὺς γεωργούς του καὶ ἔφυγε γιὰ ἄλλη χώρα. Κατὰ τὸν καιρὸ τῆς συγκομιδῆς ἔστειλε τοὺς δούλους του νὰ πάρουν τοὺς καρπούς, ἀλλὰ οἱ γεωργοὶ τοὺς κακοποίησαν, χωρὶς νὰ τοὺς δώσουν τίποτε. Ξαναέστειλε ἄλλους δούλους, περισσότερους, ἀλλὰ ἔγινε πάλι τὸ ἴδιο. Τέλος ἔστειλε τὸν υἱό του, μήπως καὶ τὸν σεβαστοῦν καὶ τὸν ντραποῦν περισσότερο ἀπὸ τοὺς δούλους. Οἱ γεωργοὶ ὅμως τὸν ἀπέκτειναν, γιὰ νὰ σφετεριστοῦν τὴν κληρονομιά του (Κυριακὴ ΙΓ ́ Ματθαίου). Στὴν παραβολὴ αὐτὴ περιγράφεται ἡ σχέση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεό. Οἱ ἐργάτες τοῦ ἀμπελώνα εἴμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔβαλε μέσα στὸ χωράφι του νὰ ἐργαζόμαστε σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες του. Τὸ ἀμπέλι ἀνήκει στὸν Θεό. «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς». Ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀποδεκτὸ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ προσπαθοῦν νὰ οἰκειοποιηθοῦν ὅ,τι μποροῦν περισσότερο ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησία τοῦ Θεοῦ. Ἀρχικὰ καρποῦνται τὰ πλούσια ἀγαθά της καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀποπειρῶνται νὰ τὴν κληρονομήσουν ἐξ ὁλοκλήρου. Βγάζουν τὸν νόμιμο κληρονόμο ἀπέξω. Τὸν ἐξουδετερώνουν γιὰ νὰ περιέλθει ἡ κληρονομιά του σ’ αὐτούς. Ἡ κατάσταση αὐτὴ δείχνει μιὰ δυσαρμονία, μιὰ ρήξη στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Ἀντὶ νὰ καλλιεργεῖται μιὰ σχέση κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ἐντείνεται ἡ κίνηση ἀνεξαρτητοποίησης ἀπὸ αὐτόν. Τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα διαιωνίζεται. Ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ ὠφεληθεῖ ὅσο πιὸ πολὺ μπορεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ πάρει ὅ,τι μπορεῖ περισσότερο. Καὶ μπορεῖ νὰ μὴν φτάνει ὁ καθένας μας νὰ «ἀποκτείνει» τὸν Θεό, ἀλλὰ σὲ κάποιο βαθμὸ τὸν κρατᾶμε ἐσκεμμένα ἔξω ἀπὸ τὴ ζωή μας. Τὰ δῶρα του εἶναι εὐπρόσδεκτα, μᾶς ἀρέσει νὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἀγαθά του, ἀλλὰ δὲν θέλουμε τὸν χορηγό τους. Ἀγαπᾶμε τὴν κτίση, μὰ ὄχι τὸν κτίσαντα. Βάζουμε στὸ μάτι μόνο τὴν κληρονομιά του. Συνηθίσαμε ἔτσι νὰ ἀπευθυνόμαστε στὸν Θεό, μόνο γιὰ νὰ τοῦ ζητοῦμε. Γράφει ὁ γέροντας Τρύφωνας τοῦ Βάσον, ὅτι π. χ. ἀκοῦμε γιὰ βροχὴ τὸ Σαββατοκύριακο, ἐνῶ ἐμεῖς ἔχουμε προγραμματίσει πεζοπορία στὸ βουνό. Παρακαλοῦμε λοιπὸν νὰ μᾶς ἐξασφαλίσει δυὸ ἡλιόλουστες μέρες, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἐκδρομή μας. Τὸ ἀεροπλάνο μας τροχοδρομεῖ στὸν διάδρομο ἀπογείωσης. Προσευχόμαστε γιὰ ἀσφαλῆ πτήση. Μαλώσαμε μὲ τὸν προϊστάμενό μας σήμερα. Προσευχόμαστε νὰ μὴ βρεθοῦμε ἄνεργοι τὴ Δευτέρα. Δηλαδὴ «ἡ προσευχή μας περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας: Τί θέλουμε, τί χρειαζόμαστε, τί φοβόμαστε. Ὡστόσο, ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς κάλεσε νὰ καλλιεργήσουμε μιὰ προσωπικὴ σχέση μαζί Του δὲν εἶναι ὁ Ἅη-Βασίλης καὶ ἡ δική μας προσευχητικὴ ζωὴ δὲν πρέπει νὰ θυμίζει τὰ γράμματα ποὺ τοῦ στέλνουν τὰ παιδιά, γιὰ νὰ τοῦ ποῦν τὶς ἐπιθυμίες τους... Πότε εἴπαμε γιὰ τελευταία φορὰ στὸν Θεὸ ὅτι τὸν ἀγαποῦμε; Πότε καθίσαμε μπροστὰ στὶς εἰκόνες προσευχόμενοι, ζητώντας ἁπλὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἔρθει στὴ ζωή μας καὶ νὰ μᾶς γεμίσει μὲ τὸν Ἑαυτό του; ...Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀποκάλυψε τὸν Θεὸ ὡς στοργικὸ Πατέρα, ὁ ὁποῖος θέλει τὰ παιδιά του νὰ τοῦ ἀνταποδίδουν αὐτὴ τὴν ἀγάπη. Δὲν τὴν ἀπαιτεῖ, γιατὶ τότε δὲν θὰ ἦταν γνήσια ἀγάπη... Θὰ περιμένουμε λοιπὸν νὰ ἔρθει τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας, ἢ θὰ ποῦμε στὸν Θεὸ τώρα ὅτι τὸν ἀγαποῦμε καὶ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπικοινωνοῦμε μαζί του; Γιατὶ μιὰ μονόπλευρη σχέση δὲν εἶναι κὰν σχέση» (Μικρὰ ἑωθινά, ἐκδ. Ἐν πλῷ, σ. 217-219). Τί θέλουμε λοιπόν; Τὸν Θεὸ ἢ ἁπλῶς τὰ δῶρα του, τὴν κληρονομιά του;

Φιλία είναι αγάπη υγιούς ψυχής...(ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ)

Φιλία είναι αγάπη υγιούς ψυχής προς ψυχή επίσης υγιή. Η φιλία ως απόρροια υγιούς ψυχής είναι ιερή, αγνή, ακέραιη, πιστή, σταθερή, ειλικρινής, θαρραλέα, αληθινή, αιώνια. Η φιλία είναι αρετή, γιατί θεμελιώνεται στο ήθος και την καλή διαγωγή της υγιούς ψυχής γι’ αυτό και μόνο με την αρετή συνάπτεται και αυτής γίνεται εραστής και αυτήν αγκαλιάζει, μένοντας μαζί της πάντοτε. Η φιλία σαν αρετή, έλκεται από το όμοιο και αναπαύεται με τις συγγενείς αρετές. Είναι σύνδεσμος δύο όμοιων ψυχών. Είναι πάθος συνετής ψυχής και συνδέει τους φίλους με σφοδρή αγάπη. Συνδέει δε με πόθο τους ανθρώπους που έχουν από τη φύση τους την τάση να διασπώνται. Η φιλία έχει σταθερό και ασυμβίβαστο ήθος. Είναι η φιλία ένα είδος ηθικής ευχαρίστησης, που κατευχαριστεί την ψυχή. Η φιλία υπομένει πάντα, συμπάσχουσα και συμπαραστεκόμενη. Ο Αριστοτέλης έχει πει: «Φιλία είναι μία ψυχή που κατοικεί σε δύο σώματα». Η φιλία είναι πιο δυνατή από τη συγγενική αγάπη, διότι η μεν συγγενική αγάπη είναι έργο ανάγκης, η φιλία όμως βασίζεται στη θέληση. Η φιλία υπαγορεύει ευλάβεια προς τα ιερά των φίλων, αγνότητα στη συμπεριφορά, ακεραιότητα στα ήθη, πίστη στον χαρακτήρα, σταθερότητα στις αποφάσεις, ειλικρίνεια στους λόγους, θάρρος στο να ειπωθούν τα ορθά και ωφέλιμα και στο να λέγεται η αλήθεια. Η φιλία είναι το στήριγμα για την ευτυχία δύο αγαθών ανθρώπων, γιατί μόνο μεταξύ αγαθών ανθρώπων μπορεί να αναπτυχθεί η αληθινή φιλία. Ο Πλάτων λέει: «Φιλία είναι η ομόνοια υπέρ των καλών και δικαίων΄ η θέληση για κοινό τρόπο ζωής, ίδιος τρόπος σκέψης και πράξης, ζωή με αρμονία και καλή διάθεση ώστε να υπάρχει ομόνοια, συνοδοιπορία τόσο στα ευχάριστα, όσο και στα δυσάρεστα». Τρία είναι τα είδη της φιλίας΄ αυτή που βασίζεται στην αρετή, αυτή που θεμελιώνεται στο συμφέρον και αυτή που υπάρχει από συνήθεια. Άριστη όμως είναι η χάριν της αρετής φιλία, γιατί τη στερεώνει η αρετή της αγάπης. ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, “ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ. Κείμενα αυτογνωσίας”