Χρυσό βυζαντινό νόμισμα ανακαλύφθηκε στη Νορβηγία

Με την χρήση ανιχνευτή μετάλλων ένας Νορβηγός ανακάλυψε ένα χρυσό νόμισμα 1.000 ετών που απεικονίζει τον Ιησού Χριστό ενώ εξερευνούσε τα βουνά στο Vestre Slidre, έναν δήμο στη νότια Νορβηγία. Γνωστό ως Ιστάμενον (ενν. νόμισμα ἱστάμενον, το «πρότυπο νόμισμα»), αυτός ο τύπος μικρού νομίσματος εισήχθη για πρώτη φορά γύρω στο 960 μ.Χ. Εμφανίζει τον Ιησού να κρατά μια Βίβλο στη μία πλευρά και τις εικόνες του Βασιλείου Β' και του Κωνσταντίνου Ζ', δύο αδελφών που κυβέρνησαν και οι δύο τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στο άλλο. Το δυτικό μισό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατέρρευσε το 476 μ.Χ., ενώ η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, συνέχισε για άλλη μια χιλιετία. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι το νόμισμα κόπηκε κάποια στιγμή μεταξύ 977 και 1025 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της βασιλείας των αδελφών, με βάση τρεις διακεκομμένες γραμμές που περιβάλλουν το περίγραμμα του νομίσματος - ένα στοιχείο κοπής που χρησιμοποιείται συνήθως κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου. Το νόμισμα περιέχει επίσης δύο επιγραφές. Το πρώτο, γραμμένο στα λατινικά, γράφει «Ιησούς Χριστός, Βασιλεύς των βασιλευόντων» και το δεύτερο, στα ελληνικά, λέει «Βασίλειος και Κωνσταντίνος, αυτοκράτορες των Ρωμαίων». Ωστόσο, οι αρχαιολόγοι δεν γνωρίζουν πώς βρέθηκε το νόμισμα στην πλαγιά του βουνού. Υπέθεσαν ότι μπορεί να ανήκε στον Χάραλντ Γ΄ της Νορβηγίας (Harald Sigurdsson, 1015 - 25 Σεπτεμβρίου 1066, γνωστό και ως Harald III), ο οποίος κυβέρνησε τη Νορβηγία από το 1045 έως το 1066. Πριν γίνει βασιλιάς, ο Χάραλντ Γ΄ υπηρέτησε ως φρουρός του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Είναι πιθανό ότι το νόμισμα χρησιμοποιήθηκε τελικά ως μέρος της προίκας για τον Χάραλντ Γ' για να παντρευτεί την κόρη του πρίγκιπα Γιαροσλάβ Α΄ Βλαντιμιρόβιτς (ρωσικά: Ярослав Владимирович Мудрый, 978 – 20 Φεβρουαρίου 1054, επίσης γνωστός ως Γιαροσλάβ ο Σοφός) του Κιέβου, στη σημερινή Ουκρανία. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια εμπορικής λειτουργίας στην περιοχή. Οι αρχαιολόγοι σχεδιάζουν να επιστρέψουν στην περιοχή του βουνού το 2024 για να πραγματοποιήσουν περαιτέρω ανασκαφές.

