Η καταγραφή ενός θαύματος του Αγ.Σπυρίδωνα από έναν πρωθυπουργό

Ήταν παραμονή του Αγίου Στεφάνου και στον πολιούχο της πόλεως του Μεσολογγίου, του Αγίου Σπυρίδωνα, μια οικογένεια παρακαλεί τον ιερέα να ξενυχτήσει το παράλυτο παιδί τους μέσα στην εκκλησία.
Με ικεσίες, παρακλήσεις και πολύ πίστη για ένα θαύμα. Η αγάπη ενός γονιού για το παιδί του, εκεί που δεν το χωράει ο νούς του να βλέπει το παιδί του, το ίδιο του το σπλάχνο να μην μπορεί να περπατήσει και ειδικά εκείνες τις παλεές εποχές αυτό γινόταν πιο δύσκολο μιας και δεν μπορούσε να έχει ειδικές φροντίδες αυτό το παιδί από κανέναν πέραν αυτής, των γονιών του.
Και τι θα απογίνονταν αν οι γονείς έφευγαν από την ζωή; Ποιος θα διακονούσε με τόση αγάπη και υπομονή το παράλυτο παιδάκι τους; Ποιος;
Ο Ιερέας δέχεται και τους επιτρέπει να ”ξενυχτήσουν” το παιδί μέσα στον ναό. Τους αποχαιρετά ευχόμενος να πιάσουν οι παρακλήσεις τους.
Όλη την νύχτα ξάγρυπνοι οι γονείς, γονατιστοί, με ικεσίες προς τον Πανάγαθο Θεό μπροστά στην εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνος, του προστάτου της πόλεως τους, αυτουνού που άκουγε κάθε μέρα τα παρακάλια τους. Του ζήταγαν για ακόμη μια φορά να μεσιτεύσει στον Θεό να κάνει καλά το παιδί τους.
Και ω του θαύματος !! Εκεί κάπου στα ξημερώματα το παιδί ξαπλωμένο και ανήμπορο όπως ήταν να σταθεί στα πόδια του, μπροστά στην εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα, βλέπει τον Άγιο Σπυρίδωνα να βγαίνει από την εικόνα του να του απλώνει το χέρι δίνοντάς του κάτι, σαν ένα μικρό κομμάτι αντίδωρου έμοιαζε, και να του λέει σήκω.
«Σήκω και περπάτα, μπορείς, είσαι καλά τώρα»
Το παιδί σηκώνεται και ξαφνικά το βλέπουν οι γονείς του να περπατά, άρχισαν τα κλάματα. Αυτήν την φορά δάκρυα χαράς κύλισαν στα ξάγρυπνα πρόσωπά τους.
Δεν πίστευαν στα μάτια τους και όταν ρώτησαν το παιδί τους τι έγινε αυτό τους είπε τι είχε δεί.
Γονατιστοί ευχαριστούσαν τον Θεό μα και τον Άγιο που πραγματοποίησε την μεγαλύτερη ευχή τους, να γιάνει το παιδί που τόσο αγαπούσαν.
Το θαύμα αυτό έγινε ξημερώνοντας του Αγίου Στεφάνου, δυστυχώς ο χρόνος μα και τα λοιπά στοιχεία δεν διεσώθησαν.
Διασώθηκε όμως η καταγραφή αυτού του θαύματος από τον έναν πρωθυπουργό της Ελλάδας. Τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.
Όχι μόνο κατέγραψε το θαύμα αλλά συνέταξε και ειδική ακολουθία για το γεγονός αυτό προς τιμήν του Αγίου Σπυρίδωνος και του Αγίου Στεφάνου ανήμερα της μνήμης του οποίο έγινε το θαύμα.
Από τότε και κάθε χρόνο ψάλετε ανήμερα του Αγίου Στεφάνου αυτή η ακολουθία που συνέταξε ένας πρωθυπουργός και εκείνη την ημέρα σαν σήμερα δηλαδή στο Μεσολόγγι έχουν την λεγόμενη Μονοεκκλησία.
