Ήρθε ό Άγιος Νικόλαος καί μού είπε…

Το παρόν θαύμα     καθώς και το επόμενο τα αφηγήθηκε η κα Σύλβια Λεωνίδου – Ονησιφόρου από την Λεμεσό και τα κατάγραψε ο κος Κυριάκος Νικολαίδης στο βιβλίο «Ο Άγιος Νικόλαος Μύρων της Λυκίας και η ενορία του στη Λεμεσό» (έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Λεμεσού).
Αρχίζει η αφήγηση…
         Ο παππούς     μου δηλαδή ο πατέρας της μητέρας μου, ονομαζόταν Ιωάννης Κυριακίδης. Υπηρέτησε στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου σαν νεωκόρος περισσότερο από τριάντα χρόνια.
Ήταν ένας τίμιος, ειλικρινής, ταπεινός και καλός άνθρωπος και αγαπούσε πάρα πολύ την Εκκλησία και είχε μεγάλη αδυναμία στον Άγιο Νικόλαο. Τον είχε πάντοτε προστάτη και βοηθό του.
Η Ιερά Μητρόπολη Κιτίου (η Λεμεσός υπαγόταν στην Μητρόπολη Κιτίου) είχε παραχωρήσει στον παππού μου το ένα από τα δυο σπίτια που υπήρχαν κοντά στη Εκκλησία, ακριβώς εκεί που στεγάζεται σήμερα το Ενοριακό Κέντρο, και ζούσε μαζί με τη γυναίκα του Ελένη. Στο άλλο σπίτι έμενε ο ιερέας με την οικογένειά του.
Ένα βράδυ του χειμώνα, που βροχές έρχονταν και βροχές έφευγαν, είχε μια μεγάλη καταιγίδα. Ήταν χαλασμός κόσμου. Βροντές ακούγονταν από μακρυά και μεγάλες αστραπές έσχιζαν τον ουρανό από ανατολή σε δύση.
Μεγάλη ερημιά και βαθύ σκοτάδι επικρατούσε παντού. Ούτε φώτα υπήρχαν, ούτε φεγγάρι, ούτε άστρα, γιατί ο ουρανός ήταν σκεπασμένος από μαύρα πυκνά σύννεφα.
   Ο παππούς μου είχε πλαγιάσει νωρίς. Περασμένα τα μεσάνυκτα. Η γιαγιά ξαφνικά άκουσε να σηκώνεται από το κρεββάτι του ο παππούς και τον βλέπει να ρίχνει βιαστικά πάνω στους ώμους του το φτωχικό του σακάκι, έτοιμος να βγει έξω από το σπίτι.
Αμέσως η γιαγιά μου του έβαλε τις φωνές.
«Πού πας Γιαννή, τέτοια ώρα»;
Ο δε παππούς ήρεμος και με σιγανή φωνή απαντά.
«Μη φοβάσαι,Ελένη. Ήρθε ο Άγιος Νικόλαος και μου είπε ότι έπεσε η ασημένια εικόνα του κάτω στο πάτωμα της εκκλησίας και θα πάω να την σηκώσω».
Παρόλες τις προτροπές της γιαγιά να μην πάει μέσα σε τέτοια φοβισμένη και βροχερή νύκτα, εντούτοις ο παππούς πήγε γρήγορα στον ναό χωρίς να χάσει λεπτό.
Μετά από λίγη ώρα επέστρεψε μούσκεμα σαν παπί, αλλά πολύ ικανοποιημένος και ευχαριστημένος. Είχε πράγματι δίκαιο.
Η ασημένια εικόνα του Αγίου Νικολάου ήταν πεσμένη στο πάτωμα της εκκλησίας, όπως του είχε πει προηγουμένως ο Άγιος. Ο παππούς σήκωσε την εικόνα του αγίου με μεγάλο σεβασμό και με πολλή ευλάβεια και την τοποθέτησε ξανά στην παντοτινή της θέση.
Κάνοντας το σταυρό του τρεις φορές προσκύνησε τον Άγιο Νικόλαο και αφού κλείδωσε την πόρτα της εκκλησίας, γύρισε μέσα στις βροχές στο φτωχικό του κρεβατάκι, για να συνεχίσει τον ύπνο του, ευχαριστημένος και ικανοποιημένος πλέον, γιατί είχε πράξει στο ακέραιον το καθήκον του.

