Τα πρώτα χρόνια δεν είχε ούτε εγκόλπιο ούτε μπαστούνι Δεσποτικό. Είχε μόνο ένα απλό ξύλινο, αλλά χωρίς ασημένια λαβή. Μανδύα πήρε δανεικό για την ενθρόνισή του. Ποτέ του άλλη φορά δεν φόρεσε μανδύα στην Μητρόπολή του.
Κάποτε ήταν καλεσμένος στο Άγιον Όρος, στην πανήγυρη της Φιλοθέου. Του φόρεσαν τον μανδύα και τον ανέβασαν στον θρόνο. Πήγαιναν οι Πατέρες να πάρουν ευχή και ο Δεσπότης εστέκετο αλύγιστος με το κεφάλι ψηλά, ούτε τους κοίταζε. Τον είδε ο παπα-Στέφανος (Ρήνος) και διερωτήθηκε:
«Τόσο πολύ καμαρώνει ο Δεσπότης που του φόρεσαν μανδύα; Αποκλείεται, κάτι συμβαίνει». Τον ρώτησε αν είναι καλά και απάντησε:
– Στέφανέ μου, πνίγομαι, πνίγομαι. Αυτό το σαμάρι που με φόρεσαν δεν μπορώ να το σηκώσω, είναι βαρύ.
– Σεβασμιώτατε, μήπως το πατάτε;
– Δεν ξέρω.
Πράγματι το πατούσε και όταν τακτοποιήθηκε, πήρε την συνηθισμένη του ταπεινή στάση με το κεφάλι σκυφτό.
“Ιματισμόν και χρυσίον” δεν επεθύμησε ποτέ του. Φορούσε φανέλλες που είχε από στρατιώτης, και παντελόνια έγχρωμα τριμμένα. Τα πουκάμισά του ξεφτισμένα. Τρυπούσαν τα ρούχα του, τα μπάλωναν και τα φορούσε. Του έδιναν καινούργια ρούχα, ράσα, υφάσματα, αλλά τα χάριζε σε άλλους και αυτός έμενε με τα παλαιά πάντα.
Είχε και μία τσαντούλα από ιεροκήρυκας. Ήταν ξύλινη, κόπηκε το χερούλι της και χάλασε η κλειδαριά της. Την έκλεινε με μία παραμάνα και την κουβαλούσε στην μασχάλη του. Του αγόραζαν καινούργιες, τις έπαιρνε, τους ευχαριστούσε και τις έδινε σε φτωχούς. Έτσι έμενε ο ίδιος απλός, ταπεινός, φτωχός Επίσκοπος, μη αλλοιούμενος από τις τιμές και ανώτερος χρημάτων και κτημάτων.
Είχε μία μίτρα, την πιο φθηνή που υπήρχε και την φορούσε μόνο Χριστούγεννα, Πάσχα και τον Δεκαπενταύγουστο. Τα άμφιά του ήταν κυρίως «ευλογίες» από κοιμηθέντες ιεράρχες. Η αρχιερατική του στολή δεν ήταν ενιαία, αλλά άλλου χρώματος το κάθε μέρος της στολής.
«Τι να τα κάνω τα πολυτελή άμφια; Να μαλώνουν ποιος θα τα πάρη όταν πεθάνω;», είπε σε γνωστό του.
Δεν άφηνε να του ψάλλουν την φήμη του στην Λειτουργία. Προλάβαινε, έβγαινε στην Ωραία Πύλη και έλεγε:
«Τον Απόστολο, τον Απόστολο».
Ήταν Επίσκοπος χωρίς «φήμη», αλλά φημισμένος για την αρετή του, χωρίς αυτοκίνητο και χωρίς τα διακριτικά του αξιώματός του αλλά διακεκριμένος για την αρετή του…
Κάποια χρονιά που έκανε την Αποκαθήλωση στο χωριό Δρυοβουνο στην ύπαιθρο πάνω σε ένα λόφο, όταν πήγε να μιλήσει, του πρότεινε ένας ιερέας να του βάλλει μια “ψείρα ” (ένα μικροφωνακι), για να ακούγεται. Ο Δεσπότης παραξενευτηκε και είπε στον ιερέα:” Δεν είσαι στα καλά σου “. Μετά το κήρυγμα λέει στον παπά- Στέφανο:” Αυτός ο παπάς είναι τρελλός. Πήγα να μιλήσω και ήρθε να μου βάλλει μια ψείρα “. Όταν του εξήγησαν , παραδέχθηκε ότι δεν ξέρει από τέτοια πράγματα. Ήταν απλός, άκακος και απονηρευτος, χωρίς φθόνο και ζήλο για τα χαρίσματα των άλλων …
Ο Επίσκοπος Αντώνιος ήταν τόσο ταπεινός που όχι μόνο άλλος Δεσπότης, αλλά ούτε κληρικός είναι εύκολο να βρεθή σαν αυτόν.
