Για τους Αμφισβητίες των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό.

Πολλοί σήμερα αμφισβητούν την Εορτή αυτή ως μη πραγματικό γεγονός επειδή δεν αναφέρεται πουθενά στην Καινή Διαθήκη. Την θεωρούν ως μια φανταστική διήγηση μετέπειτα ψευδεπίγραφων Ευαγγελίων και συγκεκριμένα του λεγόμενου Πρωτοευαγγελίου του Ιακώβου, τέλος του Β' αιώνα. Είναι όμως έτσι; Ναι πράγματι δεν αναφέρεται πουθενά στην Καινή Διαθήκη, γιατί η Καινή Διαθήκη αρχίζει να διηγείται τα γεγονότα έξι μήνες προ της Ασπόρου Συλλήψεως του Χριστού. Το ότι δεν αναφέρεται δεν σημαίνει ότι και δεν έγινε, έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα στην Καινή Διαθήκη, όπως την διαμονή του Απ. Παύλου στην 'Ερημο της Αραβίας μετά την θαυμαστή μεταστροφή του στον Χριστιανισμό. Πουθενά στις Πράξεις των Αποστόλων δεν αναφέρεται αυτό, ενώ αναφέρονται πάρα πολλές λεπτομέρειες της ζωής του και του έργου του. Και όμως μας το αναφέρει αυτό ο ίδιος ο Απ. Παύλος στην Επιστολή του προς Γαλάτας. Όπως επίσης και το ότι είναι γραμμένο σε ένα μη Κανονικό βιβλίο δεν αναιρεί το συγκεκριμένο γεγονός, όταν μόνο γιαυτό και όχι για τα υπόλοιπα, υπάρχει η Μαρτυρία της Εκκλησίας και του Αγίου Πνεύματος. Έχουμε τέτοιο παράδειγμα από την Επιστολή του Αδελφόθεου Ιούδα. Εκεί μας αναφέρεται ένα γεγονός για τον Μωϋσή το οποίο δεν είναι γραμμένο πουθενά στην Παλαιά Διαθήκη. Την διαμάχη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με τον Σατανά για το Σώμα του Μωϋσέως. Και όμως αυτό προέρχεται ως προφορική παράδοση από τα λεγόμενα Απόκρυφα Βιβλία του Μωϋσή. Έτσι λοιπόν υπήρχε και στην Πρώτη Αποστολική Εκκλησία η προφορική παράδοση της Εισόδου από τριών ετών και διαμονής της Μαριάμ για έντεκα χρόνια στον Ναό. Μας το μαρτυρεί ο Άγιος Ευόδιος πρώτος Επίσκοπος της Αντιόχειας μετά τον Απόστολο Πέτρο: «Σέ ἡλικία τριῶν ἐτῶν ἡ Μαρία παρουσιάσθηκε στό ναό καί ἔμεινε ἐκεῖ ἕνδεκα χρόνια». Μαρτυρία Αποστολικών χρόνων λοιπόν και όχι αιώνες μετά. Δεν ήταν κάτι το μοναδικό τότε να αφιερώνει κάποιος το παιδί του στον Ναό, να το τάζει όπως θα λέγαμε σήμερα. Έχουμε τέτοια παραδείγματα αφιερωμένων μικρών παιδιών στην Π. Διαθήκη, όπως του Προφήτη Σαμουήλ. Στην μια πλευρά των κοιτώνων του Ναού διέμεναν τα αφιερωμένα αγόρια, τα λεγόμενα Τεκνία τα οποία βοηθούσαν τους ιερείς στις θυσίες των ζώων και στην άλλη τα αφιερωμένα κορίτσια οι λεγόμενες Παρθένες Κόρες, οι οποίες και φρόντιζαν για την καθαριότητα και την ευπρέπεια του Ναού. Αυτές αναχωρούσαν για πάντα από τον Ναό και επέστρεφαν στην οικογένεια τους με την αρχή της εμμήνου ρύσεως. Εκεί ή παντρευόταν ή έμεναν δια βίου αφιερωμένες στον Θεό (από αυτές προέκυψε και η Τάξη των Παρθένων της Εκκλησίας). Και αν ήταν ορφανές, οι Ιερείς τις αρραβώνιαζαν με κάποιον από την ίδια φυλή τους μέχρι να ενηλικιωθούν και να τις παντρευτούν. Σίγουρα θα εκλεγόταν από τους Ιερείς κάποιος Ενάρετος Μνηστήρ και Προστάτης των ταυτόχρονα, ως ορφανές μέχρι τον γάμο. 'Ηταν μεγάλη Τιμή και Ευλογία να λάβει κάποιος ως σύζυγο μια αγιασμένη και αναθρεμμένη στο Ναό του Θεού Παρθένα Κόρη. Σε αυτή την περίπτωση της Ορφάνιας και της Μνήστευσης με τον Ιωσήφ ανήκε και η Παρθένος Κόρη Μαριάμ. Και πάμε στο πιο δύσκολο σημείο το οποίο αδυνατούν να δεχθούν κάποιοι. Αναφέρεται ότι η Παρθένος Μαρία κατά το διάστημα της διαμονής της στον Ναό βρισκόταν στα Άγια των Αγίων, στα οποία μόνο ο Αρχιερέας και κανένας άλλος δεν μπορούσε να εισέλθει και αυτός μόνο μια φορά τον Χρόνο. Εκεί θεωρούσαν ότι ήταν η Παρουσία του Θεού, όπου πολλοί Αρχιερείς είδαν Αγγέλους. Κάποιοι Αρχιερείς έπεφταν και νεκροί λόγω των προσωπικών αμαρτιών τους ή του Λαού, γι'αυτό όλοι δενόταν με σκοινί πριν μπουν μέσα, για να τους τραβήξουν αν πέθαιναν εκεί. Ρωτούν λοιπόν οι αμφισβητίες: ''Πώς λοιπόν μπορείτε να λέτε, ότι ένα μικρό κορίτσι έζησε μέσα σε αυτόν τον τόσο Ιερό Χώρο;'' Θα τους κάνω αρχικά αυτών των ανθρώπων μια ερώτηση με τον τρόπο που τους αρέσει να σκέφτονται, με την λογική τους. Αυτός ο χώρος δεν καθαριζόταν ποτέ; Όταν ο Αρχιερέας έμπαινε μέσα μια φορά τον χρόνο έβγαινε έξω γεμάτος αράχνες και σκόνες; Δεν θα έπρεπε κάποιος- κάποια να καθαρίζει αυτόν τον χώρο; Σίγουρα όχι κάποιος ενήλικας, ο οποίος όσο καθαρός και να ήταν σώμα και πνεύμα, πάντα θα τον έλεγχε η συνείδηση του ως ανάξιου να εισέλθει εκεί μέσα. Η καλύτερη λύση ήταν ένα Αθώο, Αμόλυντο και γεμάτο Χάρη μικρό παιδί. Και αυτά τα Αγνά Παιδιά πιστεύω διαλεγόταν όχι μόνο από την ανθρώπινη κρίση του Αρχιερέα αλλά κυρίως από την Οδηγία και τον Φωτισμό του Θεού. Ποιό άλλο μικρό κορίτσι θα είχε περισσότερη Χάρη για αυτή την Προνομιακή Διακονία από την Παρθένο Μαρία την οποία αργότερα ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ονόμασε Κεχαριτωμένη; Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η βασιλική καταγωγή