Θαυμαστά από τον βίο του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου

Τα πικρά κολοκύθια Ο μάγειρας της Λαύρας μαγείρεψε κάποτε κολοκύθια, για να περιποιηθεί τους τεχνίτες που είχαν. Την ώρα του φαγητού τα δοκίμασε και διαπίστωσε ότι ήσαν πικρά. Στεναχωρήθηκε πάρα πολύ, γιατί δεν είχε τίποτε άλλο να τους δώσει να φάνε. Έτρεξε αμέσως τότε στον Γέροντα, έπεσε στα πόδια του και του ανήγγειλε το γεγονός. Ο άγιος ήλθε αμέσως, σφράγισε με το σημείο του σταυρού το χάλκωμα (καζάνι) και είπε στον μάγειρα: Πήγαινε· ευλογητός ο Κύριος· παράθεσε στα τραπέζια για να φάνε οι άνθρωποι. Και, ω του θαύματος, έγιναν γλυκά τα κολοκύθια κι έφαγαν όλοι και χόρτασαν και δόξασαν τον Θεό. Το πληγωμένο λιοντάρι Περπατούσε κάποτε ο άγιος πρεσβύτης από τον Ρουβά πρός τον καλαμώνα του Ιορδάνη. Ξαφνικά συναντήθηκε μ’ ένα μεγαλόσωμο λιοντάρι που κούτσαινε. Έπεσε κάτω μπροστά στα πόδια του το θηρίο και του έδειχνε το πόδι του κάνοντάς του νόημα να το βοηθήσει. Ο πατέρας μας Σάββας κατάλαβε τον πόνο του θηρίου και κάθησε κι έπιασε το πόδι του. Έβγαλε απ’ αυτό ένα μεγάλο αγκάθι που είχε μπει βαθιά. Και το λιοντάρι, αφού ανακουφίστηκε από τον πόνο, σηκώθηκε κι έτρεχε. Από τότε το λιοντάρι ακολουθούσε τον Γέροντα κατά τις ημέρες τις αγίας Τεσσαρακοστής και έδειχνε έτσι την ευγνωμοσύνη του σαν πιστός δούλος. Η προσευχή του ανοίγει τους ουρανούς Είχε συμπληρωθεί ο τέταρτος χρόνος από τότε που είχε να βρέξει. Και οι μαθητές του αγιασμένου πατέρα μας, που έμεναν στη μονή του Σπηλαίου, ήλθαν στη Μεγίστη Λαύρα και του είπαν: Άφησε μας, πατέρα να φύγουμε. Δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο στο μοναστήρι σου, γιατί δεν έχουμε καθόλου νερό. Συμπληρώνεται μάλιστα ο Μάϊος μήνας κι απ’ εδώ κι εμπρός δεν υπάρχει ελπίδα να βρέξει. Ο άγιος τους μάλωσε λίγο και τους ενουθέτησε να υπομένουν τις δυσκολίες που έρχονται με ευχαριστία στο Θεό· και πρόσθεσε: Πιστεύω στο Θεό ότι μετά τρεις ημέρες θα γεμίσουν από νερό όλες οι στέρνες σας. Πηγαίνετε λοιπόν, και φροντίστε να καθαριστούν όλοι οι αγωγοί του νερού κι ετοιμαστείστε να δείτε τη δωρεά του Θεού και πόσο γρήγορα θα σας επισκεφτεί. Την Τρίτη ημέρα ένα σύννεφο ήλθε και στάθηκε πάνω από το μοναστήρι αυτό μόνο, κι έπεσε πολλή βροχή κι εγέμισαν όλες οι στέρνες, σύμφωνα με την προφητεία του αγίου. Στα άλλα μοναστήρια που βρίσκονται κοντά στη Μονή του Σπηλαίου, το Καστέλλι που είναι στ’ ανατολικά και του Σχολαρίου στα δυτικά περί τα πέντε στάδια, καθώς και στη Μεγίστη Λαύρα, που βρίσκεται στα νότια, δεν έπεσε ούτε σταγόνα νερό. Οι ηγούμενοι των άλλων Μοναστηριών λυπήθηκαν που δεν έβρεξε και στα δικά τους. Ήλθαν στον άγιο Γέροντα και του είπαν: Ποια είναι η αμαρτία μας, τίμιε πατέρα και μας απομάκρυνες από την ευλογία αυτή και δεν προσευχήθηκες και για τα υπόλοιπα μοναστήρια σου; Και ο άγιος τους είπε: Ο Θεός έστειλε την ευλογία του σ’ εκείνους που είχαν ανάγκη. Και σεις μη στενοχωριέστε. Γιατί δεν θα σας λείψει το νερό μέχρις ότου ο Κύριος στείλει τη βροχή στη γη.

