*Επιστολή Γέροντος Επιφανίου Θεοδωροπούλου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα* (αποσπάσματα)

Παναγιώτατε, Αλληλογραφείτε μετά του Πάπα εν πάση εκκλησιαστική τάξει, ως εάν έζωμεν εις τον Ε' μ.Χ. αιώνα. Ανταλλάσετε μετ' αυτού τρυφεράς περιπτύξεις και αδελφικούς ασπασμούς. Καλείτε αυτόν «Πρώτον Επίσκοπον της Χριστιανοσύνης» και υμάς Αυτόν δεύτερον. Διακηρύσσετε ότι «ουδεμία διαφορά χωρίζει τας δύο Εκκλησίας». Συμπροσεύχεσθε μετ' αντιπροσώπων αυτού και φέρεσθε προς αυτούς σχεδόν όπως και προς τους Ορθοδόξους Επισκόπους. Αίρετε εκ μέσου αιωνοβίους αφορισμούς. (άρση αναθεμάτων) Παναγιώτατε, τί εκ των δύο συνέβη; Ο Πάπας προσεχώρησε εις την Ορθοδοξίαν ή Υμείς εις τον Παπισμόν; Πώς είναι δυνατόν ο αιρετικός Πάπας να είναι ο Πρώτος Επίσκοπος της Χριστιανοσύνης και Υμείς ο δεύτερος; Πότε η Εκκλησία ημών συνηρίθμησεν ομού μετά των Ορθοδόξων Επισκόπων τους Επισκόπους των αιρετικών; Δογματικής και κανονικής ακριβείας γλώσσαν ομιλείτε ή ευελίκτου διπλωματικής υποκρισίας; Επίσκοπος είσθε ή διπλωμάτης; Πώς δ' ακόμη είναι δυνατόν να αίρωνται αι κανονικαί της Εκκλησίας ποιναί, όταν το αντικείμενον αυτών (η αίρεσις) ου μόνον εξακολουθή να υπάρχει, αλλά και αισίως αύξεται και μεγενθύνεται και γαυριά; Παναγιώτατε, «Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της Πίστεως». Ο Οικουμενικός Θρόνος έχει αξίαν και χρησιμότητα μόνον και μόνον όταν εκπέμπη παντού απανταχού της γης το γλυκύ και ανέσπερον της Ορθοδοξίας Φως. Οι φάροι είναι χρήσιμοι εάν και εφόσον φωτίζωσι τους ναυτιλλομένους, ίνα αποφεύγωσι τους σκοπέλους. *Όταν το φως αυτών σβεσθή, τότε δεν είναι μόνον άχρηστοι αλλά και επιβλαβείς, διότι μεταβάλλονατι και αυτοί εις σκοπέλους.

Ο Ιησούς δίνει το παρών στον παράλυτο, στον τυφλό, στον λεπρό,επειδή οι άνθρωποι αυτοί δεν ξόφλησαν στα μάτια Tου,έχουν ψυχή

Ακούσαμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα για έναν τυφλό που εκλιπαρούσε για έλεος. Φώναζε δυνατά, πόνεσε ο λαιμός του να φωνάζει «Ἰησοῦ, υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησόν με», χωρίς όμως να λέει τι έλεος θέλει. Ήξεραν, βέβαια, όλοι ότι ήταν τυφλός, γι’ αυτό τον έκαναν στην άκρη, όσο όμως τον έσπρωχναν τόσο περισσότερο φώναζε. Ο Ιησούς Χριστός κάνει τόπο, έρχεται μπροστά του και τον ρωτά: «Tί σοι θέλεις ποιήσω;». Η σωτηρία είναι το ευλογημένο αγαθό, η δουλειά η ατελείωτη. Ο μισθός από την εργασία τούτη είναι αδαπάνητος· δεν τελειώνει ποτέ. Ποιος λέει ότι ως χριστιανοί δεν έχουμε εργασία; Δεν είναι ότι δεν έχουμε, απλώς ξεχάσαμε ότι ο Θεός θέλει να εργαζόμαστε πνευματικά[...]. Τούτη την εργασία κρατούσε και ο τυφλός της σημερινής περικοπής, ο οποίος, όπως ακούσαμε, χάλασε τον κόσμο με τις φωνές του. Εκλιπαρούσε τον Ιησού για βοήθεια και δεν σταματούσε να φωνάζει: «Υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Το ότι Τον προσφωνεί έτσι κάτι δείχνει. Αμέσως ο Ιησούς Χριστός ανταποκρίνεται, διότι γνωρίζει ότι κάτι άλλο θέλει να πει ο ζητιάνος, κάτι άλλο θέλει να δηλώσει ο φτωχός, κάτι άλλο θέλει να εκφράσει ο τυφλός. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν τον φωνάζει «Ἰησοῦ Ναζαρηνέ», αλλά «Ἰησοῦ, υἱέ Δαυΐδ». Το «υἱέ Δαυΐδ» σημαίνει την αποδοχή των μεσσιανικών προφητειών. Αναγνωρίζει ο τυφλός ότι μπροστά του έχει τον Μεσσία, αναγνωρίζει ότι μπροστά του έχει τον Θεό. Παρόλο που οι άλλοι τον εμποδίζουν και δεν τον θέλουν, διότι, κατά την αντίληψή τους, είναι ξοφλημένος, ο Ιησούς Χριστός του κάνει τόπο και του δίνει προσοχή, γιατί γι’ Αυτόν δεν ξόφλησε. Αυτός είναι ο λόγος που δίνει το παρών στον παράλυτο, στον τυφλό, στον λεπρό και σε τόσους άλλους ασθενείς. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ξόφλησαν στα μάτια του Ιησού, γιατί έχουν ψυχή. Ναι, το σώμα τους σακατεύτηκε, αλλά ποιος μας λέει ότι το δικό μας σώμα θα μείνει παντοτινά εύρωστο και υγιέστατο; Αφού και το δικό μας σώμα θα αρρωστήσει, τι μας περιμένει όλους; Ο σωματικός θάνατος. Ο Ιησούς Χριστός βλέποντας τον ταλαιπωρημένο τυφλό τον ρωτά: «Τί σοι θέλεις ποιήσω;». Του δίνει έτσι την ευκαιρία να εκφραστεί, διότι το θέμα του αγιασμού, της σωτηρίας και του φωτισμού είναι προαιρετικό, κατά το ποιος θέλει, κι όχι υποχρεωτικό. Ο τυφλός με ταπείνωση απαντά: «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω». «Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε», του αποκρίνεται ο Ιησούς. Ο τυφλός προσφωνεί τον Ιησού «Κύριο», άρα Τον αναγνωρίζει ως Κύριό του, ο δε Ιησούς απαντά: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Γιατί είπε «ἡ πίστις σου»; Διότι ο τυφλός έκρυβε κάτι άλλο μέσα του· έκρυβε κάποιο μαργαριταράκι. Αυτή είναι η δουλειά μας, αυτή είναι η εργασία που έχουμε σαν χριστιανοί· να βρούμε αυτό το πολύτιμο μαργαριταράκι. Πώς το βρίσκουμε; Σαν μας έρθουν τα δύσκολα, σαν μας έρθει η κρίση και ταπεινωθούμε. Τι είναι η ταπείνωση; Να, αυτό που έκανε ο τυφλός, την ώρα που φώναζε: «Ἰησοῦ, υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Ταπεινωνόμαστε κι εμείς και κάνουμε την προσευχή μας. Όταν μιλούμε για ταπείνωση, ο κόσμος χτυπάει ξύλο. Δεν θέλει ν’ ακούσει ούτε για θάνατο ούτε για ταπείνωση, κι όμως η ταπείνωση είναι η αλήθεια της πίστεώς μας. Τι είναι ταπείνωση; Ταπείνωση είναι η εσωτερική εργασία που μας καλεί ο Θεός Λόγος να κάνουμε. Είναι εντολή, όπως και η εργασία. Τι είναι ταπείνωση; Ταπείνωση είναι αυτό που αναφέρει ο προφητικός ψαλμός: «ἐταπεινώθην, καί ἔσωσέν με ὁ Κύριος», αυτό δηλαδή που ελκύει τη Χάρη του Θεού –άρα και τη σωτηρία– επάνω μας. Τι άλλο είναι ταπείνωση και πώς θα ταπεινωθούμε; Ταπείνωση είναι η σωστή, η υγιής αντίληψη που πρέπει να έχουμε για τον εαυτό μας, τον πλησίον και την ανθρωπότητα.