της (απόγονη του Βασιλιά Δαβίδ) θα έπαιξε και αυτή κάποιο ρόλο για την εκλογή Της. Και σίγουρα οι Αρχιερείς προστάτευαν τα παιδιά αυτής της Διακονίας ακόμα και από ασήμαντες συζητήσεις με τα άλλα παιδιά, όπως τους Πρίγκιπες οι Βασιλείς. Και θα διέμεναν κάπου ξεχωριστά από τα υπόλοιπα, έπρεπε να ήταν ό,τι πιο Αγνό, Αθώο και Αμόλυντο υπήρχε μέσα στον Ναό. Και πάμε σε κάτι Θαυμαστό που συνέβηκε με την Είσοδο της Παρθένου Μαρίας. Μέσα στα Άγια των Αγίων έπρεπε να βρίσκεται η Κιβωτός της Διαθήκης, δηλαδή ένα επικαλυμμένο με χρυσό μέσα και έξω, ξύλινο μικρό κιβώτιο το οποίο περιείχε τις Πλάκες με τις Δέκα Εντολές, μια Χρυσή Στάμνα με την τροφή που έτρεφε ο Θεός σαράντα χρόνια τους Ισραηλίτες στην έρημο, το λεγόμενο Μάννα και την Ξερή Ράβδο την βλαστήσασα του Ααρών με την οποία έκανε τα θαύματα και τα σημεία ενώπιον των Αιγυπτίων. Και τα τρία αυτά τους θύμιζαν τα όσα ξεχωριστά έζησαν σαν λαός του Θεού, αλλά και συμβόλιζαν τον αναμενόμενο Μεσσία που τους υποσχέθηκε ο Ίδιος ο Θεός μέσω του Μωϋσή. Οι Πλάκες συμβόλιζαν τον Νέο Νόμο της Χάριτος και της Αληθείας, την Καινή Διαθήκη, το Μάννα την αληθινή τροφή με την οποία Αυτός θα τρέφει τον λαό Του, δηλαδή το Σώμα και το Αίμα Του και η Ξερή Ράβδος η οποία αναβλάστησε, τα θαύματα που θα επιτελέσει και την Ανάσταση Του από τους νεκρούς. Πάνω από την Κιβωτό της Διαθήκης υπήρχαν δυο χρυσά ομοιώματα Χερουβείμ τα οποία με τα φτερά τους επισκίαζαν την Κιβωτό. Όλα αυτά ΕΠΡΕΠΕ να βρίσκονται εκεί, αλλά την εποχή που η Παρθένος Μαρία ήταν στον Ναό ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. Καμιά αναφορά για την Κιβωτό της Διαθήκης δεν υπάρχει μετά την Βαβυλώνια Αιχμαλωσία των Ισραηλιτών και το γκρέμισμα από τους Βαβυλώνιους του Ναού του Σολομώντα το 587π.Χ. Χάνεται ξαφνικά κάθε αναφορά για αυτήν. Το πιο πιθανόν σύμφωνα με τους Μακκαβαίους, είναι ότι πρόλαβε και την έκρυψε κάπου ο Ιερέας και Προφήτης Ιερεμίας. Τα υπόλοιπα χρυσά σκεύη του Ναού αρπάχθηκαν από τους Βαβυλώνιους και ο Ναός ισοπεδώθηκε. Ο Δεύτερος Ναός κτίστηκε από τον Ζοροβάβελ με την επιστροφή των Ισραηλιτών από την Βαβυλωνιακή Αιχμαλωσία το 516 π.Χ και καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 63 π.Χ. Και ο Τρίτος Ναός χτίστηκε από τον γνωστό Ηρώδη στην ίδια θέση πάντα, μόλις είκοσι χρόνια πριν γεννηθεί ο Χριστός. Αυτός ήταν και ο Ναός στον οποίο έγιναν τα Εισόδια της Θεοτόκου. Νεόκτιστος και εντυπωσιακός Ναός, αλλά ΑΔΕΙΟΣ από την Κιβωτό της Διαθήκης. Μπορούμε να συλλάβουμε τώρα το Μυστήριο που εξελίχθηκε με την Είσοδο και την Διαμονή της Παρθένου Μαρίας στον Ναό και ειδικά της Παρουσίας Της ως Μικρή Παρθένος Κόρη στα Άγια των Αγίων; Η Κιβωτός της Διαθήκης με το περιεχόμενο της και τα επισκιάζοντα Χερουβείμ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ μέσα. Ο πιο Ιερός Χώρος των Εβραίων είναι Άδειος!!! Και εισέρχεται μια Παρθένος Κόρη να ετοιμαστεί και να προσφέρει τις υπηρεσίες Του στο Θεό ΓΕΝΟΜΕΝΗ Η ΙΔΙΑ, Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΙΒΩΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΚΡΥΒΕ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΤΟΝ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΟ ΜΕΣΣΙΑ!!! Η Αληθινή Κιβωτός όχι από ξύλο, αλλά από Σάρκα ''η Έμψυχη Κιβωτός η τον Αχώρητον Λόγον χωρήσασα'' . Βίωσε από μικρή σε αυτόν τον χώρο όπου κάποτε βρισκόταν τα Επισκιάζοντα Χερουβείμ, την Παρουσία και Προστασία Αγγέλων. Νομίζετε ότι πρώτη φορά είδε Άγγελο κατά τον Ευαγγελισμό Της; Προσέξτε τα λόγια που γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς όταν η Παρθένος άκουσε τον ''ασπασμό''(χαιρετισμό) το ''Χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά Σου, Ευλογημένη Συ εν γυναιξίν'' του Αρχαγγέλου Γαβριήλ ''διεταράχθη επί τω λόγω αυτού και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος ''. Ταράχθηκε από τον Λόγο Του, όχι από την ίδια την Παρουσία του Αρχαγγέλου. Αλλά και η Ωδή Της όταν συνάντησε την Ελισάβετ: ''Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω Σωτήρι μου....'' δείχνει τον Μέγα Πνευματικό Πλούτο που καλλιέργησε εκεί μέσα στην Αγία Σιωπή και τον οποίον δεν επιδείκνυε ποτέ. Ήταν το σύμβολο της Πραότητας, της Ταπεινότητας, της Σιωπής που σίγουρα καλλιέργησε από την τρυφερή Της ηλικία εκεί μέσα στα βάθη της Ιεράς Σιωπής, στα Άγια των Αγίων. Και αυτή η Ιερά Σιωπή Της την ακολούθησε μέχρι τον Σταυρό του Γολγοθά που ενώ έβλεπε τον Μονάκριβο Της να υποφέρει και να πεθαίνει δεν είπε ούτε μια λέξη, δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή, μόνο ένα Ιερό και Σιωπηλό Κλάμα. '' Σήμερον ὁ ναός ὁ ἔμψυχος, τοῦ μεγάλου Βασιλέως, ἐν Ναῷ εἰσέρχεται, αὐτῷ ἑτοιμασθῆναι, εἰς θείαν κατοίκησιν. Λαοί ἀγαλλιᾶσθε''

Το θαύμα της Αγίας Παρασκευής στην Μάνδρα Θερμού το 1918.Η απαλλαγή από την θανατηφόρο γρίπη!