*Επιστολή Γέροντος Επιφανίου Θεοδωροπούλου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα* (αποσπάσματα)

Παναγιώτατε, Αλληλογραφείτε μετά του Πάπα εν πάση εκκλησιαστική τάξει, ως εάν έζωμεν εις τον Ε' μ.Χ. αιώνα. Ανταλλάσετε μετ' αυτού τρυφεράς περιπτύξεις και αδελφικούς ασπασμούς. Καλείτε αυτόν «Πρώτον Επίσκοπον της Χριστιανοσύνης» και υμάς Αυτόν δεύτερον. Διακηρύσσετε ότι «ουδεμία διαφορά χωρίζει τας δύο Εκκλησίας». Συμπροσεύχεσθε μετ' αντιπροσώπων αυτού και φέρεσθε προς αυτούς σχεδόν όπως και προς τους Ορθοδόξους Επισκόπους. Αίρετε εκ μέσου αιωνοβίους αφορισμούς. (άρση αναθεμάτων) Παναγιώτατε, τί εκ των δύο συνέβη; Ο Πάπας προσεχώρησε εις την Ορθοδοξίαν ή Υμείς εις τον Παπισμόν; Πώς είναι δυνατόν ο αιρετικός Πάπας να είναι ο Πρώτος Επίσκοπος της Χριστιανοσύνης και Υμείς ο δεύτερος; Πότε η Εκκλησία ημών συνηρίθμησεν ομού μετά των Ορθοδόξων Επισκόπων τους Επισκόπους των αιρετικών; Δογματικής και κανονικής ακριβείας γλώσσαν ομιλείτε ή ευελίκτου διπλωματικής υποκρισίας; Επίσκοπος είσθε ή διπλωμάτης; Πώς δ' ακόμη είναι δυνατόν να αίρωνται αι κανονικαί της Εκκλησίας ποιναί, όταν το αντικείμενον αυτών (η αίρεσις) ου μόνον εξακολουθή να υπάρχει, αλλά και αισίως αύξεται και μεγενθύνεται και γαυριά; Παναγιώτατε, «Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της Πίστεως». Ο Οικουμενικός Θρόνος έχει αξίαν και χρησιμότητα μόνον και μόνον όταν εκπέμπη παντού απανταχού της γης το γλυκύ και ανέσπερον της Ορθοδοξίας Φως. Οι φάροι είναι χρήσιμοι εάν και εφόσον φωτίζωσι τους ναυτιλλομένους, ίνα αποφεύγωσι τους σκοπέλους. *Όταν το φως αυτών σβεσθή, τότε δεν είναι μόνον άχρηστοι αλλά και επιβλαβείς, διότι μεταβάλλονατι και αυτοί εις σκοπέλους.

Ο Ιησούς δίνει το παρών στον παράλυτο, στον τυφλό, στον λεπρό,επειδή οι άνθρωποι αυτοί δεν ξόφλησαν στα μάτια Tου,έχουν ψυχή

Ακούσαμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα για έναν τυφλό που εκλιπαρούσε για έλεος. Φώναζε δυνατά, πόνεσε ο λαιμός του να φωνάζει «Ἰησοῦ, υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησόν με», χωρίς όμως να λέει τι έλεος θέλει. Ήξεραν, βέβαια, όλοι ότι ήταν τυφλός, γι’ αυτό τον έκαναν στην άκρη, όσο όμως τον έσπρωχναν τόσο περισσότερο φώναζε. Ο Ιησούς Χριστός κάνει τόπο, έρχεται μπροστά του και τον ρωτά: «Tί σοι θέλεις ποιήσω;». Η σωτηρία είναι το ευλογημένο αγαθό, η δουλειά η ατελείωτη. Ο μισθός από την εργασία τούτη είναι αδαπάνητος· δεν τελειώνει ποτέ. Ποιος λέει ότι ως χριστιανοί δεν έχουμε εργασία; Δεν είναι ότι δεν έχουμε, απλώς ξεχάσαμε ότι ο Θεός θέλει να εργαζόμαστε πνευματικά[...]. Τούτη την εργασία κρατούσε και ο τυφλός της σημερινής περικοπής, ο οποίος, όπως ακούσαμε, χάλασε τον κόσμο με τις φωνές του. Εκλιπαρούσε τον Ιησού για βοήθεια και δεν σταματούσε να φωνάζει: «Υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Το ότι Τον προσφωνεί έτσι κάτι δείχνει. Αμέσως ο Ιησούς Χριστός ανταποκρίνεται, διότι γνωρίζει ότι κάτι άλλο θέλει να πει ο ζητιάνος, κάτι άλλο θέλει να δηλώσει ο φτωχός, κάτι άλλο θέλει να εκφράσει ο τυφλός. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν τον φωνάζει «Ἰησοῦ Ναζαρηνέ», αλλά «Ἰησοῦ, υἱέ Δαυΐδ». Το «υἱέ Δαυΐδ» σημαίνει την αποδοχή των μεσσιανικών προφητειών. Αναγνωρίζει ο τυφλός ότι μπροστά του έχει τον Μεσσία, αναγνωρίζει ότι μπροστά του έχει τον Θεό. Παρόλο που οι άλλοι τον εμποδίζουν και δεν τον θέλουν, διότι, κατά την αντίληψή τους, είναι ξοφλημένος, ο Ιησούς Χριστός του κάνει τόπο και του δίνει προσοχή, γιατί γι’ Αυτόν δεν ξόφλησε. Αυτός είναι ο λόγος που δίνει το παρών στον παράλυτο, στον τυφλό, στον λεπρό και σε τόσους άλλους ασθενείς. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ξόφλησαν στα μάτια του Ιησού, γιατί έχουν ψυχή. Ναι, το σώμα τους σακατεύτηκε, αλλά ποιος μας λέει ότι το δικό μας σώμα θα μείνει παντοτινά εύρωστο και υγιέστατο; Αφού και το δικό μας σώμα θα αρρωστήσει, τι μας περιμένει όλους; Ο σωματικός θάνατος. Ο Ιησούς Χριστός βλέποντας τον ταλαιπωρημένο τυφλό τον ρωτά: «Τί σοι θέλεις ποιήσω;». Του δίνει έτσι την ευκαιρία να εκφραστεί, διότι το θέμα του αγιασμού, της σωτηρίας και του φωτισμού είναι προαιρετικό, κατά το ποιος θέλει, κι όχι υποχρεωτικό. Ο τυφλός με ταπείνωση απαντά: «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω». «Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε», του αποκρίνεται ο Ιησούς. Ο τυφλός προσφωνεί τον Ιησού «Κύριο», άρα Τον αναγνωρίζει ως Κύριό του, ο δε Ιησούς απαντά: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Γιατί είπε «ἡ πίστις σου»; Διότι ο τυφλός έκρυβε κάτι άλλο μέσα του· έκρυβε κάποιο μαργαριταράκι. Αυτή είναι η δουλειά μας, αυτή είναι η εργασία που έχουμε σαν χριστιανοί· να βρούμε αυτό το πολύτιμο μαργαριταράκι. Πώς το βρίσκουμε; Σαν μας έρθουν τα δύσκολα, σαν μας έρθει η κρίση και ταπεινωθούμε. Τι είναι η ταπείνωση; Να, αυτό που έκανε ο τυφλός, την ώρα που φώναζε: «Ἰησοῦ, υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Ταπεινωνόμαστε κι εμείς και κάνουμε την προσευχή μας. Όταν μιλούμε για ταπείνωση, ο κόσμος χτυπάει ξύλο. Δεν θέλει ν’ ακούσει ούτε για θάνατο ούτε για ταπείνωση, κι όμως η ταπείνωση είναι η αλήθεια της πίστεώς μας. Τι είναι ταπείνωση; Ταπείνωση είναι η εσωτερική εργασία που μας καλεί ο Θεός Λόγος να κάνουμε. Είναι εντολή, όπως και η εργασία. Τι είναι ταπείνωση; Ταπείνωση είναι αυτό που αναφέρει ο προφητικός ψαλμός: «ἐταπεινώθην, καί ἔσωσέν με ὁ Κύριος», αυτό δηλαδή που ελκύει τη Χάρη του Θεού –άρα και τη σωτηρία– επάνω μας. Τι άλλο είναι ταπείνωση και πώς θα ταπεινωθούμε; Ταπείνωση είναι η σωστή, η υγιής αντίληψη που πρέπει να έχουμε για τον εαυτό μας, τον πλησίον και την ανθρωπότητα.