Άμα η ψυχή σας επαναλαμβάνει με λατρεία, με πόθο τις πέντε λέξεις, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», δεν χορταίνει.

Η νοερά προσευχή γίνεται μόνο από εκείνον που έχει αποσπάσει την χάρη του Θεού. Δεν πρέπει να γίνεται με τη σκέψη, «να τη μάθω, να την καταφέρω, να τη φθάσω», γιατί μπορεί να οδηγηθούμε στον εγωισμό και στην υπερηφάνεια. Χρειάζεται πείρα, λαχτάρα, αλλά και σύνεση, προσοχή και φρόνηση, για να είναι η προσευχή καθαρή και θεάρεστη. Ένας λογισμός, «είμαι προχωρημένος», τα χαλάει όλα. Τι να υπερηφανευθούμε; Δεν έχομε τίποτα δικό μας. Αυτά τα θέματα είναι λεπτά. Να προσεύχεσθε χωρίς να σχηματίζετε στο νου σας εικόνες. Να μη φαντάζεσθε τον Χριστό. Οι Πατέρες ετόνιζαν το ανεικόνιστον στην προσευχή. Με την εικόνα υπάρχει το ευόλισθον, διότι ενδέχεται στην εικόνα να παρεμβληθεί άλλη εικόνα. Ενδέχεται και ο πονηρός να κάνει παρεμβολές και να χάσομε την χάρη. Η ευχή να γίνεται μέσα μας με το νου και όχι με τα χείλη, για να μη δημιουργείται διάσπαση και ο νους να πηγαίνει από δω κι από κει. Με έναν απαλό τρόπο εμείς να βάλομε στο νου μας τον Χριστό, λέγοντας απαλά απαλά: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Να μη σκέπτεσθε τίποτα, παρά μόνο τα λόγια «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Τίποτ’ άλλο. Τίποτα. Ήρεμα, με τα μάτια ανοικτά, για να μην κινδυνεύετε από φαντασίες και πλάνες, με προσοχή και αφοσίωση να στρέφεσθε στον Χριστό. Να λέτε την ευχή με τρόπο απαλό και όχι συνέχεια, αλλά όταν υπάρχει διάθεση και ατμόσφαιρα κατανύξεως, η οποία είναι δώρο της θείας χάριτος. Χωρίς την χάρι αυτοϋπνωτίζεσαι και μπορεί να πέσεις σε φώτα και πλάνη και παράκρουση. Να μη γίνεται η ευχή αγγάρεια. Η πίεση μπορεί να φέρει μία αντίδραση μέσα μας, να κάνει κακό. Έχουν αρρωστήσει πολλοί με την ευχή, γιατί την έκαναν με πίεση. Κάτι γίνεται, βέβαια, κι όταν το κάνεις αγγάρεία, αλλά δεν είναι υγιές. Ούτε να χρησιμοποιείτε τεχνητούς τρόπους. Δεν χρειάζεται ούτε μικρό σκαμνάκι, ούτε σκύψιμο της κεφαλής, ούτε κλείσιμο των ματιών. Λένε πολλοί: «Κάτσε σ’ ένα μικρό σκαμνάκι, σκύψε και στύψου και συγκεντρώσου». Αλλά πού… Δοκιμάστε να δείτε. Δεν είναι ανάγκη να συγκεντρωθείτε ιδιαίτερα, για να πείτε την ευχή. Δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια, όταν έχει θείο έρωτα. Όπου βρίσκεσθε, σε σκαμνί, σε καρέκλα, σε αυτοκίνητο, παντού, στο δρόμο, στο σχολείο, στο γραφείο, στη δουλειά μπορείτε να λέτε την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», απαλά, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο. Να μη δένεσθε με τον τόπο. Το παν είναι ο έρωτας στον Χριστό. Άμα η ψυχή σας επαναλαμβάνει με λατρεία, με πόθο τις πέντε λέξεις, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», δεν χορταίνει. Είναι λέξεις αχόρταστες! Σ’ όλη σας τη ζωή να τις λέτε. Κρύβουν τόσους χυμούς!