Δώστε Τιμή σ' αυτούς, μέσω των οποίων ήλθατε στη ζωή.
Κυριακή των Προπατόρων η σημερινή.Ημέρα Εορτής και Τιμής των Προγόνων του Θεανθρώπου. Η Καινή Διαθήκη αρχίζει αναφέροντας όλους τους προγόνους του Χριστού, δείχνοντας το γενεαλογικό του δέντρο και τιμώντας τους παράλληλα. Τί άνθρωποι ήταν αυτοί; Βοσκοί, γεωργοί, αλλά και ιερείς και βασιλιάδες.Ισραηλίτες αλλά και Εθνικοί.Άγιοι, αλλά και μεγάλοι αμαρτωλοί και φονείς κάποιοι.Γυναίκες σεβάσμιες και άγιες, αλλά και πόρνη κάποια. Όλους και όλα τα χρησιμοποίησε ο Θεός για να εκτελέσει την υπόσχεση που έδωσε μέσα στον Παράδεισο ότι θα στείλει Σωτήρα να ελευθερώσει τον σκλαβωμένο άνθρωπο από τα δεσμά του Όφεως. Δεν ξεχώρισε τους άγιους από τους αμαρτωλούς, τους βασιλιάδες από τους βοσκούς, σε όλους έδωσε την ίδια Τιμή ως Προγόνους Του. Μέσα από όλους αυτούς πέρασε ο Χριστός. Και οι δικοί μας πρόγονοι άνθρωποι ήταν με σάρκα, άλλοι έζησαν άγιοι και καθαροί και άλλοι πολεμήθηκαν από πολλά πάθη. Σε όλους αρμόζει Η ΙΔΙΑ ΤΙΜΗ από εμάς.Δεν θα Γίνουμε Εμείς οι Κριτές τους. Τιμήστε με κάθε τρόπο τους προγόνους σας '' καί ἀμοιβάς ἀποδιδόναι τοῖς προγόνοις· τοῦτο γάρ ἐστι καλόν καί ἀπόδεκτον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ''... Απόστολος Παύλος.... Εκμεταλλευτείτε την κάθε ευκαιρία που σας δίνετε και δώστε Τιμή σ' αυτούς, μέσω των οποίων ήλθατε στη ζωή. Θα παρατηρήσετε κάτι διαφορετικό να αλλάζει στη ζωή σας και την οικογένεια σας. Μέσα μας όλοι κάτι έχουμε κληρονομήσει από τον καθένα τους, ας το διακρίνουμε και ας αυξήσουμε ό,τι αγαθό και ας διορθώσουμε ό,τι στραβό. Είναι ντροπή για την γενεά μας να μην γνωρίζουμε ούτε τα ονόματα των προπαππούδων μας, ανθρώπων που τόσους αγώνες και αγωνίες υπέφεραν στη ζωή τους για τους απογόνους τους και για εμάς σήμερα αυτοί να είναι Ξένοι και Άγνωστοι. Τουλάχιστον μια μνημόνευση στην Εκκλησία, μια προσευχή ατομική για τις ψυχές τους, ένας καλός λόγος για τον καθένα, τους αξίζει. Ο Ίδιος ο Χριστός μας έδωσε ρητή Εντολή γι' αυτό. ''Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα εύ σοι γένηται, και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης'' Εντολή με Επαγγελία ''Για να σου γίνει καλό στη ζωή σου και να ζήσεις πολλά χρόνια'' Γνωρίζω περίπτωση νεαρού που έβρισε πολύ άσχημα τους γονείς του, πήρε το μηχανάκι για βόλτα την ίδια μέρα και σκοτώθηκε. Μορφωμένη κάποια, την ώρα της Στέψης έδιωξε πιο μακριά της την ταλαίπωρη και φτωχή χήρα μάνα της που την σπούδασε, για να μην την σχολιάσουν οι συνάδελφοι της. Ένα παιδί κατάφερε αυτή η κόρη να κάνει, το οποίο αφού της έφαγε όλη την περιουσία και την καταχρέωσε, την άφησε στους δρόμους