Αναφορές της Ιεράς Αποκαλύψεως στους μάρτυρες της Εκκλησίας

Οι άγιοι μάρτυρες αποτελούν το πιο δυναμικό κομμάτι της στρατευομένης Εκκλησίας. Είναι η εμπροσθοφυλακή της παρατάξεως Κυρίου, οι πιο σκληροτράχηλοι πολεμιστές, οι κομμάντος της Εκκλησίας. Ευρίσκονται πάντοτε στην πρώτη γραμμή του μετώπου, στον διαρκή πόλεμο και τον ακατάπαυστο αγώνα που διεξάγουν οι Ορθόδοξοι χριστιανοί απέναντι στις δυνάμεις του Εωσφόρου και των αντιχρίστων οργάνων του. Είναι τόσο μεγάλη και τόσο δυνατή η αγάπη τους για τον Χριστό, ώστε εξαιτίας αυτής της αγάπης τους, φθάνουν να θυσιάσουν ακόμη και την ίδια τους την ζωή, χωρίς να φοβηθούν και δίχως να λυγίσουν από τα τρομερά βασανιστήρια που τους προξενούν οι δήμιοί τους. Εμείς στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με τις αναφορές της Ιεράς Αποκαλύψεως, του τελευταίου βιβλίου της Αγίας Γραφής, στους μάρτυρες της Εκκλησίας. θα αναφερθούμε σε στίχους του ιερού κειμένου που είναι αφιερωμένοι στους μάρτυρες του Χριστού, δι’ εκείνους που έχυσαν το αίμα τους για το εσφαγμένο Αρνίο. Προτού όμως φθάσουν στο μαρτύριο οι άγιοι μάρτυρες, προπαρασκεύασαν τον εαυτόν τους, προετοίμασαν την οδό του μαρτυρίου γενόμενοι μάρτυρες της συνειδήσεως, αγωνιζόμενοι τον γνήσιο αγώνα του Χριστού κατά των παθών και της αμαρτίας. Εκοπίασαν, εμόχθησαν με έργα αγαθά και πόνους πολλούς, προκειμένου να αλλάξουν ριζικά τον εαυτόν τους, να μεταμορφώσουν τα πάθη τους και να φθάσουν - αγγίζοντας την τελειότητα - στην αγάπη Χριστού, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» (Α' Κορ. ιγ' 5). Είχαν κατά νουν ότι τα πάντα ενώπιον του Χριστού και του Θρόνου του είναι ως «θάλασσα υαλίνη, ομοία κρυστάλλω» (Αποκ. δ' 6). Μπροστά στους θεϊκούς οφθαλμούς, όλα είναι διάφανα και κρυστάλλινα και διακρίνονται καθαρά, όπως η γυάλινη θάλασσα που ομοιάζει με κρύσταλλο. Οι άγιοι μάρτυρες άκουσαν καθαρά μέσα στην καρδιά τους τα παρηγορητικά λόγια του Κυρίου που απηύθηνε προς τον επίσκοπο της εν Εφέσω Εκκλησίας, και τα όποια ταυτόχρονα αποτελούν επιβράβευση των κόπων και των πόνων τους: «Οίδα τα έργα σου και τον κόπον σου και την υπομονήν σου... και εβάστασας διά το όνομά μου, και ου κεκοπίακας... και ότι ου δύνη βαστάσαι κακούς...» (Αποκ. β' 2-3). Γνωρίζω τα αγαθά σου έργα - λέγει ο Χριστός - και τον κόπο σου και την υπομονή που κάμεις όλα αυτά τα χρόνια, αγωνιζόμενος υπέρ της πίστεως και της αρετής· και το σημαντικότερο, ότι δεν απέκαμες να αγωνίζεσαι για το όνομά μου. Δεν εξαντλήθηκες, αλλά έδειξες καρτερίαν και αντοχήν δι’ εμέ και το Ευαγγέλιόν μου. Και μάλιστα το ότι είσαι μισοπόνηρος, δηλαδή μισείς την πονηριά, την κακία και την αμαρτία και δεν ανέχεσαι τους κακούς, δεν μπορείς να βαστάξεις τους αμετανοήτους αμαρτωλούς και τους αμετανοήτους πολέμιους της Εκκλησίας. Πράγματι οι μάρτυρες του Χριστού δεν έδειξαν χαλαρότητα απέναντι στην αμαρτία και την αποστασία από τον Θεό, σέ ο ,τι αφορά τόσο τον εαυτό τους, όσο και τους άλλους. Ας μην νομίσει κανείς, ότι μπορεί να έχει αμαρτωλό βίο, να είναι βυθισμένος μέσα στην κακία και την εμπάθεια και ταυτόχρονα να μπορεί να επιδίδεται στα ομολογιακά επιτεύγματα των μαρτύρων. Δεν μπορεί κανείς να ομολογεί Χριστόν στα λόγια και να τον καταρρακώνει με τις πράξεις του. Δεν είναι δυνατόν να μάχεται υπέρ της πίστεως και υπέρ των θέσεων της Εκκλησίας γενικότερα και από την άλλη ο βίος του να είναι πονηρός και άστατος. Εάν συμβαίνει αυτό, τότε ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν είναι γνήσιος ομολογητής του Χριστού και ούτε έχει τις προϋποθέσεις πολύ περισσότερο για να καταστεί μάρτυρας της αληθείας, δίνοντας αν χρειασθεί ακόμη και την ζωή του. Οι μάρτυρες του Χριστού πέρασαν με επιτυχία από το στάδιο της παρούσης ζωής και συνηριθμήθησαν μετά των λοιπών μαρτύρων της θριαμβευούσης Εκκλησίας. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αντίκρυσε τους μάρτυρες στον ουρανό όταν άνοιξε η πέμπτη από τις επτά σφραγίδες της Ιεράς Αποκαλύψεως: «Και ότε ήνοιξε την πέμπτην σφραγίδα, είδον υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων διά τον λόγον του Θεού και διά την μαρτυρίαν του αρνίου ην είχον» (Αποκ. ς' 9). Και όταν το Αρνίον άνοιξε την πέμπτη σφραγίδα (τό Αρνίον είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς), είδε ο Ιωάννης κάτω από το ουράνιο θυσιαστήριο τις ψυχές εκείνων, που σε κάθε εποχή είχαν σφαγεί για τον λόγο του Θεού και για την μαρτυρία του Αρνίου, την όποιαν παρέλαβαν από τον Χριστό μέσω των Αποστόλων και των Πατέρων και την κράτησαν ακέραιη και ανόθευτη. Στο ουράνιο αυτό θυσιαστήριο τα θύματα είναι εκλεκτά και άγια, «οι εσφαγμένοι