Τελείτε δηλαδή (εκτός αν πέσει ημέρα Κυριακή) Θεία Λειτουργία μόνο στον μητροπολιτικό ναό της πόλης, αυτόν του Αγίου Σπυρίδωνος παρευρισκόμενων όλων των ιερέων της πόλεως και σύσσωμου του πληρώματος της εκκλησίας.
Ενώ περίλαμπρο προσκυνητάρι με την εικόνα του μαρτυρίου του πρωτομάρτυρα και Αρχιδιακόνου Στεφάνου κοσμεί τον ναό.
Θαυμαστά τα έργα σου Κύριε εν τοις Αγίοις σου!

Τα πάντα μες στην Εκκλησία μετασχηματίζονται, τα πάντα μεταμορφώνονται.


  Όταν νιώθουμε πικραμένοι και διαβάζουμε το «Θεοτοκάριο» του Αγίου Νικοδήμου ή τον «Ικετήριο Κανόνα» στον Ιησού Χριστό, η πίκρα αυτή αλλάζει. Δεν αλλάζουν οι συνθήκες της ζωής μας, ούτε βρίσκουμε απαραίτητα αυτό που θέλουμε, απλά αλλάζει η ύπαρξή μας γιατί την σκεπάζει η Χάρη του Θεού. Και μπορεί να πάρουμε αντικαταθλιπτικά και η πίκρα να είναι πίκρα και τίποτε να μην έχει νόημα. Γιατί τα φάρμακα καταστέλλουν τα συμπτώματα της ασθένειας και βοηθάνε, αλλά η ουσιαστική θεραπεία γίνεται μέσα στην Εκκλησία με τη Χάρη του Θεού.
Τη στιγμή που νιώθουμε ότι μας έχει αδικήσει όλος ο κόσμος, τη στιγμή που νιώθουμε ότι το σύμπαν ολόκληρο έχει συνωμοτήσει εναντίον μας να σκεφτούμε Ποιον προσκυνάμε και λατρεύουμε. Αυτόν που Τον αδίκησαν όλοι. Κάτω από τον Σταυρό στάθηκε μόνο η Παναγία και ο αγαπημένος μαθητής, κανείς άλλος. Να πάρουμε κουράγιο και να πούμε ότι εμείς δεν πάθαμε και τόσο μεγάλο κακό και να παρακαλέσουμε: «Χριστέ μου, που σε σταυρώσανε, βοήθησε κι εμένα που σταυρώνομαι, εν τινί μέτρω, μήπως βρω κι εγώ Ανάσταση». Αλλάζει η ύπαρξή μας την ώρα εκείνη.
Αρρωσταίνουμε και φοβόμαστε ότι θα πεθάνουμε. Και αμέσως σκεφτόμαστε ότι ζούμε μες στην Εκκλησία και λέμε τόσο ωραία πράγματα γύρω από την Ανάσταση. Παίρνουμε κουράγιο και θυμόμαστε ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος και ότι δεν ζούμε για να ζήσουμε σε αυτή τη ζωή. Κάνουμε το κρεβάτι του πόνου άμβωνα, γινόμαστε κήρυκες και δίνουμε θάρρος στους άλλους. Και ένας άλλος που δεν ζει μες στην Εκκλησία τα βλέπει κωλυόμενα και προτιμάει να πεθάνει γρηγορότερα να τελειώνει.
Να ποια είναι η διαφορά. Τα πάντα μες στην Εκκλησία μετασχηματίζονται, τα πάντα μεταμορφώνονται. Και το αποτέλεσμα είναι χαρά, ειρήνη, αγάπη, ελπίδα και πίστη. Εκτός της Εκκλησίας υπάρχει μόνο δυσκολία. Μπορεί να είμαστε άθλιοι αλλά είμαστε στον δρόμο της σωτηρίας. Με ένα «ήμαρτον» και ένα «μνήσθητί μου» κερδίζουμε τον Παράδεισο.
