Ο άγιος Αρσένιος είναι μία δωρεά του Θεού στον σύγχρονο κόσμο.

Τον όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, τον Χατζεφεντή, τον γνωρίσαμε κυρίως από το βιβλίο που έγραψε γι’ αυτόν ο άλλος όσιος της εποχής μας, Γέρων Παΐσιος Αγιορείτης. Ήταν εκείνος που «γοήτευσε» τον όσιο Παΐσιο από μικρό παιδί, ήδη από τον τόπο της κοινής καταγωγής τους, τα Φάρασα της Καππαδοκίας, και θέλησε γι’ αυτό να ακολουθήσει τα δικά του χνάρια ζωής και να γίνει καλόγερος, πλήρως αφιερωμένος στον Θεό. Κι ίσως η στροφή αυτή του Γέροντος Παϊσίου για την καλογερική ζωή, πλην της δικής του κλίσης, να οφείλετο σ’ ένα βαθμό και στη δύναμη προσευχής του αγίου Αρσενίου, ο οποίος στο πρόσωπο του μικρού Φαρασιώτη (μετέπειτα αγίου Παϊσίου, γιου του Προέδρου τότε των Φαράσων Πρόδρομου Εζνεπίδη), είδε τον δικό του διάδοχο, καθώς μάλιστα εξέφρασε τούτο και την ώρα της βάπτισης του παιδιού - είναι γνωστό ότι την ώρα της ονοματοδοσίας «υποχρέωσε» τον νονό αντί του ονόματος Χρήστος να πει το δικό του όνομα Αρσένιος. Ο πόθος του αγίου Παϊσίου να γράψει τον βίο του αγίου Αρσενίου σφηνώθηκε μέσα του από πολλά χρόνια πριν μέχρις ότου γίνει τούτο πραγματικότητα. Κι όταν είχε συλλέξει πια αρκετά στοιχεία και είχε ολοκληρώσει κατά κάποιον τρόπο το βιβλίο, ο άγιος Αρσένιος μετά από θαυμαστική παρουσία του «επικρότησε» το έργο του μαθητή και «διαδόχου» του. Στο παρόν κείμενο θέλουμε όμως να αναδείξουμε ένα σημείο από την ποιμαντική δράση του αγίου Αρσενίου, όταν μετά κυρίως από τις θείες λειτουργίες μάζευε τους Φαρασιώτες και μάλιστα τους μεγαλυτέρους στην ηλικία, προκειμένου να τους μιλάει για θέματα του Ευαγγελίου, για βίους αγίων, για ιστορίες ακόμη και από την Παλαιά Διαθήκη. Ο τρόπος της ποιμαντικής του είναι αξιοπρόσεκτος, που αποκαλύπτει το ύψος της διάκρισης και της αγιότητάς του. «Όταν (ο άγιος Αρσένιος) έβλεπε μερικά γεροντάκια να ανησυχούν, όσες φορές η διήγηση ήταν μεγάλη, και ήθελαν να καπνίσουν, ο ίδιος σηκωνόταν και τους έφερνε καπνό και τους ανάπαυε σ’ αυτές τις περιπτώσεις∙ κι έτσι είχαν διάθεση να καθήσουν και να ακούν με προσοχή, για να τα διηγηθούν και αυτοί ύστερα ο καθένας στο σπίτι του ή στη γειτονιά του». Θα έλεγε κανείς ότι ο άγιος θα θύμωνε βλέποντας την ανησυχία των γερόντων προκειμένου να ικανοποιήσουν ένα πάθος τους, αφού τούτο φανέρωνε ότι η προτεραιότητά τους είναι τα υλικά και επίγεια και όχι ο Θεός και ο λόγος Του. Αλλά ο άγιος ήταν προσγειωμένος και κατανοούσε βαθιά την ανθρώπινη φύση. Ήξερε δηλαδή πως όταν κάποιος έχει