διά τον λόγον του Θεού», οι άγιοι μάρτυρες δηλαδή, τους οποίους ο Χριστός ξεχώρισε και τους τοποθέτησε εκεί (κάτω από το θυσιαστήριο) - εξ αυτού προέρχεται και η τοποθέτηση ιερών μαρτυρικών λειψάνων στη βάση της Άγιας Τραπέζης, όταν αυτή εγκαινιάζεται - διότι σ’ αυτό ανεβαίνει η πνευματική ευωδία από τη θυσία τους και το μαρτύριό τους. Θυσία και μαρτύριο που δέχθηκαν για το κήρυγμά τους και για την μαρτυρία που έδιναν για το Αρνίον. Ο Δίδυμος ο Αλεξανδρεύς λέγει ότι εμείς οι χριστιανοί: «Θεωρούμε τους εαυτούς μας ως πρόβατα που θυσιάζονται και προσφέρονται στον Θεό ως ευάρεστη θυσία» (Βλ. και Ρωμ. ιβ' 1, Φιλ. δ' 18). Και προτρέπει, όταν κανείς διώκεται για την πίστη του, να έχει προ οφθαλμών του την εικόνα αυτής της Αποκαλύψεως με τις ψυχές των μαρτύρων που βρίσκονται κάτω από το ουράνιο θυσιαστήριο του Θεού και να λαμβάνει θάρρος, προκειμένου να υπομείνει τους διωγμούς, τους ονειδισμούς και τις κακώσεις. Στον επόμενο στίχο (στίχ. 10) παρουσιάζει ο Απόστολος Ιωάννης τους αγίους μάρτυρες να φωνάζουν με μεγάλη φωνή και να λένε: «Έως πότε Κύριε, εσύ που είσαι ο Δεσπότης και κυρίαρχος του σύμπαντος, ο άγιος και αληθινός, θα μακροθυμείς και δεν θα κάνεις κρίση και δεν θα ζητείς εκδίκηση και τιμωρία για το αίμα μας, που χύθηκε άδικα από τους κατοικούντας επί της γης;». Εδώ βλέπουμε τους αγίους μάρτυρες να αδημονούν για το τέλος, να εκφράζουν με ιδιαίτερη ανυπομονησία την επιθυμία να παύση επιτέλους ο Κύριος να μακροθυμεί και να εκδικηθεί εκείνους που αδίκως έβαψαν τα χέρια τους στα άγια αίματα των μαρτύρων ουσιαστικά δηλαδή να ζητούν μετ’ επιτάσεως την πραγματοποίηση της ημέρας της Κρίσεως, όταν ο Χριστός θα εκδικηθεί την αμαρτία, το κακό, τους δαίμονας και πάντας τους ανόμους και παραβάτες του θείου θελήματος. Βεβαίως στον στίχο αυτό, εκτός των άλλων, όπως τον ερμηνεύουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι άγιοι μάρτυρες ανυπομονούν να γίνει η Δευτέρα Παρουσία, προκειμένου να λάβουν τα αφθαρτισμένα και αναστημένα σώματά τους κατά την ανάσταση των νεκρών και έτσι να απολαύσουν ολοκληρωμένα την χαρά και την ηδονή της Βασιλείας των Ουρανών, ενωμένοι ψυχή και σώματι με τον Δεσπότη Χριστό, που τόσο πολύ αγάπησαν στη ζωή τους. Καλό θα ήταν λοιπόν να έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας, ότι οι άγιοι μπορεί να πρεσβεύουν υπέρ πάσης της οικουμένης και να δείχνουν έλεος και επιείκεια στους πιστούς, ωστόσο παράλληλα ζητούν από τον Κύριο να συντομεύσει τον χρόνο που υπολείπεται μέχρι την συντέλεια των αιώνων. «Και εδόθη αυτοίς εκάστω στολή λευκή, και ερρέθη αυτοίς ίνα αναπαύσωνται έτι χρόνον μικρόν, έως πληρώσωσι και οι σύνδουλοι αυτών και οι αδελφοί αυτών οι μέλλοντες αποκτέννεσθαι ως και αυτοί» (Αποκ. ς' 11). ο Χριστός έδωσε στον καθένα από τους μάρτυρές του στολή λευκή, προκειμένου να τους παρηγορήσει και τους είπε να αναπαυθούν, να περιμένουν λίγο χρόνο ακόμη, έως ότου συμπληρωθεί ο ορισμένος υπό του Θεού αριθμός των εκλεκτών από τους αδελφούς και συνδούλους τους, τους πιστούς των επομένων γενεών, που πρόκειται και αυτοί να δώσουν την ζωή τους και να μαρτυρήσουν ακολουθώντας τα χνάρια τα δικά τους. Η λευκή στολή των μαρτύρων υπαινίσσεται την δόξα και την λαμπρότητα που απολαμβάνουν, αλλά και το ότι έχουν καθαρθεί τω οικείω αίματι, καθαρίσθηκαν από κάθε ρύπο και ελεύκαναν την στολή της ψυχής τους, πλύνοντάς την στο λουτρό του ιδίου τους αίματος, που έχυσαν για τον Ιησούν Χριστόν. Στο παραπάνω χωρίο βλέπουμε τους πιστούς να αποκαλούνται σύνδουλοι και αδελφοί των αγίων. Πράγματι εμείς οι Ορθόδοξοι χριστιανοί είμασθε σύνδουλοι - δούλοι του Δεσπότου Χριστού και οι άγιοι, αλλά και εμείς οι αμαρτωλοί - αλλά και αδελφοί των μαρτύρων και των αγίων. Αυτό σημαίνει πώς είμασθε ό,τι είναι και αυτοί. Πλασμένοι από τα ίδια υλικά, οι άγιοι ήταν όμοιοι και ίδιοι με εμάς, άνθρωποι ομοιοπαθείς και αδύναμοι. Δεν ήταν εξ αρχής άγιοι και αναμάρτητοι, αλλά εμπαθείς και αμαρτωλοί όπως και εμείς. Κατάφεραν όμως να ξεπεράσουν τις αδυναμίες τους και να αγιάσουν. Το ίδιοι ακριβώς καλούμασθε να επιτύχουμε και εμείς βαδίζοντας στα χνάρια τους. Καλούμασθε να αγιάσουμε, να μαρτυρήσουμε και να γίνουμε γνήσιοι εν Χριστώ αδελφοί των αγίων και των μαρτύρων. Ο Χριστός προτρέπει τους αγίους μάρτυρες να κάνουν υπομονή, μέχρι να συμπληρωθεί ο ορισμένος υπό του Ιδίου αριθμός των μαρτύρων, για να γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Πράγματι όταν αγιάσουν και μαρτυρήσουν όλοι εκείνοι που μπορούν και πρέπει να αγιάσουν και να μαρτυρήσουν, τότε θα ανατείλει η ανέσπερος ήμερα της Βασιλείας του Θεού. Ο άγιος Ιππόλυτος