 Όσοι είναι έξω από την Εκκλησία πορεύονται σε δρόμο χωρίς ελπίδα και ο διάβολος δεν έχει λόγο να τους πολεμήσει. Η Εκκλησία είναι νοσοκομείο και ο Χριστός αγκαλιάζει και σκεπάζει και θεραπεύει τις ασθένειές μας και μας ανέχεται όλους. Θέλει όλοι να είμαστε Ένα καθώς Αυτός και ο Πατήρ και το Πνεύμα το Άγιον. Μας θέλει ενωμένους. Να Τον συναντούμε καθημερινά και να Τον παρακαλούμε για τα προβλήματά μας. Κι ο Θεός θα δίνει απαντήσεις και λύσεις στα αδιέξοδά μας.
Η μεγαλύτερη δωρεά που έχει κάνει ο Θεός στους ανθρώπους είναι η Εκκλησία του Χριστού. Μας έχει δώσει τον Παράδεισο από τώρα και όσοι το έχουν καταλάβει, το γεύονται, ζουν αυτή την πραγματικότητα. Είναι η διαρκής αγαπητική κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο. Όλοι οι άγιοι της εποχής μας έζησαν μέσα στην Εκκλησία και για την Εκκλησία και όλη τη δόξα τη θέλουν για την Εκκλησία του Χριστού.Ζήστε και δουλέψτε μέσα στην Εκκλησία.

Τόση χάρις και έλεος υπήρχε επάνω στον άνθρωπο αυτόν

Τόση χάρις και έλεος υπήρχε επάνω στον άνθρωπο αυτόν, ώστε τον καιρό του καλοκαιριού, όπου ο καύσωνας είναι πολύ δυνατός, στο κεφάλι του αισθανόταν μία δροσιά, που κατέβαινε από ψηλά. Λόγω της απλότητός του εξερχόταν στην κατάλληλη εποχή μαζί με άλλους θεριστές να θερίση κι αυτός τα δικά του σπαρτά και εδούλευε με τα ίδια του τα χέρια.
Και ημπορούσε να βλέπη ο καθένας, την ώρα του καλοκαιριού που ο ήλιος έκαιγε, ότι εκείνος αισθανόταν μία ουράνια δροσιά πάνω στο κεφάλι του. Όλοι οι άλλοι εθαύμαζαν για το θαύμα αυτό.
Κάποτε έγινε μία μεγάλη πείνα και δυστυχία στην Κύπρο, ώστε πολλοί άνθρωποι και ζώα εξ αιτίας της δίψας και της πείνας απέθνησκαν.
Βλέποντας αυτή την συμφορά ο άγιος Σπυρίδων, παρεκάλεσε τον Θεό υψώνοντας τα χέρια του ψηλά στον ουρανό μέχρις ότου έπεσε άφθονη βροχή. Όχι μόνο ποτίσθηκε η γή, αλλά έγιναν και πλημμύρες και πολλοί άνθρωποι κινδύνευσαν να πνιγούν.
Άλλη φορά έβρεχε τόσο πολύ, που πλημμύρισαν οι δρόμοι και πολλά σπίτια. Και πάλι ο άγιος Σπυρίδων προσευχήθηκε στον Θεό. Αμέσως σταμάτησε η βροχή, ο καιρός έγινε καθαρός και βγήκε ο ήλιος χαρίζοντας ζέστη και φωτισμό.
Μετά από μερικά χρόνια έγινε πάλι ξηρασία και ήλθε μεγάλη πείνα στην Κύπρο με την παραχώρησι του Θεού, λόγω των αμαρτιών του Νησιού. Τότε ένας πλούσιος, τσιγκούνης και άπιστος, είχε τις αποθήκες του γεμάτες από σιτάρια, αλλά δεν ήθελε να κάνη ελεημοσύνη, έστω και με κάπιοα χαμηλή τιμή, αλλά επερίμενε ν᾿ ανέβη η τιμή του σιταριού.