να τριγυρνάει κουρελιασμένη και να ζητάει φαγητό. Όλοι μας κάναμε Μεγάλα Λάθη εν αγνοία της σοβαρότητας αυτής της Εντολής. Είναι αλήθεια ότι κάποια στιγμή επιτρέπει ο Θεός να τα επαναλάβουν τα παιδιά μας σε εμάς. Ας σκύψουμε το κεφάλι εκείνη την ώρα και ας πούμε σιωπηλά '' Ό,τι έκανα Θεέ μου λαβαίνω. Συγχώρεσε με" και ας βρούμε τρόπους να τους τιμήσουμε είτε είναι εν ζωή, είτε όχι. Ο Ιωσήφ όταν έγινε Πρωθυπουργός της Αιγύπτου και πήρε τον πατέρα του Ιακώβ και τα αδέλφια του στην Αίγυπτο, παρουσίασε τον τσομπάνο και αγράμματο πατέρα του στον Φαραώ της Αιγύπτου, τον Πλανητάρχη της εποχής εκείνης ''ο πατέρας μου'' του είπε και δεν ντράπηκε. Στις μέρες μας η βρισιά και η ειρωνεία από τα παιδιά στους γονείς κατέχουν την πρώτη θέση και απαξιούν ακόμα και στους φίλους τους να συστήσουν τους γονείς τους ή αν το κάνουν θα πουν ο Γέρος μου ή η Γριά μου. Είναι και αυτά σημεία των ημερών. Όταν ο Απ. Παύλος στη Β΄Τιμοθέου Επιστολή, προφητεύει πώς θα είναι οι άνθρωποι των τελευταίων ημερών, λέει και τούτο ''βλάσφημοι, απειθείς εις τους γονείς''. Ζήσαμε μικροί το χειροφίλημα Σεβασμού στους Γεροντότερους, τουλάχιστον στις Γιορτές. Ζήσαμε άντρες μεγάλους στην ηλικία, να απαντούν στη γερόντισσα μάνα τους όταν τους καλούσε ''Όρισε Μάνα''. Σεβασμός και διάθεση να εκτελέσουν πρόθυμα την επιθυμία της. Ζήσαμε να σηκώνετε όρθιος κάποιος όταν περνούσε γεροντότερος μπροστά του. Και αυτή είναι γραμμένη εντολή στην Αγία Γραφή ''Ενώπιον του γεροντότερου θα προ-σηκώνεσαι'' Ας κάνουμε όλοι μια προσπάθεια να περισώσουμε ό,τι μπορούμε. Βλέποντας εμάς να Τιμούμε Αληθινά και να Σεβόμαστε τους γονείς μας και τους μεγαλύτερους μας ΙΣΩΣ και οι νεώτεροι διορθώσουν την οδό τους. Χρήστος Κλητσινάρης
Η καταπληκτική ιστορία ανεύρεσης του ιερού λειψάνου του Αγίου Ελευθερίου
Η καταπληκτική ιστορία της ανεύρεσης και της παράδοσης του αγίου αυτού λειψάνου στον Ναό του Παντοκράτορος των Πατρών είχε ως εξής, κατά τις εξιστορήσεις του κυρίου Ζηγόπουλου, δημοτικού συμβόλου της Πάτρας και ενοριακού επιτρόπου του Ναού του Παντοκράτορος: Στα μέσα του 19ου αιώνα, λοιπόν, ένας γηραιός Εφέτης είχε καλέσει στην οικία του τον τότε ιερέα του Ναού και ημιπαράφρων από τον τρόμο, του διηγήθηκε την τραγική περιπέτειά του και ικέτεψε γονυπετής για άφεση αμαρτιών. Ο πατέρας του γηραιού Εφέτη, ο οποίος είχε περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη Μικρά Ασία ως ιερέας, του είχε εμπιστευθεί κατά τις τελευταίες του στιγμές, λίγο πριν ξεψυχήσει, ότι σε μια μυστική κρυψώνα φύλαγε τη δεξιά χείρα του Αγίου Ελευθερίου, την οποία του την είχε παραδώσει άλλος πάλι ιερέας στη Μικρά Ασία τις ώρες