ΑΓΙΟΣ ΙΛΑΡΙΩΝ Ο ΙΒΗΡΑΣ Ο ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Ο ΠΑΡΕΠΙΔΗΜΩΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΑΡΙΟΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙ­ΚΗ ΚΑΙ Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ!

Τα παραμύθια της καθ’ ημάς Ανατολής με τους ποικίλους ήρωες και τις περιπέτειες τους από τόπο σε τόπο, σε γεμίζουν με θάμβος για την γενναιότητα τους, την αξιοσύνη τους την εφευρετικότητά τους και την ικανότητά τους να ξεπερνούν τις ποικίλες δυσκολίες για να φτάσουν στον τελικό τους στόχο τους. Κάποια συναξάρια περιέχουν πολλά τέτοια στοιχεία, μόνον που πρόκειται για αληθινές ιστορίες που ενίοτε μοιάζουν και με κινηματογραφικά σενάρια λόγω της ποικίλης πλοκής τους ή ακόμη και τις ανατροπές τους. Αλλά πέραν από την κινηματογραφική παρακολούθηση τους που γίνεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, το συναξάρι σου προσφέρει παραμυθία, όπως η αρχαία τραγωδία την κάθαρση. Η παραμυθία, όμως, είναι πέραν από την κάθαρση, αφού μοιάζει ο ίδιος ο άγιος στέκεται δίπλα σου και να σου μεταγγίζει την χάρη του ή ακόμη να σε κοιτά κατάματα και να δρα επάνω σου καταλυτικά, προσφέροντάς σου αναγεννητική παρηγοριά. Η ιστορία του αγίου Ιλαρίωνα του Ίβηρα (822-857), δηλαδή του Γεωργιανού, αλλά και Θεσσαλονικιού, αφού έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Θεσσαλονίκη, έχει μια τέτοια ατμόσφαιρα περιπέτειας με όλο το θάμβος του παραμυθιού της Ανατολής και, βεβαίως, της παραμυθίας που προσφέρουν τα συναξάρια. Άλλωστε ο ίδιος μπήκε σε μοναστήρι σε ηλικία έξι χρονών και στα 14 του έγινε ασκητής και ερημίτης. Και μάλιστα τόσο πρόκοψε που τον εκτίμησαν και οι λοιποί ερημίτες και σύντομα μαζεύτηκαν γύρω του 11 υποτακτικοί. Λίγο αργότερα άρχισαν να προσέρχονται για να λάβουν παρηγοριά και πνευματικές οδηγίες πλήθος ανθρώπων απ’ όλη την Γεωργία. Για τον λόγο αυτό προσέτρεξε εκεί και ο Επίσκοπος της Ιβηρίας για να δει από κοντά τι, ακριβώς, συνέβαινε. Η πρότασή του στον νεαρό ρακένδυτο ερημίτη να τον χειροτονήσει, φανερώνει το συμπέρασμα που αποκόμισε από την συνάντησή τους. Ο άγιος Ιλαρίων στην αρχή αρνήθηκε αλλά μετά αποδέχτηκε. Ήταν τότε 25 χρονών. Πάντως, σχεδόν αμέσως εγκατέλειψε την Ιβηρία και πήγε για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα, αφήνοντας κάποιον άλλο ως ηγούμενο στο πόδι του, αφού πλέον δεν μπορούσε να ησυχάσει ασκητικά στην πατρίδα του. Ίσως να σκέφτηκε κιόλας πως ήταν πολύ μικρός για να σηκώσει όλο αυτό το βάρος και την πνευματική ευθύνη για όλους αυτούς τους ανθρώπους που τον επισκέπτονταν. Καθ’ οδόν προς τα Ιεροσόλυμα και στα όρια της Συρίας επεχείρησαν να τον ληστέψουν και όταν οι ληστές προσπάθησαν να βγάλουν τα σπαθιά τους από τις θήκες τους τα χέριά τους κοκάλωσαν. Οι ληστές τότε έπεσαν στα πόδιά του και του ζήτησαν συγχώρεση και τον παρακάλεσαν να τους θεραπεύσει. Πράγμα που έκανε. Και μάλιστα ένας από αυτούς τον ακολούθησε μέχρι το όρος Θαβώρ. Μετά το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους ο άγιος Ιλαρίων μόνασε για επτά χρόνια στην λαύρα του Αγίου Σάββα, ζώντας ιδιαίτερα ασκητικά. Η Παναγία, όμως, του εμφανίστηκε σε όραμα και του ζήτησε να γυρίσει πίσω στην Γεωργία πράγμα που έκανε. Εκεί δημιούργησε πολλά μοναστήρια τα οποία λειτουργούσαν με το κοινοβιακό τυπικό, ενώ απέφυγε την χειροτονία του σε επίσκοπο, καταφεύγοντας σε ένα απομακρυσμένο μοναστήρι. Δεν παρέλειπε, όμως, να επισκέπτεται τα μοναστήρια που ίδρυσε για να καθοδηγεί και να παρηγορεί τους μοναχούς του. Μόνο που και πάλιν εγκατέλειψε την πατρίδα του και κατευθύνθηκε στην Κωνσταντινούπολη και τα εκεί προσκυνήματά της