λέγει σχολιάζοντας το συγκεκριμένο στίχο ότι: «Εάν δόθηκε προσταγή στους μάρτυρες να μακροθυμούν, οι οποίοι μάρτυρες εξέχεαν το αίμα τους υπέρ Χριστού, γιατί και εσύ δεν μακροθυμείς, ώστε και οι άλλοι να σωθούν και να συμπληρωθεί ο αριθμός των προσκεκλημένων;». Πρέπει και εμείς λοιπόν να μακροθυμούμε με τους αδελφούς μας, όπως μακροθυμεί ο Κύριος, και να μην τους κατακρίνουμε για τις πτώσεις τους, προσέχοντες περισσότερο στα δικά μας αμαρτήματα και όχι στα δικά τους, αφού όλοι είμασθε άνθρωποι ομοιοπαθείς με τα ίδια πάθη και την ίδια ροπή προς την αμαρτία. Επομένως δεν πρέπει να καταδικάζουμε κανένα συνάνθρωπό μας, αλλά να επιδιώκουμε την σωτηρία πάντων εν Χριστώ Ιησού. Και όχι μόνο να μακροθυμούμε δείχνοντας επιείκεια και ανεξικακία στους αδελφούς μας, προκειμένου να σωθούν και αυτοί, αλλά και να ζητάμε χρόνον μετάνοιας από τον Χριστό και για εμάς, διότι χρειαζόμασθε χρόνο πολύ για να μετανοήσουμε. Όχι μόνον οι άλλοι να σωθούν, αλλά και εμείς να σωθούμε. Όχι μόνο οι άλλοι να αγιάσουν, αλλά και εμείς να αγιάσουμε! Ναι, γιατί όχι; Πιστέψτε το! Ίσως αυτό που λέγει η Αποκάλυψη, η μακροθυμία που ζητά ο Χριστός από τους ήδη μάρτυρες και άγιους, να είναι η μεγάλη μας ευκαιρία, προκειμένου και εμείς να συμπεριληφθούμε στους αγίους και τους μάρτυρες του Χριστού. Αυτό άλλωστε θα πρέπει να παρακαλούμε τους αγίους και ιδιαίτερα τους μάρτυρες της Εκκλησίας. Να μάς φανερώσουν τη μεγάλη ευκαιρία στη ζωή μας, έτσι ώστε και εμείς να τους μοιάσουμε και να γίνουμε μάρτυρες του Χριστού. Οι άγιοι μάρτυρες, όπως μάς τονίζει το ιερό κείμενο της Αποκαλύψεως, δεν έλαβαν ακόμη ό,τι τους υποσχέθηκε ο Θεός, δηλαδή την εκπλήρωση της Βασιλείας του, διότι ο Κύριος έχει προβλέψει κάτι καλύτερο - ή μάλλον το καλύτερο - και για εμάς, τα μέλη της στρατευομένης Εκκλησίας, έτσι ώστε να μην φτάσουν εκείνοι (οι μάρτυρες) στον δοξασμό και την θέωση, στην τελεία δόξα του Θεού, χωρίς εμάς. Παρακάτω, στο έβδομο κεφάλαιο της Ιεράς Αποκαλύψεως, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης βλέπει στον ουρανό ένα αναρίθμητο πλήθος από κάθε λαό και έθνος που στεκόταν ενώπιον του Θρόνου του Θεού και του Αρνίου και φορούσαν στολές λευκές, έχοντες στα χέρια τους φοίνικες, που είναι σύμβολα της προσωπικής τους νίκης κατά του διαβόλου και της αμαρτίας, αλλά και σύμβολα της νέας ζωής, της αιωνίου ζωής, εις την οποίαν εισήλθαν. Όπως ερμηνεύει ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας το πολυσυλλεκτικό αυτό πλήθος από κάθε λαό και έθνος λεύκαναν τις στολές των οικείων πράξεων με το να χύσουν το αίμα τους για χάρη του Χριστού. ’Άρα λοιπόν πρόκειται για τους μάρτυρες του Χριστού. ο Ωριγένης λέγει ότι οι λευκές στολές μπορεί να δηλώνουν τις άχραντες προθέσεις και πράξεις αυτών. Όχι μόνο τα αμόλυντα έργα τους, αλλά ακόμη και αυτές τις προθέσεις και διαθέσεις που είχαν όταν έπρατταν τα έργα. Θεός προαιρέσεων ο Κύριος, βλέπει την καρδιά και δεν κρίνει με νομικίστικο τρόπο. Απαντώντας ένας από τους πρεσβυτέρους στην απορία του αγίου Ιωάννου, ποιοι ήσαν όλοι αυτοί που αποτελούσαν το πολυσυλλεκτικό αυτό πλήθος, του είπε τα εξής: «Ούτοι εισίν οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης, και έπλυναν τας στολάς αυτών και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του Αρνίου» (Αποκ. ζ' 14). Αυτοί δηλαδή, είναι οι πιστοί και μάρτυρες που έρχονται από την θλίψη την μεγάλη, η οποία εκπροσωπεί όλους τους διωγμούς και τις θλίψεις που συνέβησαν και θα συμβούν σέ όλες τις γενεές, μέχρι συντελείας των αιώνων. Άρα και την θλίψη την μεγάλη και τον διωγμό κατά της Εκκλησίας που θα εξαπολύσει ο Αντίχριστος κατά των συγχρόνων του μαρτύρων, των μαρτύρων των εσχάτων, που θα είναι οι μεγαλύτεροι μάρτυρες όλων των εποχών. οι όποιοι κατ’ αρχήν μπορεί να είναι ράθυμοι και αμελείς όπως και εμείς, να ζουν με όλες τις ανέσεις και τις τρυφές όπως εμείς, να είναι παιδιά της εποχής αυτής - της εποχής του Αντιχρίστου - και να έχουν καλομάθει όπως και εμείς, με όλες τις ανέσεις που παρέχουν το υψηλό βιοτικό επίπεδο και τα τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής. Αυτοί λοιπόν έπλυναν και λεύκαναν τις στολές τους με το αίμα του Αρνίου, με το οποίο καθαρίσθηκαν και αγιάσθηκαν. Ώστε οι μάρτυρες έχυσαν όχι απλά το δικό τους αίμα, αλλά το αίμα του Αρνίου Ιησού Χριστού, με το όποιο επεσφράγισαν την μαρτυρική τους θυσία. Το λέμε αυτό, διότι οι μάρτυρες του Χριστού, όντες μέλη της Εκκλησίας όπως όλοι οι πιστοί και κοινωνούντες των αχράντων Μυστηρίων, γίνονται σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστού. το σώμα τους και το αίμα τους παύει να είναι