του δικού του θανάτου. Ο νεαρός τότε δικαστικός κράτησε μυστική την ύπαρξη του ιερού αυτού λειψάνου, το οποίο εγκατέλειψε λησμονημένο στην κρυψώνα του. Έτσι, πέρασαν αρκετά χρόνια, οπότε αιφνιδίως ένας άνεμος καταστροφής και συμφοράς φύσηξε στο σπίτι του Εφέτη. Τα ατυχήματα έρχονταν το ένα μετά το άλλο, φρικτές αρρώστιες τους έδερναν, μια μιζέρια είχε πέσει στο άλλοτε ευτυχισμένο σπίτι του δικαστικού λειτουργού και τέλος, ο θάνατος κατέφτασε και τους θέρισε τον έναν μετά τον άλλον. Τα μέλη της οικογένειας ξεκληρίστηκαν πριν προλάβουν να το καταλάβουν, κατά έναν τρόπο μυστηριώδη και φοβερό. Ένας μαρασμός, μια διαρκής μελαγχολία, το βάρος ενός φόβου αδικαιολόγητου κι έπειτα, κάποιο πρωί, το θανατικό, το βαρύ πένθος… Έτσι, για λίγο καιρό, ο δυστυχής Εφέτης έμεινε ολομόναχος, κυκλοφορώντας σαν το φάντασμα στο ερημωμένο του σπίτι, πάντα βαρύθυμος, μαραζωμένος, ανήσυχος και φοβισμένος, με μια μόνιμη φρικαλέα συναίσθηση του πόνου να τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα, σε κάθε του ανάσα. Κινδύνευε να παραφρονήσει. Νόμιζε ότι άκουγε χτύπους, συζητήσεις, ψαλμωδίες, καμπάνες να βοούν και να συγκλονίζουν ολόκληρο το σπίτι του. Ένα βράδυ, μάλιστα, που νόμισε ότι ονειρευόταν, είδε το χέρι του Αγίου Ελευθερίου, που το είχε λησμονημένο στη μυστική κρυψώνα του, να σηκώνεται ψηλά, να μεγαλώνει, να γίνεται πελώριο και να συντρίβει με ένα σφίξιμό του ολάκερο το δυστυχισμένο σπίτι του Εφέτη. Το πρωί, άρρωστος, έσπευσε να ειδοποιήσει τον ιερέα της ενορίας του, στον οποίο εξομολογήθηκε και ζήτησε τη συνδρομή του. Το άγιο λείψανο, φυσικά, παρελήφθη, αφού καθαγιάστηκε το σπίτι του δικαστικού και έκτοτε, φυλάσσεται στον Ιερό Ναό του Παντοκράτορος Πατρών. Στην Αθήνα και συγκεκριμένα, στον Ιερό Ναό του Αγίου Ελευθερίου Γκύζη θα παρέμενε για λίγες μόνο ημέρες. Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ”, στις 12/06/1932…
Οι ανάπηροι αγιογράφοι αδελφοί Λέπουρα· ο Βασίλειος (μετέπειτα μοναχός Ραφαήλ) και ο Νικάγγελος
Πως μπορείς να μιλήσεις για δύο εκκλησιαστικές προσωπικότητες τόσο σημαντικές και συγχρόνως τόσο αγνοημένες από τον ιστορικό τους περίγυρο; Όσες πληροφορίες κι αν πάρεις από τους οικείους, από τους φίλους, από τους μαθητές, από τους πνευματικούς πατέρες που τους έζησαν θα είναι ένα μικρό, προσωπικό βίωμα του καθενός από τα πρόσωπα αυτά και θ’ αντιστοιχεί σε μία πτυχή, σ’ ένα συμβεβηκός της ζωής και της προσωπικότητάς τους. Πολύ περισσότερο, πως μπορεί να μιλήσει ο καθένας μας για τις προσωπικότητες αυτές, όταν για εμάς μία κίνηση του χεριού μας γίνεται τόσο εύκολα χωρίς να το σκεφτούμε, ενώ για κάποιους άλλους μπορεί να