Και αφού η πείνα διαδόθηκε παντού, τότε ο πλούσιος άρχισε να πωλή το σιτάρι του πολύ ακριβά. Τότε ήλθε σ᾿ αυτόν ένας πτωχός και τον παρακαλούσε με δάκρυα να τον ελεήση με λίγο σιτάρι για να μη πεθάνη από την πείνα αυτός, η γυναίκα του και τα παιδιά του. Επειδή ήταν ανελεήμων και χρηματολάτρης δεν δέχθηκε να ελεήση τον πτωχόν και του είπε:
-Να πάς να φέρης χρήματα και θα σου δώσω.
Τότε εκείνος ο πτωχός επήγε στον άγιο Σπυρίδωνα με δάκρυα και του είπε για την σκληροκαρδία εκείνου του άσπλαγχνου πλουσίου. Τότε ο μεγάλος ιεράρχης του είπε:
-Μη κλαίς, αδελφέ, διότι το πρωΐ θα πάς σ᾿ εκείνον τον πλούσιο, θα τον παρακαλέσης και θα σου δώση σιτάρι, χωρίς να πληρώσης. Αλλά ο πτωχός επήγε στο σπίτι του λυπημένος και αδιάφορος για τα λόγια του Αγίου.
Την νύκτα με εντολή του Θεού έπεσε πολλή βροχή στην γή. Τότε οι αποθήκες του φιλάργυρου και ανελεήμονος πλουσίου, επειδή ήταν κοντά στον δρόμο, όπου περνούσε το νερό, γκρεμίσθηκαν και το σιτάρι σκορπίσθηκε, διότι μεταφέρθηκε στα δρομάκια και μέσα στις αυλές των σπιτιών των ανθρώπων.
Βλέποντας ο πλούσιος ότι όλο το σιτάρι του σκορπίσθηκε μέσα σε όλη την πόλι, έτρεξε και παρακαλούσε τους ανθρώπους να του φέρουν πίσω το σιτάρι για να μη γίνη πάμπτωχος. Αλλά οι πτωχοί βλέποντας το σιτάρι μέσα στις αυλές τους, εγέμισαν τα σεντούκια τους και εγλύτωσαν από την πείνα.
Παρόμοια έκαμε και εκείνος ο πτωχός που έφυγε απαγοητευμένος από τον Άγιο, νομίζοντας ότι τον περιέπαιξε. Συγκέντρωσε αρκετό σιτάρι και εγλύτωσε από τον κίνδυνο να πεθάνη με την οικογένειά του.
Μ᾿ αυτό τον τρόπο επαίδευσε ο Θεός τον ανελεήμονα εκείνον πλούσιον, ενώ ταυτόχρονα επρονόησε για τον πτωχόν εκείνον και γι᾿ άλλους δυστυχισμένους και τους επαρηγόρησε με ψωμί, όπως είχε προφητεύσει από την προηγούμενη ημέρα ο Άγιος.
Ένας γεωργός, γνωστός στον Άγιο, επήγε εκείνον τον δύσκολο καιρό της πείνας στον πλούσιο, που είχε και άλλες αποθήκες σιτάρι, και του εζήτησε βοήθεια, με την υπόσχεσι στην περίοδο του θερισμού να εργασθή στα κτήματά του δωρεάν. Αλλά αυτός ο πλούσιος, επειδή δεν διδάχθηκε τίποτε από τα παθήματά του, έκλεισε την καρδιά του μπροστά και σ᾿ αυτόν τον πτωχόν. Δεν ήθελε ν᾿ακούση για την παράκλησί του.
 Μάλιστα του είπε: «Χωρίς να με πληρώσης, δεν θα πάρης από μένα ούτε ένα σπυρί σιτάρι». 
