Η Παναγία στο Βύρωνα συνεχίζει να δακρύζει και να ευωδιάζει

Η Παναγία στο Βύρωνα συνεχίζει να δακρύζει και να ευωδιάζει. Δακρύζει μέσα από το τζάμι. Βλέπεις σταγόνες να βρίσκονται πάνω στην εικόνα, εκεί που δεν υπάρχει πρόσβαση σε ανθρώπινο χέρι. Και γιατί να γίνει άραγε; Έχουν ανάγκη οι πιστοί από μαγικά κόλπα; Δεν πάνε στην Εκκλησία για τέτοια. Πάνε να εκτεθούν μπροστά στο Θεό, να ζεσταθεί η καρδιά τους. Ναι, λοιπόν. Η εικόνα της Παναγίας δακρύζει. Ευωδιάζει. Ας πάει όποιος θέλει να τη δει. Τα θαύματα είναι κομμάτι Εκκλησίας. Και δείχνουν ότι ο Θεός υπάρχει, είναι ζωντανός, παρηγορεί, γιατί λέγεται και είναι Παράκλητος, Παρηγορητής, παρών και δίπλα στον άνθρωπο. Αρκεί ο άνθρωπος να βγει από τη λογική του Δυτικού Κόσμου, που δεν δέχεται καν κουβέντα για θαύμα. Που είναι τυφλός μέσα στη βεβαιότητά του. Χρειάζεται άσκηση η πίστη. Χύνεις αίμα για να πάρεις Πνεύμα. Κόβεις επαφές με την αλητεία του πνεύματος. Ο κόσμος αρέσκεται στη διάσπαση, τη διάχυση της προσοχής, τη δια-σκέδαση, τη δια-νόηση, τους ανούσιους δια- λόγους. Δεν δέχεται τον Λόγο. Βαυκαλίζεται πάνω στο χρόνο που τρέχει εναντίον του. Δε ζητάει την Αλήθεια και πολύ περισσότερο δε θέλει να τη ζήσει. Η πίστη όμως ηρεμεί την καρδιά. Τα πάντα γίνονται από το Θεό. Δική μας δουλειά είναι να συντονίζονται οι σκέψεις και τα έργα μας με τα δικά Του, για να γινόμαστε ένα μαζί Του, όπως το θέλησε. Κάνουμε ο,τι μπορούμε, αλλά... περιμένουμε την δική Του απάντηση. Άλλοτε πολύ, άλλοτε για λίγο. Περιμένουμε τη δική Του έγκριση, τη δική Του αγάπη, τη δική Του ειρήνη να έρθει. "Την ειρήνη που δεν έχει όριο..." Όπως περιμένει ο γεωργός τη βροχή, για να ζωντανέψει ο σπόρος που έσπειρε. Τίποτα δεν είναι δικό μας. Εργαζόμαστε σε ξένο χωράφι. Έργο μας είναι να γίνουμε δικοί Του, φίλοι Του, χωρίς να χάσουμε ποτέ την αίσθηση ότι Εκείνος μας άρπαξε και μας αρπάζει από το σκοτάδι της απουσίας Του, χωρίς να το αξίζουμε. Ας χτίζουμε πάνω στο χώμα αυτό της ταπείνωσης, για να μην πέσουμε ποτέ στη λήθη των δώρων Του και την αχαριστία... Κι αν θέλουμε αποδείξεις σαν τον Απόστολο Θωμά,θα τις δώσει κι αυτές ο Θεός. Αρκεί να μη μείνουμε σ' αυτές, αλλά να βουτήξουμε το νου μέσα στην αγάπη με τρόπο άγρυπνο, ασκητικό, βάζοντας καρδιά μέσα στη λογική, στην προσευχή, στη ζωή μας όλη. Γιατί μόνο έτσι ολοκληρώνεται ο άνθρωπος. Όχι με τη λογική του μόνο.

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΚΡΙΝΟΥ- ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ.