είναι ένας τιτάνιος αγώνας, μία επίπονη προσπάθεια ν’ απλώσουν το χέρι και να πάρουν ένα αντικείμενο. Ο λόγος αφορά στους δύο αδελφούς αγιογράφους: στον Βασίλειο και στο Νικάγγελο Λέπουρα. Η καταγωγή των γονέων τους ήταν από τη νήσο Κέα. Ο Βασίλειος γεννήθηκε το 1930 και ο Νικάγγελος το 1932. Πρώτα ο Βασίλειος και στην συνέχεια ο αδελφός του δοκιμάστηκαν από την παιδική τους ηλικία με ασθένεια των μυών που τους οδήγησε συν τω χρόνω στην ακινησία. (Ο πρώτος θα δοκιμαστεί σκληρότερα και θα κοιμηθεί εν Κυρίω μετά από δεκαπέντε μαρτυρικά χρόνια τον Μάϊο του 1999, ενώ ο δεύτερος μέσα σε διάστημα ενός μηνός αφότου έσπασε το πόδι του, θα κοιμηθεί εν Κυρίω, τον Αύγουστο του 1995.) Η δοκιμασία όμως αυτή δεν υπήρξε άκαρπη για τους δύο αδελφούς. Ο Βασίλειος εγκατέλειψε από μικρός το σχολείο και αφοσιώθηκε στο σχολείο της πίστης. Αγάπησε με πάθος τους αγίους κι άρχισε να συλλέγει βίους και ακολουθίες τους από κάθε δυνατή πηγή. Σαν το διψασμένο ελάφι ξεδιψούσε από τα νάματα της πίστης των μαρτύρων, των οσίων, των ομολογητών, των ασκητών. Μελετώντας τους βίους και κοιτάζοντας τις εικόνες τους άρχισε δειλά να σκιτσάρει τα άγια πρόσωπά τους. Να δημιουργεί μια εικονογραφική σχέση μαζί τους και να συνομιλεί. Αυτά τα σχέδια και τις πρωτόλειες εικόνες είδε ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Ξυνόπουλος, ο μαθητής του Κόντογλου και καθηγητής στη συνέχεια της τεχνικής της αγιογραφίας στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και αποφάσισε να τις δείξει στον δάσκαλό του. Με τις υποδείξεις του Κόντογλου ο νεαρός Βασίλειος άρχισε να αγιογραφεί. Νυχθημερόν είχε το αναλόγιο μπροστά του ανοιχτό σε κάποια ακολουθία αγίου. Μοναδική τροφή της ψυχής του οι βίοι των αγίων και των οφθαλμών του τα αγιασμένα τους πρόσωπα. Πως ήταν δυνατόν το θεοφιλές πάθος του Βασιλείου ν’ αφήσει αδιάφορη την ψυχή του συμπάσχοντος αδελφού του; Λίγο αργότερα θα μυηθεί και ο Νικάγγελος στην ιερή τέχνη της αγιογραφίας, αφού ολοκληρώσει τις εγκύκλιες σπουδές του. Πάνω στα τραπέζια των δύο αδελφών θα στρώνεται στο εξής καθημερινό συμπόσιο με προσκαλεσμένους, πατριάρχες, αρχιεπισκόπους, ιερείς, μοναχούς, στρατιωτικούς αλλά και απλούς οσίους. Στήν κεφαλή του Συμποσίου ο Σωτήρας Χριστός, ο Φωτοδότης, ο Ελεήμων και πλάι του η Γλυκοφιλούσα Θετόκος. Η αναπηρική καρέκλα τους γίνεται θρόνος αναγωγής της ψυχής τους προς τον Θεό· οδός ταχείας συνάντησης του νου και της καρδιάς τους με τους αγίους. Η τέχνη τους κοινή όχι όμως και ο χαρακτήρας τους. Ο Βασίλειος, όπως αντανακλάται και μέσα από τις εικόνες του, είναι πιο σταθερός και αμετακίνητος στον πόθο της καρδιάς του. Κάθε