υποχωρήσει σ’ ένα πάθος του, και μάλιστα επανειλημμένως, τότε το πάθος αυτό λόγω της συνήθειας αποκτά ένα βάθος μεγάλο στην ψυχή του ανθρώπου, βγάζει ρίζες και στερεώνεται τόσο που καθίσταται σχεδόν αδύνατο να εξαλειφθεί – δεύτερη φύση χαρακτηρίζουν από παλιά οι σοφοί τη συνήθεια στον άνθρωπο. Οπότε, ναι, ο άγιος Αρσένιος κατανοούσε την ανησυχία των εθισμένων στο τσιγάρο γερόντων. Και να ήθελαν να το κόψουν, δεν μπορούσαν δια μιάς. Κι η κατανόησή του αυτή, καρπός όχι απλώς μιας παιδαγωγικής αρχής αλλά ενός «παροξυσμού αγάπης», τον έκανε όχι μόνο να ανέχεται την αδυναμία τους, αλλά να σπεύδει ο ίδιος να την ικανοποιήσει – έφερνε τον καπνό τους. Γιατί; Διότι αφενός (ιδίως με τα δεδομένα της τότε εποχής) το τσιγάρο μπορεί να ήταν πάθος όχι όμως θανάσιμο – θεωρείτο μία απλή απόλαυση του ανθρώπου –, αφετέρου έβλεπε ότι ήταν καλοδιάθετοι άνθρωποι, με αγάπη προς τον Θεό, τόσο που όχι μόνο αποδέχονταν τις αγιωτικές ιστορίες του με προσοχή, αλλά μετέπειτα δρούσαν και ιεραποστολικά μεταφέροντάς τις και σε άλλους στην οικογένειά τους αλλά και ευρύτερα. Και το δεύτερο αυτό ασφαλώς θα έκανε τον άγιο να ελπίζει και για την υπέρβαση του συγκεκριμένου πάθους τους. Διότι όταν κανείς είναι προσανατολισμένος προς τον Θεό, τότε Εκείνος δίνει τη δύναμη σταδιακά να απεμπλέκεται από όποια αδυναμία του. Η πνευματική ζωή θέλει όπως λέμε «ρέγουλα». Τα πάθη «κόβονται» σιγά-σιγά, στον βαθμό που ο άνθρωπος κινείται προς τον Θεό. Και όπως όταν ξεκινάει κανείς να τρέχει, στην αρχή έχει μία μικρή ταχύτητα, η οποία σταδιακά αυξάνει, το ίδιο και στα πνευματικά: κάνει κάποιος κάποια μικρά δειλά βήματα και κατά την αναλογία της αγάπης του προς τον Θεό τα βήματα γίνονται άλματα, τα άλματα μπορεί να γίνουν τρέξιμο με φτερά. Ο άγιος Αρσένιος είναι μία δωρεά του Θεού στον σύγχρονο κόσμο. Η αγάπη του, η διάκρισή του, η συνεχής θαυματουργία του λόγω της «πεπαρρησιασμένης» ενώπιον του Θεού ψυχής του, αποτελούν ακτίνες της χάρης του Θεού που δρουν θεραπευτικά στον ταλαιπωρημένο από την αμαρτία κόσμο μας. Κι όπως γράφει ο όσιος Παΐσιος περί το τέλος του βιβλίου του για τον άγιο «τώρα πια ο Χατζεφεντής (Πατήρ Αρσένιος) δεν τρέχει με τα πόδια και δεν λαχανιάζει, για να προλαβαίνη τους αρρώστους, να τους διαβάζη την ανάλογη ευχή και να τους θεραπεύει, αλλά πετάει άνετα σαν Άγγελος από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη και μπορεί να προλαβαίνη όλους τους πιστούς, που τον επικαλούνται με ευλάβεια».

« Όπου και να πας, στη Λογγοβάρδα θα καταλήξεις ! ».