δικό τους και γίνεται Σώμα και Αίμα Χριστού, οπότε κατ’ ουσίαν δεν έχυσαν το δικό τους αίμα, άλλα το Αίμα του Σταυρωθέντος Χριστού, του οποίου τον θάνατον μιμήθηκαν με το να σηκώσουν τον δικό τους Σταυρό. Αυτοί, όπως λέγει παρακάτω ο ηγαπημένος του Κυρίου μαθητής, ενίκησαν τον διάβολο - τον κατήγορο των αδελφών μας και δικό τους κατήγορο - με το Αίμα του Αρνίου· και χάρη στη γεμάτη αυταπάρνηση μαρτυρία που έδωσαν για τον Χριστό, δεν αγάπησαν την ζωή τους, άλλα την περιφρόνησαν μέχρι θανάτου (Αποκ. ιβ' 11). Ποιος από εμάς είναι έτοιμος να περιφρονήσει τη ζωή του μέχρι θανάτου, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά για την μαρτυρία του Ιησού Χριστού και την ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως; Ποιος μπορεί όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη να ακολουθήσει τα βήματα των μαρτύρων και των αγίων; Αν πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε, τότε ας ρίξουμε μία ματιά στην ουράνια ανταμοιβή τους, μετά θάνατον. Οι μάρτυρες του Χριστού διά προσκαίρων πόνων απολαμβάνουν αιώνιον ανάπαυσιν. Ευρισκόμενοι ενώπιον του θρόνου του Θεού, λατρεύουν αυτόν ακαταπαύστως ημέρας και νυκτός. Επειδή σε αυτήν εδώ την ζωή συνέπασχον Χριστώ, μιμήθηκαν τα Πάθη του Κυρίου, γι’ αυτό και στους ουρανούς απολαμβάνουν την δόξα του Χριστού. Είναι πλέον ναός του Θεού - όπως ήταν και επί γης - διότι εφύλαξαν σώον και άσβεστον τον αρραβώνα του Πνεύματος, την χάριν του Θεού και την φλόγα της αγάπης του Χριστού ζωντανή μέσα στη καρδιά τους, γι’ αυτό και ο Κύριος πλέον έχει σκηνώσει επ’ αυτούς. Αντιθέτως, για εκείνους που θα επιδείξουν δειλία στο μαρτύριο και θα προτιμήσουν να σώσουν τη ζωή τους, λέγει η Αποκάλυψη ότι: «τοις δε δειλοίς και απίστοις... και ειδωλολάτραις... το μέρος αυτών εν τη λίμνη τη καιομένη εν πυρί και θείω, ό έστιν ο θάνατος ο δεύτερος» (Αποκ. κα' 8). Οι δειλοί, οι άπιστοι, οι είδωλολάτρες, οι οποίοι είναι ουσιαστικά αρνητές και προδότες του Χριστού, θα καταλήξουν στην καιομένη λίμνη της κολάσεως, κάτι που συνιστά τον δεύτερο θάνατο, τον πνευματικό και αιώνιο. Η δειλία είναι αποτέλεσμα της απιστίας και οι δειλοί θα αποδείξουν ότι σε όλη τους την προηγούμενη ζωή ήταν κατά βάθος απολύτως άπιστοι, έστω και αν έδειχναν το αντίθετο. Ειδωλολάτρες αποκαλούνται διότι θα προσκυνήσουν τα πάσης φύσεως είδωλα της εποχής και τον Αντίχριστο. Την ώρα του μαρτυρίου δεν υπάρχει μέση οδός ή μέση λύση. Ή θα μαρτυρήσουμε και θα μπούμε με ορμή στη Βασιλεία του Χριστού, ή θα δειλιάσουμε και θα κατέλθουμε στά κατώτατα μέρη της κολάσεως. Και συνεχίζοντας ο πρεσβύτερος λέγει στον Ιωάννη: «ου πεινάσουσιν έτι, ουδέ διψήσουσιν έτι, ουδ’ ου μη πέση επ’ αυτούς ο ήλιος ουδέ παν καύμα» (Αποκ. ζ' 16). Οι άγιοι στη ζωή αυτή υπέφεραν πολύ· πείνασαν, δίψασαν, στενοχωρήθηκαν, στερήθηκαν ακόμη και τα στοιχειώδη, περνούσαν από τη μία δοκιμασία στην άλλη, διήλθαν από τους καύσωνες και τους παγετούς των θλίψεων και τα αναρίθμητα βάσανα που υπέστησαν και θα υποστούν από τον τελικό Αντίχριστο και τα όργανά του, καθώς και από τους προδρόμους του Αντιχρίστου σε κάθε εποχή. Στη Βασιλεία όμως του Θεού θα απολαμβάνουν τον ουράνιο άρτο που είναι ο Χριστός, και το ύδωρ της ζωής που είναι η πλουσία χάρις του Αγίου Πνεύματος, καθώς πλέον θα έχει περάσει ο καιρός των πειρασμών και των θλίψεων. «Ότι το Αρνίον το ανά μέσον του θρόνου ποιμανεί αυτούς, και οδηγήσει αυτούς επί ζωής πηγάς υδάτων, και εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον εκ των οφθαλμών αυτών» (Αποκ. ζ' 17). Τότε οι άγιοι θα ποιμαίνονται από τον Χριστό, όπως συνέβαινε και επί γης, με την διαφορά όμως ότι πλέον δεν θα φοβούνται τις επιδρομές των λύκων, γιατί οι λύκοι, οι δαίμονες και τα όργανά τους, οι εχθροί εντός και εκτός της Εκκλησίας, θα έχουν ριχθεί στο άσβεστο πυρ. Αλλά θα οδηγηθούν (οι άγιοι), όπως ερμηνεύει ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας, στις καθαρές και μεγάλες πηγές των θείων νοημάτων. Θα ποτίζονται άφθονα από το ύδωρ της χάριτος του Χριστού και ενωμένοι διά παντός μετ’ αυτού θα ευρίσκονται σέ συνεχή αγαλλίαση και ευφροσύνη, χωρίς πόνο και δάκρυα στους οφθαλμούς, έχοντας αποκτήσει την τέλεια γνώση και διανύοντας τον ατελείωτο δρόμο της θεωτικής τελειότητας και του θείου δοξασμού. Εύχομαι, αγαπητοί μου αναγνώστες, με τις ευχές των αγίων μαρτύρων να βαδίζουμε και εμείς την οδόν της αληθείας και της ζωής, την οδόν που θα μας οδηγήσει στην μαρτυρία του Ιησού Χριστού, και γιατί όχι και στο μαρτύριο,- έτσι ώστε να συνευφραινόμεθα στη Βασιλεία των Ουρανών μετά των μαρτύρων του Χριστού και πάντων των Αγίων. Αμήν!!!