Ακούοντας τα λόγια αυτά, έτρεξε κλαίγοντας στον άγιο Σπυρίδωνα λέγοντας για την δυστυχία του. Ο Άγιος τον παρηγόρησε με τα λόγια του, του είπε να επιστρέψη στο σπίτι του και να τον περιμένη.
Την δεύτερη ημέρα επήγε ο ίδιος ο Επίσκοπος στον γεωργό και του έδωσε ένα σβώλο από χρυσάφι λέγοντάς του:
-Πήγαινε, αδελφέ, στον πλούσιο, τον έμπορο του σιταριού, και δός του αυτό το κομμάτι του χρυσού για να σου δώση ως δάνειο σιτάρι για την οικογένειά σου. Και όταν θα έλθη η ώρα του θερισμού και θ᾿ αποκτήσης δικό σου σιτάρι, τότε θα το επιστρέψης το ανάλογο σιτάρι στον πλούσιο θα πάρης τον χρυσόν και θα μού το φέρης.
Παίρνοντας ο πτωχός τον χρυσό από τα χέρια του Αρχιερέως επήγε στον πλούσιο. Όταν είδε εκείνος τον χρυσόν, χάρηκε πολύ και αμέσως του έδωσε σαν δανεικό σιτάρι για τις ανάγκες του. Μετά απ᾿ αυτή την δύσκολη περίοδο, ο γεωργός έδωσε το ανάλογο σιτάρι στον πλούσιο επήρε τον χρυσόν και με ευχαριστίες τον έδωσε στον Άγιο. Τότε ο Άγιος επήρε τον χρυσόν τον έβαλε στον κήπο του, εφώναξε και τον γεωργό και του είπε:
-Έλα, αδελφέ, σε μένα για να δώσουμε σ᾿ Αυτόν που μας το έδωσε με δάνειο.
Μπαίνοντας στον κήπο και βάζοντας τον χρυσό δίπλα στον φράκτη, είπε:
-Κύριε Ιησού Χριστέ, Εσύ που έπλασες τα πάντα μόνο με τον λόγο σου, δώσε διαταγή και αυτό το κομμάτι του χρυσού να επιστρέψη στην μορφή που ήταν προηγουμένως για να γνωρίση κι αυτός εδώ ο άνθρωπος πόση φροντίδα έχεις για εμάς και να διδαχθή στην πράξι τι είναι αυτό που είναι γραμμένο στην Αγία Γραφή: «Όσα ηθέλησε ο Κύριος, τα έπραξε».
Μετά απ᾿ αυτή την προσευχή του, αμέσως ο χρυσός άρχισε να κινήται και να γυρίζη όπως ήταν πρίν, δηλαδή να γίνεται ένα φίδι.
Διότι ο άγιος διέταξε ένα φίδι να γίνη χρυσός για να βοηθήση εκείνον τον πτωχό, και τώρα διέταξε να επανέλθη πάλι στην φυσική του κατάστασι και να γίνη πάλι φίδι. Μετά το φίδι εμπήκε στην φωλιά του. Ο γεωργός επέστρεψε κι αύτός στο σπίτι του ευχαριστώντας τον Άγιο και έκθαμβος για το μεγάλο θαύμα του Θεού, το οποίον έκαμε με την προσευχή του Αγίου.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο Α΄

 Yπάρχει μια συνέντευξη του βασιλιά Κωνσταντίνου του Α' στην αμερικανίδα δημοσιογράφο και πολεμική ανταποκρίτρια Mary Boyle O' Reilly που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Σικάγου "The Day Book" στις 5 Ιανουαρίου του 1914. ( https://chroniclingamerica.loc.gov/.../1914.../ed-2/seq-13/ ). 
Οι νικηφόροι Βαλκανικοί Πόλεμοι είχαν τελειώσει, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Εθνικός Διχασμός απείχαν ακόμη κάμποσους μήνες και ο Κωνσταντίνος βρισκόταν στον κολοφώνα της δόξας του. 