Άμα η ψυχή σας επαναλαμβάνει με λατρεία, με πόθο τις πέντε λέξεις, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», δεν χορταίνει.

Η νοερά προσευχή γίνεται μόνο από εκείνον που έχει αποσπάσει την χάρη του Θεού. Δεν πρέπει να γίνεται με τη σκέψη, «να τη μάθω, να την καταφέρω, να τη φθάσω», γιατί μπορεί να οδηγηθούμε στον εγωισμό και στην υπερηφάνεια. Χρειάζεται πείρα, λαχτάρα, αλλά και σύνεση, προσοχή και φρόνηση, για να είναι η προσευχή καθαρή και θεάρεστη. Ένας λογισμός, «είμαι προχωρημένος», τα χαλάει όλα. Τι να υπερηφανευθούμε; Δεν έχομε τίποτα δικό μας. Αυτά τα θέματα είναι λεπτά. Να προσεύχεσθε χωρίς να σχηματίζετε στο νου σας εικόνες. Να μη φαντάζεσθε τον Χριστό. Οι Πατέρες ετόνιζαν το ανεικόνιστον στην προσευχή. Με την εικόνα υπάρχει το ευόλισθον, διότι ενδέχεται στην εικόνα να παρεμβληθεί άλλη εικόνα. Ενδέχεται και ο πονηρός να κάνει παρεμβολές και να χάσομε την χάρη. Η ευχή να γίνεται μέσα μας με το νου και όχι με τα χείλη, για να μη δημιουργείται διάσπαση και ο νους να πηγαίνει από δω κι από κει. Με έναν απαλό τρόπο εμείς να βάλομε στο νου μας τον Χριστό, λέγοντας απαλά απαλά: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Να μη σκέπτεσθε τίποτα, παρά μόνο τα λόγια «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Τίποτ’ άλλο. Τίποτα. Ήρεμα, με τα μάτια ανοικτά, για να μην κινδυνεύετε από φαντασίες και πλάνες, με προσοχή και αφοσίωση να στρέφεσθε στον Χριστό. Να λέτε την ευχή με τρόπο απαλό και όχι συνέχεια, αλλά όταν υπάρχει διάθεση και ατμόσφαιρα κατανύξεως, η οποία είναι δώρο της θείας χάριτος. Χωρίς την χάρι αυτοϋπνωτίζεσαι και μπορεί να πέσεις σε φώτα και πλάνη και παράκρουση. Να μη γίνεται η ευχή αγγάρεια. Η πίεση μπορεί να φέρει μία αντίδραση μέσα μας, να κάνει κακό. Έχουν αρρωστήσει πολλοί με την ευχή, γιατί την έκαναν με πίεση. Κάτι γίνεται, βέβαια, κι όταν το κάνεις αγγάρεία, αλλά δεν είναι υγιές. Ούτε να χρησιμοποιείτε τεχνητούς τρόπους. Δεν χρειάζεται ούτε μικρό σκαμνάκι, ούτε σκύψιμο της κεφαλής, ούτε κλείσιμο των ματιών. Λένε πολλοί: «Κάτσε σ’ ένα μικρό σκαμνάκι, σκύψε και στύψου και συγκεντρώσου». Αλλά πού… Δοκιμάστε να δείτε. Δεν είναι ανάγκη να συγκεντρωθείτε ιδιαίτερα, για να πείτε την ευχή. Δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια, όταν έχει θείο έρωτα. Όπου βρίσκεσθε, σε σκαμνί, σε καρέκλα, σε αυτοκίνητο, παντού, στο δρόμο, στο σχολείο, στο γραφείο, στη δουλειά μπορείτε να λέτε την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», απαλά, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο. Να μη δένεσθε με τον τόπο. Το παν είναι ο έρωτας στον Χριστό. Άμα η ψυχή σας επαναλαμβάνει με λατρεία, με πόθο τις πέντε λέξεις, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», δεν χορταίνει. Είναι λέξεις αχόρταστες! Σ’ όλη σας τη ζωή να τις λέτε. Κρύβουν τόσους χυμούς!