Αντικαταστήσατε τη χριστιανική αγάπη με το μίσος(Άγιος Τύχωνας Μόσχας)

«Όταν πήρατε την εξουσία, καλέσατε το λαό να σας δείξη εμπιστοσύνη και του δώσατε άφθονες υποσχέσεις.Όμως δεν φανήκατε συνεπείς. Δώσατε στο λαό, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, "λίθον αντί άρτου και όφιν αντί ιχθύος" (Ματθ. 7, 9-10). Αντικαταστήσατε την έννοια της πατρίδος με κάποια Διεθνή χωρίς ψυχή. Διαιρέσατε τη χώρα σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα, τη ρίξατε σε αδελφοκτόνο εμφύλιο πόλεμο, πρωτοφανούς ωμότητος. Αντικαταστήσατε τη χριστιανική αγάπη με το μίσος. Αντί να φέρετε την ειρήνη, ανάψατε τεχνητώς τη φλόγα της πάλης των τάξεων. Υποσχεθήκατε την ελευθερία, αλλά κάθε πολίτης αισθάνεται τον εαυτό του απειλούμενο και ζη μέσα στην τρομοκρατία του διωγμού, της αρπαγής, της σύλληψης, της εξορίας, της εκτέλεσης». «Η Εκκλησία του Χριστού στη ρωσική γη διέρχεται κρίσιμη περίοδο. Οι δηλωμένοι ή κρυφοί εχθροί της αλήθειας του Χριστού καταδιώκουν την αλήθεια αυτή και αγωνίζονται να εξαφανίσουν το έργο του Χριστού. Στη θέση της χριστιανικής αγάπης σπείρουν παντού τα σπέρματα της κακίας, του μίσους και των αδελφοκτόνων μαχών. Οι εντολές του Χριστού για την αγάπη προς τον πλησίον λησμονήθηκαν και περιφρονήθηκαν. Καθημερινά φθάνει μέχρι σε μας η ηχώ τρομερών και σκληρών σφαγών, των οποίων τα θύματα είναι άνθρωποι αθώοι, ακόμη και πρόσωπα που βρίσκονται πάνω στο κρεβάτι του πόνου. Όλα αυτά πλημμυρίζουν την καρδιά μας από οδύνη και λύπη και μας οδηγούν να απευθύνουμε στα περιτρίμματα αυτά της γης λόγους ελέγχου και επιτιμήσεως. Συνέλθετε άφρονες, παύσατε τις σφαγές. Αυτό που κάνετε δεν είναι έργο απλής ωμότητος, είναι πράγματι το έργο του Σατανά, για το οποίο είστε άξιοι για το αιώνιο πυρ μετά θάνατον και για την τρομερή κατάρα των γενεών που έρχονται... Με την εξουσία που μας έδωσεν ο Θεός, σας απαγορεύουμε να πλησιάζετε τα Μυστήρια του Χριστού, σας αναθεματίζουμε, έστω και αν φέρετε ακόμη το χριστιανικό όνομα...». Καταλήγοντας, απευθύνεται προς τους πιστούς και τους λέγει: «Και σεις, τέκνα πιστά της Εκκλησίας, ξεχωρίσατε τους εαυτούς σας από τη γενεά των πονηρών αυτών ανθρώπων. Αφαιρούν από την Εκκλησία την εξουσία και τα αγαθά της, χάρις στα δολοφονικά όπλα τους, αλλά σεις αντιτάξατε σ' αυτούς τη δύναμη της πίστεως και της προσευχής. Και αν η ανάγκη το φέρη, να υποφέρετε πρόθυμα μαζί μας, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;"». Το κύμα των διωγμών αυξανόταν μέρα με τη μέρα. Χιλιάδες κληρικοί και λαϊκοί χριστιανοί βρήκαν το θάνατο, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, ενώ αμέτρητοι ναοί και μοναστήρια έκλεισαν. Στις τραγικές αυτές στιγμές η μόνη ελπίδα των χριστιανών ήταν η πτώση των μπολσεβίκων. Έτσι εξηγείται και δικαιολογείται η εύνοια της Εκκλησίας προς το «λευκό στρατό», ή την κυβέρνηση του Κολτσάκ, στη βόρεια Ρωσία, πράγμα που αποτέλεσε την αφορμή για να εξοντωθούν, όπως θα δούμε, αμέτρητοι ιερείς και χριστιανοί. Ο Πατριάρχης Τύχων βάδιζε πάνω σε τεντωμένο σχοινί, προσπαθώντας να κρατήσει κάποιες ισορροπίες. Τα νέα που καθημερινά κατέφθαναν ήταν θλιβερά. Ένα χρόνο μετά την Οκτωβριανή επανάσταση στέλνει κι άλλη επιστολή στην επαναστατική κυβέρνηση. Γράφει μεταξύ των άλλων: «Ένας χρόνος πέρασε αφ’ ότου κρατάτε την εξουσία στα χέρια σας, και τώρα ετοιμάζεστε να γιορτάσετε την πρώτη επέτειο της Οκτωβριανής επανάστασης. Όμως οι χείμαρροι του αίματος των αδελφών μας που φονεύθηκαν χωρίς οίκτο, υστέρα από διαταγές σας, κραυγάζουν προς τον ουρανό και μας αναγκάζουν να σας πούμε τον πικρό λόγο της αληθείας: Την ελευθερία αυτή την παραβιάζετε κυρίως όταν πρόκειται για τη χριστιανική πίστη, με ύβρεις από μέρους του κρατικού τύπου και με βεβηλώσεις των ιερών τόπων. Κλείσατε μεγάλο αριθμό μοναστηριών και εκκλησιών και απαγορεύσατε την προσπέλαση στο Κρεμλίνο της Μόσχας, το ιερό αυτό τόπο των Χριστιανών της Ρωσίας. Κατελύσατε τις ενοριακές κοινότητες, απαγορεύσατε