Το έτος, 1918 ξέσπασε επιδημία γρίπης, σε όλη την Ευρώπη, και σε όλη την Ελλάδα, η λεγόμενη “Ισπανική γρίπη”. Στην περιοχή δε του Θέρμου, η επιδημία γρίπης βρισκόταν σε μεγάλη έξαρση. Καθημερινά και για τρεις μήνες περίπου, οι θάνατοι από τη γρίπη, όπως βεβαιώνονται από τα βιβλία της Εκκλησίας, ανέρχονταν σε δυο – τρεις – τέσσερις – πέντε – έξι ακόμα και δώδεκα την ημέρα. Η κατάσταση ήταν τραγική. Οι ομολογίες των ανθρώπων που έζησαν, συγκλονιστικές εμπειρίες. Οι συγγενείς των νεκρών δεν τολμούσαν να συνοδεύσουν τους δικούς τους ανθρώπους, ούτε στην τελευταία τους κατοικία, επειδή η νόσος ήταν μεταδοτική. Οι ιερείς της εποχής εκείνης το ομολογούσαν. Οι άνθρωποι γενικά ήταν πανικόβλητοι μπροστά στο μεγάλο κακό. Δεν υπήρχε τρόπος να την καταπολεμήσουν. Έκαναν περιφορά της εικόνας, δεήσεις και έψαλαν το «Κύριε Ελέησον» για να σταματήσει το κακό! Η μόνη τους ελπίδα, ο Θεός και η Αγία Παρασκευή. Έτσι οι ιερείς μαζί με τους κατοίκους, πήραν την απόφαση να κατεβάσουν την ίδια την εικόνα της Αγίας Παρασκευής στο Θέρμο και να την περιφέρουν στους δρόμους. Πράγματι στις 20 Νοεμβρίου του 1918 με επικεφαλής τον μακαριστό π. Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο (1835-1930), εφημέριο τότε του Αγίου Δημητρίου Θέρμου, ο οποίος εξυπηρετούσε ταυτόχρονα και τις λειτουργικές ανάγκες των κατοίκων του οικισμού Μάνδρας, στο Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, μαζί με τους επίσης μακαριστούς ιερείς: Παπαγιάννη Τσαπατώρη (Απ.1944), Αριστείδη Ταξιαρχιώτη (Απ.1933), Αριστομένη Πίτσιο (Απ.1938) και με συνοδεία κατοίκων της περιοχής ανέβηκαν στο Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, έκαναν δέηση, πήραν την εικόνα της Αγίας και με τον κόσμο να ακολουθεί, έφτασαν στο Θέρμο με τα πόδια από το παλιό μονοπάτι, “το ρεματάκι”, ψέλνοντας και λέγοντας το “Κύριε ελέησον” συνέχεια και ψελλίζοντας το “Αγία Παρασκευή κάνε το θαύμα σου”. Μπαίνοντας στο Θέρμο και κατά μήκος του δρόμου, κατά χρονικά διαστήματα έκαναν στάση, για δέηση. Ψαλμοί και ύμνοι ακούγονταν και οι άνθρωποι έβγαιναν από τα μαγαζιά τους και τα σπίτια τους, για να κάνουν το σταυρό τους και να προσευχηθούν στην Αγία να σταματήσει το κακό που τους βρήκε». Πώς δύο κάτοικοι που είχαν προσβληθεί από τον θανατηφόρο ιό κατάφεραν να βρουν γιατρειά Το πρώτο θαύμα έγινε στη γειτονιά των Αγραφιωτών. Εκεί μέσα στο σπίτι υπήρχε κατάκοιτος στο κρεβάτι και βαριά άρρωστος, ο 18χρονος Θεόδωρος Αγραφιώτης, που είχε προσβληθεί από τη γρίπη. Η μάνα του βλέποντας τη λιτανεία να φτάνει κάτω από το σπίτι τους, έτρεξε και φώναξε λέγοντας: “Σήκω Θόδωρε, σήκω παιδί μου να κάμεις το σταυρό σου στην εικόνα της αγίας Παρασκευής που περνά στο δρόμο, να σε κάνει καλά”. Πράγματι ο Θόδωρος μετά την προτροπή της μάνας του και υποβασταζόμενος με δυσκολία σηκώθηκε, έφτασε μέχρι το παράθυρο, έκανε το σταυρό του, ψιθύρισε το όνομα της αγίας Παρασκευής. Και ω του Θαύματος! Μπροστά στα υγρά και έκπληκτα μάτια της μητέρας του και πολλών άλλων, έγινε αμέσως καλά. Η Αγία έκανε το θαύμα της. Ο Θόδωρος Αγραφιώτης έγινε εντελώς καλά, μεγάλωσε, έκανε οικογένεια, απέκτησε επτά κόρες, έζησε πολλά χρόνια μετά και στα βαθιά γεράματά του, σε ηλικία 94 χρόνων έφυγε φυσιολογικά από τη ζωή. Με θαυμασμό, ενθουσιασμό και πίστη περισσότερη συνέχισε η πομπή της λιτανείας την πορεία της και το δεύτερο θαύμα δεν άργησε να έρθει. Όταν η Ιερή Πομπή έφτασε κάτω από το σπίτι του Κώνστα Υφαντή, η Ευφροσύνη Κώνστα Υφαντή, ήταν άρρωστη βαριά και κατάκοιτη στο κρεβάτι της, περιμένοντας το μοιραίο τέλος της, άκουσε τις ψαλμωδίες και ρώτησε τι συμβαίνει, τη γυναίκα που τη συντηρούσε. Εκείνη της εξήγησε και η άρρωστη Ευφροσύνη την παρακάλεσε να τη βοηθήσει να σηκωθεί να δει από το παράθυρο την εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Πράγματι τη βοήθησε η γυναίκα που την περιποιείτο να σηκωθεί και να πάει στο παράθυρο. Η άρρωστη τότε, έκανε το σταυρό της και παρακάλεσε την Αγία να την κάνει καλά. Αμέσως έγινε καλά και πήγε από κοντά να ασπαστεί την Ιερά Εικόνα και να ευχαριστήσει την Αγία. Έζησε δε μετά η Ευφροσύνη άλλα δεκατέσσερα (14) χρόνια και εκοιμήθη φυσιολογικά το έτος 