«Ο Άγιος Νεκτάριος, ως Διευθυντής της Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών, λειτουργούσε και κήρυττε ταυτόχρονα σε Ιερούς Ναούς σε ολόκληρο το λεκανοπέδιο της Αττικής, μάλιστα χοροστάτησε και σε Αγρυπνίες που τελούσε ο Άγιος παπα-Νικόλας Πλανάς στο εκκλησάκι του Προφήτου Ελισσαίου, με ιεροψάλτες τους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Εκεί εκκλησιαζόταν και ο τότε εικοσάχρονος Κωνσταντίνος Ζερβάκος (ο μετέπειτα Γέροντας Φιλόθεος), ο οποίος υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του στην Αθήνα, κατά το έτος 1902. Από τότε ο Άγιος Νεκτάριος έγινε ο πνευματικός του. Με την αφυπηρέτησή του από τον Στρατό ανακοίνωσε στον Άγιο Πενταπόλεως την πρόθεσή του να γίνει μοναχός στο Άγιον Όρος. Ο Άγιος τον συμβούλευσε να εγκαταβιώσει στην ονομαστή τότε Ι. Μονή Λογγοβάρδας στην Πάρο. Η καρδιά όμως του νεαρού Κωνσταντίνου βρισκόταν στο Άγιον Όρος! Έτσι, το1907 (την εποχή δηλ. που διεξαγόταν ο τραχύς Μακεδονικός Αγώνας) έφτασε στην τότε τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, με σκοπό στη συνέχεια να μεταβεί στο Άγιον Όρος. Οι Οθωμανοί όμως τον πέρασαν για κατάσκοπο, τον φυλάκισαν στον Λευκό Πύργο και σχεδίαζαν να τον θανατώσουν… Τον ελευθέρωσε θαυματουργικά ο Άγιος Δημήτριος, ο οποίος εμφανίστηκε οφθαλμοφανώς στον Τούρκο Διοικητή!(εδώ) Μετανοιωμένος τότε για την παρακοή του κατέβηκε στον Πειραιά και από εκεί με άλλο πλοίο ταξίδεψε για την Πάρο. Τότε θυμήθηκε και τα προφητικά λόγια του Αγίου Πενταπόλεως: «Όπου και να πας, στη Λογγοβάρδα θα καταλήξεις». Εκεί, ο Ηγούμενος Ιερόθεος Βοσυνιώτης τον έκανε δόκιμο μοναχό και του έδωσε το όνομα του Οσίου Φιλοθέου του εν Άθω. Ο π. Εμμανουήλ θα μας μεταφέρει τις συμβουλές που του έδωσε σε προσωπικό επίπεδο ο κατάκοιτος γέροντας Φιλόθεος, ένα χρόνο πριν την κοίμησή του, το καλοκαίρι του 1979: Πρώτον έβγαλε τον ξύλινον Σταυρόν τον οποίον είχε πάντοτε μαζί του και με εσταύρωσε και κατόπιν εσήκωσε την δεξιάν Του και με ηυλόγησε και μοι είπεν να είσαι εσαεί φιλόθεος και ταπεινός. Αυτάς τας δύο συμβουλάς και εγώ σου δίδω… μου ζητείς συμβουλάς διά το στάδιον των πνευματικών αγώνων εις ο εισήλθες. Είμαι Γέρων, έφθασα εις βαθύτατον γήρας και συνεγήρασάν μοι οφθαλμοί, χείρες, πόδες, νους, γλώσσα, όλα τα μέλη και ου δύναμαι”.

Ι.Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιτωλικού-Ένα άγνωστο θαύμα των Ταξιαρχών το 1823

2 Οκτωβρίου 1823, ο Ομέρ Βρυώνης και ο Μουσταής πολιορκούν το Αιτωλικό, επρόκειτο για τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου. Ένα σημαντικό επεισόδιο στην επανάσταση του 1821 αποτελεί αυτή η παράξενη πολιορκία του Αιτωλικού που διήρκησε 70 μέρες από τις 20 Σεπτεμβρίου του 1823 έως τις 30 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Δύο στρατεύματα, του Μουσταή Πασά της Σκόδρας (περιοχή της βορειοδυτικής Αλβανίας) με 13.000 τουρκαλβανούς και του γνωστού Ομέρ Βρυώνη συναντήθηκαν στο Βραχώρι- στο σημερινό Αγρίνιο και στρατοπέδευαν απέναντι από το νησάκι του Αιτωλικού στην τοποθεσία Παλιοσάλτσενα (ίσως δυτικά του νησιού). Αυτή η