Πάτερ σε εμένα τον νέο τι μπορεί να προσφέρει η νηστεία;

Ευλογημένε μου αδερφέ η νεότητα είναι η πιο σημαντική περίοδος της ζωής μας, ειδικά από την ηλικία της ενηλικίωσης και μέχρι τα 35 έτη χτίζεται το θεμέλιο της ζωής μας αλλά και η ολοκλήρωση του χαρακτήρα μας. Ένας άνθρωπος όμως δεν ολοκληρώνεται μόνο με τις υλικές επιτυχίες και κατακτήσεις αλλά και πνευματικά. Βλέπεις το όμορφο δώρο χαρακτηρίζεται έτσι ως όμορφο από το περιεχόμενο του και όχι από το περιτύλιγμα, έτσι ένας άνθρωπος χαρακτηρίζεται όμορφος όχι από την εξωτερική εφήμερη ομορφιά του αλλά από την ψυχική ομορφιά και πλούτο που περιέχει η πνευματική του υπόσταση. Όλη αυτή η ομορφιά η εσωτερική πώς γίνεται; Δεν γίνεται με αγώνα, με αγάπη, με στερήσεις, με κόπο και θυσίες; Η πνευματική καλλιέργεια ενός ανθρώπου δεν εμπεριέχει στοιχεία νηστείας; Για παράδειγμα για να μορφωθεί ο άνθρωπος θυσιάζει ώρες ελεύθερες οι οποίες θα ήταν ίσως για την ψυχαγωγία του αλλά επιλέγει να στερήσει τον εαυτό του από αυτό ώστε να μορφώσει την διάνοιά του. Άλλο παράδειγμα. Για να αγαπήσει και να αγαπηθεί ο άνθρωπος δεν πρέπει να κάνει υπομονή στα άσχημα του άλλου, να υποχωρήσει, να αλλάξει τα κακώς κείμενα του εαυτού του, να ξέρει να σέβεται τα όρια της ελευθερίας του άλλου, να μάθει να χωρά τον άλλον στην ψυχή του με αγάπη; Για να μεγαλώσει κάποιος μια εργασία ή μια επιτυχία του πάλι δεν πρέπει να στερηθεί ελεύθερο χρόνο ώστε να επενδύσει και να συντηρήσει την επιτυχία του; Όλα στην ζωή χρειάζονται έναν τρόπο νηστείας ώστε να επιτευχθούν. Αν λοιπόν εκ νεότητος μάθεις να κάνεις αυτή την μικρή και απλή νηστεία των παθών, των τροφών δεν θα έχεις αρχίσει να εκπαιδεύεις τον εαυτό σου να ελέγχει το εγώ, να ελέγχει το θέλω, να ελέγχει τα λόγια, τα μάτια και τα αυτιά; Με αυτόν τον τρόπο αρχίζεις να γίνεσαι εσύ οδηγός και όχι το κάθε συναίσθημα που γεννιέται από τα ερεθίσματα της ζωής. Βάζεις στόχο, ορίζεις διαδρομή και επιλέγεις τα βήματα σου. Αν μπορείς να καταφέρεις το στάδιο της νηστείας που η εκκλησία μας έχει δώσει ως όπλο κατά των παθών θα είναι η πρώτη νίκη σου, η πρώτη επιτυχία σου στην ζωή και τότε πραγματικά γίνεσαι όντως ελεύθερος άνθρωπος μακρυά από τις δεσμεύσεις της σάρκας, της κοιλίας ή των αγαθών. Η νηστεία είναι ελευθερία, είναι επανάσταση κατά της δουλείας των παθών και οι νέοι είναι οι πιο δυνατοί στρατιώτες Του Χριστού τους οποίους όταν τον καλούν και τον βάζουν στην ζωή τους Εκείνος τους σώζει. Θυμίσου τον πρώτο Αναβαθμό του δ' ήχου: “Ἐκ νεότητός μου πολλά πολεμεῖ με πάθη.ἀλλ' αὐτός ἀντιλαβοῦ, καί σῶσον Σωτήρ μου»