1932. Το ίδιο συνέβη και με τους άλλους ανθρώπους που είχαν προσβληθεί από τη θανατηφόρο γρίπη. Στο αντίκρισμα και μόνο της εικόνας Της, κάνοντας το σταυρό τους ή ψιθυρίζοντας το όνομα της αγίας Παρασκευής, γίνονταν καλά. Πράγματι από εκείνη την ημέρα, 20 Νοεμβρίου 1918, οι θάνατοι σταμάτησαν παντελώς από τη νόσο της Ισπανικής γρίπης. Η Αγία Παρασκευή έκανε το θαύμα της. Έσωσε για άλλη μια φορά τους κατοίκους του Θέρμου και των γύρω χωριών απ´ αυτή τη επιδημία. Από τότε όλοι οι άνθρωποι της περιοχής του Θέρμου και του οικισμού Μάνδρας, εορτάζουν την ανάμνηση αυτού του θαύματος, κάθε χρόνο, με ξεχωριστή λαμπρότητα και Θρησκευτική κατάνυξη.

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ΛΟΥΚΑ- Ένα «μου» κυριαρχεί.«Τους καρπούς μου», «τας αποθήκας μου», «τα γεννήματά μου», «τα αγαθά μου»

Λιτή, αλλά συγκλονιστική η παραβολή του άφρονος πλουσίου. Αφορμή για τον Χριστό στάθηκε η διαμάχη δύο αδερφών για τον τρόπο διανομής της κληρονομιάς τους. Δεν ήταν δική τους η περιουσία, αλλά του πατέρα τους. Κι αυτοί δεν το κατανοούσαν, πως ήταν διαχειριστές ενός πλούτου για τον οποίο δεν εργάστηκαν. Το ίδιο και ο άφρων πλούσιος. Η γη του ευφόρησε. Δεν έκανε κάτι ο ίδιος ιδιαίτερα. Ό,τι του δόθηκε ήταν από την ευλογία που επέτρεψε ο Θεός να έχουν τα χωράφια του, κύρια πηγή πλούτου εκείνα τα χρόνια, μαζί με το εμπόριο και τα τελωνεία. Κι ο πλούσιος το μόνο που σκέφτηκε ήταν ο εαυτός του. Ένα «μου» κυριαρχεί. «τους καρπούς μου», «τας αποθήκας μου», «τα γεννήματά μου», «τα αγαθά μου». Αλλά και για τον εαυτό του πάλι αυτό το «μου» κυριαρχεί: «ερώ τη ψυχή μου». Ο πλούσιος αισθάνεται ιδιοκτήτης των πάντων. Και τότε ακούει τον λόγο του Θεού, ότι αυτό το «μου» που θεωρεί ότι είναι τα πάντα, δεν θα μπορέσει να τον γλιτώσει από τον θάνατο. Αυτό που του ζητάνε δεν είναι τα αγαθά του, αλλά τη ζωή του ολόκληρη, την οποία θα συνειδητοποιήσει ότι δεν του ανήκει. Και όσα είχε ετοιμάσει, θεωρώντας τον εαυτό του κάτοχο, είναι άγνωστο σε ποιους θα περιέλθουν, πάντως όχι στον ίδιο. Εκεί είναι και η αφροσύνη, η αμυαλιά του πλουσίου. Στη βεβαιότητα της κτητικότητας, η οποία τον διακατέχει. Μια βεβαιότητα εγωκεντρισμού, η οποία τον οδηγεί αρχικά στον πνευματικό θάνατο και, στη συνέχεια, στην απόλυτη ήττα από τον χρόνο, δηλαδή και στον σωματικό θάνατο. Κι αυτή η αφροσύνη θα μπορούσε να γιατρευτεί ακριβώς αν ο πλούσιος είχε μνήμη θανάτου. Είχε την αίσθηση ότι δεν είναι αθάνατος και αιώνιος αφ’ εαυτού του, αλλά η ζωή του δόθηκε για να τη δει στην προοπτική του μόνου τρόπου με τον οποίο νικιέται πρώτα ο πνευματικός και κατόπιν και ο σωματικός θάνατος. Αυτή της αγάπης. Ο πλούσιος όμως είχε την εμπιστοσύνη του, την πίστη του στο «μου», στο δικό του, σε ό,τι του ανήκειν. Έκανε τα πάντα αντικείμενα, ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό του και το υπερτροφικό «εγώ» του τον οδήγησε στη γέενα, στον αιώνιο θάνατο, καθώς δεν απέμεινε στην καρδιά του ούτε ο ελάχιστος τόπος για τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Αυτή η αφροσύνη, η αμυαλιά χαρακτηρίζει τον πολιτισμό μας, συχνά κι εμάς τους ίδιους. Χωρίς η πίστη να αρνείται το να έχουμε αγαθά και περιουσία, μας υπενθυμίζει ότι ο τρόπος του καιρού μας που μας οδηγεί στο άγχος για την απόκτηση των χρημάτων, στην μετατροπή του πλησίον σε αντικείμενο, στην μετατροπή συχνά και του ίδιου του εαυτού μας σε μέσο απόλαυσης, ώστε το «εγώ» μας να αισθάνεται αυτάρκεια, αυτοβεβαίωση, το κέντρο του κόσμου, είτε στην εικονική είτε στην καθημερινή πραγματικότητα, είναι η ρίζα μιας μεγάλης αφροσύνης. Κι αυτό διότι τίποτα δεν θα κρατήσει για πάντα, κυρίως όμως ο άνθρωπος δεν τελειώνει στον θάνατο, όπως η αθεΐα και ο μηδενισμός του καιρού μας διακηρύττουν. Η απάντηση είναι η αγάπη. Είναι η άσκηση. Είναι η πίστη στον Θεό για τις ανάγκες της ζωής. Η εργατικότητα χωρίς άγχος. Το να βλέπουμε, τελικά, τη ζωή στα πλαίσια της σχέσης με τον Θεό και τον πλησίον, χωρίς το «μου» σε προτεραιότητα, αλλά το «μας». Και ό,τι μας λείψει, ο Θεός, αν το χρειαζόμαστε αληθινά, θα το αναπληρώσει. π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Να ομολογείς την αμαρτία σου καθαρά χωρίς υπεκφυγές.