παράξενη επιλογή των δύο πασάδων έγινε αφενός επειδή ο Μουσταής ήθελε να μάχεται κάθε περιοχή των Ελλήνων αγωνιστών, αφετέρου πίστευαν ότι το Αιτωλικό θα έπεφτε πιο εύκολα από το Μεσολόγγι που είχε εφοδιαστεί και εξοπλιστεί επαρκώς, ενώ στην ουσία διέθετε πάνω από 4.000 υπερασπιστές. Στο Αιτωλικό ωστόσο που είχε 2.000 κατοίκους υπήρχε μια φρουρά από 500 Σουλιώτες με αρχηγό τον Κίτσο Κώστα. Στις 5 Οκτωβρίου άρχισε συνεχής κανονιοβολισμός του νησιού από τους Τούρκους. Για να βοηθήσει τους πολιορκημένους η φρουρά του Μεσολογγίου έστειλε μέσω της λιμνοθάλασσας 6 κανόνια μαζί με τον σπουδαγμένο στην Ευρώπη, ειδικευόμενο στα κανόνια, μηχανικό Μιχαήλ Κοκκίνη. Από προσγείωση οβίδας κανονιού (08-11-1823) δημιουργήθηκε ένα πηγάδι με πόσιμο νερό το οποίο σήμερα βρίσκεται στην είσοδο του Ι.Ν Παμεγίστων Ταξιαρχών στο Αιτωλικό Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας οι κλεισμένοι στο Αιτωλικό είχαν πολλές απώλειες, η έλλειψη γλυκού νερού για πολλές ημέρες αποτέλεσε μάστιγα αυτών των απωλειών -υπήρχαν σκέψεις για παράδοση. Ανήμερα των Ταξιαρχών, 8 Νοεμβρίου, ο ιερέας του νησιού συγκέντρωσε τους Αιτωλικιώτες στην εκκλησία των Ταξιαρχών για να προσευχηθούν καθώς οι ελπίδες τους είχαν τελειώσει. Την ώρα εκείνη, μια οβίδα διαπέρασε τη στέγη της εκκλησίας και τρύπησε το έδαφος χωρίς να εκραγεί. Αντίθετα, η μπάλα κανονιού που έπεσε έκανε να αναβλύσει καθαρό, πόσιμο νερό ικανό να τροφοδοτήσει τους κατοίκους και τους μαχητές. Η παράδοση αναφέρεται σε θαύμα/ θεόσταλτο μήνυμα που τους οδήγησε να συνεχίσουν την άμυνα με μεγαλύτερο πείσμα.

Η περίφημη τοιχογραφία του αγγέλου από τον ιερό ναό Αγίου Θεμωνιανού στην κατεχόμενη Λύση της Κύπρου (13-14ος αι.)

Η περίφημη τοιχογραφία του αγγέλου από τον ιερό ναό Αγίου Θεμωνιανού στην κατεχόμενη Λύση της Κύπρου (13-14ος αι.). Μετά από 28 και πλέον χρόνια παραμονής της στο Ίδρυμα Menil στο Houston του Texas επαναπατρίστηκε στην Κύπρο κατόπιν συντονισμένων προσπαθειών των αρμόδιων φορέων του Κράτους και της Εκκλησίας, από κοινού με άλλες τοιχογραφίες που κοσμούσαν την εκκλησία του Αγίου Ευφημιανού (κυπρ.: Θεμωνιανού) στη Λύση, πριν την τουρκική εισβολή, το 1974. Η υπόθεση των χαμένων πολιτιστικών θησαυρών από κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου αποτελεί μία από τις μελανότερες σελίδες του παρατεινόμενου εγκλήματος της τουρκικής εισβολής και κατοχής στην Κύπρο που μετρά σχεδόν μισό αιώνα. Αμέτρητοι ιεροί ναοί, μονές, εκκλησίες της κυπριακής υπαίθρου και αρχαιολογικοί χώροι λεηλατήθηκαν, συλήθηκαν συστηματικά, γκρεμίστηκαν ή εγκαταλείφθηκαν στη φθορά του χρόνου και των στοιχείων της φύσης έχοντας μετατραπεί σε ερείπια… Ιερές εικόνες, σκεύη, ακόμα και τοιχογραφίες ολόκληρες σπάνιας μνημειακής, καλλιτεχνικής και αισθητικής αξίας που κοσμούσαν θρησκευτικούς και αρχαιολογικούς χώρους αποσπάστηκαν βίαια, κατακερματίστηκαν και πωλήθηκαν παράνομα από οργανωμένα κυκλώματα αρχαιοκαπήλων σε κάθε γωνιά της γης. Η ανεξέλεγκτη κατάσταση μετά το 1974 στις κατεχόμενες επαρχίες της Κύπρου διευκόλυνε τη συστηματική ανάπτυξη της