29 Νοεμβρίου του 1822. Παραμονή τ'Αγιαντρεός.Oι Έλληνες κυριεύουν το Παλαμήδι

29 Νοεμβρίου του 1822. Παραμονή τ'Αγιαντρεός.Η νύχτα είναι ασέληνη και ο Θεός ρίχνει ασταμάτητα. Οι Τούρκοι έχουν κατέβει από το Παλαμήδι στο Ναύπλιο για να συσκεφθούν μετά από δίχρονη πολιορκία, για την απάντηση που θα δώσουν στην επιστολή του Γέρου του Μοριά, για να φύγουν ελεύθεροι και να σωθούν. Ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος, «ο φουντοθειάφης» όπως τον αποκαλούσε η Μπουμπουλίνα, δεν χάνει την ευκαιρία. Απόψε θα πάρει το Παλαμήδι. Ο Στάικος Σταϊκόπουλος εμψυχώνει τα παλληκάρια του με τούτα τα λόγια: «Στρατιώτες του Χριστού και της πατρίδας, η ημέρα τ’ Αγιαντρέα πρέπει να φωτίσει τους Έλληνες λεύτερους. Αλλά το Ανάπλι, που το μολεύει η πατούσα των αγαρηνών, αντιστέκεται ακόμα και φαίνεται να ξαστοχάει την παλληκαριά σας. Μωραΐτες, ομπρός, ας γιορτάσουμε σήμερα τη γιορτή τ’ Αγιαντρέα, που μας προστατεύει, πατώντας το πιο δυνατό κάστρο των οχτρών μας. Οι γενναίοι, που κλείνουνε στα σωθικά τους τη φλόγα της λευτεριάς, ας σαλτάρουνε πρώτοι μαζί μου στο Παλαμήδι». Ύστερα ο καπετάν Στάϊκος αρχίζει το ανέβασμα ύψους 216 μέτρων. Ησυχία παντού. Φέρνουν την ξύλινη σκάλα και την τοποθετούν στο χαμηλότερο μέρος του τείχους. Ο Αϊβαλιώτης Δημ. Μοσχονησιώτης προθυμοποιείται να ανέβει πρώτος στα τείχη. Κάνει το σημείο του Σταυρού και πηδάει μέσα στην ντάπια. Διακρίνει ένα αμυδρό φως στο βάθος και κάνοντας πάλι το σημείο του Σταυρού, πλησιάζει στο φυλάκιο. Με γρήγορες κινήσεις εξουδετερώνει τη φρουρά και δίνει το σύνθημα στους Έλληνες που ακολουθούν να εφορμήσουν κι αυτοί και να ολοκληρώσουν την άλωση του Παλαμηδιού. Ο καπετάν Στάϊκος με τους 80 στρατιώτες του ανεβαίνει τη σκάλα παίρνοντας μαζί του και έναν Κρανιδιώτη γέροντα χτίστη, το Μανώλη Σκρεπετό, που είχε δουλέψει στο Παλαμήδι και το γνώριζε καλά. Πηδάνε μέσα και με λοστάρια ανοίγουν τη σιδερένια πόρτα του προμαχώνα. Απ’ αυτήν μπήκαν και οι υπόλοιποι 270 άντρες με τον Θανάση Σταϊκόπουλο. Τοβίλ ντάπια, Καρά ντάπια, Τζιδάρ ντάπια όλες μία προς μία πέφτουν σε χέρια ελληνικά. Το κάστρο πάρθηκε εκείνη τη νύχτα. Και ήταν το κάστρο αυτό, από τα πιο τρανά της ανατολικής Μεσογείου. Οι Τούρκοι, βλέποντας πως οι Έλληνες κυρίευσαν το Παλαμήδι, κατεβαίνουν τα 999 σκαλιά και μπαίνουν στ'Ανάπλι. Είχε πια φωτίσει: 30 Νοεμβρίου του 1822. Η φήμη του Πορθητή Σταϊκόπουλου φτερούγισε παντού. Το νεαρό παλληκάρι από τη Ζάτουνα Γορτυνίας, ο Σταϊκούλης όπως τον έλεγαν χαϊδευτικά με ένα τολμηρό ρεσάλτο κυρίευσε το Παλαμήδι ανήμερα ταγιαντρεός. Την ίδια μέρα η προσωρινή διοίκηση, τιμώντας τον για τα κατορθώματά του, τον προβίβασε από Χιλίαρχο, στον ανώτερο βαθμό του Στρατηγού. Ο Στάικος Σταϊκόπουλος σε ηλικία 24 ετών, ονομάστηκε Στρατηγός Στάικος Σταϊκόπουλος. Η βροχερή νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου 1822 είναι από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας. Το Ναύπλιο ίσαμε σήμερα ακτινοβολεί τη δόξα εκείνης της ημέρας και των έργων που λάμπρυναν και την πολεμική ισχύ αλλά και το ελληνορθόδοξο πνεύμα.