Πολλές οι Θείες αντιλήψεις, που είχε δεχθεί ό αείμνηστος Γέροντας Δαμασκηνός, ο Παππούς του Αη-Γιάννη του Μακρινού στα Μέγαρα, από τους φίλους του Αγίους Μάρτυρες Σέργιο και Βάκχο. Είναι γεγονός ότι οι δυο αυτοί Μάρτυρες ποτέ δεν έπαψαν να τον φρουρούν και να τον σκέπουν. Ό ίδιος, που είχε γευθεί αλλεπάλληλες τις εκδηλώσεις της αγάπης τους, συχνά επιζητούσε την μαρτυρική τους προστασία στους ποικίλους αγώνες του. Κάποτε, ξημερώνοντας η μνήμη τους στις 7 Οκτωβρίου, του ενεφανίσθησαν ολοζώντανοι στον ύπνο του και του είπαν σήκω γρήγορα να μας λειτουργήσεις! -Προσκυνώ! Γένοιτο! Μα ποιοί είσθε; ετώτησε ο Γέροντας. -Είμαστε ο Σέργιος και ο Βάκχος! Και οι αδελφές ξημερώνοντας, το πρωί, βρήκαν τον αείμνηστο Γέροντα με άπασα την ιερατική στολή ενδεδυμένο , να έχει προσκομίσει και να ετοιμάζεται για την θεία λειτουργία, όπως του είπαν οι Άγιοι. Άλλοτε πάλι, με όλη την αδελφότητα, μετέβαινε με λεωφορείο (πούλμαν) στην Κέρκυρα, μέσω Ηγουμενίτσας, για να λειτουργήσει στον άγιο Σπυρίδωνα. Όλη την νύκτα ταξίδευαν για να προλάβουν τον πρωινό φέρρυ-μπώτ. Όμως, μέσα στον σκοτάδι, χάθηκαν και παλινδρομούσαν συνεχώς σε κάποια ακατοίκητη περιοχή, αναζητώντας τον δρόμο. Μπροστά τους έχασκαν απότομοι γκρεμοί, ενώ γύρω τους σωροί από χώματα απέκλειαν κάθε διάβαση. Ευρέθηκαν σε αδιέξοδο... και η ώρα περνούσε. Άρχισαν να αγωνιούν ότι δεν θα προλάβουν να λειτουργήσουν. Ο οδηγός ρωτούσε τον Γέροντα τί να πράξει. Ξαφνικά, φάνηκαν πίσω τους προβολείς αυτοκινήτου. Ένα μικρό αυτοκίνητο πλησιάζει και σταματά κάτω από τον παράθυρο του Παππού. Δυο λαμπροί νέοι, ευπρεπείς, ντυμένοι επίσημα, βγαίνουν έξω, στέκονται προσοχή και με πολλή ευγένεια απευθύνονται στον Γέροντα: -Που πηγαίνετε; Πώς ευρεθήκατε εδώ; -Πάμε για Ηγουμενίτσα, αλλά χαθήκαμε. -Ω!.. Είσαστε πολύ μακριά... Ακολουθήστε μας. Θα σας οδηγήσουμε εμείς. Ανέβηκαν πάλι στον αυτοκίνητο τους και προπορευόμενοι, οδήγησαν τον λεωφορείο, μέσα από μικρούς χωματόδρομους, στην κεντρική λεωφόρο. Τότε οι δυο νέοι σταμάτησαν, κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, στάθηκαν πάλι προσοχή και απευθυνόμενοι με σεβασμό στον Γέροντα είπαν: -Από 'δώ θα πάτε. Σε 10 λεπτά θα ευρίσκεσθε στην Ηγουμενίτσα. Κατόπιν, κάνοντάς του βαθειά υπόκλιση μειδίασαν με νόημα, σαν να του έδειχναν ότι είναι παλιοί του γνώριμοι. Εισήλθαν πάλι στον αυτοκίνητο τους και με τον ίδιο παράδοξο τρόπο που παρουσιάσθηκαν εξαφανίσθηκαν. Όλοι θαύμασαν την ευγένεια και την σεμνότητά τους και με απορία ερωτούσαν πώς ευρέθηκαν σ' αυτή την ερημιά και πώς έτσι ξαφνικά έγιναν άφαντοι. Ένα λεπτό πριν αναχωρήσει το πλοίο, ό Γέροντας με την αδελφότητα έφθασαν στην Ηγουμενίτσα και μόλις που πρόλαβαν να επιβιβασθούν σ' αυτό, για να περάσουν στην Κέρκυρα. Αφού λειτούργησαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος, «θαύμα