λόγος του και σκέψη του έχει απόλυτη αναφορά στο πρόσωπο των αγίων. Έξω από το αγιολογικό πλαίσιο όλα χάνουν την αυθεντικότητά τους και το ενδιαφέρον για εκείνον. Αντίθετα ο Νικάγγελος δεν έχει ως αποκλειστικό ενδιαφέρον μόνο την αγιολογία∙ ενδιαφέρεται και για την κοινωνική ζωή, για τα εκκλησιαστικά ζητήματα και ιδιαίτερα το πρόβλημα του παλαιού ημερολογίου που ταλαιπωρούσε την Εκκλησία στα χρόνια του 1950. Oι φωτεινές εικόνες του αντανακλούν αυτή την συγκρατημένη εξωστρέφεια χωρίς όμως να χάνουν τίποτα από το λιτό, αγιοπνευματικό τους βάθος. Oι εικόνες του Βασιλείου αντίστοιχα σου επιβάλλονται με την πνευματική τους δύναμη, τη λιτή αυστηρότητα αλλά συγχρόνως και τη μυστική ζωή τους. Oι αδελφοί Λέπουρα μετέδιδαν τον πλούτο της καρδιάς τους σε όσους τους πλησίαζαν. Άδειαζαν ανιδιοτελώς το υπερπλήρες δοχείο της ψυχής τους προς όλους όσους πήγαιναν με άδεια ψυχή που ζητούσε να γεμίσει από τη χάρη της αγιογραφίας. Κι ήταν πολλοί εκείνοι που σύχναζαν στους αδελφούς Λέπουρα και τους αποκαλούσαν στη συνέχεια «δασκάλους». Ο ορθόδοξος αγιογράφος δεν κρύβει τη δουλειά του, δεν θεωρεί πως κατέχει μυστικά μιας ατομικά δικής του τέχνης, αλλά ζητά να την κοινωνήσει με όλους τους αδελφούς του. Η εικόνα δεν είναι για εκείνον ένα μέσον καταξίωσης, αλλά μία ομολογία πίστης. Πρώτοι άπ’ όλους oι Λέπουρα στην εποχή τους τύπωσαν εικόνες τους στη Βοστώνη, το 1968 προσφέροντας πρότυπα ορθόδοξης εικονογραφίας. Μεταδίδουν κάθε τι σχετικά με την τέχνη τους σε πολλούς που έρχονται και μαθητεύουν κοντά τους. Αντίθετα, oι πολλοί που ευεργετήθηκαν από τους αδελφούς Λέπουρα δεν τους αφιέρωσαν, ως δείγμα ευγνωμοσύνης ούτε ένα μικρό άρθρο για την τέχνη τους. Κι ας έγραφαν σε περιοδικά και βιβλία τις εικονολογικές τους θεωρίες. Ο Βασίλειος και ο Νικάγγελος Λέπουρας μέσα από τη ζωή και το έργο τους μας διδάσκουν το ήθος του αγιογράφου, τον τρόπο διά του οποίου διαμορφώνεται ο αυθεντικός τεχνίτης της Εκκλησίας. Η τέχνη τους απαιτεί πνευματικά κριτήρια για να «διαβαστεί» κι όχι αισθητικά ή καλλιτεχνικά, όπως της σύγχρονης, «αγιογραφικής» μας «ανανέωσης». Τα κριτήρια αυτά διαμορφώνονται μέσα στην προσευχή, όπου η ψυχή έρχεται σε κοινωνία με τους αγίους και ενώνεται εν Αγίω Πνεύματι μαζί τους. Η εικόνα οφείλει να βοηθά το έργο της προσευχής κι όχι να το διασπά, γιατί «η εικόνα είναι ένα λειτουργικό σκεύος μέσα στο οποίο αναπαύεται η Θεία Χάρις και συμμετέχει ολόκληρο στη λειτουργία.»[1] Και είναι αλήθεια, πως η διαυγής τέχνη των αδελφών Λέπουρα, παραμένει σταθερή και ακλόνητη στην πατροπαράδοτη αυτή πίστη. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τους σκεπάζει.