τις επισκοπικές συνόδους, αναμειγνύεσθε σκανδαλωδώς στην εσωτερική διοίκηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Λοιπόν, αλλάξτε τακτική. Γιορτάστε την πρώτη επέτειο της επανάστασης καλύτερα, ελευθερώνοντας τους φυλακισμένους, σταματώντας τις σφαγές, τη βία, το διωγμό κατά της χριστιανικής πίστης, γιατί αλλοιώς θα σας ζητηθή "το αίμα των δικαίων, το εκχυνόμενον υφ’ υμών" (Λουκ. 11, 51) και θα απολεσθήτε κατά τον ίδιο τρόπο που απολέσατε άλλους (Ματθ.26, 52)». (Τα τελευταία λόγια του Πατριάρχη αποδείχθηκαν προφητικά. Στη δεκαετία του 1930 όλοι σχεδόν οι πρωτεργάτες της Οκτωβριανής επανάστασης εξοντώθηκαν από τον Στάλιν με τις περιβόητες «εκκαθαρίσεις» και τις δίκες της Μόσχας)

Πώς έγραψε την ''Φόνισσα'' ο Αλεξ.Παπαδιαμάντης

Θεωρώ πολύ πιθανόν το έναυσμα της συγγραφής της ''Φόνισσας'' να ήταν το δράμα που πέρασε ο ίδιος ο συγγραφέας λόγω του θανάτου του πατέρα του το 1895 και της μητέρας του το 1896, οι οποίοι αφησαν πίσω ανύπαντρα κορίτσια, τις αδελφες του. Σαν να μην ηταν αυτό αρκετό, το 1987 πεθαίνει και ο γαμπρος του, αφήνοντας πισω του ορφανά και την αδελφή του Παπαδιαμάντη χήρα. Ο Αλέξανδρος επιφορτίζεται με την ευθύνη του προστατη οικογενείας. Τον Αύγουστο του 1903 γύρισε στη Σκιάθο ως τον Οκτώβριο του 1904 για να δει τι θα αποκάμει με τα ορφανά ανίψια του και τις (ορφανές) ανύμφευτες αδελφές του. Αλλά, το δραμα του συγγραφέα δεν σταματαει εκει. Ο αδελφός του Γιώργος, είχε παντρευτεί και εγκατασταθεί στην Πορταριά και διετέλεσε επί πολλά χρόνια γραμματέας της Κοινότητας. Το σπίτι που καθότανε ο Γιωργος και η πολυμελής οικογένεια του ήταν απέναντι από την θολωτή βρύση και τον μεγάλο πλάτανο του μαχαλά της “Ράχης”, δίπλα στο αρχοντικό του Τσοποτού. (νυν ξενοδοχείο “Δεσποτικό”). Έτσι ο Αλ. Παπαδιαμάντης, είχε επισκεφθεί πολλές φορές την Πορταριά για να δει τον αδελφό και τα ανίψια του. Τον Φεβρουάριο, ο Γεώργιος απολύθηκε απ’ το δημόσιο κι έπαθε νευρικό κλονισμό ώσπου πέθανε στις 18/4/1905. Ο Παπαδιαμάντης, εκτός των προηγούμενων ευθυνών, φορτώθηκε και με την έγνοια της φροντίδας των πέντε παιδιών του αδελφού του καθώς και των άγαμων θυγατέρων του. Αν θυμαμαι καλά ήταν τρεις (ή τέσσερεις) οι κοπέλες, η μια εξ αυτών έγινε ρασοφόρα μοναχή στο κόσμο, η οποία και παρέμεινε στο σπίτι της Πορταριάς. Την γηροκόμησε η θεία μου, ανύπαντρη, από τις αφιερωμένες του "Σωτήρος". Ειναι προφανες πως ο Παπαδιαμάντης με ορφανες αδελφές, ανιψιες και ανιψια προς αποκατάσταση, θα περασε μια περιοδο απελπισίας, προϊον της οποίας ειναι το μυθιστόρημα της Φονισσας. Αλλα το πνευμα του Παπαδιαμάντη ειναι αυτο του Εκκλησιαστή 4:3: ''Καλύτερος δε αμφοτερων ειναι, οστις δεν υπηρξεν ετι, οστις δεν ειδε τα πονηρα εργα τα γινομενα υπο τον ηλιον''. Παρουσιάζει μια γυναικα σαφέστατα Μήδεια, σαλταρισμένη από τα βάσανα σε βαθμό του να θανατώνει μέχρι και ξένα παιδιά. Χωρις να την δικαιολογεί, αναδεικνύει το δράμα της ανθρώπινης υπαρξης και την παραδιδει μεταξυ ανθρωπινης και θειας δικαιοσύνης. Ο συγγραφεας θα μπορουσε να ηταν ο ίδιος η φονισσα. Τα βαρη έπεσαν στην πλάτη του, οπως και πριν των θανόντων αδελφού και γαμπρου του. Τι σχεση εχει λοιπον αυτο που συνέγραψε ο Παπαδιαμάντης με τις φεμινιστικές αηδίες που κρεμασαν σαν πανώ - κουρελού στην κινηματογραφική κακοποίηση; [Αν και η θεία διέθετε προίκα δεν παντρεύτηκε ποτέ, και για αυτόν λόγο έμεινε ανύπαντρος και ο αδελφός της, ο θείος μου. Αλλά και η ιδια το προικώο σπίτι το κληρονόμησε από την μεγαλύτερη θεία μας, επίσης γεροντοκόρη, εξ αιτίας της οπαίας έμεινε ανύπαντρος και ο ένας αδελφος της. Ο άλλος ειχε φυγει μεταναστης στην Αλεξάνδρεια και παντρευτηκε εκεί. Έστελνε όμως στην αδελφή του κομπόδεμα λίρες μηπως και παντρευτεί Το περασμένο Σάββατο και πριν την απομόνωσή μου σε καραντίνα είδα την κινηματογραφική «Φόνισσα» της Εύας Νάθενα, όπου και μάλλον τσίμπησα τον κορωνοϊό. Ξαναδιαβάζοντας ήρεμος από προχθές για άλλη μια φορά την διαβόητη ηρωίδα του Σκιαθίτη, θα ήθελα να προβώ σε κάποιες, νηφάλιες πιστεύω, κρίσεις και αποτιμήσεις. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι συγκλονιστική περσόνα, δεσπόζει και κυριαρχεί σε όλο το έργο. Το άγριο τοπίο της Λακωνικής Μάνης, μέσα στο οποίο γυρίστηκε το έργο καθηλώνει για τις πράξεις και τις συμπεριφορές των ηρώων. Είναι προφανής όμως ο...διακαής πόθος της σκηνοθέτιδας να καταδείξει έντονες κακοποιητικές συμπεριφορές μιας α-τοπικής παρελθοντικής πατριαρχίας... Αυτή η προσέγγιση μπορεί να ικανοποιεί και να γοητεύει την περίφημον woke κουλτούρα της μοντερνιάς, αλλά ΔΕΝ είναι Παπαδιαμάντης! Συγγνώμη, αλλά ο κυρ Αλέξανδρος εκτός από βαθύτατα θρησκευόμενο και ερωτομανές άτομο, ήταν κι ένας βαθύτατα έλλογος, σχεδόν ορθολογικός άνθρωπος. Όντας ο ίδιος τέκνο πολυμελούς και φτωχής οικογένειας, είχε τέσσερις αδερφές από τις οποίες παντρεύτηκε μόνον η μία. Γνώριζε πολύ καλά την έγνοια της προίκας και το βάσανο της οικογένειας να βρει γαμπρό για τις κόρες...Δεν φαίνεται όμως να ταυτίζεται με την ηρωίδα του! Δεν παρεμβαίνει, δεν παίρνει θέση, περιορίζεται απλά να μας παρουσιάσει την Φραγκογιαννού και την τραγική της ιστορία. Ακόμα και τα επίθετα που την χαρακτηρίζει (''επιτηδειοτάτη, φόνισσα, παραλογισμένη, φρίσσουσα, ένοχος, δύστηνος, δυστυχής'' κλπ.) δεν είναι αξιολογικά, δεν επιδοκιμάζεται ούτε αποδοκιμάζεται με αυτά, παρά μόνο παρουσιάζεται η κατάστασή της. Ας είμαστε λοιπόν πιο προσεκτικοί με τα αναστήματα που δεν μπορούμε να τα πλησιάσουμε εύκολα. Μην διαστρεβλώνουμε το πνεύμα τους και κυρίως ας μην ταυτίζουμε κάποιες εμμονές με την λογοτεχνική ''εγκυρότητα'' των μεγάλων συγγραφέων.

Χρυσό βυζαντινό νόμισμα ανακαλύφθηκε στη Νορβηγία

Με την χρήση ανιχνευτή μετάλλων ένας Νορβηγός ανακάλυψε ένα χρυσό νόμισμα 1.000 ετών που απεικονίζει τον Ιησού Χριστό ενώ εξερευνούσε τα βουνά στο Vestre Slidre, έναν δήμο στη νότια Νορβηγία. Γνωστό ως Ιστάμενον (ενν. νόμισμα ἱστάμενον, το «πρότυπο νόμισμα»), αυτός ο τύπος μικρού νομίσματος εισήχθη για πρώτη φορά γύρω στο 960 μ.Χ. Εμφανίζει τον Ιησού να κρατά μια Βίβλο στη μία πλευρά και τις εικόνες του Βασιλείου Β' και του Κωνσταντίνου Ζ', δύο αδελφών που κυβέρνησαν και οι δύο τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στο άλλο. Το δυτικό μισό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατέρρευσε το 476 μ.Χ., ενώ η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, συνέχισε για άλλη μια χιλιετία. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι το νόμισμα κόπηκε κάποια στιγμή μεταξύ 977 και 1025 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της βασιλείας των αδελφών, με βάση τρεις διακεκομμένες γραμμές που περιβάλλουν το περίγραμμα του νομίσματος - ένα στοιχείο κοπής που χρησιμοποιείται συνήθως κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου. Το νόμισμα περιέχει επίσης δύο επιγραφές. Το πρώτο, γραμμένο στα λατινικά, γράφει «Ιησούς Χριστός, Βασιλεύς των βασιλευόντων» και το δεύτερο, στα ελληνικά, λέει «Βασίλειος και Κωνσταντίνος, αυτοκράτορες των Ρωμαίων». Ωστόσο, οι αρχαιολόγοι δεν γνωρίζουν πώς βρέθηκε το νόμισμα στην πλαγιά του βουνού. Υπέθεσαν ότι μπορεί να ανήκε στον Χάραλντ Γ΄ της Νορβηγίας (Harald Sigurdsson, 1015 - 25 Σεπτεμβρίου 1066, γνωστό και ως Harald III), ο οποίος κυβέρνησε τη Νορβηγία από το 1045 έως το 1066. Πριν γίνει βασιλιάς, ο Χάραλντ Γ΄ υπηρέτησε ως φρουρός του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Είναι πιθανό ότι το νόμισμα χρησιμοποιήθηκε τελικά ως μέρος της προίκας για τον Χάραλντ Γ' για να παντρευτεί την κόρη του πρίγκιπα Γιαροσλάβ Α΄ Βλαντιμιρόβιτς (ρωσικά: Ярослав Владимирович Мудрый, 978 – 20 Φεβρουαρίου 1054, επίσης γνωστός ως Γιαροσλάβ ο Σοφός) του Κιέβου, στη σημερινή Ουκρανία. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια εμπορικής λειτουργίας στην περιοχή. Οι αρχαιολόγοι σχεδιάζουν να επιστρέψουν στην περιοχή του βουνού το 2024 για να πραγματοποιήσουν περαιτέρω ανασκαφές.