ηκολούθει τω θαύματι». Την ώρα που ό Γέροντας προσκυνούσε το άφθαρτο σκήνωμα, ό Άγιος τον χαιρέτησε και τον ευχαρίστησε κινώντας τα χείλη του, σαν να μιλούσε. Το θαύμα αυτό έγινε αντιληπτό και από πολλές αδελφές. Αργότερα ό Πάππους, διηγούμενος το γεγονός, διαβεβαίωνε ότι είδε και την «γλωσσίτσα» του Αγίου να κινείται και ότι αισθάνθηκε μεγάλη αγαλλίαση από την ολοζώντανη παρουσία του. Το απόγευμα της ιδίας ημέρας, ό Παππούς και ή αδελφότης επισκέφθηκαν τον Ιερό Ναό των αγίων Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου(σημ.π.Γεωρ:Πρόκειται για τον Ναό των Αγίων 3 Μαρτύρων Σέργιου,Βάκχου και Ιουστίνης που βρίσκεται στην Κέρκυρα). Μόλις προσκύνησαν την εφέστιο εικόνα, *στα πρόσωπα των αγίων Σεργίου και Βάκχου ανεγνώρισαν με κατάπληξι τους δυο εκείνους ευγενείς νέους, που τους είχαν συμπαρασταθεί στην δύσκολη ώρα, δείχνοντάς τους τον δρόμο!* Ή χαρά όλων ήταν απερίγραπτη και δόξασαν τον Θεό για την άμετρη εύνοια Του. Δυο άλλα γεγονότα, παρόμοια μεταξύ τους, δηλώνουν την φιλική προς τον Γέροντα οικειότητα των δυο Μαρτύρων, οι οποίοι ανύσταχτα παρακολουθούσαν όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του. Ώς γνωστόν, ό Παππούς αγαπούσε πολύ την βυζαντινή μουσική και επιθυμούσε να ψάλλουν όλες οι αδελφές, πού είχαν αυτήν την δυνατότητα. Σε κάποια ακολουθία ή αδελφή Θ., λόγω κοπώσεως, δεν είχε διάθεση να ψάλλει και στηριζόταν στον στασίδι της, το οποίο ήταν εφαπτόμενο στον τοίχο, κάτω από την τοιχογραφία του αγίου Βάκχου. Ό Γέροντας, πού αντελήφθη την έλλειψη τού ισοκρατήματος, της ένευσε από το Ιερό να ψάλλει. Εκείνη έκανε μία μικρή προσπάθεια και σταμάτησε πάλι. Ό Παππούς δυσαρεστημένος της έκανε πάλι νεύμα- ή αδελφή, όμως, δεν μπορούσε να νικήσει την κόπωσή της. Σε λίγο, όπως είχε κλειστά τα μάτια της, δέχεται ένα ηχηρό ράπισμα. Ξαφνιασμένη γυρίζει να δει «από πού της ήλθε». Και τότε πάνω από το κεφάλι της αντίκρισε την εικόνα του αγίου Βάκχου να την κοιτάζει αυστηρά. Στην ίδια θέση άλλοτε, στεκόταν ή δόκιμος αδελφή Ε., ή οποία δεν έψαλλε λόγω αθυμίας. Ό Γέροντας, την ώρα πού ψαλλόταν ή «Τιμιωτέρα», βγήκε να θυμίασει. Φθάνοντας εμπρός στην αδελφή, την ρώτησε: «Γιατί δεν ψάλλεις;» Εκείνη, επηρεασμένη από την λύπη της, παρέμενε σιωπηλή. Αλλά, μόλις ανέβηκε στο στασίδι της, αισθάνθηκε ένα αόρατο χέρι να την ραπίζει δυνατά. Φοβήθηκε πολύ και, μετά τον τέλος της Θειας Λειτουργίας, το ανέφερε στον Γέροντα. Εκείνος χαμογελώντας της είπε: «Αυτό έχει συμβεί και σε άλλη αδελφή, που δεν έψαλλε. Ήταν ό άγιος Βάκχος. Μη φοβάσαι αλλά πρόσεχε να μη τον ξανακάνεις». Ας έχουμε την χάρη τους και διηνεκή την προστασία τους! π.Αχίλλιος

Στον βαθμό που γνωρίζουμε τον εαυτό μας, ανοίγεται και ο ορίζοντάς μας για μια αληθινή ζωή

• Χωρίς τη χάρη του Θεού δεν μπορούμε να καταφέρουμε τίποτα καλό. Μόνο με τη χάρη του Θεού γινόμαστε δυνατοί, αποτελεσματικοί και αληθινοί άνθρωποι. Στο χέρι μας είναι να ελκύσουμε αυτή τη μεταμορφωτική χάρη. • Να μην κατηγορούμε συνεχώς και υπερβολικά τον εαυτό μας, γιατί έτσι αδυνατίζουμε ψυχικά. Άλλωστε αυτό κρύβει εγωισμό και δεν είναι μετάνοια. • Να μην είμαστε απαιτητικοί από τους άλλους. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τον ίδιο χαρακτήρα και την ίδια κράση. • Να μην δημιουργούμε προσδοκίες από τους άλλους και να μην παραπονιόμαστε. Να έχουμε αρχοντιά και λεβεντιά. • Θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τον άλλον, μόνο αν προηγουμένως καταλάβουμε τον εαυτό μας, καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πού ανήκουμε • Η δικαιοσύνη μπορεί να σταθεί, μόνο αν έχει και αγάπη. Στον ευαγγελικό λόγο η δικαιοσύνη εμπεριέχει την αγάπη. • Ο άγιος έχει εμπειρία του Θεού, έχει βιώσει τη χάρη του Θεού. Γι’ αυτό και ο λόγος του δεν είναι κατασκεύασμα του μυαλού του αλλά είναι περιγραφή της εμπειρίας που του χαρίστηκε. • Ποτέ να μην απογοητευόμαστε και πάντα να πιστεύουμε στο έλεος του Θεού. Αυτή η στάση μας απέναντι στις δυσκολίες είναι μεγάλο όπλο και μεγάλη νίκη. • Όταν προσπαθούμε να κάνουμε κάτι το οποίο μας υπερβαίνει αλλά δεν απογοητευόμαστε, τότε ο Θεός συγκινείται και κάνει τα υπόλοιπα. • Ένας πολύ ζορισμένος άνθρωπος, ακόμη κι όταν δεν προσεύχεται, αν υπομένει και δεν απογοητεύεται, αυτό είναι προσευχή. • Του Θεού είναι αυτό που φέρνει ειρήνη στην καρδιά μας και που μας αναπτερώνει, για να μπορούμε να προχωρούμε. • Ο αληθινά ελεήμονας δεν είναι καρπαζοεισπράκτορας. Ξέρει με σοφία να προστατεύει τον εαυτό του και το κάνει. • Ο άνθρωπος της προσευχής είναι πανέξυπνος. Ο διάβολος δεν είναι καθόλου έξυπνος, είναι πονηρός. • Η βαθιά γνώση του εαυτού είναι πρωταρχική υποχρέωση του ανθρώπου, γιατί ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να γίνει όμοιος με τον Θεό. (Άγιος Νεκτάριος) • Δίχως την επίγνωση του εαυτού του ο άνθρωπος πλανιέται μέσα στις ίδιες του τις σκέψεις, κυριολεκτικά αιχμαλωτίζεται από ποικίλα πάθη, τυραννιέται από ορμητικές επιθυμίες, καταγίνεται με πολλά και μάταια. Διανύει ζωή όχι ομαλή αλλά άτακτη και πολυπράγμονη. Σφάλλει σε όλα. (Άγιος Νεκτάριος) • Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε επίγνωση του εαυτού μας και κατεύθυνση. Ζούμε ενστικτωδώς και ζωωδώς. Γι’ αυτό και όλα τα κάνουμε λάθος. • Όποιος αγνοεί τον εαυτό του αγνοεί και τον Θεό. Αυτός δε που αγνοεί τον Θεό αγνοεί ολότελα την αλήθεια και τη φύση των πραγμάτων. (Άγιος Νεκτάριος) • Αν δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου και αγνοείς τον Θεό, δεν μπορείς να γνωρίζεις τι είναι ο άλλος για σένα, και πολύ περισσότερο ο σύντροφός σου. • Ο άνθρωπος που δεν γνωρίζει τον εαυτό του δεν ξέρει τι του γίνεται. Επειδή δεν έχει αναφορά στον Μεγάλο, θέλει ο ίδιος να υποκρίνεται με υπερηφάνεια τον μεγάλο. Και όταν μιλάει, αποκαλύπτεται η ανοησία του. (Άγιος Νεκτάριος) • Όποιος δεν γνωρίζει τον εαυτό του, πάντοτε αμαρτάνει προς τον Θεό και έτσι απομακρύνεται περισσότερο από Αυτόν. Διότι δεν γνωρίζει τη φύση των πραγμάτων και πώς στ’ αλήθεια έχουν αυτά καθαυτά. Είναι ανήμπορος να τα εκτιμήσει και να διακρίνει τα ευτελή από τα πολύτιμα, τα άξια από αυτά που δεν έχουν αξία και τα τίμια από εκείνα που στερούνται τιμής. Έτσι φθείρεται, εκδαπανάται στα μάταια και μηδαμινά, ενώ δεν νοιάζεται για τα αιώνια και τιμιότατα, όντας πραγματικά αδιάφορος γι’ αυτά. (Άγιος Νεκτάριος) • Στον άνθρωπο έχει εμφυτευτεί η δυνατότητα να γνωρίσει τον εαυτό του. Έχει αυτή τη δυνατότητα, αφού γεννήθηκε ως ζωντανή ύπαρξη με νου, ικανή να διακρίνει το καλό από το κακό, έχοντας ελεύθερη βούληση αλλά και τη δυνατότητα για γνώση. Ο Θεός, δημιουργώντας τον άνθρωπο τον έπλασε κατ’ εικόνα Του, για να μπορέσει να Τον αναζητήσει, να Τον προσεγγίσει, να Τον γνωρίσει και να Τον αγαπήσει. Αυτές οι δυνάμεις δόθηκαν πλουσιοπάροχα από τον Θεό. Αποτελούν ένα ιδιαίτερο γνώρισμα του ανθρώπου και βαθιά μέσα του αισθάνεται την ανάγκη να τις ακολουθεί. Ωστόσο, για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον Θεό, οφείλει προηγουμένως και να γνωρίσει καλά τον εαυτό του. (Άγιος Νεκτάριος) • Μόνο αν αποκτήσω επίγνωση του εαυτού μου, θα αποκτήσω επίγνωση του τι είναι βαθύτερα ο άλλος και του τι είναι ο άλλος για μένα. • Η βασική προϋπόθεση για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας είναι το να θελήσουμε να τον ερευνήσουμε. Οι ηθικές δυνάμεις δίχως τη θέληση μένουν ανενεργές και δεν μπορούν να φέρουν σε επίγνωση αυτόν που τις κατέχει. (Άγιος Νεκτάριος) • Η δύναμη της θέλησης υπερνικά τα εμπόδια και κατορθώνει τα πάντα, εφόσον ενισχύεται από τη λογική σκέψη και το αυτεξούσιο. Τότε το θέλω γίνεται μπορώ. • Αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του καταλαβαίνει καλά τα καθήκοντα προς τον εαυτό του, προς τον πλησίον του και προς τον Θεό. • Αν έχουμε αναφορά πνευματική και έχουμε πονέσει στην αναζήτηση του Θεού, μόνο τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι η χάρη του Θεού. • Ο Θεός μάς απαντά ή από έναν χαζό, ή από ένα μικρό παιδί, ή από έναν πονεμένο. • Σε μια σχέση, αν τα μέλη της δεν έχουν επίγνωση ζωής, αναφορά ζωής, κριτήρια ζωής, τότε αυτή η σχέση είναι καταδικασμένη ή στο διαζύγιο ή στον καναπέ. • Δεν είμαστε εγκλωβισμένοι ούτε στις ορμόνες μας ούτε στα κόμπλεξ μας. Με τη χάρη του Θεού, είμαστε ελεύθεροι. • Χωρίς την γνώση του εαυτού μας, δεν έχουμε δυνατότητα ζωής. Στον βαθμό που γνωρίζουμε τον εαυτό μας, ανοίγεται και ο ορίζοντάς μας για μια αληθινή ζωή που αξίζει να τη ζούμε.

Ο δάσκαλος-Από το βιβλίο του Μενέλαου Λουντέμη "Ενα παιδί μετράει τ' άστρα''

Την τρίτη μέρα, καθώς γύριζε απ’ τη βοσκή, τον σταμάτησε ο δάσκαλος. Δάσκαλος: – Τα ‘μαθα κακόμοιρο μου! του λέει. Μα δε θα σ’ αφήσω να χαθείς. Άκου δω. θα στο δώσω γω, ό,τι βιβλίο χρειαστείς. Να διαβάσεις, λοιπόν, ώσπου να τις περάσεις όλες τις τάξεις. Κι άμα βγάλεις το Δημοτικό κι έχεις κουράγιο και για το Γυμνάσιο, προχώρα! Δώσ’ του αφέντη σου μια τύφλα, και τράβα! Πάρε, τώρα, τούτο το σακούλι. Είναι μέσα τα βιβλία. Έλα, άσε τα κλάματα. Καλή πρόοδο!… Ο δάσκαλος έφυγε. Τα μάτια του παιδιού τον ακολουθούσαν να ξεμακραίνει, να χάνεται πίσω απ’ τη σκόνη που σήκωνε η αγέλη. Όπως το ‘πε ο δάσκαλος, έτσι κι έγινε. Κείνα τα βιβλία που του ‘δωσε, τα ξεκοκάλισε όλα. Τα ’μαθε νεράκι. Το καλοκαιράκι κινάει ο δάσκαλος και πάει έξω στα τσαΐρια. Δάσκαλος: -Ήρθα να δω την πρόοδο σου, του λέει. Καθίσανε, εκεί, κάτου από μια γκόρτσα, και τα είπανε. Ξεφυλλίσανε και τα βιβλία. Είπανε και τα σχέδια τους. Μια σπίθα ήταν εκείνο το παιδί. Ο δάσκαλος πήγε να χάσει το νου του. Σαν χωρίσανε όλα ήταν κανονισμένα. Το φθινόπωρο μπορούσε να κατεβεί στην πόλη για εξετάσεις. Ο δάσκαλος ήταν πρόθυμος να του δώσει το χαρτί. Ότι άκουσε όλα τα μαθήματα, “όλη την ύλην”, όπως του ‘λεγε, ότι ήταν φρόνιμος κ.λπ. κ.λπ. Κι ότι “έτυχε του βαθμού άριστα”. Έλα πιάστον, εσύ, το φιλαράκο! Ο τελευταίος κείνος μήνας πέρασε με τρελά χτυποκάρδια κι αναβοκατεβάσματα στους ουρανούς, ώσπου ήρθε το φθινόπωρο, φουσκωμένο με καρπό, και με μια μοσκοβολιά που πρώτη φορά ένιωθαν τα πλεμόνια του. Παράγγειλε στο ραφτάκο του χωριού ένα ντρίλι -όσο να πεις καινούργιο ήταν- έδωσε και στο μπαλωματή να του περάσει σόλες. Έπλυνε στην ποτίστρα τις αλλαξιές του. Καθάρισε και με τ’ αφεντικό. Όλα ήταν εντάξει. Ο δάσκαλος τον συντρόφεψε ως το σταυροδρόμι. Εκεί δώσανε τα χέρια… μα του δασκάλου το χέρι κάτι είχε μέσα του και δεν μπορούσε να κλείσει. Μέλιος: – Τι είναι δάσκαλε; ρώτησε ο Μέλιος. Δάσκαλος: – Πάρ’ τα. Είναι το χρήμα σου. Να ‘χεις, εκεί στην πόλη, λίγο χαρτζιλίκι. Είναι δύσκολη η ζωή εκεί. Θα θέλεις για νοίκι, για φαΐ, για τετράδια. Πάρ’ τα. Του ήρθε να φιλήσει το χέρι του δασκάλου, μα δεν το έβρισκε, γιατί τα μάτια του είχαν θολώσει.

Ἒλλειψη γνησίου ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος

Πολλοί Χριστιανοί σήμερα δέν ἒχουν πιά γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα ἢ εἶναι μέσα τους ἐντελῶς ξεθωριασμένο, δηλαδή ἀνύπαρκτο. Αὐτό σημαίνει πώς δέν ἒχουν μέσα τους τή συνείδηση, ὃτι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ. Ἀντίθετα μπορεῖ νά ἒχουν στό ἒπακρο ἀναπτυγμένη τή συνείδειση τοῦ ὃτι ἀνήκουν σέ ἓνα κόμμα, σέ ἓνα σύλλογο, σέ μιά ἀθλητική ὁμάδα, σέ ἓνα συνδικᾶτο, σέ κάποια ὀργάνωση κοσμική. Γιά ὃλα αὐτά δείχνουν ζῆλο, ἐνθουσιασμό, εὐθιξία, πού μπορεῖ νά γίνη καί δυναμίτης, πού νά ἀνατινάζη ὃλα στόν ἀέρα γιά μιά στιγμή. Γιά ἓνα πρᾶγμα δέν τούς νοιάζει καθόλου΄ γιά τήν Ἐκκλησία. Τούς εἶναι ξένη ἢ σχεδόν ξένη. Γι’αὐτό καί παρουσιάζοναται νωθροί, νωθρότατοι, προκειμένου νά ἀντιδράσουν στήν εἰσβολή τοῦ “ταύρου ἐν ὑαλοπωλείω”, τοῦ σατανᾶ μέσα στήν Ἐκκλησία διά τοῦ “χαράγματος” τοῦ “κατατεθέντος σημάτός του”, 666. Αὐτοί οἱ ἂνθρωποι καί γιά ζητήματα σάν αὐτό πού μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ, μιλοῦν καθησυχαστικά. Δέ χρειάζονται φανατισμοί καί ἀκρότητες, Δέν ἐπιτρέπονται σήμερα μεσαιωνισμοί καί Βυζαντινισμοί. Οἱ φανατισμοί, λένε, δημιουργοῦν ἀναστατώσεις καί ταράζουν τήν κοινή γνώμη. Ὁ σημερινός ἂνθρωπος, ἰσχυρίζονται, ἒχει ἂλλες ἀνάγκες σέ σχέση μέ ἂλλες ἐποχές. Δέν τοῦ χρειάζονται πολλές Θρησκευτικότητες. Δέ λέμε, συνεχίζουν, καλές καί ὡραῖες εἶναι οἱ Παραδόσεις μας, τίς ὁποῖες σεβόμαστε, καλή καί ἡ Ἐκκλησία, καί αὐτή κάποιον καλό σκοπό ἐξυπηρετεῖ. Καί ἡ Ὀρθοδοξία πρό πάντων σήμερα ἀποτελεῖ πολιτιστικό στοιχεῖο σημαντικώτατο. Ἒτσι τό ὃλο ἐνδιαφέρον γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι τύπου φολκλορίκ, μέ τά κεράκια καί τά εἰκονίσματα τά παλιά, μέ τά κτίσματα τά παλαϊκά, μέ τά κειμήλια τά ἀρχαῖα κλπ, κλπ. Καί ὃταν φτάσουμε σέ φλέγοντα ζητήματα, ὃπως τό 666, ἐκεῖ πιά ἀρχίζουν τίς εἰρωνεῖες καί οὒτε λίγο οὒτε πολύ βλέπουν τούς πιστούς, πού ἀντιδροῦν, κάτι σάν τρελλούς, κάτι σάν ἀφηνιασμένα ἀπό τυφλόν καί παράλογο φανατισμό ὂντα, ἒξω ἀπό χρόνο καί τόπο. Τό ἐρώτημα είναι, ποιός ἒχει δίκαιο, αὐτοί οἱ ἂνθρωποι ἢ οἱ ἃγιοι Πατέρες; Ἡ Φωνή τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπό τή Γραφή καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἢ οἱ κήρυκες ἑνός δικῆς τους κατασκευῆς καί ἐμπνεύσεως Χριστιανισμοῦ πού νά κάνη γιά κάθε χρήση;