Να ομολογείς την αμαρτία σου καθαρά χωρίς υπεκφυγές. Να ταπεινώνεσαι μέσα στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως αλλιώς δεν έχει νόημα να πας στον πνευματικό. Να πας να κάνεις τί στην εξομολόγηση; Να δικαιωθείς; Να σου πει -ο πνευματικός- πόσο αδικημένος είσαι από την ζωή; Πόσα τραβάς από τους άλλους εσύ ο καημένος; Αν θέλεις να μιλήσεις στον ιερέα για να σε συμβουλεύσει για κάποιο θέμα ή πρόβλημα, για να σε στηρίξει στην δοκιμασία που περνάς μπορείς να το κάνεις εκτός εξομολόγησης. Να πας στον πνευματικό με πνεύμα συναίσθησης των πτώσεών σου, να προσέλθεις με τόλμη και ανδρεία στην μετάνοια. Ο Κύριος τέτοια μετάνοια ευλογεί. Αντρίκια. Χωρίς μισόλογα, χωρίς δικαιολογίες. Χρειάζεται όμως απόφαση ν’αλλάξω ζωή. Πολλοί άνθρωποι θα έρθουνε για να εξομολογηθούν -ειδικά όσο πλησιάζει το Πάσχα- όχι όμως επειδή μετανοιώνουν, όχι επειδή πήραν απόφαση να αλλάξουν ζωή, όχι επειδή θέλουν να καθαρθούν από τις αμαρτίες τους αλλά επειδή θέλουν να… κοινωνήσουν. Μα, εξομολογούμαι όχι για να κοινωνήσω αλλά για να καθαρθώ από τις αμαρτίες μου και ο πνευματικός εάν κρίνει απαραίτητο να κοινωνήσω -για να με βοηθήσει ως φάρμακο η Θεία Κοινωνία για την πνευματική μου θεραπεία- θα μου το πει· μπορεί όμως να κρίνει ότι αντί για φάρμακο η Θεία Κοινωνία θα ενεργήσει μέσα μου ως φαρμάκι γι’αυτό και ίσως δεν με αφήσει να κονωνήσω. Εξομολογούμαι όχι για να κοινωνήσω, αλλά για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου. Πρέπει να το καταλάβουμε αυτό! Έρχονται για εξομολόγηση και αφού μου πούνε το όνομά τους οι άνθρωποι μετά αμέσως μου λένε «ήρθα πάτερ, γιατί θέλω να κοινωνήσω το Πάσχα…». Έλάχιστοι είναι αυτοί που θα πούνε «ήρθα για να ζητήσω συγχώρεση από τον Θεό, ήρθα γιατί αμάρτησα, ήρθα γιατί θέλω να καθαριστώ από τις αμαρτίες μου, οι οποίες είναι αυτές…». Είναι λάθος να πλησιάζουμε το Μυστήριο της Εξομολογήσεως απλά ως μια «αναγκαστική προπαρασκευαστική διαδικασία» για να κοινωνήσουμε. Φυσικά και πριν την Θεία Κοινωνία χρειάζεται εξομολόγηση και η ευλογία του πνευματικού μας, όμως η εξομολόγηση είναι ένα ξεχωριστό Μυστήριο από την Θεία Λειτουργία. Γι’ αυτό και η συμμετοχή μας στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως θα πρέπει να γίνεται για τους λόγους για τους οποίους υπάρχει αυτό το Μυστήριο. Και ο λόγος αυτός είναι η συγχώρεση των αμαρτίων μας, ο καθαρισμός μας από τις αμαρτίες μας, η απόφασή μας να αλλάξουμε ζωή και όχι να αλλάξουμε για λίγο τρόπο ζωής ίσα ίσα για να κοινωνήσουμε και μετά πάλι στα ίδια και χειρότερα… Να πας να εξομολογηθείς λοιπόν για να αφήσεις το παρελθόν πίσω σου και να ατενίσεις το μέλλον σου μαζί με τον Χριστό ακολουθώντας την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, βάζοντας στην άκρη τις απόψεις σου περί Πίστεως και τις προσωπικές σου προσεγγίσεις σ’ αυτά τα θέματα. Τα έχουνε πει οι Θεοφόροι Πατέρες μας όλα! Εάν θέλεις να μάθεις κάτσε και διάβασε τους Αγίους Πατέρες και μην ερμηνεύεις μόνος σου τα πράγματα όπως σε βολεύουν! Χωρίς να είμαστε έτοιμοι να ταπεινωθούμε πάντα θα πλησιάζουμε την πνευματική ζωή ως μία ζωή εθίμων και παραδόσεων. Γι’αυτό θα σου το πω από τώρα: Μην πας να κοινωνήσεις μέσα στην Μεγάλη Εβδομάδα επειδή και μόνο είναι «Άγιες οι ημέρες εκείνες», επειδή συναισθηματικά συγκινήθηκες ή επειδή το έχεις «τάμα» να κοινωνάς την Μεγάλη Πέμπτη ή το Μεγάλο Σάββατο. Παίζεις με Πυρ που θα σε κατακαύσει. «Άγιες ημέρες» δεν είναι απλά η Μεγάλη Εβδομάδα. Αγία ημέρα είναι η ημέρα που θα καταλάβεις και θα καταλάβω ότι ο Θεός ναι μεν μ’αγαπά και θέλει να με σώσει αλλά χρειάζεται και η δική μου ταπείνωση, μετάνοια αλλά και έργα μετανοίας δηλαδή όχι μόνο να αποφεύγω την αμαρτία αλλά και να καλλιεργώ την αρετή χωρίς να εξετάζω τί κάνουνε οι άλλοι. Αυτή είναι Αγία ημέρα: η ημέρα που θα δούμε το χάλι μας και θα θελήσουμε συνειδητά, ελεύθερα, υπεύθυνα με τον τρόπο της Εκκλησίας (Μυστήριο Εξομολόγησης) να βάλουμε νέα αρχή στην ζωή… π.Παύλος Παπαδόπουλος

Βιωματικές προσεγγίσεις και αποστάγματα καρδιάς ανθρώπων που γνώρισαν τον Άγιο Γερβάσιο (Παρασκευόπουλο).

Ειναι ομολογουμένως δύσκολο κανείς να ασχοληθεί με την πολυσχιδή και αγιασμένη μορφή του π.Γερβασίου Παρασκευοπούλου. Η διαδικασία και μόνο απαιτεί κόπο, ζητά ολοκληρωτικό δόσιμο αλλά και κατάθεση ψυχής για να αποτυπώσεις σε λίγες γραμμές , την απεραντοσύνη της καρδιάς του και την αγνότητα της πρόθεσής του για την Εκκλησία , τη διακονία και το παιδί. Σε αυτή την ταπεινή μας προσπάθεια ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και ιερού χρέους σε μια προσωπικότητα όπως αυτή του πατρός Γερβασίου που μας εμπνέει, μας διδάσκει και μας καθοδηγεί, δεν θα δούμε τη μορφή του γέροντος μέσα από τα βιογραφικά του στοιχεία όπως αυτά έχουν καταγραφεί, αλλά θα καταθέσουμε από τη δική μας καρδιά στη δική σας αγάπη απόψεις, μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώρισαν, έζησαν, διδάχθηκαν, εξομολογήθηκαν και γεύτηκαν τα γεμάτα χάρη πατρικά λόγια του και νουθεσίες του. Πρώτος στην κλίμακα των ανθρώπων που βιωματικά τον προσέγγισαν ένας άγιος της Oρθοδόξου Εκκλησίας, ο Άγιος Νεκτάριος επίσκοπος Πενταπόλεως. Ο άγιος Νεκτάριος ως σχολάρχης της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής αντιλήφθηκε αμέσως τη χαρισματική προσωπικότητα του νεαρού τότε διακόνου Γερβασίου και γι’αυτό ευθαρσώς και προφητικά διεκήρρυτε: «Εις το πρόσωπό του βλέπω τον αυριανόν ταγόν της Εκκλησίας τον γνήσιον ποιμένα του χρηστεπωνύμου πληρώματος». Στη συνέχεια της κλίμακος έρχεται εμπρός μας ο αγαπητός φίλος του γέροντος αείμνηστος καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών Π.Τρεμπέλας με τα μεστά καρδιακής φιλικής αγάπης σχόλιά του: «Τον ενθυμούμαι εις τον Άγιον Δημήτριον όπου ελειτούργουν τα κατηχητικά σχολεία περιστοιχιζόμενον από πλήθος παιδιών . Με ποίαν υπομονήν,με πόσην συγκατάβασην, με πόση αγάπη και γαλήνη ίστατο. Ας είναι μακαρία η ψυχή του!. Πως όμως να παραβλέψει κανείς αυτά τα λόγια του μακαριστού Αρχιεπισκόπου πρώην Αυστραλίας Ιεζεκιήλ που μέσα σε λίγες λέξεις περικλείει αγώνες χρόνων ,διακονίες μαρτυρικές, για την αγάπη του Χριστού του πατρός Γερβασίου: «Ήτο πραγματικός ιερεύς,διδάσκαλος,κήρυξ και ποιμήν. Εις το πρόσωπό του εφηρμόζετο απολύτως η ρήσις του θείου Αποστόλου Παύλου: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός». Ωστόσο η καρδία και η ύπαρξη του αοιδίμου πλέον μητροπολίτου πρώην Ύδρας Ιεροθέου (Τσαντίλη), πνευματικού τέκνου και αχωρίστου συνεργάτου του π.Γερβασίου, φλέγεται και με όλο της το είναι φωνάζει και ομολογεί: «Γλυκύς αλλά και προφητικός ως διδάσκαλος και κήρυξ, ουράνιος ως ιερουργός. Μεστός ελέους και στοργής ως πνευματικός...». Το ίδιο φλογερή και η μαρτυρία του νεανικού φίλου του Γέροντος Μητροπολίτου Τρίκκης και Σταγών κυρού Διονυσίου: «Ήτο ο εγκρατής και ασκητικός μοναχός εν τω κόσμω και νικητής του κόσμου κατά την Γραφή , του τα κοσμικά φρονούντος» Ανεβαίνοντας τη νοητή κλίμακα συναντούμε τον Κ.Τριανταφύλλου, ιστορικόν της πόλεως των Πατρών που βαθιά συγκινημένος από τη λειτουργική ζωή του π.Γερβασίου, μας αφήνει ως παρακαταθήκη τα εξής: «Έβλεπες ,παρηκολούθης, ησθάνεσο έναν άγιον της Εκκλησίας του Χριστού. Κάτι περισσότερον χάρις εις τον π. Γερβάσιο εζήσαμεν ημείς και εγνωρίσαμεν ημέρας των πρώτων χριστιανών, των χριστιανών της ολοθέρμου αφοσιώσεως , της άνευ ορίων πίστεως , της ανεξαντλήτου θρησκευτικότητος. Ελπίζουμε κλείνοντας οι βιωματικές αυτές προσεγγίσεις ανθρώπων που γνώρισαν τον γέροντα και τα αποστάγματα καρδιάς ψυχών που ωφελήθηκαν από την ουράνια παρουσία του εδώ στη γη, να αποβούν καρπός πνευματικής αναγεννήσεως αλλά και υγιούς μιμήσεως της ζωής και της διδασκαλίας ενός συγχρόνου αγίου του αιώνος μας, του «παπά των φτωχών» όπως του αποδόθηκε ο τίτλος, του πατρός Γερβασίου Παρασκευοπούλου. Βιογραφία του πατρός Γερβασίου Ο κατά κόσμον Γεώργιος Παρασκευόπουλος, υιός του Χαραλάμπους και της Βασιλικής, γεννήθηκε στη Νυμφασιά (Γρανίτσα) Γορτυνίας. Πολύ πτωχός, εστερείτο και των στοιχειωδών μέσων για τη φοίτησή του στο