αρχαιοκαπηλίας και των παράνομων ανασκαφών, που με την πλήρη κάλυψη και την υποστήριξη του τουρκικού καθεστώτος κατοχής, απέφεραν τεράστια κέρδη σε εμπόρους αρχαιοτήτων και συλλέκτες ανά τον κόσμο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του κύπριου Επισκόπου Νεαπόλεως π. Πορφυρίου Παπαστυλιανού ο οποίος, το 2011, παρακολουθώντας τυχαία μια τηλεοπτική συνέντευξη του βρετανού ποπ τραγουδιστή Boy George, αναγνώρισε στον χώρο του σπιτιού του καλλιτέχνη, όπου ελάμβανε χώρα η συνέντευξη, τη χαμένη εικόνα του Χριστού Παντοκράτορος η οποία μετά την εισβολή είχε αφαιρεθεί και πωληθεί σε αρχαιοκάπηλους από την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους Νέου Χωριού Κυθρέας. Μετά από συντονισμένες προσπάθειες ο π. Πορφύριος ήρθε σε επαφή με τον τραγουδιστή και πέτυχε τον επαναπατρισμό της εικόνας, ενώ στον Boy George, που συναίνεσε πρόθυμα στο να την επιστρέψει, δώρισε ως ενθύμιο μία άλλη εικόνα του Χριστού (βλ. «Boy George, the Cypriot Bishop and the stolen icon of Christ», σε: https://www.bbc.co.uk/programmes/p00dcfwc). Σε ορισμένες περιπτώσεις λεηλατημένων ή κατεστραμμένων μνημείων, η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει το μέτρο της οικονομικής βοήθειας προς τους τουρκοκυπρίους για την αποσπασματική συντήρηση λεηλατημένων από τους ίδιους θρησκευτικών και πολιτιστικών θησαυρών. Τούτο προβάλλει ενδεχομένως ως μια προσωρινή «λύση ανάγκης» προκειμένου να αποτραπεί ο πλήρης και ολοσχερής αφανισμός μνημείων του ελληνορθόδοξου πολιτισμού στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου. Παρ’ όλα αυτά, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ολόκληρη η ευρωπαϊκή πολιτική για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς του ελληνισμού στα κατεχόμενα εξαντλείται σε αυτό το μέτρο καταλήγοντας όχι μόνο να μην προστατεύει ουσιαστικά τους λεηλατημένους πολιτιστικούς θησαυρούς αλλά και να μετατρέπει την ΕΕ σε χρηματοδότη της Τουρκίας και του ίδιου του ψευδοκράτους για την εκ μέρους τους απρόθυμη αποκατάσταση των συνεπειών εγκλημάτων που οι ίδιοι έχουν διαπράξει…

"Βασίλισσα Σοφία των Ελλήνων"

Όταν ανακοίνωσα σε φίλους ότι σκοπεύω να γράψω την βιογραφία της Βασίλισσας Σοφίας, πολλοί μου δήλωναν κατηγορηματικά «εγώ την Σοφία δεν την συμπαθώ!». Εγώ άραγε την συμπαθούσα ή όχι; Δεν θα ήξερα να απαντήσω. Εκτιμούσα πολλά γεγονότα από την δράση της και το έργο της, από την προσωπικότητά της, και συγχρόνως με ξένιζαν τοποθετήσεις της και συμπεριφορές της. Ήθελα όμως να την γνωρίσω καλύτερα και γι’ αυτό αποφάσισα να ξεκινήσω την έρευνά μου. Δύο χρόνια κράτησε το ταξίδι μου στον κόσμο της, και καρπός του είναι αυτό το βιβλίο. Δεν είναι μία αγιογραφία της, θεωρώ τόσο ανιαρές τις αγιογραφίες ιστορικών προσώπων. Ούτε είναι η δαιμονοποίησή της, ότι αυτή φταίει για όλα τα κακά στον τόπο και την οικογένεια. Προσπάθησα να την καταλάβω και να κάνω και τους αναγνώστες της βιογραφίας της να την καταλάβουν και εκείνοι καλύτερα. Η Βασίλισσα Σοφία έζησε μια ζωή στην διάρκεια της οποίας γνώρισε τόσο διαφορετικές καταστάσεις! Ήταν η