Η καταγραφή ενός θαύματος του Αγ.Σπυρίδωνα από έναν πρωθυπουργό
Ήταν παραμονή του Αγίου Στεφάνου και στον πολιούχο της πόλεως του Μεσολογγίου, του Αγίου Σπυρίδωνα, μια οικογένεια παρακαλεί τον ιερέα να ξενυχτήσει το παράλυτο παιδί τους μέσα στην εκκλησία. Με ικεσίες, παρακλήσεις και πολύ πίστη για ένα θαύμα. Η αγάπη ενός γονιού για το παιδί του, εκεί που δεν το χωράει ο νούς του να βλέπει το παιδί του, το ίδιο του το σπλάχνο να μην μπορεί να περπατήσει και ειδικά εκείνες τις παλεές εποχές αυτό γινόταν πιο δύσκολο μιας και δεν μπορούσε να έχει ειδικές φροντίδες αυτό το παιδί από κανέναν πέραν αυτής, των γονιών του. Και τι θα απογίνονταν αν οι γονείς έφευγαν από την ζωή; Ποιος θα διακονούσε με τόση αγάπη και υπομονή το παράλυτο παιδάκι τους; Ποιος; Ο Ιερέας δέχεται και τους επιτρέπει να ”ξενυχτήσουν” το παιδί μέσα στον ναό. Τους αποχαιρετά ευχόμενος να πιάσουν οι παρακλήσεις τους. Όλη την νύχτα ξάγρυπνοι οι γονείς, γονατιστοί, με ικεσίες προς τον Πανάγαθο Θεό μπροστά στην εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνος, του προστάτου της πόλεως τους, αυτουνού που άκουγε κάθε μέρα τα παρακάλια τους. Του ζήταγαν για ακόμη μια φορά να μεσιτεύσει στον Θεό να κάνει καλά το παιδί τους. Και ω του θαύματος !! Εκεί κάπου στα ξημερώματα το παιδί ξαπλωμένο και ανήμπορο όπως ήταν να σταθεί στα πόδια του, μπροστά στην εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα, βλέπει τον Άγιο Σπυρίδωνα να βγαίνει από την εικόνα του να του απλώνει το χέρι δίνοντάς του κάτι, σαν ένα μικρό κομμάτι αντίδωρου έμοιαζε, και να του λέει σήκω. «Σήκω και περπάτα, μπορείς, είσαι καλά τώρα» Το παιδί σηκώνεται και ξαφνικά το βλέπουν οι γονείς του να περπατά, άρχισαν τα κλάματα. Αυτήν την φορά δάκρυα χαράς κύλισαν στα ξάγρυπνα πρόσωπά τους. Δεν πίστευαν στα μάτια τους και όταν ρώτησαν το παιδί τους τι έγινε αυτό τους είπε τι είχε δεί. Γονατιστοί ευχαριστούσαν τον Θεό μα και τον Άγιο που πραγματοποίησε την μεγαλύτερη ευχή τους, να γιάνει το παιδί που τόσο αγαπούσαν. Το θαύμα αυτό έγινε ξημερώνοντας του Αγίου Στεφάνου, δυστυχώς ο χρόνος μα και τα λοιπά στοιχεία δεν διεσώθησαν. Διασώθηκε όμως η καταγραφή αυτού του θαύματος από τον έναν πρωθυπουργό της Ελλάδας. Τον Σπυρίδωνα Τρικούπη. Όχι μόνο κατέγραψε το θαύμα αλλά συνέταξε και ειδική ακολουθία για το γεγονός αυτό προς τιμήν του Αγίου Σπυρίδωνος και του Αγίου Στεφάνου ανήμερα της μνήμης του οποίο έγινε το θαύμα. Από τότε και κάθε χρόνο ψάλετε ανήμερα του Αγίου Στεφάνου αυτή η ακολουθία που συνέταξε ένας πρωθυπουργός και εκείνη την ημέρα σαν σήμερα δηλαδή στο Μεσολόγγι έχουν την λεγόμενη Μονοεκκλησία. Τελείτε δηλαδή (εκτός αν πέσει ημέρα Κυριακή) Θεία Λειτουργία μόνο στον μητροπολιτικό ναό της πόλης, αυτόν του Αγίου Σπυρίδωνος παρευρισκόμενων όλων των ιερέων της πόλεως και σύσσωμου του πληρώματος της εκκλησίας. Ενώ περίλαμπρο προσκυνητάρι με την εικόνα του μαρτυρίου του πρωτομάρτυρα και Αρχιδιακόνου Στεφάνου κοσμεί τον ναό. Θαυμαστά τα έργα σου Κύριε εν τοις Αγίοις σου!
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)