 Ήταν ο ηρωικός στρατηλάτης που απελευθέρωσε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες από τον οθωμανικό ζυγό και είχε κερδίσει την λατρεία σύσσωμου του ελληνικού λάου αλλά και τον θαυμασμό στο εξωτερικό ("the greatest military strategist in Europe", τον αποκαλεί η δημοσιογράφος). 
Και ενώ η συνέντευξη φτάνει στο τέλος της, η O' Reilly του κάνει μια ακόμη ερώτηση : 
"Kαι αν γίνει ένας τρίτος Βαλκανικός Πόλεμος, Μεγαλειότατε;". 
Και ο Κωνσταντίνος, αντί να πει ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να κατατροπώσει ξανά τους εχθρούς της και άλλα τέτοια εθνικοπατριωτικά κλισέ , αναφωνεί : 
"Ο Θεός να μας δώσει ειρήνη!".
   Aπό την επόμενη χρονιά ο Κωνσταντίνος θα έμπαινε στο μάτι του κυκλώνα και θα κατηγορούνταν τόσο από τους βενιζελικούς όσο και από την Αντάντ ότι δεν ήθελε να βγει η Ελλάδα στον Μεγάλο Πόλεμο επειδή τάχα ήταν γερμανόφιλος (και αυτή η ρετσινιά του έχει μείνει μέχρι σήμερα). 
 Στην πραγματικότητα όμως, ένας από τους βασικούς λόγους που ο βασιλιάς υποστήριζε την ουδετερότητα ήταν επειδή ήταν και ο ίδιος στρατιώτης και ήξερε από πρώτο χέρι την φρίκη και τα δεινά του πολέμου. Σε αντίθεση με τους πολιτικούς που είναι μακριά από το πεδίο της μάχης και κάνουν μεγαλεπήβολα σχέδια επί χάρτου, ο Κωνσταντίνος βρισκόταν δίπλα στους Έλληνες φαντάρους, ζούσε τις απάνθρωπες ταλαιπωρίες τους, έβλεπε τους θανάτους και τους ακρωτηριασμούς. Δεν ήταν ειρηνιστής και ήταν υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας αλλά ήξερε καλά ότι δεν μπορούσες να ζητήσεις σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από αυτούς τους τόσο ταλαιπωρημένους στρατιώτες να πάρουν πάλι τα όπλα, πόσο μάλλον για να μπουν σε ένα πόλεμο όπου δεν υπήρχαν εγγυήσεις και ανταλλάγματα και έτσι ήταν πολύ πιθανόν οι θυσίες τους να πήγαιναν χαμένες. 
"Ο Θεός να μας δώσει ειρήνη" ευχόταν ο Κωνσταντίνος για να αναπαυθούν οι στρατιώτες, να γυρίσουν στην καθημερινότητα και στις ειρηνικές τους εργασίες και να ανασυγκροτηθούν οι νέες Χώρες.
Είναι επιτακτική ανάγκη για μια σοβαρή αναθεωρητική βιογραφία του Κωνσταντίνου που θα φωτίσει τις άγνωστες πλευρές αυτού του ανθρώπου που παρεξηγήθηκε και αδικήθηκε όσο λίγοι στην ελληνική ιστορία. Και κάτι μου λέει ότι ο πραγματικός Κωνσταντίνος είναι αρκετά διαφορετικός από την εικόνα (ή μάλλον την καρικατούρα) που έχουν φτιάξει γι' αυτόν τόσο η πολεμοκάπηλη Ακροδεξιά που τον θαυμάζει όσο και το "πεφωτισμένο" Κέντρο που τον απεχθάνεται.

Ήρθε ό Άγιος Νικόλαος καί μού είπε…

Το παρόν θαύμα     καθώς και το επόμενο τα αφηγήθηκε η κα Σύλβια Λεωνίδου – Ονησιφόρου από την Λεμεσό και τα κατάγραψε ο κος Κυριάκος Νικολαίδης στο βιβλίο «Ο Άγιος Νικόλαος Μύρων της Λυκίας και η ενορία του στη Λεμεσό» (έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Λεμεσού).