εγγονή, και από τον πατέρα της και από την μητέρα της, των ισχυρότερων Μοναρχών της Ευρώπης και μεγάλωσε στα λαμπρότερα παλάτια. Παρ’ όλα αυτά μεγάλωσε από δύο φιλελεύθερους γονείς που αφιέρωναν στα παιδιά τους χρόνο, στοργή και φροντίδα για την σωστή διαπαιδαγώγησή τους. Η ιδανική αγάπη που ένωνε τους δύο γονείς της μεταξύ τους, ήταν γι’ αυτή το υπόδειγμα πως πρέπει να είναι η αγάπη που θα την ενώνει για πάντα με τον άντρα της ζωής της. Στα δεκαεφτά της χρόνια, στον Κωνσταντίνο, βρήκε αυτή την αγάπη που ήταν κεραυνοβόλα και αμοιβαία. Ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να τον ακολουθήσει στην άκρη του κόσμου. Τον ακολούθησε στην Ελλάδα. Πόσο διαφορετικά ήταν τα πράγματα εδώ! Κάθε φορά που την ξένιζαν συνήθειες και συμπεριφορές των καινούργιων συμπατριωτών της, έγραφε στην μητέρα της και εκείνη την καθησύχαζε γράφοντάς της: «Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσο νέα είναι η χώρα ως ανεξάρτητο κράτος και πόση πρόοδος έχει σημειωθεί… Κάθε τέτοια προσπάθεια στην Ελλάδα είναι βέβαιο ότι θα είναι ευλογημένη και ωφέλιμη». Και η νεαρή πριγκίπισσα διαδόχου ονειρευόταν να συνδέσει το όνομά της με έργα απαραίτητα και ευεργετικά για την καινούργια πατρίδα της. Πριν ακόμα γίνει Βασίλισσα είχε δημιουργήσει το υποδειγματικό Νοσοκομείο των Παίδων, είχε αλλάξει με τις δενδροφυτεύσεις την όψη της Αθήνας, είχε περιθάλψει τραυματίες και στον ατυχή πόλεμο του 1897 και στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο και τάιζε στα συσσίτιά της χιλιάδες απόρους. Οι απειλές συνεχείς. Το 1897, την έξωσή τους την περίμεναν από μέρα σε μέρα. Το 1909, με το κίνημα στου Γουδή, έζησαν ενάμιση χρόνο, ως ανεπιθύμητοι, εκτός Ελλάδος. Ο Κωνσταντίνος, που εξακολουθούσε πάντα να τον αγαπά, την έκανε υπερήφανη με τις στρατιωτικές του επιτυχίες, αλλά την πλήγωνε με τις ερωτικές του περιπέτειες. Όπως όλοι οι αριστοκράτες, όλοι οι αστοί της εποχής του, αγαπούσε και φρόντιζε την σύζυγό του και την οικογένειά του, αλλά θεωρούσε ότι ήταν δικαίωμά του να έχει ερωμένη. Ο Παγκόσμιος Πόλεμος τα κατέστρεψε όλα. Από την αρχή του πολέμου προσπάθησε να παραμείνει μακριά από κάθε φανατισμό. Τους υπασπιστές του Βασιλιά που αισθάνθηκαν αμήχανα όταν τους είδε να πανηγυρίζουν για τις νίκες των Συμμάχων, τους καθησύχασε λέγοντάς τους: « Μην ενοχλείσθε, κύριοι, σας παρακαλώ. Δεν λησμονώ ότι είμαι πρώτα Βασίλισσα των Ελλήνων και έπειτα Γερμανίδα πριγκίπισσα». Με την άδικη και συνεχή προπαγάνδα των Αγγλογάλλων εναντίον τους, με τον βομβαρδισμό του σπιτιού της όπου αναγκάστηκε, έντρομη, να βρει καταφύγιο, μαζί με τα μικρά παιδιά της, στα υπόγεια, με την πυρκαγιά του Τατοΐου, που εκείνη ήταν σίγουρη ότι ήταν εμπρησμός για να τους κάψουν ζωντανούς, με τον φοβερό λιμό που έφερε ο αποκλεισμός της Αθήνας από την Entente, τα νεύρα της έσπασαν και άρχισε να εύχεται την νίκη των Κεντρικών Δυνάμεων για να γλυτώσουν από τα δεινά τους. Η εκθρόνιση του Βασιλιά Κωνσταντίνου το 1917 και η απαίτηση των Δυνάμεων να αντικατασταθεί από τον δευτερότοκο Αλέξανδρο, ανέτρεψε την ζωή της και τις