επί αυτοκράτορος Μιχαήλ του γ’, για να καταλήξει να ασκητεύει στην Βιθυνία και το περίφημο μοναστικό κέντρο στο όρος Όλυμπος. Η Παναγία έδειξε και εκεί για ακόμη μια φορά το ενδιαφέρον και την εύνοιά της προς αυτόν, αφού όταν ο αρχιμανδρίτης των μοναστηριών του Ολύμπου αποφάσισε να τον διώξει από τον τόπο τους, εμφανίστηκε σ’ αυτόν η Υπεραγία Θεοτόκος και τον επέπληξε. Σύντομα, όμως, και στο μέρος αυτό δεν μπορούσε να ησυχάσει λόγω της φήμης του. Πολλοί μοναχοί από τα μοναστήρια και τα ερημητήρια του Ολύμπου προσέτρεχαν προς αυτόν για πνευματική καθοδήγηση. Έτσι μετά από πέντε χρόνια παραμονής στον Όλυμπο γύρισε στην Κωνσταντι­νούπολη την Νέα Ρώμη και τότε του γεννήθηκε η επιθυμία να προσκυνήσει και τα προσκυνήματα της παλαιάς Ρώμης. Πηγαίνοντας προς αυτήν πέρασε και από την Θεσσαλονί­κη, όπου έγινε αμέσως γνωστός από ένα θαύμα που έκανε. Στην Ρώμη έζησε για δύο χρόνια, κάνοντας πολλά θαύματα και μετά πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Όταν έφτασε στην Θεσσαλονί­κη έκανε ένα νέο θαύμα και τότε ο διοικητής της πόλης του ζήτησε να παραμείνει στην Θεσσαλονί­κη. Ο άγιος δέχτηκε και ο διοικητής έκτισε εντός των τειχών της πόλης ένα μοναστηριακό συγκρότημα με ναό το οποίο, μάλλον, βρισκόταν στο ανατολικό μέρος της πόλης. Στην Θεσσαλονίκη παρέμεινε μέχρι την κοίμησή του στις 19 Νοεμβρίου του 875. Η Θεσσαλονί­κη τον κήδεψε με ιδιαίτερες τιμές και ο κόσμος μοιράστηκε ως ευλογία το ράσο του το οποίο έκοψαν σε πολύ μικρά κομμάτια ως ευλογία. Ως αποτίμηση της πνευματικής προσφοράς του αγίου στην πόλη παραθέτουμε μία φράση από το κείμενο που έγραψε ο καθηγητής Συμεών Πασχαλίδης στο «Αγιολόγιο της Θεσσαλονίκης»: «Το έργο του Ιλαρίωνος, διδακτικό κατό κύριο λόγο, υπήρξε εξαιρετικά εποικοδομητικό για τους Θεσσαλονικείς». Ο άγιος, όμως, μοιάζει να παρέμεινε ολοζώντανος ανάμεσα στους Θεσσαλονικείς και να μην εγκατέλειψε την πόλη, αφού συνέχισε να θαυματουργεί μέσα από την μαρμάρινη σαρκοφάγο στην οποία διέταξε ο διοικητής της πόλης να τοποθετήσουν το άγιο σκήνωμά του. Και οι σημερινοί Θεσσαλονικείς θα αναρωτηθούν και πού βρίσκεται τώρα το θαυματουργό σκήνωμα του αγίου; Βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη; Δυστυχώς όχι! Ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο α’, ο Μακεδών, όταν πληροφορήθηκε τα σχετικά με την θαυματουργική «έξαρση» του σκηνώματος, ζήτησε να μεταφερθεί στην Κωνσταντι­νούπολη! Και έτσι η πόλη στερήθηκε τον νέο άγιο της! Κάποια άλλη συναξαριακή πηγή, που ίσως να αγαπά λίγο περισσότερο την περιπέτεια αν όχι την ίντριγκα, αναφέρει πως το άγιο λείψανο του οσίου Ιλαρίωνα, εκλάπη, στην ουσία, από ανθρώπους του αυτοκράτορα. Και μάλιστα πως το κράτησε μέσα στα ανάκτορα. Την τρίτη ημέρα, όμως, από την «φιλοξενία» του αγίου στα βασιλικά δώματα ο αυτοκράτορας ξύπνησε από την πολλή ευωδία που εξέπεμπε το άγιο λείψανο και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Και το πιο εντυπωσιακό είναι πως του παρουσιάστηκε ο ίδιος ο άγιος ο Ιλαρίων ο οποίος του είπε: «Αυτή την ευωδία δεν την κέρδισα στις πόλεις, αλλά στην έρημο και για να έχεις χάρη από τον Θεό στείλε με στην έρημο»! Έτσι το άγιο λείψανο κατέληξε στην γεωργιανή μονή του αγίου Ρωμανού της Κωνσταντινούπολης. Όπως και να έχει ο μεγάλος αυτός παρεπηδημών* άγιος στην Θεσσαλονίκη κοιμήθηκε στην πόλη μας και συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αγίους μας. Γι’ αυτό και παραμένει ολοζώντανος ανάμεσά μας. Έτσι μπορούμε να τον επικαλούμαστε και να συζητάμε μαζί του κάθε έργο αγαθό που μας προβληματίζει ή μας απασχολεί! Να έχουμε τις ευχές του!

Ετοιμάσου να γίνεις κατοικητήριο του Ιησού....