Δημοτικό Σχολείο. Σε ηλικία 13 ετών, κινούμενος από θείο έρωτα, κατέφυγε στη Μονή Κερνίτσης και διακονούσε εκεί. Ποθώντας όμως τη μόρφωση σε ηλικία 15 ετών ξεκίνησε με τα πόδια για το Μ. Σπήλαιο για να εγγραφεί στο Σχολαρχείο της Μονής. Επειδή δεν βρήκε την παραμικρή στοργή έφυγε για τη Μ. Ταξιαρχών Αιγιαλείας και εγράφη στο εκεί Σχολαρχείο. Η επίδοσή του στα μαθήματα προκάλεσε το φθόνο και αναγκάστηκε να φύγει και από εκεί. Η πνευματική ακτινοβολία του Πατρών Ιεροθέου, ο οποίος περιβαλλόταν από πλήθος εμπνευσμένων ανδρών (Ευσέβιος Ματθόπουλος, Ηλίας Βλαχόπουλος, Παν. Λουληγέρης, Γαβρ. Φραγκούλης, κ.ά.) τον προσήλωσε και "εστράφη βαθύτερον εις την αχαϊκήν γην". Ο άγιος εκείνος ιεράρχης, με τη γνωριμία του, τον επηρέασε βαθύτατα. Μετά τη στρατιωτική του θητεία, επανήλθε θερμότερος στον εκκλησιαστικό περίβολο. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1903 από τον Μητροπολίτη Άρτης Γεννάδιο και του δόθηκε το όνομα Γερβάσιος. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Ριζάρειο Σχολή επί σχολαρχίας του Αγίου Νεκταρίου Κεφαλά. Ήταν ο δεύτερος μέγας ιεράρχης, ο οποίος εκτιμούσε ιδιαίτερα το νεαρό τότε διάκονο. Διακρινόμενος πάντοτε για την επίδοσή του στα γράμματα έλαβε υποτροφία και εισήλθε στο Πανεπιστήμιο. Όταν πήρε το πτυχίο του, τοποθετήθηκε από τον μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο στην υπεύθυνη διακονία του πρωτεκδίκου. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1912 από τον μητροπολίτη Πατρών Αντώνιο. Στη θρυλική εξόρμηση του 1912-16 συμμετείχε ως ιερεύς του Α' ευζωνικού Συντάγματος, επανειλημμένως διακριθείς και παρασημοφορηθείς από τους διοικητές του. Μετά το 1917, ο π. Γερβάσιος εισήλθε στην εποχή των ειρηνικών αγώνων του. Έμενε μόνιμα στην Πάτρα. Άρχισε εντός της πόλεως πλέον και στις φτωχότερες συνοικίες της να κρούει το "τάλαντον" και "εκ νυκτός ορθρίζων προς τον Κύριον...". Υπηρέτησε ως εφημέριος των ναών Αγ. Παρασκευής και Αγ. Δημητρίου και στη συνέχεια, χωρίς εφημερία ανέλαβε μια άλλη "πορεία" γνήσια αποστολική μέχρι το θάνατό του. Προ και μετά το 1930 άσκησε ευδοκίμως τα καθήκοντα του πρωτοσυγκέλλου της Μητροπόλεως Πατρών. Και όταν, τέλος, το 1939 ανέλαβε τα καθήκοντα του μεγάλου πρωτοσυγκέλλου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών "διοικήσας την πρωτοσυγκελλίαν της Αρχιεπισκοπής εν δυνάμει και ζήλω Ηλιού και καταλιπών ευαγγελικώς ωραίαν, αγίαν εποχήν..." (Μητροπολίτης Πειραιώς Χρυσόστομος, Ανάπλασις, Ιούνιος 1965). Η πρώτη του μέριμνα ήταν το παιδί. Είναι ο πρώτος ιδρυτής στην Ελλάδα οργανωμένων Εκκλησιαστικών Κατηχητικών Σχολείων και από το 1923 ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα της συστάσεως Εκκλησιαστικών Κατηχητικών Νηπιαγωγείων. Δεν ασχολήθηκε συστηματικά με τη συγγραφή, "παρά το εύχυμον εις τούτο τάλαντόν του". Προτιμούσε να ομιλεί, παρά να γράφει. Εδημοσίευε ανελλιπώς σε εφημερίδες και περιοδικά -των Πατρών και των Αθηνών- άρθρα επί θεμάτων "αμέσως ενδιαφερόντων τον ευαγγελισμόν του λαού". Συλλογές τέτοιων άρθρων αποτελούν τα εκδοθέντα βιβλία του "Θρησκευτικαί μελέται" (1945), "Επίκαιρα προβλήματα" (1948) και "Ερμηνευτική επιστασία επί της Θείας Λειτουργίας" (1958). Δεν αξιώθηκε να επεξεργασθεί πλουσιώτατη ύλη κατηχητικών μαθημάτων του για την κατήχηση των Ελληνοπαίδων. Εις τα "παιδία του" αυτά αφιέρωσε τις ύστατες σκέψεις του και τους παλμούς των τελευταίων του ημερών. Κρατώντας το "ιστορικό" ραβδί του, με το οποίο επί 50 έτη εποίμανε τα πρόβατα του αρχιποίμενος Χριστού και το οποίο εφάνταζε στα παιδικά μάτια "ως άλλη ράβδος Μωυσέως", έλεγε λίγο πριν την αποστολική ημέρα της 30ης Ιουνίου 1964, κατά της οποίαν εξεδέμησε προς Κύριον: "Σας εμπιστεύομαι τα παιδία μου, τα νήπιά μου, το αύριον του Έθνους, τας χρυσάς ελπίδας του αιωνίου μέλλοντός μου...". «Σημεία μετά θάνατον του γέροντος π. Γερβασίου Παρασκευοπούλου» Ένας εργάτης στο εργοστάσιο Β.Ε.Σ.Ο. διηγήθηκε τα εξής: Κάποια βραδιά είδε στον ύπνο του τον π. Γερβάσιο να του λέει: « Πήγαινε, παιδί μου, και αγόρασε μερικά τρόφιμα, βάλε τα σε ένα καλαθάκι μαζί με μερικά χρήματα και σπεύσε να τα δώσεις εις κάποιαν γριούλα- είπε ακριβώς την διεύθυνση που έμενε- διότι αποθνήσκει εκ πείνης, χωρίς να έχει δικό της άνθρωπον». Πράγματι, το επόμενο πρωί αγόρασε τα τρόφιμα και αφού βρήκε το σπίτι, που του είχε υποδείξει ο Γέροντας, διαπίστωσε ότι όντως υπήρχε η γερόντισσα και ήταν σε άθλια κατάσταση. Σώθηκε, όμως, χάρη στην επέμβαση του καλού ποιμένα, ο οποίος είχε κοιμηθεί προ πολλού. Ας σημειωθεί ότι σε αυτή την γριούλα έστελνε συνεχώς τρόφιμα, όσο ζούσε ο Άγιος Γέροντας. "Το Προορατικό Χάρισμα του π. Γερβασίου" Είναι γεγονός ότι ο π. Γερβάσιος ζούσε και εκινείτο εν Αγίω Πνεύματι. Ο Κύριος του, τον Οποίο αγαπούσε από την μικρή του ηλικία, θέλοντας να τον βοηθήσει στο δύσκολο αλλά και σωτηριώδες έργο του, τον αξίωσε να λάβη το προορατικό χάρισμα. Οι εξομολογούμενοι σ' αυτόν έπρεπε να προσέχουν καλά τις προβλέψεις του, γιατί γνώριζαν από προηγούμενες περιπτώσεις πως είναι αληθινό ό,τι προβλέπει. Μια μοναχή, πνευματικό παιδί του π .Γερβασίου, μου διηγήθηκε τα εξής: «Όταν σε μια από τις εξομολογήσεις μου εξέφρασα την επιθυμία μου στον Γέροντα, όπως ακολουθήσω το μοναχικό βίο, αυτός μου απάντησε ως εξής: «Εσύ παιδί μου, θα κάνης υπομονή και θα λέγης αυτό μόνο: «Η αμνάς σου, Ιησού. Κράζει μεγάλη τη φωνή», ο δε πόθος σου θα εκπληρωθεί σύντομα. Επίσης μου είπε «Η Αγία Αικατερίνη, όπου είναι προστάτις των παρθένων, θα σου αποκαλύψει κάτι. Να την επικαλείσαι και εγώ θα κάνω προσευχή». Όντως την νύκτα βλέπω την Αγίαν στον ύπνο μου και μου λέγει: «Γιατί στενοχωριέσαι; Γνωρίζω ότι έχεις μεγάλο πόλεμο. Συ όμως θα λέγεις: «Εγώ είμαι νύμφη του Χριστού. Και για απόδειξιν σου φορώ αυτό το δαχτυλίδι». Την επομένη έσπευσα στον γεροντά μου και του ανέφερα το γεγονός. Βλέπω δε ότι αλήθευσε και η πρώτη του πρόβλεψις, ότι συντόμως θα λάβω το Αγγελικό Σχήμα, διότι δεν πέρασε πολύς καιρός και με αξίωσε ο Θεός αυτής της Χάριτος». Ο π. Γερβάσιος αξιώθηκε να λάβει από το Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας. Ο ταπεινός υπηρέτης του Κυρίου, αυτός που δεν επιζήτησε αξιώματα και θέσεις, έλαβε την ιδιαίτερη εκείνη χάρη που λίγοι από αυτούς που ευαρέστησαν στον Κύριο, αξιώθηκαν και μάλιστα ελάχιστοι πριν από την κοίμηση τους. Μιλούν για πλήθος θαυμάτων που έκανε όσο ακόμη ζούσε ο Πατήρ. Μεγάλη δύναμη είχε αποκτήσει εναντίον των δαιμόνων, οι οποίοι και μόνο στο άκουσμα του ονόματός του έφριτταν και έτρεμαν, αποκαλώντας τον «Καψάλη» και «Γεράσιμο». Πολλοί μαρτυρούν ότι αρκούσε μόνο να υψώσει τα χέρια του στον ουρανό και ο ασθενής θεραπευόταν. Η οικογένεια Περούλη από την Πάτρα πήγε για διακοπές στο χωριό Μπεγουλάκι, όπου έμεναν οι συγγενείς τους. Κατά μια οικογενειακή παράδοση το σπίτι όπου έμεναν ήταν «κρατημένο από αερικό», όπως έλεγαν. Μια μέρα ο πατέρας της οικογένειας, Σπυρίδων Περούλης, ενώ καθόταν το μεσημέρι έξω από την αυλή αισθάνθηκε «σαν κάτι» να πέρασε από μπροστά του και τον χτύπησε στο πρόσωπο. Από εκείνη την στιγμή «κρατήθηκε» όλος. Πόνοι φοβεροί τον ταλαιπωρούσαν σε όλο του το σώμα. Το σπίτι του Σπυρίδωνος βρισκόταν στην οδό Αγίου Δημητρίου 98 στην ενορία Αγ. Δημητρίου Πατρών, όπου εφημέριος ήταν ο π. Γερβάσιος. Σαν εφημέριος τον επισκεπτόταν συχνά και άλλοτε του διάβαζε ξορκισμούς και άλλοτε έκανε αγιασμό. Κάποια μέρα τους επισκέφτηκε χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να τον περιμένουν. «Φέρετε μου το καντήλι, σήμερα θα τελέσω ευχέλαιο», τους είπε. Όταν τελείωσε η ακολουθία του Ευχελαίου και ήρθε η στιγμή που θα εχρίονταν τα μέλη της οικογένειας, ο π. Γερβάσιος πλησίασε και σταύρωσε με το Άγιο έλαιο και τον άρρωστο Σπυρίδωνα. Την στιγμή εκείνη έγινε ένας δυνατός τοπικός σεισμός συνοδευμένος από μια δυνατή βοή και ο άρρωστος θεραπεύτηκε, ενώ ο π. Γερβάσιος έγινε άφαντος για να μην δεχθεί τις ευχαριστίες τους.