Αρχίζει η αφήγηση…
         Ο παππούς     μου δηλαδή ο πατέρας της μητέρας μου, ονομαζόταν Ιωάννης Κυριακίδης. Υπηρέτησε στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου σαν νεωκόρος περισσότερο από τριάντα χρόνια.
Ήταν ένας τίμιος, ειλικρινής, ταπεινός και καλός άνθρωπος και αγαπούσε πάρα πολύ την Εκκλησία και είχε μεγάλη αδυναμία στον Άγιο Νικόλαο. Τον είχε πάντοτε προστάτη και βοηθό του.
Η Ιερά Μητρόπολη Κιτίου (η Λεμεσός υπαγόταν στην Μητρόπολη Κιτίου) είχε παραχωρήσει στον παππού μου το ένα από τα δυο σπίτια που υπήρχαν κοντά στη Εκκλησία, ακριβώς εκεί που στεγάζεται σήμερα το Ενοριακό Κέντρο, και ζούσε μαζί με τη γυναίκα του Ελένη. Στο άλλο σπίτι έμενε ο ιερέας με την οικογένειά του.
Ένα βράδυ του χειμώνα, που βροχές έρχονταν και βροχές έφευγαν, είχε μια μεγάλη καταιγίδα. Ήταν χαλασμός κόσμου. Βροντές ακούγονταν από μακρυά και μεγάλες αστραπές έσχιζαν τον ουρανό από ανατολή σε δύση.
Μεγάλη ερημιά και βαθύ σκοτάδι επικρατούσε παντού. Ούτε φώτα υπήρχαν, ούτε φεγγάρι, ούτε άστρα, γιατί ο ουρανός ήταν σκεπασμένος από μαύρα πυκνά σύννεφα.
   Ο παππούς μου είχε πλαγιάσει νωρίς. Περασμένα τα μεσάνυκτα. Η γιαγιά ξαφνικά άκουσε να σηκώνεται από το κρεββάτι του ο παππούς και τον βλέπει να ρίχνει βιαστικά πάνω στους ώμους του το φτωχικό του σακάκι, έτοιμος να βγει έξω από το σπίτι.
Αμέσως η γιαγιά μου του έβαλε τις φωνές.
«Πού πας Γιαννή, τέτοια ώρα»;
Ο δε παππούς ήρεμος και με σιγανή φωνή απαντά.
«Μη φοβάσαι,Ελένη. Ήρθε ο Άγιος Νικόλαος και μου είπε ότι έπεσε η ασημένια εικόνα του κάτω στο πάτωμα της εκκλησίας και θα πάω να την σηκώσω».
Παρόλες τις προτροπές της γιαγιά να μην πάει μέσα σε τέτοια φοβισμένη και βροχερή νύκτα, εντούτοις ο παππούς πήγε γρήγορα στον ναό χωρίς να χάσει λεπτό.
Μετά από λίγη ώρα επέστρεψε μούσκεμα σαν παπί, αλλά πολύ ικανοποιημένος και ευχαριστημένος. Είχε πράγματι δίκαιο.
Η ασημένια εικόνα του Αγίου Νικολάου ήταν πεσμένη στο πάτωμα της εκκλησίας, όπως του είχε πει προηγουμένως ο Άγιος. Ο παππούς σήκωσε την εικόνα του αγίου με μεγάλο σεβασμό και με πολλή ευλάβεια και την τοποθέτησε ξανά στην παντοτινή της θέση.
Κάνοντας το σταυρό του τρεις φορές προσκύνησε τον Άγιο Νικόλαο και αφού κλείδωσε την πόρτα της εκκλησίας, γύρισε μέσα στις βροχές στο φτωχικό του κρεβατάκι, για να συνεχίσει τον ύπνο του, ευχαριστημένος και ικανοποιημένος πλέον, γιατί είχε πράξει στο ακέραιον το καθήκον του.