Από τους ωραιότερους στίχους της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου), της προσφοράς και αφιέρωσης της τριετούς Μαριάμ δηλαδή από τους γονείς της Ιωακείμ και Άννα στον Κύριο μέσα στον Ναό, είναι εκείνοι που αναφέρονται στην αγία Άννα, όταν κατευοδώνει τη μικρή κόρη της με τα λόγια που δείχνουν το νόημα της εκεί πια ζωής και παρουσίας της. «Άπιθι, τέκνον – λέει η μάνα στην κόρη – τω Δοτήρι γενήθητι και ανάθημα και ευώδες θυμίαμα. Είσελθε εις τα άδυτα και γνώθι μυστήρια, και ετοιμάζου γενέσθαι του Ιησού οικητήριον τερπνόν και ωραίον, του παρέχοντος τω κόσμω το μέγα έλεος» (απόστιχο εσπερινού). Δηλαδή: Πήγαινε, παιδί μου, γίνε για τον Δοτήρα Θεό και προσφορά και αφιέρωμα, αλλά και ευωδιαστό θυμίαμα. Μπες μέσα στ’ άδυτα των Αγίων του Ναού και γνώρισε τα μυστήρια του Θεού, κι ετοιμάσου να γίνεις κατοικητήριο του Ιησού, τερπνό και ωραίο, του Ιησού που παρέχει ως Θεός στον κόσμο το μέγα έλεος. Γιατί στεκόμαστε ιδιαιτέρως στους συγκεκριμένους στίχους; Διότι: 1. Τονίζουν τον σκοπό των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό. Εισέρχεται όχι απλώς γιατί έπρεπε να εκπληρωθεί κάποιο τάμα των γονιών της ή για να προφυλαχτεί από την κακότητα του κόσμου λόγω της αδυναμίας των γονιών αυτών από τα γηρατειά τους, αλλά για να περάσει το προβλεπόμενο διάστημα της ζωής της μέσα στον οίκο Κυρίου, προκειμένου να ετοιμαστεί για το συγκλονιστικότερο και πέραν κάθε ανθρωπίνης αντίληψης και σύλληψης μυστήριο: να γίνει η μητέρα του Θεού ως ανθρώπου – ο Ευαγγελισμός της έχει ακριβώς την αρχή της (πέραν βεβαίως της Γεννήσεώς της) στο συγκεκριμένο γεγονός. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ που θα ευαγγελιστεί αργότερα τη σάρκωση του Θεού, ο ίδιος την τρέφει μέσα στα άγια των αγίων. Και 2. Καθορίζεται από τα λόγια της αγίας Άννας η μέθοδος και ο τρόπος της ετοιμασίας της Μαριάμ: θα γίνεις η Παναγία η μητέρα του Θεού, όταν θα γίνεις όχι μόνο το αφιέρωμα και η προσφορά για Εκείνον, αλλά και το ευωδιαστό λιβάνι. Κι έχουν ιδιαίτερη σημασία τα λόγια αυτά της μητέρας Άννας, γιατί και στην Παλαιά Διαθήκη βεβαίως, αλλά και μετέπειτα σε όλη τη χριστιανική ιστορία, μπορεί κάποιος να προσφέρει πράγματα ή και τον ίδιο τον εαυτό του στον Θεό, αλλ’ όχι με τον σωστό τρόπο. Πόσες φορές δεν ακούμε τον αυστηρό λόγο των Προφητών, οι οποίοι στηλίτευαν τις προσφορές και τα αφιερώματα των Ιουδαίων, γιατί προσφέρονταν όχι με καθαρή καρδιά; «Αποστρέφω το πρόσωπό μου από τις προσφορές σας – λέει αίφνης Κύριος ο Θεός στους Ιουδαίους διά του προφήτου Ησαΐου – γιατί τα χέρια σας στάζουν από το αίμα των αδικιών σας κατά των συνανθρώπων σας». Και πιο πίσω βεβαίως θυμάται κανείς το τραγικό λόγω της συνέχειάς του περιστατικό των προσφορών και αναθημάτων στον Θεό των αδελφών Κάιν και Άβελ: πρόσφεραν και οι δύο στον Κύριο, μα ευλογήθηκε από Εκείνον μόνον ο Άβελ. Γιατί του Κάιν οι προσφορές ήταν τα περισσεύματα των καρπών του και όχι οι απαρχές. Κι από τη μετέπειτα χριστιανική ιστορία είναι αρκετή η μνημόνευση των λόγων του ίδιου του Κυρίου, όταν επισημαίνει ότι το δίλεπτο της χήρας συνιστά τη μεγαλύτερη προσφορά, γιατί προέρχεται από το υστέρημα της αγάπης και όχι από ένα τυχόν περίσσευμα. Ή ακόμη τραγικότερα το «παράδοξο» όπως ακούγεται λόγιο του αποστόλου Παύλου, ο οποίος στον ύμνο της αγάπης του αποκαλύπτει: «και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι». Μαρτύριο(!) χωρίς αντίκρυσμα κι ωφέλεια! Λοιπόν η κάθε προσφορά στον Θεό είναι όντως προσφορά αποδεκτή από Αυτόν, όταν γίνεται με τον σωστό τρόπο, δηλαδή προσφέρεται από καρδιά που αγαπά τον Θεό, κάτι που συνιστά όντως λιβάνι ευωδιαστό για τον Κύριο. Κι είναι ακριβώς αυτό που αποτελεί και το νόημα της συγκεκριμένης εορτής των Εισοδίων για εμάς τους πιστούς. Με το δεδομένο ότι σκοπό έχουμε ως χριστιανοί να σαρκώνουμε τον Κύριο στην ύπαρξή μας, να γινόμαστε δηλαδή Παναγίες, απαιτείται όχι μόνο η προσφορά του εαυτού μας διά του αγίου βαπτίσματος και των λοιπών «αγωνισμάτων» και ασκήσεών μας, αλλά και η σωστή και ορθή προσφορά αυτή. Είμαστε δηλαδή χριστιανοί όχι γιατί απλώς βρεθήκαμε βαπτισμένοι στην Εκκλησία κι ούτε γιατί επιτελούμε ορισμένα τυπικά καθήκοντα, όπως του εκκλησιασμού μας, της νηστείας μας, κάποιων ελεημοσυνών μας – το στοιχείο του «αναθήματός» μας – αλλά γιατί η όλη βιοτή μας είναι τέτοια που ο Κύριος την αισθάνεται ως ευωδιαστό λιβάνι ενώπιόν Του. Κι αυτό σημαίνει, όπως αναφέραμε, καθαρή καρδιά και αδιάκοπη επαγρύπνηση να βρισκόμαστε πάνω στις άγιες εντολές Του. Τότε το χαρμόσυνο στοιχείο που περικλείει η εορτή, γίνεται χαρμοσύνη κι ευφροσύνη και για εμάς.

Για τους Αμφισβητίες των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό.

Πολλοί σήμερα αμφισβητούν την Εορτή αυτή ως μη πραγματικό γεγονός επειδή δεν αναφέρεται πουθενά στην Καινή Διαθήκη. Την θεωρούν ως μια φανταστική διήγηση μετέπειτα ψευδεπίγραφων Ευαγγελίων και συγκεκριμένα του λεγόμενου Πρωτοευαγγελίου του Ιακώβου, τέλος του Β' αιώνα. Είναι όμως έτσι; Ναι πράγματι δεν αναφέρεται πουθενά στην Καινή Διαθήκη, γιατί η Καινή Διαθήκη αρχίζει να διηγείται τα γεγονότα έξι μήνες προ της Ασπόρου Συλλήψεως του Χριστού. Το ότι δεν αναφέρεται δεν σημαίνει ότι και δεν έγινε, έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα στην Καινή Διαθήκη, όπως την διαμονή του Απ. Παύλου στην 'Ερημο της Αραβίας μετά την θαυμαστή μεταστροφή του στον Χριστιανισμό. Πουθενά στις Πράξεις των Αποστόλων δεν αναφέρεται αυτό, ενώ αναφέρονται πάρα πολλές λεπτομέρειες της ζωής του και του έργου του. Και όμως μας το αναφέρει αυτό ο ίδιος ο Απ. Παύλος στην Επιστολή του προς Γαλάτας. Όπως επίσης και το ότι είναι γραμμένο σε ένα μη Κανονικό βιβλίο δεν αναιρεί το συγκεκριμένο γεγονός, όταν μόνο γιαυτό και όχι για τα υπόλοιπα, υπάρχει η Μαρτυρία της Εκκλησίας και του Αγίου Πνεύματος. Έχουμε τέτοιο παράδειγμα από την Επιστολή του Αδελφόθεου Ιούδα. Εκεί μας αναφέρεται ένα γεγονός για τον Μωϋσή το οποίο δεν είναι γραμμένο πουθενά στην Παλαιά Διαθήκη. Την διαμάχη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με τον Σατανά για το Σώμα του Μωϋσέως. Και όμως αυτό προέρχεται ως προφορική παράδοση από τα λεγόμενα Απόκρυφα Βιβλία του Μωϋσή. Έτσι λοιπόν υπήρχε και στην Πρώτη Αποστολική Εκκλησία η προφορική παράδοση της Εισόδου από τριών ετών και διαμονής της Μαριάμ για έντεκα χρόνια στον Ναό. Μας το μαρτυρεί ο Άγιος Ευόδιος πρώτος Επίσκοπος της Αντιόχειας μετά τον Απόστολο Πέτρο: «Σέ ἡλικία τριῶν ἐτῶν ἡ Μαρία παρουσιάσθηκε στό ναό καί ἔμεινε ἐκεῖ ἕνδεκα χρόνια». Μαρτυρία Αποστολικών χρόνων λοιπόν και όχι αιώνες μετά. Δεν ήταν κάτι το μοναδικό τότε να αφιερώνει κάποιος το παιδί του στον Ναό, να το τάζει όπως θα λέγαμε σήμερα. Έχουμε τέτοια παραδείγματα αφιερωμένων μικρών παιδιών στην Π. Διαθήκη, όπως του Προφήτη Σαμουήλ. Στην μια πλευρά των κοιτώνων του Ναού διέμεναν τα αφιερωμένα αγόρια, τα λεγόμενα Τεκνία τα οποία βοηθούσαν τους ιερείς στις θυσίες των ζώων και στην άλλη τα αφιερωμένα κορίτσια οι λεγόμενες Παρθένες Κόρες, οι οποίες και φρόντιζαν για την καθαριότητα και την ευπρέπεια του Ναού. Αυτές αναχωρούσαν για πάντα από τον Ναό και επέστρεφαν στην οικογένεια τους με την αρχή της εμμήνου ρύσεως. Εκεί ή παντρευόταν ή έμεναν δια βίου αφιερωμένες στον Θεό (από αυτές προέκυψε και η Τάξη των Παρθένων της Εκκλησίας). Και αν ήταν ορφανές, οι Ιερείς τις αρραβώνιαζαν με κάποιον από την ίδια φυλή τους μέχρι να ενηλικιωθούν και να τις παντρευτούν. Σίγουρα θα εκλεγόταν από τους Ιερείς κάποιος Ενάρετος Μνηστήρ και Προστάτης των ταυτόχρονα, ως ορφανές μέχρι τον γάμο. 'Ηταν μεγάλη Τιμή και Ευλογία να λάβει κάποιος ως σύζυγο μια αγιασμένη και αναθρεμμένη στο Ναό του Θεού Παρθένα Κόρη. Σε αυτή την περίπτωση της Ορφάνιας και της Μνήστευσης με τον Ιωσήφ ανήκε και η Παρθένος Κόρη Μαριάμ. Και πάμε στο πιο δύσκολο σημείο το οποίο αδυνατούν να δεχθούν κάποιοι. Αναφέρεται ότι η Παρθένος Μαρία κατά το διάστημα της διαμονής της στον Ναό βρισκόταν στα Άγια των Αγίων, στα οποία μόνο ο Αρχιερέας και κανένας άλλος δεν μπορούσε να εισέλθει και αυτός μόνο μια φορά τον Χρόνο. Εκεί θεωρούσαν ότι ήταν η Παρουσία του Θεού, όπου πολλοί Αρχιερείς είδαν Αγγέλους. Κάποιοι Αρχιερείς έπεφταν και νεκροί λόγω των προσωπικών αμαρτιών τους ή του Λαού, γι'αυτό όλοι δενόταν με σκοινί πριν μπουν μέσα, για να τους τραβήξουν αν πέθαιναν εκεί. Ρωτούν λοιπόν οι αμφισβητίες: ''Πώς λοιπόν μπορείτε να λέτε, ότι ένα μικρό κορίτσι έζησε μέσα σε αυτόν τον τόσο Ιερό Χώρο;'' Θα τους κάνω αρχικά αυτών των ανθρώπων μια ερώτηση με τον τρόπο που τους αρέσει να σκέφτονται, με την λογική τους. Αυτός ο χώρος δεν καθαριζόταν ποτέ; Όταν ο Αρχιερέας έμπαινε μέσα μια φορά τον χρόνο έβγαινε έξω γεμάτος αράχνες και σκόνες; Δεν θα έπρεπε κάποιος- κάποια να καθαρίζει αυτόν τον χώρο; Σίγουρα όχι κάποιος ενήλικας, ο οποίος όσο καθαρός και να ήταν σώμα και πνεύμα, πάντα θα τον έλεγχε η συνείδηση του ως ανάξιου να εισέλθει εκεί μέσα. Η καλύτερη λύση ήταν ένα Αθώο, Αμόλυντο και γεμάτο Χάρη μικρό παιδί. Και αυτά τα Αγνά Παιδιά πιστεύω διαλεγόταν όχι μόνο από την ανθρώπινη κρίση του Αρχιερέα αλλά κυρίως από την Οδηγία και τον Φωτισμό του Θεού. Ποιό άλλο μικρό κορίτσι θα είχε περισσότερη Χάρη για αυτή την Προνομιακή Διακονία από την Παρθένο Μαρία την οποία αργότερα ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ονόμασε Κεχαριτωμένη; Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η βασιλική καταγωγή της (απόγονη του Βασιλιά Δαβίδ) θα έπαιξε και αυτή κάποιο ρόλο για την εκλογή Της. Και σίγουρα οι Αρχιερείς προστάτευαν τα παιδιά αυτής της Διακονίας ακόμα και από ασήμαντες συζητήσεις με τα άλλα παιδιά, όπως τους Πρίγκιπες οι Βασιλείς. Και θα διέμεναν κάπου ξεχωριστά από τα υπόλοιπα, έπρεπε να ήταν ό,τι πιο Αγνό, Αθώο και Αμόλυντο υπήρχε μέσα στον Ναό. Και πάμε σε κάτι Θαυμαστό που συνέβηκε με την Είσοδο της Παρθένου Μαρίας. Μέσα στα Άγια των Αγίων έπρεπε να βρίσκεται η Κιβωτός της Διαθήκης, δηλαδή ένα επικαλυμμένο με χρυσό μέσα και έξω, ξύλινο μικρό κιβώτιο το οποίο περιείχε τις Πλάκες με τις Δέκα Εντολές, μια Χρυσή Στάμνα με την τροφή που έτρεφε ο Θεός σαράντα χρόνια τους Ισραηλίτες στην έρημο, το λεγόμενο Μάννα και την Ξερή Ράβδο την βλαστήσασα του Ααρών με την οποία έκανε τα θαύματα και τα σημεία ενώπιον των Αιγυπτίων. Και τα τρία αυτά τους θύμιζαν τα όσα ξεχωριστά έζησαν σαν λαός του Θεού, αλλά και συμβόλιζαν τον αναμενόμενο Μεσσία που τους υποσχέθηκε ο Ίδιος ο Θεός μέσω του Μωϋσή. Οι Πλάκες συμβόλιζαν τον Νέο Νόμο της Χάριτος και της Αληθείας, την Καινή Διαθήκη, το Μάννα την αληθινή τροφή με την οποία Αυτός θα τρέφει τον λαό Του, δηλαδή το Σώμα και το Αίμα Του και η Ξερή Ράβδος η οποία αναβλάστησε, τα θαύματα που θα επιτελέσει και την Ανάσταση Του από τους νεκρούς. Πάνω από την Κιβωτό της Διαθήκης υπήρχαν δυο χρυσά ομοιώματα Χερουβείμ τα οποία με τα φτερά τους επισκίαζαν την Κιβωτό. Όλα αυτά ΕΠΡΕΠΕ να βρίσκονται εκεί, αλλά την εποχή που η Παρθένος Μαρία ήταν στον Ναό ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. Καμιά αναφορά για την Κιβωτό της Διαθήκης δεν υπάρχει μετά την Βαβυλώνια Αιχμαλωσία των Ισραηλιτών και το γκρέμισμα από τους Βαβυλώνιους του Ναού του Σολομώντα το 587π.Χ. Χάνεται ξαφνικά κάθε αναφορά για αυτήν. Το πιο πιθανόν σύμφωνα με τους Μακκαβαίους, είναι ότι πρόλαβε και την έκρυψε κάπου ο Ιερέας και Προφήτης Ιερεμίας. Τα υπόλοιπα χρυσά σκεύη του Ναού αρπάχθηκαν από τους Βαβυλώνιους και ο Ναός ισοπεδώθηκε. Ο Δεύτερος Ναός κτίστηκε από τον Ζοροβάβελ με την επιστροφή των Ισραηλιτών από την Βαβυλωνιακή Αιχμαλωσία το 516 π.Χ και καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 63 π.Χ. Και ο Τρίτος Ναός χτίστηκε από τον γνωστό Ηρώδη στην ίδια θέση πάντα, μόλις είκοσι χρόνια πριν γεννηθεί ο Χριστός. Αυτός ήταν και ο Ναός στον οποίο έγιναν τα Εισόδια της Θεοτόκου. Νεόκτιστος και εντυπωσιακός Ναός, αλλά ΑΔΕΙΟΣ από την Κιβωτό της Διαθήκης. Μπορούμε να συλλάβουμε τώρα το Μυστήριο που εξελίχθηκε με την Είσοδο και την Διαμονή της Παρθένου Μαρίας στον Ναό και ειδικά της Παρουσίας Της ως Μικρή Παρθένος Κόρη στα Άγια των Αγίων; Η Κιβωτός της Διαθήκης με το περιεχόμενο της και τα επισκιάζοντα Χερουβείμ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ μέσα. Ο πιο Ιερός Χώρος των Εβραίων είναι Άδειος!!! Και εισέρχεται μια Παρθένος Κόρη να ετοιμαστεί και να προσφέρει τις υπηρεσίες Του στο Θεό ΓΕΝΟΜΕΝΗ Η ΙΔΙΑ, Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΙΒΩΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΚΡΥΒΕ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΤΟΝ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΟ ΜΕΣΣΙΑ!!! Η Αληθινή Κιβωτός όχι από ξύλο, αλλά από Σάρκα ''η Έμψυχη Κιβωτός η τον Αχώρητον Λόγον χωρήσασα'' . Βίωσε από μικρή σε αυτόν τον χώρο όπου κάποτε βρισκόταν τα Επισκιάζοντα Χερουβείμ, την Παρουσία και Προστασία Αγγέλων. Νομίζετε ότι πρώτη φορά είδε Άγγελο κατά τον Ευαγγελισμό Της; Προσέξτε τα λόγια που γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς όταν η Παρθένος άκουσε τον ''ασπασμό''(χαιρετισμό) το ''Χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά Σου, Ευλογημένη Συ εν γυναιξίν'' του Αρχαγγέλου Γαβριήλ ''διεταράχθη επί τω λόγω αυτού και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος ''. Ταράχθηκε από τον Λόγο Του, όχι από την ίδια την Παρουσία του Αρχαγγέλου. Αλλά και η Ωδή Της όταν συνάντησε την Ελισάβετ: ''Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω Σωτήρι μου....'' δείχνει τον Μέγα Πνευματικό Πλούτο που καλλιέργησε εκεί μέσα στην Αγία Σιωπή και τον οποίον δεν επιδείκνυε ποτέ. Ήταν το σύμβολο της Πραότητας, της Ταπεινότητας, της Σιωπής που σίγουρα καλλιέργησε από την τρυφερή Της ηλικία εκεί μέσα στα βάθη της Ιεράς Σιωπής, στα Άγια των Αγίων. Και αυτή η Ιερά Σιωπή Της την ακολούθησε μέχρι τον Σταυρό του Γολγοθά που ενώ έβλεπε τον Μονάκριβο Της να υποφέρει και να πεθαίνει δεν είπε ούτε μια λέξη, δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή, μόνο ένα Ιερό και Σιωπηλό Κλάμα. '' Σήμερον ὁ ναός ὁ ἔμψυχος, τοῦ μεγάλου Βασιλέως, ἐν Ναῷ εἰσέρχεται, αὐτῷ ἑτοιμασθῆναι, εἰς θείαν κατοίκησιν. Λαοί ἀγαλλιᾶσθε''

Το θαύμα της Αγίας Παρασκευής στην Μάνδρα Θερμού το 1918.Η απαλλαγή από την θανατηφόρο γρίπη!

Το έτος, 1918 ξέσπασε επιδημία γρίπης, σε όλη την Ευρώπη, και σε όλη την Ελλάδα, η λεγόμενη “Ισπανική γρίπη”. Στην περιοχή δε του Θέρμου, η επιδημία γρίπης βρισκόταν σε μεγάλη έξαρση. Καθημερινά και για τρεις μήνες περίπου, οι θάνατοι από τη γρίπη, όπως βεβαιώνονται από τα βιβλία της Εκκλησίας, ανέρχονταν σε δυο – τρεις – τέσσερις – πέντε – έξι ακόμα και δώδεκα την ημέρα. Η κατάσταση ήταν τραγική. Οι ομολογίες των ανθρώπων που έζησαν, συγκλονιστικές εμπειρίες. Οι συγγενείς των νεκρών δεν τολμούσαν να συνοδεύσουν τους δικούς τους ανθρώπους, ούτε στην τελευταία τους κατοικία, επειδή η νόσος ήταν μεταδοτική. Οι ιερείς της εποχής εκείνης το ομολογούσαν. Οι άνθρωποι γενικά ήταν πανικόβλητοι μπροστά στο μεγάλο κακό. Δεν υπήρχε τρόπος να την καταπολεμήσουν. Έκαναν περιφορά της εικόνας, δεήσεις και έψαλαν το «Κύριε Ελέησον» για να σταματήσει το κακό! Η μόνη τους ελπίδα, ο Θεός και η Αγία Παρασκευή. Έτσι οι ιερείς μαζί με τους κατοίκους, πήραν την απόφαση να κατεβάσουν την ίδια την εικόνα της Αγίας Παρασκευής στο Θέρμο και να την περιφέρουν στους δρόμους. Πράγματι στις 20 Νοεμβρίου του 1918 με επικεφαλής τον μακαριστό π. Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο (1835-1930), εφημέριο τότε του Αγίου Δημητρίου Θέρμου, ο οποίος εξυπηρετούσε ταυτόχρονα και τις λειτουργικές ανάγκες των κατοίκων του οικισμού Μάνδρας, στο Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, μαζί με τους επίσης μακαριστούς ιερείς: Παπαγιάννη Τσαπατώρη (Απ.1944), Αριστείδη Ταξιαρχιώτη (Απ.1933), Αριστομένη Πίτσιο (Απ.1938) και με συνοδεία κατοίκων της περιοχής ανέβηκαν στο Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, έκαναν δέηση, πήραν την εικόνα της Αγίας και με τον κόσμο να ακολουθεί, έφτασαν στο Θέρμο με τα πόδια από το παλιό μονοπάτι, “το ρεματάκι”, ψέλνοντας και λέγοντας το “Κύριε ελέησον” συνέχεια και ψελλίζοντας το “Αγία Παρασκευή κάνε το θαύμα σου”. Μπαίνοντας στο Θέρμο και κατά μήκος του δρόμου, κατά χρονικά διαστήματα έκαναν στάση, για δέηση. Ψαλμοί και ύμνοι ακούγονταν και οι άνθρωποι έβγαιναν από τα μαγαζιά τους και τα σπίτια τους, για να κάνουν το σταυρό τους και να προσευχηθούν στην Αγία να σταματήσει το κακό που τους βρήκε». Πώς δύο κάτοικοι που είχαν προσβληθεί από τον θανατηφόρο ιό κατάφεραν να βρουν γιατρειά Το πρώτο θαύμα έγινε στη γειτονιά των Αγραφιωτών. Εκεί μέσα στο σπίτι υπήρχε κατάκοιτος στο κρεβάτι και βαριά άρρωστος, ο 18χρονος Θεόδωρος Αγραφιώτης, που είχε προσβληθεί από τη γρίπη. Η μάνα του βλέποντας τη λιτανεία να φτάνει κάτω από το σπίτι τους, έτρεξε και φώναξε λέγοντας: “Σήκω Θόδωρε, σήκω παιδί μου να κάμεις το σταυρό σου στην εικόνα της αγίας Παρασκευής που περνά στο δρόμο, να σε κάνει καλά”. Πράγματι ο Θόδωρος μετά την προτροπή της μάνας του και υποβασταζόμενος με δυσκολία σηκώθηκε, έφτασε μέχρι το παράθυρο, έκανε το σταυρό του, ψιθύρισε το όνομα της αγίας Παρασκευής. Και ω του Θαύματος! Μπροστά στα υγρά και έκπληκτα μάτια της μητέρας του και πολλών άλλων, έγινε αμέσως καλά. Η Αγία έκανε το θαύμα της. Ο Θόδωρος Αγραφιώτης έγινε εντελώς καλά, μεγάλωσε, έκανε οικογένεια, απέκτησε επτά κόρες, έζησε πολλά χρόνια μετά και στα βαθιά γεράματά του, σε ηλικία 94 χρόνων έφυγε φυσιολογικά από τη ζωή. Με θαυμασμό, ενθουσιασμό και πίστη περισσότερη συνέχισε η πομπή της λιτανείας την πορεία της και το δεύτερο θαύμα δεν άργησε να έρθει. Όταν η Ιερή Πομπή έφτασε κάτω από το σπίτι του Κώνστα Υφαντή, η Ευφροσύνη Κώνστα Υφαντή, ήταν άρρωστη βαριά και κατάκοιτη στο κρεβάτι της, περιμένοντας το μοιραίο τέλος της, άκουσε τις ψαλμωδίες και ρώτησε τι συμβαίνει, τη γυναίκα που τη συντηρούσε. Εκείνη της εξήγησε και η άρρωστη Ευφροσύνη την παρακάλεσε να τη βοηθήσει να σηκωθεί να δει από το παράθυρο την εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Πράγματι τη βοήθησε η γυναίκα που την περιποιείτο να σηκωθεί και να πάει στο παράθυρο. Η άρρωστη τότε, έκανε το σταυρό της και παρακάλεσε την Αγία να την κάνει καλά. Αμέσως έγινε καλά και πήγε από κοντά να ασπαστεί την Ιερά Εικόνα και να ευχαριστήσει την Αγία. Έζησε δε μετά η Ευφροσύνη άλλα δεκατέσσερα (14) χρόνια και εκοιμήθη φυσιολογικά το έτος 1932. Το ίδιο συνέβη και με τους άλλους ανθρώπους που είχαν προσβληθεί από τη θανατηφόρο γρίπη. Στο αντίκρισμα και μόνο της εικόνας Της, κάνοντας το σταυρό τους ή ψιθυρίζοντας το όνομα της αγίας Παρασκευής, γίνονταν καλά. Πράγματι από εκείνη την ημέρα, 20 Νοεμβρίου 1918, οι θάνατοι σταμάτησαν παντελώς από τη νόσο της Ισπανικής γρίπης. Η Αγία Παρασκευή έκανε το θαύμα της. Έσωσε για άλλη μια φορά τους κατοίκους του Θέρμου και των γύρω χωριών απ´ αυτή τη επιδημία. Από τότε όλοι οι άνθρωποι της περιοχής του Θέρμου και του οικισμού Μάνδρας, εορτάζουν την ανάμνηση αυτού του θαύματος, κάθε χρόνο, με ξεχωριστή λαμπρότητα και Θρησκευτική κατάνυξη.

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ΛΟΥΚΑ- Ένα «μου» κυριαρχεί.«Τους καρπούς μου», «τας αποθήκας μου», «τα γεννήματά μου», «τα αγαθά μου»

Λιτή, αλλά συγκλονιστική η παραβολή του άφρονος πλουσίου. Αφορμή για τον Χριστό στάθηκε η διαμάχη δύο αδερφών για τον τρόπο διανομής της κληρονομιάς τους. Δεν ήταν δική τους η περιουσία, αλλά του πατέρα τους. Κι αυτοί δεν το κατανοούσαν, πως ήταν διαχειριστές ενός πλούτου για τον οποίο δεν εργάστηκαν. Το ίδιο και ο άφρων πλούσιος. Η γη του ευφόρησε. Δεν έκανε κάτι ο ίδιος ιδιαίτερα. Ό,τι του δόθηκε ήταν από την ευλογία που επέτρεψε ο Θεός να έχουν τα χωράφια του, κύρια πηγή πλούτου εκείνα τα χρόνια, μαζί με το εμπόριο και τα τελωνεία. Κι ο πλούσιος το μόνο που σκέφτηκε ήταν ο εαυτός του. Ένα «μου» κυριαρχεί. «τους καρπούς μου», «τας αποθήκας μου», «τα γεννήματά μου», «τα αγαθά μου». Αλλά και για τον εαυτό του πάλι αυτό το «μου» κυριαρχεί: «ερώ τη ψυχή μου». Ο πλούσιος αισθάνεται ιδιοκτήτης των πάντων. Και τότε ακούει τον λόγο του Θεού, ότι αυτό το «μου» που θεωρεί ότι είναι τα πάντα, δεν θα μπορέσει να τον γλιτώσει από τον θάνατο. Αυτό που του ζητάνε δεν είναι τα αγαθά του, αλλά τη ζωή του ολόκληρη, την οποία θα συνειδητοποιήσει ότι δεν του ανήκει. Και όσα είχε ετοιμάσει, θεωρώντας τον εαυτό του κάτοχο, είναι άγνωστο σε ποιους θα περιέλθουν, πάντως όχι στον ίδιο. Εκεί είναι και η αφροσύνη, η αμυαλιά του πλουσίου. Στη βεβαιότητα της κτητικότητας, η οποία τον διακατέχει. Μια βεβαιότητα εγωκεντρισμού, η οποία τον οδηγεί αρχικά στον πνευματικό θάνατο και, στη συνέχεια, στην απόλυτη ήττα από τον χρόνο, δηλαδή και στον σωματικό θάνατο. Κι αυτή η αφροσύνη θα μπορούσε να γιατρευτεί ακριβώς αν ο πλούσιος είχε μνήμη θανάτου. Είχε την αίσθηση ότι δεν είναι αθάνατος και αιώνιος αφ’ εαυτού του, αλλά η ζωή του δόθηκε για να τη δει στην προοπτική του μόνου τρόπου με τον οποίο νικιέται πρώτα ο πνευματικός και κατόπιν και ο σωματικός θάνατος. Αυτή της αγάπης. Ο πλούσιος όμως είχε την εμπιστοσύνη του, την πίστη του στο «μου», στο δικό του, σε ό,τι του ανήκειν. Έκανε τα πάντα αντικείμενα, ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό του και το υπερτροφικό «εγώ» του τον οδήγησε στη γέενα, στον αιώνιο θάνατο, καθώς δεν απέμεινε στην καρδιά του ούτε ο ελάχιστος τόπος για τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Αυτή η αφροσύνη, η αμυαλιά χαρακτηρίζει τον πολιτισμό μας, συχνά κι εμάς τους ίδιους. Χωρίς η πίστη να αρνείται το να έχουμε αγαθά και περιουσία, μας υπενθυμίζει ότι ο τρόπος του καιρού μας που μας οδηγεί στο άγχος για την απόκτηση των χρημάτων, στην μετατροπή του πλησίον σε αντικείμενο, στην μετατροπή συχνά και του ίδιου του εαυτού μας σε μέσο απόλαυσης, ώστε το «εγώ» μας να αισθάνεται αυτάρκεια, αυτοβεβαίωση, το κέντρο του κόσμου, είτε στην εικονική είτε στην καθημερινή πραγματικότητα, είναι η ρίζα μιας μεγάλης αφροσύνης. Κι αυτό διότι τίποτα δεν θα κρατήσει για πάντα, κυρίως όμως ο άνθρωπος δεν τελειώνει στον θάνατο, όπως η αθεΐα και ο μηδενισμός του καιρού μας διακηρύττουν. Η απάντηση είναι η αγάπη. Είναι η άσκηση. Είναι η πίστη στον Θεό για τις ανάγκες της ζωής. Η εργατικότητα χωρίς άγχος. Το να βλέπουμε, τελικά, τη ζωή στα πλαίσια της σχέσης με τον Θεό και τον πλησίον, χωρίς το «μου» σε προτεραιότητα, αλλά το «μας». Και ό,τι μας λείψει, ο Θεός, αν το χρειαζόμαστε αληθινά, θα το αναπληρώσει. π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός