Κυριακὴ ΙΓ΄ Λουκά-ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Εἶναι τὸ ἐρώτημα ποὺ ἀπευθύνει ἕνας πλούσιος ἄρχοντας στὸν Ἰησοῦ (Κυριακὴ ΙΓ΄ Λουκᾶ). Ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶναι τὸ ἀγωνιῶδες ἐρώτημα ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Σύμπασα ἡ ἀνθρωπότητα σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, ὅλοι οἱ πολιτισμοί, ὅλες οἱ θρησκεῖες, στάθηκαν μὲ ἰδιαίτερο προβληματισμὸ μπρὸς στὸ μεγάλο ἐρώτημα: Ὑπάρχει αἰώνια ζωή; Ὑπάρχει ἀθανασία; Καὶ πῶς μπορεῖ νὰ τὴν κληρονομήσει ὁ ἄνθρωπος; Ἡ μεγάλη τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ ζωή του ἔχει ἡμερομηνία λήξης. Ὅσα σχεδιάζει, ὅσα ὀνειρεύεται, ὅσα ἐλπίζει, συντρίβονται τελικὰ ἀπὸ τὸν θάνατο. «Ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται». Ἡ συνειδητοποίηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, τοῦ τέλους τῶν πάντων, εἶναι ἕνα δυσβάστακτο φορτίο, στὴ σκιὰ τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος. Ποικίλλουν βέβαια καὶ οἱ λύσεις ποὺ προτάθηκαν γιὰ νὰ ὑπερκερασθεῖ τὸ ἀποτρόπαιο γεγονὸς τοῦ θανάτου, νὰ ἐξασφαλισθεῖ ἡ ἀδιατάρακτη συνέχεια τῆς ζωῆς. Ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια ἀναζητήθηκε τὸ ἑλιξίριο τῆς ζωῆς. Τὸ μαγικὸ φάρμακο, τὸ ἀθάνατο νερό, ποὺ θὰ χάριζε αἰώνια νιότη καὶ ἀθανασία. Ἡ ἀλχημεία παραχώρησε τὴ θέση της στὴν ἐπιστήμη, ποὺ ἀγωνίζεται νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο ὅλο καὶ πιὸ ἄτρωτο στὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, χωρὶς ὅμως νὰ διαφαίνεται ἀκόμα κάποια αἰσιόδοξη προοπτική. Ἡ κρυογενετικὴ πειραματίζεται μὲ τὴν ἰδέα τῆς κατάψυξης τῶν σωμάτων, εὐελπιστώντας νὰ μπορέσει κάποτε νὰ τὰ ζωντανέψει ξανά. Ἡ ψηφιακὴ τεχνολογία ἐπιχειρεῖ νὰ διασώσει τὰ δεδομένα τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τὶς ἀναμνήσεις, τὰ συναισθήματα, τὸ «πνεῦμα» του, στὴν «ἀθάνατη» μνήμη κάποιου ὑπολογιστῆ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑστεροφημία, ἡ ἀγαθὴ μνήμη ποὺ θὰ ἀφήσει κάποιος στὶς ἑπόμενες γενιές, εἶναι κάποια παρηγοριά, λογίζεται ὡς εἶδος ἀθανασίας. Ὅμως… Τὴν ἀληθινὴ ζωή, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εκτείνεται στὴν ἀτελεύτητη αἰωνιότητα, μόνο ὁ Χριστὸς τὴν ὑπόσχεται κατηγορηματικὰ καὶ τὴ χορηγεῖ. Τὴν ταυτίζει μάλιστα μὲ τὸν ἑαυτό του. Καὶ δὲν εἶναι μόνο ἡ πραγματικὴ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάσταση ὁ Χριστός, ἀλλὰ καὶ ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ σ’ αὐτήν. Τονίζει ὅτι ὁ θάνατος δὲν μπορεῖ νὰ καταργήσει τὴ ζωὴ αὐτή. «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 11, 26). Ἡ ἀληθινὴ ζωὴ δηλαδὴ εἶναι ὄχι ἡ τωρινή, ἀλλὰ ἡ μεταθανάτια. «Σᾶς ἔχω ξαναπεῖ, λέει ὁ ἅγιος Πορφύριος, ὅτι μετὰ θάνατον θά ’μαι πιὸ πολὺ κοντά σας ἀπὸ ὅσο τώρα, διότι θὰ ζῶ πιὸ κοντὰ μὲ τὸν Χριστό». «Δυστυχῶς οἱ πολλοὶ πιστεύουν πὼς μὲ τὸν θάνατο φθάνει καὶ τὸ τέλος, λέει ὁ ἅγιος Θεοδόσιος τοῦ Καυκάσου. Ἡ ζωὴ ὅμως ἀρχίζει μετὰ τὸν ἐπὶ γῆς θάνατο». «Τὸ αἴσθημα τῆς αἰωνιότητος, γράφει ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, κάποτε ἐντείνεται μέσα μας καὶ κάποτε ἐξασθενεῖ, ἀνάλογα μὲ τὸ μέτρο τῆς χάριτος ποὺ ἐκχύνεται ἐπάνω μας… Ὁλόκληρη ἡ στροφή μας πρὸς τὴ γῆ, πρὸς τὶς σαρκικὲς ἐμπειρίες, φονεύει μέσα μας ὄχι μόνο τὴν αἴσθηση τῆς αἰωνιότητος, ἀλλὰ καὶ τὴν πίστη στὸν Θεό. Ἡ πίστη ὅμως στὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς γεννήσεως Ἄνωθεν, ἀπὸ τὸ Πνεῦμα. Καὶ ἡ σύμφωνη μὲ τὶς ἐντολές Του ζωὴ ὁδηγεῖ στὴν ἔντονη ὣς καὶ ὀφθαλμοφανῆ αἴσθηση τῆς ἀθανασίας» (Τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, σ. 277-278). Λοιπόν; Ἀναζητεῖς μήπως καὶ σὺ δρόμο ἀσφαλῆ γιὰ τὴν αἰωνιότητα; «Τὰς ἐντολὰς οἶδας».

Οἱ τρείς πειρασμοί τής Αγίας Αικατερίνης

Η αγία Αικατερίνη, ήταν ένα παιδί θαύμα της εποχής της. Δεν της έλειπε τίποτε. Ήταν η πιο έξυπνη κόρη της Αλεξάνδρειας. Ξέρετε τι ήταν η Αλεξάνδρεια τότε; Ότι είναι στις μέρες μας η Νέα Υόρκη. Η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας της εποχής εκείνης. Ότι είναι η Μόσχα. Ότι είναι το Παρίσι. Αυτό ήταν η Αλεξάνδρεια για την εποχή της. Και σ’ αυτή την πρωτεύουσα της τότε αυτοκρατορίας, η αγία Αικατερίνη ήταν η πιο έξυπνη γυναίκα της εποχής, που τότε να είσαι γυναίκα και να είσαι έξυπνη, ήταν και επικίνδυνο πράγμα. Δεν είναι όπως σήμερα που η γυναίκα έχει αρκετές δυνατότητες να διαπρέψει όταν έχει κάποια προσόντα. Στην εποχή εκείνη, η γυναίκα το προσόν της ήταν να γίνει μία καλή σύζυγος ενός πλουσίου. Σπάνια οι γυναίκες ξεχώριζαν. Είτε ως έμποροι, είτε ως γραμματισμένοι, είτε ως άνθρωποι που να εκπέμπουν μίαν καλλιτεχνική έκφραση. Και όμως, η Αικατερίνη με την γνώση της, με την σοφία της, με τις ιατρικές της επιστήμες, την αστρονομία, τις γλώσσες τις πολλές που γνώριζε, από τα δεκαοχτώ της χρόνια ήδη, είχε την δυνατότητα να σταθεί απέναντι σε όλους τους επιστήμονες και φιλόσοφους και καλλιτέχνες της εποχής εκείνης, επαναλαμβάνω εν μέσω πρωτευούσης. Όχι οποιασδήποτε μικρής πόλης επαρχιακής. Εν μέσω πρωτευούσης. Και επιπλέον, είχε τον πλούτο των γονέων της και ήταν η ωραιότερη κόρη της Αλεξάνδρειας. Μου έλεγε μία αγία γυναίκα (η μακαριστή Γερόντισσα Γαλακτία) που γνωρίζω στην Κρήτη ότι της παρουσίασε η χάρις του Θεού και είδε πολλές από τις αγίες που τιμούμε. Όπως κάποτε ο άγιος Παΐσιος στο Άγιον Όρος, είδε την αγία Ευφημία. Και του έκαμε εντύπωση, λέει, πόσο αδύνατη ήταν η αγία Ευφημία. Και είπε, μα είναι δυνατόν μια τόσο αδύνατη κοπέλα να άντεξε τόσα βασανιστήρια; Και είπε η αγία Ευφημία του αγίου Παϊσίου, αν ήξερα τι δόξα και τι χαρά και τι χάρη, υπάρχει στην αιώνια ζωή του Χριστού, θα ήθελα να περάσω διπλάσια. Και της λέει, και πώς άντεξες, μια σταλιά είσαι. Τόση δα είσαι. Και του είπε, με ενδυνάμωναν οι άγγελοι του Θεού. Δεν είμαστε μόνοι μας. Ούτε εμείς είμαστε μόνοι μας. Το ότι αντέχομε τες δυσκολίες της ζωής, μας ενδυναμώνουν οι άγγελοι του Χριστού. Όλους μας. Φτάνει να έχομε καλοσύνη και μετάνοια. Και ο άγγελός μας έρχεται κοντά μας. Όταν δεν έχομε καλοσύνη και δεν έχομε μετάνοια, θέλει ο άγγελος να έρθει κοντά μας. Και δεν τον αφήνουν οι αμαρτίες μας. Οι εγωισμοί μας. Οι κακίες μας. Η αγία Αικατερίνη, ήταν το αντίθετο της αγίας Ευφημίας. Ενώ η αγία Ευφημία ήταν και είναι και στον ουρανό κοντούλα, η αγία Αικατερίνη, μου είπε αυτή η σύγχρονη ενάρετη γερόντισσα της Κρήτης, είναι η πιο ψηλή αγία απ’ όλες. Και η πιο όμορφη. Δεν είδα, μου λέει, πιο ψηλή γυναίκα στη ζωή μου και τόσον όμορφη σαν την αγία Αικατερίνη. Αυτά βεβαίως, προκαλούν σ’ εμάς τους σύγχρονους και περίεργους τάχα μου Ευρωπαίους θαυμασμό. Και έκπληξη. Αυτά όλα τα καλά, ήταν ο πειρασμός τελικά της αγίας Αικατερίνης. Δηλαδή, μια ωραία κόρη της εποχής εκείνης, ο πειρασμός της θα ήταν να γίνει μια περιζήτητη νύφη κάποιου πλουσίου. Να γλεντήσει να νιάτα της και μετά να βρει μια άλλη νεώτερη και ωραιότερη. Όπως γίνεται και στις μέρες μας ενίοτε. Ο άλλος πειρασμός της αγίας, εκτός από την ομορφιά της, ήταν ο πλούτος της. Πόσοι πλούσιοι διαχρονικά δεν παγιδεύονται μέσα στην αναζήτηση του πλούτου και δεν αντιλαμβάνονται ότι «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον». Ο άλλος πειρασμός της αγίας, ήταν η γνώση της. Η εξυπνάδα της. Πόσοι δεν αναζητούν έξυπνοι άνθρωποι με ικανότητα στις επιστήμες, εις τις τέχνες, εις την καλλιτεχνία, μίαν δόξα, μίαν αναγνώριση επιστημονική, φήμη, ένα Nobel, θα λέγαμε στις μέρες μας. Ένα Oscar. Ένα βραβείο. Τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών. Πόσες φορές δεν παγιδευόμαστε και εμείς σ’ αυτά τα πρότυπα που θέτει ο κόσμος. Της ομορφιάς του σώματος, της υγείας του σώματος. Ενώ έρχεται ο απόστολος Παύλος, που ήταν μια ζωή άρρωστος. Και λέει, παρεκάλεσα τρεις φορές τον Χριστό να με κάμει καλά. Και τι του είπε ο Χριστός; Παύλο, σου φτάνει η χάρις μου. «Η γαρ δύναμις μου, εν ασθενεία τελειούται». Μη γυρεύεις, του λέει, να γίνεις καλά στο σώμα. Σου φτάνει η χάρις που σου έδωσα του Αγίου Πνεύματος. Η δύναμίς μου, ολοκληρώνεται και φανερώνεται μέσα από τις αρρώστιες. Βλέπετε; Στη ζωή των Χριστιανών, όλα αυτά τα πρότυπα, οι τάχα μου αξίες, τα ιδανικά που θέλει ο κόσμος ο σύγχρονος και ο παλαιός, ανατρέπονται. Τα πάνω έρχονται κάτω. Και τα κάτω μας παίρνουν πάνω. Παν ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται. Ενώ εμείς, τι λέμε; Να είμαστε περήφανοι, λέμε; Να έχομε αξιοπρέπεια. Δεν υπάρχει πουθενά μέσα στο Ευαγγέλιο, η λέξη αξιοπρέπεια. Και η περηφάνια, θεωρείται η χειρότερη αμαρτία. Έριξε τους αγγέλους και τους έκαμε δαίμονες η περηφάνια. Στις μέρες μας η περηφάνια, έγινε η σημαία μας. Η αναζήτηση του πλούτου και της επιτυχίας που προκαλεί ο πλούτος και η κοινωνική αναγνώριση και η φήμη είτε η επιστημονική, ή καλλιτεχνική, έγινε επιδίωξη όλων των νέων ανθρώπων. Και αυτήν δυστυχώς την αξιακή στοχοθεσία έχουν και τα υπουργεία μας ιδιαιτέρως λανθασμένη Ευρωπαϊκή μας εκπαίδευση. Δεν έχει στόχο την ταπείνωση. Δεν έχει στόχο την κατά Θεόν σοφία. Δεν έχει στόχο την φιλανθρωπία. Δεν έχει στόχο την υπομονή. Και έρχεται η αγία Αικατερίνη και όλοι οι άγιοι. Ο καθένας μέσα από τον δικό του βίο και την δική του περιπέτεια να μας πουν ότι μπορεί να είσαι ασθενής και εις τα μάτια του Θεού να είσαι υγιής. Γιατί είναι υγιής η ψυχή σου. Μπορεί να είσαι πλούσιος και στα μάτια του Θεού να είσαι φτωχός. Και να είσαι φτωχός και στα μάτια του Θεού να είσαι πλούσιος, γιατί είσαι υπομονετικός και ελεήμων. Με τα λίγα που έχεις. Η αγία Αικατερίνη, είχε και τον πειρασμό, όπως είπαμε, της ομορφιάς. Και αυτός ο πειρασμός ιδιαιτέρως της ανάτρεψε την ζωή την κοσμική και την οδήγησε στην αγιότητα. Διότι είπε, θα βρω έναν νέο νυμφίο, γαμπρό δηλαδή, που να είναι τουλάχιστον σαν εμένα. Να είναι ωραίος, να είναι έξυπνος, να είναι σοφός, να είναι πλούσιος, να γνωρίζει πράγματα πολλά και επιστήμες και τέχνες. Και τότε πανικοβλήθηκε η μάνα της και την έστειλε σ’ αυτόν το σοφόν ασκητή. Και ο ασκητής, της είπε. Εάν έχεις αυτές τις απαιτήσεις, υπάρχει μόνον ένας και αυτός ο ένας, αποδεικνύεται ότι είναι ο δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Ο ωραίος κάλλη παρά πάντας ανθρώπους. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Και από κει και πέρα η αγία βεβαίως εξάπτεται ως νέα που ήταν και η φαντασία της και ο πόθος της και η επιθυμία της και η εξυπνάδα της και η ομορφιά της και λέει, πώς να ενωθώ με τον Δεσπότη Χριστό. Και τότε την παραλαμβάνει πραγματικά και την αναλαμβάνει η Παναγία. Αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο που μου κάμνει εντύπωση. Το έναν είναι ότι τα χαρίσματα της αγίας στην αρχή ήταν ο πειρασμός της. Και συγκρατήθηκε η αγία, έβαλε αυτόν τον ψηλό στόχο και επιδίωξη ως ο στόχος δεν ήταν η περηφάνια αλλά ήτανε πόθος. Πόθος Θεού. Έστειλε τον ασκητή και το δεύτερο είναι διά του ασκητού, πώς μπαίνει στη ζωή της η Παναγία. Η οποία όταν την βλέπει στην πρώτη όραση που είχε η αγία, και ήταν τότε αβάφτιστη, ενώ την προσεγγίζει η Παναγία, δεν την θέλει να την δει. Διότι είναι άσχημη ο ωραιότερος όλων. Ο ωραίος πάντων. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Και της λέει, όχι μόνον είσαι άσχημη. Λέει στον παλαιό της βίο. Και μυρίζεις άσχημα, της είπε. Γιατί είσαι αμύρωτη. Και επιπλέον, της λέει, έχεις όλα τα δαιμονικά μικρόβια πάνω σου. Γιατί είσαι αβάφτιστη. Και τότε τρέχει και βαφτίζεται η αγία Αικατερίνη. Και τη δεύτερη φορά, στη δεύτερη όραση που έχει όχι μόνον ο Χριστός χαίρεται που την βλέπει, αλλά η Παναγία όταν η αγία υπόσχεται αιώνια παρθενία ψυχής και σώματος, περνά εν είδη αρραβώνων ένα δαχτυλίδι εις την αγία Αικατερίνα. Για να φανεί ότι πλέον είναι νύμφη του Χριστού. Άρα η Παναγία είναι το δεύτερο πρόσωπο, το οποίον καθορίζει τη ζωή της αγίας Αικατερίνας. Και το τρίτο και ποτέ δεν είναι τελευταίο. Αν και ο ίδιος πολλές φορές καταδέχεται να είναι τελευταίος εις τες επιλογές μας, ο Χριστός. Και τα χαρίσματα της αγίας και η παρουσία της Παναγίας πού οδηγούν; Οδηγούν εις τον Χριστό. Θέλομε λοιπόν εμείς, οι οποίοι ο καθένας μας, κάποια χαρίσματα τα έχομε. Κι ας μην έχομε την εξυπνάδα και την ομορφιά και τα πλούτη της αγίας Αικατερίνης. Δεν έχει άνθρωπο, που δεν έχει κάποια χαρίσματα. Κάποια τάλαντα. Κάποια ταλέντα. Ας αναλογιστούμε. Πώς χρησιμοποιούμε τα δικά μας τάλαντα και ταλέντα και χαρίσματα. Κατά Θεόν ή για να δοξαστούμε προσωρινά από τους ανθρώπους και να κολάσουμε αιώνια την αθάνατο ψυχή μας. Ας αναλογιστούμε ποιος είναι ο πόθος ο δικός μας. Τον πόθο της αγίας Αικατερίνης τον ακούσαμε προηγουμένως στον βίο της. Ήθελε το καλόν καλύτερο. Και από όλους τον ωραιότερο και καλύτερον και σοφότερο. Και το ήθελε τόσο πολύ που της δόθηκε. Μου κάμνει εντύπωση και από τη δική μου μικρή εμπειρία, όσο έχω έναν πόθο δυνατό, συνωμοτεί όλο το σύμπαν και όλοι οι άγγελοι του Θεού να πραγματοποιήσουν τον πόθο μου. Και πραγματοποιείται. Αργά ή γρήγορα πραγματοποιείται. Αν ο πόθος μου είναι καλός και κατά Θεόν. Αν είναι κακός πόθος η επιθυμία μας η δυνατή, εάν είναι κατά δαιμόνων πόθος τρέχουν όλοι οι σατανάδες να πραγματοποιήσουν την κακία μας. Και αν κάμομε και κάποιες αμαρτίες και δεν μετανιώσουμε και δεν εξομολογηθούμε αμέσως, τότε αυτό που θέλουμε το κακόν γίνεται. Αλλά στρέφεται εναντίον μας. Και εναντίον των παιδιών μας και των εγγονιών μας. Γι’ αυτό να έχομε λίγη έγνοια. Τι πόθους και τι επιθυμίες έχουμε στην καρδιά μας. Και συνεχώς να βάζομε ανώτερους πόθους μέσα μας. Εγώ, έναν πόθο που σας συστήνω όλοι σας να αποκτήσετε και να λέτε του Χριστού. Χριστέ μου, βοήθα με να σε γνωρίσω. Χριστέ μου, βοήθα με να σε αγαπήσω. Δεν σε ξέρω Χριστέ μου. Νομίζω πως σε ξέρω. Δεν σε αγαπώ Χριστέ μου. Νομίζω πως σε αγαπώ. Άλλο να είσαι θρήσκος και άλλο να είσαι Χριστιανός. Και δη Ορθόδοξος. Θρήσκοι είναι και οι μουσουλμάνοι. Αλλά Χριστιανοί και Ορθόδοξοι δεν είναι. Γι’ αυτό, ο βίος της αγίας Αικατερίνης, είναι ένας πολυθαύμαστος και πολυδύναμος βίος με πολλές δυνάμεις, με πολλά σημεία που αφορούν τη ζωή μας. Και το άλλο που μας λέει, σχέση με την Παναγία. Ότι είναι αδύνατο στις δικές μας δυνάμεις, θα μας το δώσει η Παναγία. Ήλθε σήμερα το πρωί, κόσμος να εξομολογηθεί. Και μου έλεγαν όλοι δύσκολα προβλήματα που είχαν. Τους έλεγα όλους. Έχεις αυτό το πρόβλημα το δύσκολο; Ανάλαβε την Παναγία από κοντά. Κάμε τους χαιρετισμούς της. Κάμε της ένα κομποσκοίνι την ημέρα. Μίλα της Παναγίας. Με απλά λόγια. Εάν δεν έχεις χρόνο για κομποσκοίνια και για μεγάλες προσευχές. Κάμε μικρές. Σύντομες. Αλλά στην Παναγία, με πόνο. Έρχονται μετά, όσοι με πάρουν στα σοβαρά και εφαρμόσουν αυτά που τους λέω. Δεσπότη μου, αυτό που μου είπες, με βοήθησε η Παναγία. Και αντί να μου δώσει δύο μου έδωσε τέσσερα. Μου έδωσε έξι. Και η Παναγία, βεβαίως, μας οδηγεί σε μεγαλύτερη και δυνατότερη σχέση με τον Υιό της. Με τον Χριστό. Θέλεις να γνωρίσεις τον Χριστό; Θέλεις να αγαπήσεις τον Χριστό; Γνώρισε και αγάπησε προηγουμένως την Παναγία. Μπορεί να μην γίνουμε νύμφη Χριστού, όπως έγινε η αγία Αικατερίνη. Δεν έχομε τον πόθο της. Δεν έχομε τις δυνατότητες της. Όμως κάτι θα μας δώσει η Παναγία. Και αυτό το κάτι θα είναι αυτό που μας ταιριάζει. Μου έλεγε κι η μάνα μου, στον άξαμό μας. Ξέρει η Παναγία τον άξαμο του κάθ’ ενός. Τα μέτρα μας. Γι’ αυτό, μέσα από τον βίο της αγίας Αικατερίνης, ας αναλογιστούμε. Εν περιλήψει τα λέω. Πώς αξιοποιούμε τα ταλέντα μας και τα χαρίσματά μας. Τι σχέση έχομε με την Παναγία μας. Τι πόθους και τι επιθυμίες βαθύτερες έχουμε και καλλιεργούμε και αν η σχέση μας με τον Χριστό είναι Ορθόδοξη ή είναι μια θρησκευτική σχέση. Κάποτε-κάποτε πάω λειτουργία, κάποτε-κάποτε έτσι για το έθιμο κοινωνώ, αλλά δεν σε ξέρω Χριστέ μου. Δεν σου μιλώ. Φοβούμαι ακόμη και να σου μιλήσω. Ενώ βλέπεις μερικούς απλούς ανθρώπους, που αμέσως μόλις τους πεις, μίλα του Χριστού, μίλα της Παναγίας, ξεκινούν. Μερικοί μου λένε, μα είμαι άξιος εγώ να μιλήσω του Χριστού; Τους λέω, μίλα ενός αγίου. Όπως μιλούσε ο γέροντάς μου ο Ιάκωβος του οσίου Δαβίδ. Α, γίνεται; Γίνεται, του λέω. Μου λέει ένας σήμερα, θα ξεκινήσω που τον άη Γιώρκη. Είναι ο άγιος μου. Του λέω, είναι και ο δικός μου άγιος. Ξεκίνα να μιλάς του αγίου Γεωργίου. Ο άγιος Γεώργιος θα σε πάρει στην Παναγία. Και η Παναγία θα σε πάρει στον Χριστό. Το δρομολόγιο είναι πάντοτε το ίδιον. Αρχή και τέλος ο Χριστός. Το παν είναι ο Χριστός. Αλλά θα φτάσομε διά της Θεοτόκου και κάποιος άγιος θα μας πιάσει από το χέρι, όπως ο ασκητής έπιασε από το χέρι την αγία Αικατερίνη και την πήρε στην Παναγία. Και η Παναγία είναι ο καλύτερος προξενητής, ο καλύτερος νυμφαγωγός, ο καλύτερος ο οποίος γνωρίζει τι εστί αγιότητα. Αφού είναι Παναγία. Η αγία Αικατερίνη να ενδυναμώνει όλους μας. Και να αξιοποιούμε τα χαρίσματά μας προς δόξαν Θεού.

ΑΓΙΟΣ ΙΛΑΡΙΩΝ Ο ΙΒΗΡΑΣ Ο ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Ο ΠΑΡΕΠΙΔΗΜΩΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΑΡΙΟΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙ­ΚΗ ΚΑΙ Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ!

Τα παραμύθια της καθ’ ημάς Ανατολής με τους ποικίλους ήρωες και τις περιπέτειες τους από τόπο σε τόπο, σε γεμίζουν με θάμβος για την γενναιότητα τους, την αξιοσύνη τους την εφευρετικότητά τους και την ικανότητά τους να ξεπερνούν τις ποικίλες δυσκολίες για να φτάσουν στον τελικό τους στόχο τους. Κάποια συναξάρια περιέχουν πολλά τέτοια στοιχεία, μόνον που πρόκειται για αληθινές ιστορίες που ενίοτε μοιάζουν και με κινηματογραφικά σενάρια λόγω της ποικίλης πλοκής τους ή ακόμη και τις ανατροπές τους. Αλλά πέραν από την κινηματογραφική παρακολούθηση τους που γίνεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, το συναξάρι σου προσφέρει παραμυθία, όπως η αρχαία τραγωδία την κάθαρση. Η παραμυθία, όμως, είναι πέραν από την κάθαρση, αφού μοιάζει ο ίδιος ο άγιος στέκεται δίπλα σου και να σου μεταγγίζει την χάρη του ή ακόμη να σε κοιτά κατάματα και να δρα επάνω σου καταλυτικά, προσφέροντάς σου αναγεννητική παρηγοριά. Η ιστορία του αγίου Ιλαρίωνα του Ίβηρα (822-857), δηλαδή του Γεωργιανού, αλλά και Θεσσαλονικιού, αφού έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Θεσσαλονίκη, έχει μια τέτοια ατμόσφαιρα περιπέτειας με όλο το θάμβος του παραμυθιού της Ανατολής και, βεβαίως, της παραμυθίας που προσφέρουν τα συναξάρια. Άλλωστε ο ίδιος μπήκε σε μοναστήρι σε ηλικία έξι χρονών και στα 14 του έγινε ασκητής και ερημίτης. Και μάλιστα τόσο πρόκοψε που τον εκτίμησαν και οι λοιποί ερημίτες και σύντομα μαζεύτηκαν γύρω του 11 υποτακτικοί. Λίγο αργότερα άρχισαν να προσέρχονται για να λάβουν παρηγοριά και πνευματικές οδηγίες πλήθος ανθρώπων απ’ όλη την Γεωργία. Για τον λόγο αυτό προσέτρεξε εκεί και ο Επίσκοπος της Ιβηρίας για να δει από κοντά τι, ακριβώς, συνέβαινε. Η πρότασή του στον νεαρό ρακένδυτο ερημίτη να τον χειροτονήσει, φανερώνει το συμπέρασμα που αποκόμισε από την συνάντησή τους. Ο άγιος Ιλαρίων στην αρχή αρνήθηκε αλλά μετά αποδέχτηκε. Ήταν τότε 25 χρονών. Πάντως, σχεδόν αμέσως εγκατέλειψε την Ιβηρία και πήγε για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα, αφήνοντας κάποιον άλλο ως ηγούμενο στο πόδι του, αφού πλέον δεν μπορούσε να ησυχάσει ασκητικά στην πατρίδα του. Ίσως να σκέφτηκε κιόλας πως ήταν πολύ μικρός για να σηκώσει όλο αυτό το βάρος και την πνευματική ευθύνη για όλους αυτούς τους ανθρώπους που τον επισκέπτονταν. Καθ’ οδόν προς τα Ιεροσόλυμα και στα όρια της Συρίας επεχείρησαν να τον ληστέψουν και όταν οι ληστές προσπάθησαν να βγάλουν τα σπαθιά τους από τις θήκες τους τα χέριά τους κοκάλωσαν. Οι ληστές τότε έπεσαν στα πόδιά του και του ζήτησαν συγχώρεση και τον παρακάλεσαν να τους θεραπεύσει. Πράγμα που έκανε. Και μάλιστα ένας από αυτούς τον ακολούθησε μέχρι το όρος Θαβώρ. Μετά το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους ο άγιος Ιλαρίων μόνασε για επτά χρόνια στην λαύρα του Αγίου Σάββα, ζώντας ιδιαίτερα ασκητικά. Η Παναγία, όμως, του εμφανίστηκε σε όραμα και του ζήτησε να γυρίσει πίσω στην Γεωργία πράγμα που έκανε. Εκεί δημιούργησε πολλά μοναστήρια τα οποία λειτουργούσαν με το κοινοβιακό τυπικό, ενώ απέφυγε την χειροτονία του σε επίσκοπο, καταφεύγοντας σε ένα απομακρυσμένο μοναστήρι. Δεν παρέλειπε, όμως, να επισκέπτεται τα μοναστήρια που ίδρυσε για να καθοδηγεί και να παρηγορεί τους μοναχούς του. Μόνο που και πάλιν εγκατέλειψε την πατρίδα του και κατευθύνθηκε στην Κωνσταντινούπολη και τα εκεί προσκυνήματά της επί αυτοκράτορος Μιχαήλ του γ’, για να καταλήξει να ασκητεύει στην Βιθυνία και το περίφημο μοναστικό κέντρο στο όρος Όλυμπος. Η Παναγία έδειξε και εκεί για ακόμη μια φορά το ενδιαφέρον και την εύνοιά της προς αυτόν, αφού όταν ο αρχιμανδρίτης των μοναστηριών του Ολύμπου αποφάσισε να τον διώξει από τον τόπο τους, εμφανίστηκε σ’ αυτόν η Υπεραγία Θεοτόκος και τον επέπληξε. Σύντομα, όμως, και στο μέρος αυτό δεν μπορούσε να ησυχάσει λόγω της φήμης του. Πολλοί μοναχοί από τα μοναστήρια και τα ερημητήρια του Ολύμπου προσέτρεχαν προς αυτόν για πνευματική καθοδήγηση. Έτσι μετά από πέντε χρόνια παραμονής στον Όλυμπο γύρισε στην Κωνσταντι­νούπολη την Νέα Ρώμη και τότε του γεννήθηκε η επιθυμία να προσκυνήσει και τα προσκυνήματα της παλαιάς Ρώμης. Πηγαίνοντας προς αυτήν πέρασε και από την Θεσσαλονί­κη, όπου έγινε αμέσως γνωστός από ένα θαύμα που έκανε. Στην Ρώμη έζησε για δύο χρόνια, κάνοντας πολλά θαύματα και μετά πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Όταν έφτασε στην Θεσσαλονί­κη έκανε ένα νέο θαύμα και τότε ο διοικητής της πόλης του ζήτησε να παραμείνει στην Θεσσαλονί­κη. Ο άγιος δέχτηκε και ο διοικητής έκτισε εντός των τειχών της πόλης ένα μοναστηριακό συγκρότημα με ναό το οποίο, μάλλον, βρισκόταν στο ανατολικό μέρος της πόλης. Στην Θεσσαλονίκη παρέμεινε μέχρι την κοίμησή του στις 19 Νοεμβρίου του 875. Η Θεσσαλονί­κη τον κήδεψε με ιδιαίτερες τιμές και ο κόσμος μοιράστηκε ως ευλογία το ράσο του το οποίο έκοψαν σε πολύ μικρά κομμάτια ως ευλογία. Ως αποτίμηση της πνευματικής προσφοράς του αγίου στην πόλη παραθέτουμε μία φράση από το κείμενο που έγραψε ο καθηγητής Συμεών Πασχαλίδης στο «Αγιολόγιο της Θεσσαλονίκης»: «Το έργο του Ιλαρίωνος, διδακτικό κατό κύριο λόγο, υπήρξε εξαιρετικά εποικοδομητικό για τους Θεσσαλονικείς». Ο άγιος, όμως, μοιάζει να παρέμεινε ολοζώντανος ανάμεσα στους Θεσσαλονικείς και να μην εγκατέλειψε την πόλη, αφού συνέχισε να θαυματουργεί μέσα από την μαρμάρινη σαρκοφάγο στην οποία διέταξε ο διοικητής της πόλης να τοποθετήσουν το άγιο σκήνωμά του. Και οι σημερινοί Θεσσαλονικείς θα αναρωτηθούν και πού βρίσκεται τώρα το θαυματουργό σκήνωμα του αγίου; Βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη; Δυστυχώς όχι! Ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο α’, ο Μακεδών, όταν πληροφορήθηκε τα σχετικά με την θαυματουργική «έξαρση» του σκηνώματος, ζήτησε να μεταφερθεί στην Κωνσταντι­νούπολη! Και έτσι η πόλη στερήθηκε τον νέο άγιο της! Κάποια άλλη συναξαριακή πηγή, που ίσως να αγαπά λίγο περισσότερο την περιπέτεια αν όχι την ίντριγκα, αναφέρει πως το άγιο λείψανο του οσίου Ιλαρίωνα, εκλάπη, στην ουσία, από ανθρώπους του αυτοκράτορα. Και μάλιστα πως το κράτησε μέσα στα ανάκτορα. Την τρίτη ημέρα, όμως, από την «φιλοξενία» του αγίου στα βασιλικά δώματα ο αυτοκράτορας ξύπνησε από την πολλή ευωδία που εξέπεμπε το άγιο λείψανο και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Και το πιο εντυπωσιακό είναι πως του παρουσιάστηκε ο ίδιος ο άγιος ο Ιλαρίων ο οποίος του είπε: «Αυτή την ευωδία δεν την κέρδισα στις πόλεις, αλλά στην έρημο και για να έχεις χάρη από τον Θεό στείλε με στην έρημο»! Έτσι το άγιο λείψανο κατέληξε στην γεωργιανή μονή του αγίου Ρωμανού της Κωνσταντινούπολης. Όπως και να έχει ο μεγάλος αυτός παρεπηδημών* άγιος στην Θεσσαλονίκη κοιμήθηκε στην πόλη μας και συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αγίους μας. Γι’ αυτό και παραμένει ολοζώντανος ανάμεσά μας. Έτσι μπορούμε να τον επικαλούμαστε και να συζητάμε μαζί του κάθε έργο αγαθό που μας προβληματίζει ή μας απασχολεί! Να έχουμε τις ευχές του!

Ετοιμάσου να γίνεις κατοικητήριο του Ιησού....

Από τους ωραιότερους στίχους της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου), της προσφοράς και αφιέρωσης της τριετούς Μαριάμ δηλαδή από τους γονείς της Ιωακείμ και Άννα στον Κύριο μέσα στον Ναό, είναι εκείνοι που αναφέρονται στην αγία Άννα, όταν κατευοδώνει τη μικρή κόρη της με τα λόγια που δείχνουν το νόημα της εκεί πια ζωής και παρουσίας της. «Άπιθι, τέκνον – λέει η μάνα στην κόρη – τω Δοτήρι γενήθητι και ανάθημα και ευώδες θυμίαμα. Είσελθε εις τα άδυτα και γνώθι μυστήρια, και ετοιμάζου γενέσθαι του Ιησού οικητήριον τερπνόν και ωραίον, του παρέχοντος τω κόσμω το μέγα έλεος» (απόστιχο εσπερινού). Δηλαδή: Πήγαινε, παιδί μου, γίνε για τον Δοτήρα Θεό και προσφορά και αφιέρωμα, αλλά και ευωδιαστό θυμίαμα. Μπες μέσα στ’ άδυτα των Αγίων του Ναού και γνώρισε τα μυστήρια του Θεού, κι ετοιμάσου να γίνεις κατοικητήριο του Ιησού, τερπνό και ωραίο, του Ιησού που παρέχει ως Θεός στον κόσμο το μέγα έλεος. Γιατί στεκόμαστε ιδιαιτέρως στους συγκεκριμένους στίχους; Διότι: 1. Τονίζουν τον σκοπό των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό. Εισέρχεται όχι απλώς γιατί έπρεπε να εκπληρωθεί κάποιο τάμα των γονιών της ή για να προφυλαχτεί από την κακότητα του κόσμου λόγω της αδυναμίας των γονιών αυτών από τα γηρατειά τους, αλλά για να περάσει το προβλεπόμενο διάστημα της ζωής της μέσα στον οίκο Κυρίου, προκειμένου να ετοιμαστεί για το συγκλονιστικότερο και πέραν κάθε ανθρωπίνης αντίληψης και σύλληψης μυστήριο: να γίνει η μητέρα του Θεού ως ανθρώπου – ο Ευαγγελισμός της έχει ακριβώς την αρχή της (πέραν βεβαίως της Γεννήσεώς της) στο συγκεκριμένο γεγονός. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ που θα ευαγγελιστεί αργότερα τη σάρκωση του Θεού, ο ίδιος την τρέφει μέσα στα άγια των αγίων. Και 2. Καθορίζεται από τα λόγια της αγίας Άννας η μέθοδος και ο τρόπος της ετοιμασίας της Μαριάμ: θα γίνεις η Παναγία η μητέρα του Θεού, όταν θα γίνεις όχι μόνο το αφιέρωμα και η προσφορά για Εκείνον, αλλά και το ευωδιαστό λιβάνι. Κι έχουν ιδιαίτερη σημασία τα λόγια αυτά της μητέρας Άννας, γιατί και στην Παλαιά Διαθήκη βεβαίως, αλλά και μετέπειτα σε όλη τη χριστιανική ιστορία, μπορεί κάποιος να προσφέρει πράγματα ή και τον ίδιο τον εαυτό του στον Θεό, αλλ’ όχι με τον σωστό τρόπο. Πόσες φορές δεν ακούμε τον αυστηρό λόγο των Προφητών, οι οποίοι στηλίτευαν τις προσφορές και τα αφιερώματα των Ιουδαίων, γιατί προσφέρονταν όχι με καθαρή καρδιά; «Αποστρέφω το πρόσωπό μου από τις προσφορές σας – λέει αίφνης Κύριος ο Θεός στους Ιουδαίους διά του προφήτου Ησαΐου – γιατί τα χέρια σας στάζουν από το αίμα των αδικιών σας κατά των συνανθρώπων σας». Και πιο πίσω βεβαίως θυμάται κανείς το τραγικό λόγω της συνέχειάς του περιστατικό των προσφορών και αναθημάτων στον Θεό των αδελφών Κάιν και Άβελ: πρόσφεραν και οι δύο στον Κύριο, μα ευλογήθηκε από Εκείνον μόνον ο Άβελ. Γιατί του Κάιν οι προσφορές ήταν τα περισσεύματα των καρπών του και όχι οι απαρχές. Κι από τη μετέπειτα χριστιανική ιστορία είναι αρκετή η μνημόνευση των λόγων του ίδιου του Κυρίου, όταν επισημαίνει ότι το δίλεπτο της χήρας συνιστά τη μεγαλύτερη προσφορά, γιατί προέρχεται από το υστέρημα της αγάπης και όχι από ένα τυχόν περίσσευμα. Ή ακόμη τραγικότερα το «παράδοξο» όπως ακούγεται λόγιο του αποστόλου Παύλου, ο οποίος στον ύμνο της αγάπης του αποκαλύπτει: «και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι». Μαρτύριο(!) χωρίς αντίκρυσμα κι ωφέλεια! Λοιπόν η κάθε προσφορά στον Θεό είναι όντως προσφορά αποδεκτή από Αυτόν, όταν γίνεται με τον σωστό τρόπο, δηλαδή προσφέρεται από καρδιά που αγαπά τον Θεό, κάτι που συνιστά όντως λιβάνι ευωδιαστό για τον Κύριο. Κι είναι ακριβώς αυτό που αποτελεί και το νόημα της συγκεκριμένης εορτής των Εισοδίων για εμάς τους πιστούς. Με το δεδομένο ότι σκοπό έχουμε ως χριστιανοί να σαρκώνουμε τον Κύριο στην ύπαρξή μας, να γινόμαστε δηλαδή Παναγίες, απαιτείται όχι μόνο η προσφορά του εαυτού μας διά του αγίου βαπτίσματος και των λοιπών «αγωνισμάτων» και ασκήσεών μας, αλλά και η σωστή και ορθή προσφορά αυτή. Είμαστε δηλαδή χριστιανοί όχι γιατί απλώς βρεθήκαμε βαπτισμένοι στην Εκκλησία κι ούτε γιατί επιτελούμε ορισμένα τυπικά καθήκοντα, όπως του εκκλησιασμού μας, της νηστείας μας, κάποιων ελεημοσυνών μας – το στοιχείο του «αναθήματός» μας – αλλά γιατί η όλη βιοτή μας είναι τέτοια που ο Κύριος την αισθάνεται ως ευωδιαστό λιβάνι ενώπιόν Του. Κι αυτό σημαίνει, όπως αναφέραμε, καθαρή καρδιά και αδιάκοπη επαγρύπνηση να βρισκόμαστε πάνω στις άγιες εντολές Του. Τότε το χαρμόσυνο στοιχείο που περικλείει η εορτή, γίνεται χαρμοσύνη κι ευφροσύνη και για εμάς.

Για τους Αμφισβητίες των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό.

Πολλοί σήμερα αμφισβητούν την Εορτή αυτή ως μη πραγματικό γεγονός επειδή δεν αναφέρεται πουθενά στην Καινή Διαθήκη. Την θεωρούν ως μια φανταστική διήγηση μετέπειτα ψευδεπίγραφων Ευαγγελίων και συγκεκριμένα του λεγόμενου Πρωτοευαγγελίου του Ιακώβου, τέλος του Β' αιώνα. Είναι όμως έτσι; Ναι πράγματι δεν αναφέρεται πουθενά στην Καινή Διαθήκη, γιατί η Καινή Διαθήκη αρχίζει να διηγείται τα γεγονότα έξι μήνες προ της Ασπόρου Συλλήψεως του Χριστού. Το ότι δεν αναφέρεται δεν σημαίνει ότι και δεν έγινε, έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα στην Καινή Διαθήκη, όπως την διαμονή του Απ. Παύλου στην 'Ερημο της Αραβίας μετά την θαυμαστή μεταστροφή του στον Χριστιανισμό. Πουθενά στις Πράξεις των Αποστόλων δεν αναφέρεται αυτό, ενώ αναφέρονται πάρα πολλές λεπτομέρειες της ζωής του και του έργου του. Και όμως μας το αναφέρει αυτό ο ίδιος ο Απ. Παύλος στην Επιστολή του προς Γαλάτας. Όπως επίσης και το ότι είναι γραμμένο σε ένα μη Κανονικό βιβλίο δεν αναιρεί το συγκεκριμένο γεγονός, όταν μόνο γιαυτό και όχι για τα υπόλοιπα, υπάρχει η Μαρτυρία της Εκκλησίας και του Αγίου Πνεύματος. Έχουμε τέτοιο παράδειγμα από την Επιστολή του Αδελφόθεου Ιούδα. Εκεί μας αναφέρεται ένα γεγονός για τον Μωϋσή το οποίο δεν είναι γραμμένο πουθενά στην Παλαιά Διαθήκη. Την διαμάχη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με τον Σατανά για το Σώμα του Μωϋσέως. Και όμως αυτό προέρχεται ως προφορική παράδοση από τα λεγόμενα Απόκρυφα Βιβλία του Μωϋσή. Έτσι λοιπόν υπήρχε και στην Πρώτη Αποστολική Εκκλησία η προφορική παράδοση της Εισόδου από τριών ετών και διαμονής της Μαριάμ για έντεκα χρόνια στον Ναό. Μας το μαρτυρεί ο Άγιος Ευόδιος πρώτος Επίσκοπος της Αντιόχειας μετά τον Απόστολο Πέτρο: «Σέ ἡλικία τριῶν ἐτῶν ἡ Μαρία παρουσιάσθηκε στό ναό καί ἔμεινε ἐκεῖ ἕνδεκα χρόνια». Μαρτυρία Αποστολικών χρόνων λοιπόν και όχι αιώνες μετά. Δεν ήταν κάτι το μοναδικό τότε να αφιερώνει κάποιος το παιδί του στον Ναό, να το τάζει όπως θα λέγαμε σήμερα. Έχουμε τέτοια παραδείγματα αφιερωμένων μικρών παιδιών στην Π. Διαθήκη, όπως του Προφήτη Σαμουήλ. Στην μια πλευρά των κοιτώνων του Ναού διέμεναν τα αφιερωμένα αγόρια, τα λεγόμενα Τεκνία τα οποία βοηθούσαν τους ιερείς στις θυσίες των ζώων και στην άλλη τα αφιερωμένα κορίτσια οι λεγόμενες Παρθένες Κόρες, οι οποίες και φρόντιζαν για την καθαριότητα και την ευπρέπεια του Ναού. Αυτές αναχωρούσαν για πάντα από τον Ναό και επέστρεφαν στην οικογένεια τους με την αρχή της εμμήνου ρύσεως. Εκεί ή παντρευόταν ή έμεναν δια βίου αφιερωμένες στον Θεό (από αυτές προέκυψε και η Τάξη των Παρθένων της Εκκλησίας). Και αν ήταν ορφανές, οι Ιερείς τις αρραβώνιαζαν με κάποιον από την ίδια φυλή τους μέχρι να ενηλικιωθούν και να τις παντρευτούν. Σίγουρα θα εκλεγόταν από τους Ιερείς κάποιος Ενάρετος Μνηστήρ και Προστάτης των ταυτόχρονα, ως ορφανές μέχρι τον γάμο. 'Ηταν μεγάλη Τιμή και Ευλογία να λάβει κάποιος ως σύζυγο μια αγιασμένη και αναθρεμμένη στο Ναό του Θεού Παρθένα Κόρη. Σε αυτή την περίπτωση της Ορφάνιας και της Μνήστευσης με τον Ιωσήφ ανήκε και η Παρθένος Κόρη Μαριάμ. Και πάμε στο πιο δύσκολο σημείο το οποίο αδυνατούν να δεχθούν κάποιοι. Αναφέρεται ότι η Παρθένος Μαρία κατά το διάστημα της διαμονής της στον Ναό βρισκόταν στα Άγια των Αγίων, στα οποία μόνο ο Αρχιερέας και κανένας άλλος δεν μπορούσε να εισέλθει και αυτός μόνο μια φορά τον Χρόνο. Εκεί θεωρούσαν ότι ήταν η Παρουσία του Θεού, όπου πολλοί Αρχιερείς είδαν Αγγέλους. Κάποιοι Αρχιερείς έπεφταν και νεκροί λόγω των προσωπικών αμαρτιών τους ή του Λαού, γι'αυτό όλοι δενόταν με σκοινί πριν μπουν μέσα, για να τους τραβήξουν αν πέθαιναν εκεί. Ρωτούν λοιπόν οι αμφισβητίες: ''Πώς λοιπόν μπορείτε να λέτε, ότι ένα μικρό κορίτσι έζησε μέσα σε αυτόν τον τόσο Ιερό Χώρο;'' Θα τους κάνω αρχικά αυτών των ανθρώπων μια ερώτηση με τον τρόπο που τους αρέσει να σκέφτονται, με την λογική τους. Αυτός ο χώρος δεν καθαριζόταν ποτέ; Όταν ο Αρχιερέας έμπαινε μέσα μια φορά τον χρόνο έβγαινε έξω γεμάτος αράχνες και σκόνες; Δεν θα έπρεπε κάποιος- κάποια να καθαρίζει αυτόν τον χώρο; Σίγουρα όχι κάποιος ενήλικας, ο οποίος όσο καθαρός και να ήταν σώμα και πνεύμα, πάντα θα τον έλεγχε η συνείδηση του ως ανάξιου να εισέλθει εκεί μέσα. Η καλύτερη λύση ήταν ένα Αθώο, Αμόλυντο και γεμάτο Χάρη μικρό παιδί. Και αυτά τα Αγνά Παιδιά πιστεύω διαλεγόταν όχι μόνο από την ανθρώπινη κρίση του Αρχιερέα αλλά κυρίως από την Οδηγία και τον Φωτισμό του Θεού. Ποιό άλλο μικρό κορίτσι θα είχε περισσότερη Χάρη για αυτή την Προνομιακή Διακονία από την Παρθένο Μαρία την οποία αργότερα ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ονόμασε Κεχαριτωμένη; Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η βασιλική καταγωγή της (απόγονη του Βασιλιά Δαβίδ) θα έπαιξε και αυτή κάποιο ρόλο για την εκλογή Της. Και σίγουρα οι Αρχιερείς προστάτευαν τα παιδιά αυτής της Διακονίας ακόμα και από ασήμαντες συζητήσεις με τα άλλα παιδιά, όπως τους Πρίγκιπες οι Βασιλείς. Και θα διέμεναν κάπου ξεχωριστά από τα υπόλοιπα, έπρεπε να ήταν ό,τι πιο Αγνό, Αθώο και Αμόλυντο υπήρχε μέσα στον Ναό. Και πάμε σε κάτι Θαυμαστό που συνέβηκε με την Είσοδο της Παρθένου Μαρίας. Μέσα στα Άγια των Αγίων έπρεπε να βρίσκεται η Κιβωτός της Διαθήκης, δηλαδή ένα επικαλυμμένο με χρυσό μέσα και έξω, ξύλινο μικρό κιβώτιο το οποίο περιείχε τις Πλάκες με τις Δέκα Εντολές, μια Χρυσή Στάμνα με την τροφή που έτρεφε ο Θεός σαράντα χρόνια τους Ισραηλίτες στην έρημο, το λεγόμενο Μάννα και την Ξερή Ράβδο την βλαστήσασα του Ααρών με την οποία έκανε τα θαύματα και τα σημεία ενώπιον των Αιγυπτίων. Και τα τρία αυτά τους θύμιζαν τα όσα ξεχωριστά έζησαν σαν λαός του Θεού, αλλά και συμβόλιζαν τον αναμενόμενο Μεσσία που τους υποσχέθηκε ο Ίδιος ο Θεός μέσω του Μωϋσή. Οι Πλάκες συμβόλιζαν τον Νέο Νόμο της Χάριτος και της Αληθείας, την Καινή Διαθήκη, το Μάννα την αληθινή τροφή με την οποία Αυτός θα τρέφει τον λαό Του, δηλαδή το Σώμα και το Αίμα Του και η Ξερή Ράβδος η οποία αναβλάστησε, τα θαύματα που θα επιτελέσει και την Ανάσταση Του από τους νεκρούς. Πάνω από την Κιβωτό της Διαθήκης υπήρχαν δυο χρυσά ομοιώματα Χερουβείμ τα οποία με τα φτερά τους επισκίαζαν την Κιβωτό. Όλα αυτά ΕΠΡΕΠΕ να βρίσκονται εκεί, αλλά την εποχή που η Παρθένος Μαρία ήταν στον Ναό ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ. Καμιά αναφορά για την Κιβωτό της Διαθήκης δεν υπάρχει μετά την Βαβυλώνια Αιχμαλωσία των Ισραηλιτών και το γκρέμισμα από τους Βαβυλώνιους του Ναού του Σολομώντα το 587π.Χ. Χάνεται ξαφνικά κάθε αναφορά για αυτήν. Το πιο πιθανόν σύμφωνα με τους Μακκαβαίους, είναι ότι πρόλαβε και την έκρυψε κάπου ο Ιερέας και Προφήτης Ιερεμίας. Τα υπόλοιπα χρυσά σκεύη του Ναού αρπάχθηκαν από τους Βαβυλώνιους και ο Ναός ισοπεδώθηκε. Ο Δεύτερος Ναός κτίστηκε από τον Ζοροβάβελ με την επιστροφή των Ισραηλιτών από την Βαβυλωνιακή Αιχμαλωσία το 516 π.Χ και καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 63 π.Χ. Και ο Τρίτος Ναός χτίστηκε από τον γνωστό Ηρώδη στην ίδια θέση πάντα, μόλις είκοσι χρόνια πριν γεννηθεί ο Χριστός. Αυτός ήταν και ο Ναός στον οποίο έγιναν τα Εισόδια της Θεοτόκου. Νεόκτιστος και εντυπωσιακός Ναός, αλλά ΑΔΕΙΟΣ από την Κιβωτό της Διαθήκης. Μπορούμε να συλλάβουμε τώρα το Μυστήριο που εξελίχθηκε με την Είσοδο και την Διαμονή της Παρθένου Μαρίας στον Ναό και ειδικά της Παρουσίας Της ως Μικρή Παρθένος Κόρη στα Άγια των Αγίων; Η Κιβωτός της Διαθήκης με το περιεχόμενο της και τα επισκιάζοντα Χερουβείμ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ μέσα. Ο πιο Ιερός Χώρος των Εβραίων είναι Άδειος!!! Και εισέρχεται μια Παρθένος Κόρη να ετοιμαστεί και να προσφέρει τις υπηρεσίες Του στο Θεό ΓΕΝΟΜΕΝΗ Η ΙΔΙΑ, Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΙΒΩΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΚΡΥΒΕ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΤΟΝ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΟ ΜΕΣΣΙΑ!!! Η Αληθινή Κιβωτός όχι από ξύλο, αλλά από Σάρκα ''η Έμψυχη Κιβωτός η τον Αχώρητον Λόγον χωρήσασα'' . Βίωσε από μικρή σε αυτόν τον χώρο όπου κάποτε βρισκόταν τα Επισκιάζοντα Χερουβείμ, την Παρουσία και Προστασία Αγγέλων. Νομίζετε ότι πρώτη φορά είδε Άγγελο κατά τον Ευαγγελισμό Της; Προσέξτε τα λόγια που γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς όταν η Παρθένος άκουσε τον ''ασπασμό''(χαιρετισμό) το ''Χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά Σου, Ευλογημένη Συ εν γυναιξίν'' του Αρχαγγέλου Γαβριήλ ''διεταράχθη επί τω λόγω αυτού και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος ''. Ταράχθηκε από τον Λόγο Του, όχι από την ίδια την Παρουσία του Αρχαγγέλου. Αλλά και η Ωδή Της όταν συνάντησε την Ελισάβετ: ''Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω Σωτήρι μου....'' δείχνει τον Μέγα Πνευματικό Πλούτο που καλλιέργησε εκεί μέσα στην Αγία Σιωπή και τον οποίον δεν επιδείκνυε ποτέ. Ήταν το σύμβολο της Πραότητας, της Ταπεινότητας, της Σιωπής που σίγουρα καλλιέργησε από την τρυφερή Της ηλικία εκεί μέσα στα βάθη της Ιεράς Σιωπής, στα Άγια των Αγίων. Και αυτή η Ιερά Σιωπή Της την ακολούθησε μέχρι τον Σταυρό του Γολγοθά που ενώ έβλεπε τον Μονάκριβο Της να υποφέρει και να πεθαίνει δεν είπε ούτε μια λέξη, δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή, μόνο ένα Ιερό και Σιωπηλό Κλάμα. '' Σήμερον ὁ ναός ὁ ἔμψυχος, τοῦ μεγάλου Βασιλέως, ἐν Ναῷ εἰσέρχεται, αὐτῷ ἑτοιμασθῆναι, εἰς θείαν κατοίκησιν. Λαοί ἀγαλλιᾶσθε''