οικογενειακές και δυναστικές αρχές της. Εξόριστη στη Ελβετία έζησε την κατάρρευση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας του παππού της, του πατέρα της και του αδελφού της και την έκπτωση από τον Θρόνο της πατρικής της οικογένειας. Θεωρούσε την καταστροφή της Γερμανίας πλήγμα για τον πολιτισμό. Το μεγαλύτερο πλήγμα ήρθε με τον άδικο θάνατο του 27χρονου Αλεξάνδρου. Δεν την άφησαν να έρθει κοντά στο ετοιμοθάνατο παιδί της. «Η πολιτική έχει, Μεγαλειοτάτη, ενίοτε τοιαύτας σκληρότητας». Δεν μπόρεσε να χαρεί την δικαίωση και την θριαμβευτική επιστροφή το 1920. Μέχρι τον θάνατό της έζησε σε πένθος της ψυχής της και της ενδυμασίας της. Προσπάθησε στους γάμους των παιδιών της, στις γεννήσεις των δύο εγγονών της και στην έντονη κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα να βρει διέξοδο. Όταν όμως ο ελληνικός στρατός, «οι ήρωές της», τσάκισαν, ήρθε η καταστροφή. Ο Κωνσταντίνος πέθανε εξόριστος στο Παλέρμο. Απελπισμένη χειρονομία αγάπης για τον μοναδικό άνδρα της ζωής της, τριάντα πέντε χρόνια μετά την πρώτη συνάντησή τους και τον κεραυνοβόλο έρωτά τους, βγήκε στον κήπο και μόνη της έφτιαξε ένα ταπεινό μπουκέτο από μενεξέδες και του το πρόσφερε. Τα επόμενα περίπου δέκα χρόνια, μέχρι τον δικό της θάνατο, πέρασαν στο πένθος, στις εθνικές και οικογενειακές δυσκολίες, στους οικονομικούς περιορισμούς, σε συνεχείς απογοητεύσεις. Όλη της η ζωή ήταν σπαρμένη με απογοητεύσεις. Από την ημέρα της βάπτισής της σε εποχή πολέμου, όπου «η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και μελαγχολική. Ανήσυχα πρόσωπα και μάτια δακρυσμένα. Σαν κάποιο κακό να σκίαζε την τελετή, που θα έπρεπε να είναι χαρούμενη και ευλογημένη», μέχρι την ημέρα που το φέρετρο με την σορό της τοποθετήθηκε στην κρύπτη της Ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας, περιμένοντας να μπορέσει ταφεί στην Ελλάδα. Παράξενη γυναίκα, παράξενη Βασίλισσα. «Ψυχρά και αυστηρά φύσις» την περιγράφει ο κουνιάδος της πρίγκιπας Νικόλαος, και ήταν έτσι, αλλά συγχρόνως είχε ευαισθησίες που την γέμιζαν συχνά θλίψη και της ράγιζαν την καρδιά. Frau Verboten για τα παιδιά της, ήταν συγχρόνως γεμάτη έννοια και ενδιαφέρον και εξασκούσε σ’ αυτά μεγάλη επιρροή. Ζήτησα από τον πρίγκιπα Μιχαήλ να θυμηθεί κάποιες αναμνήσεις από την Βασίλισσα Σοφία που τα παιδιά της, ο Βασιλεύς Παύλος και η Βασίλισσα – Μητέρα Ελένη της Ρουμανίας διηγούντο. Ο πρίγκιπας απάντησε: «Δυστυχώς δεν έχω πολλές πληροφορίες για την θεία μου την Βασίλισσα Σοφία. Ο Βασιλιάς Παύλος και η Βασίλισσα Ελένη, μιλούσαν για πολλά μέλη της οικογένειάς μας, αλλά παραδόξως πολύ λίγο για τη μητέρα τους». Στην βιογραφία αυτή προσπάθησα να συγκεντρώσω και να καταθέσω όλα τα στοιχεία που μπόρεσα να συλλέξω. Ίσως στο μέλλον, κάποιοι άλλοι, καταφέρουν να βρουν και άλλα σημαντικά στοιχεία που σήμερα αγνοούμε. Το βιβλίο μου "Βασίλισσα Σοφία των Ελλήνων" θα κυκλοφορήσει στις 15 Νοεμβρίου. Έχουμε προγραμματίσει την παρουσίασή του για την Τετάρτη 29 Νοεμβρίου, στις 7.00 το απόγευμα, στο Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία.