Στις μέρες μας το παγκόσμιο σκηνικό συνθέτουν αιματηρές συρράξεις, βίαιες αναστατώσεις, αδικίες και αγριότητες που προσβάλλουν την ανθρώπινη υπόσταση και πιστοποιούν την απογοητευτική εικόνα του πολιτισμένου κόσμου.
Ο άνθρωπος και ιδιαίτερα ο νέος βρίσκεται παγιδευμένος μέσα στην πολυπλοκότητα των αντιφάσεων της σύγχρονης εποχής, που επιχειρούν την αλλοτρίωση και χειραγώγηση του.
Οι αξίες κηρύσσονται έκπτωτες, προβαλλόμενα μοντέλα ζωής ακροβατούν σε εύθραυστες ισορροπίες, διαπροσωπικές σχέσεις εξασθενούν μέσα στο γενικότερο κλίμα ανασφάλειας και φόβου.
Η επιβίωση του ανθρώπου με όρους ανθρωπιάς καθίσταται ολοένα δυσκολότερη και η προσπάθεια του για ανασύνταξη τον βρίσκει να έχει παραιτηθεί ασθμαίνοντας από ηθική κόπωση.
Τρόπους και μεθόδους μπορεί να αναζητήσει στα μεγάλα αποθέματα της παγκόσμιας γνώσης και σοφίας, την εσωτερική ισορροπία και την προσωπική του ολοκλήρωση, όμως, μπορεί με έμπνευση να οικοδομήσει μέσα από την Ορθόδοξη Παράδοση της Εκκλησίας, που εδώ και αιώνες είναι θεμελιωμένη σε πελώριους τύμβους από ιερά οστά αγιασμένων μορφών που αγωνίστηκαν ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου.
Ένα πνευματικό κεφάλαιο ανεκτίμητης αξίας, ανέγγιχτο από κάθε φθοροποιό τάση στο πέρασμα του χρόνου, αναδεικνύεται η ζωή, το έργο και η παρακαταθήκη του Επισκόπου Σισανίου και Σιατίστης Αντωνίου Γ. Κόμπου.
Υπηρετώντας ως δάσκαλος αρχικά και ως καθηγητής Θεολόγος Μέσης και στη συνέχεια Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης, διατελώντας ταυτόχρονα και Διευθυντής με τις δημοκρατικές και παιδαγωγικές ιδέες του, προπορευόμενος της εποχής του, με την υψηλή μόρφωσή και το σπουδαίο συγγραφικό του έργο, συνέβαλλε να ανοίξουν νέοι ορίζοντες στην Ελλάδα από το 1950 και μετά.
Με βαθιά και μακρόχρονη, «παιδιόθεν», εκκλησιαστική παιδεία, προσέρχεται «περίτρομος εἰς τῆς Ἱερωσύνης το προαιρετικόν μεν, ἀλλά και τόσον μέγα Μυστήριον» με την εις πρεσβύτερον χειροτονία του στις 4-12-1967, έχοντας πλήρη επίγνωση της ευθύνης που απαιτεί το «φρικτόν θυσιαστήριον τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ».
Θα αποδειχθεί ο σεμνός Κληρικός με βαθύτατη πνευματικότητα, που συνειδητά διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στην ζωή του πιστού, αφήνοντας τη σφραγίδα του στο ιστορικό πέρασμά του. Καθοδηγητής οδήγησε τους ανθρώπους από την αμάθεια και την άγνοια στη γνώση, την κατανόηση και οικειοποίηση της Χριστιανικής Διδασκαλίας και των υψηλών νοημάτων της.
Οι μαθητές των Εκκλησιαστικών Σχολών όπου και δίδαξε αγαπούσαν τους καθηγητές τους καθώς η προσφορά των Σχολών υπήρξε πολύ σημαντική στην ελληνική κοινωνία. Τον καθηγητή και Διευθυντή όμως, τον π. Αντώνιο Γ. Κόμπο δεν τον αγαπούσαν απλά, τον ελάτρευαν! Δεν έμοιαζε με κανέναν ! Υπήρξε για τους μικρούς σπουδαστές Πατέρας και Διδάσκαλος, οικειοποιούμενος καθόλα τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς του Αγίου Νεκταρίου και έπαιρνε σάρκα και οστά «η φήμη του που έφτανε πριν από εκείνον και έλεγε πως πρόκειται για έναν ΑΓΙΟ!» .
Αντιλαμβανόμενοι την υπεροχή του σε όλους τους τομείς, την απεραντοσύνη της καλοσύνης του και τη θυσιαστική του αγάπη να εκχέεται αθόρυβη και πλούσια, δείχνοντας την αντοχή και τη στερεότητά της μέσα στις ποικίλες δυσκολίες της καθημερινότητας, τον αποκαλούν τόσο μεταξύ τους, όσο και μπροστά του «Άγιο Διευθυντή». Έτσι σε όλους τους χώρους αντιλαλούν οι μαθητικές φωνές απευθυνόμενοι ο ένας στον άλλο:
«-Σε ζητάει ο Άγιος…»
«-Σε βρήκε ο Άγιος Διευθυντής ;».
Ο παλμός της ζωής του «Αγίου Διευθυντή» γίνεται φανερός σε κάθε εκδήλωσή της και οι μαθητές που τον ακολουθούν στις γνώριμες οδοιπορίες και στις γοητευτικές αναβάσεις, το διαπιστώνουν:
«Τον ελεύθερο χρόνο του, μας έπαιρνε μαζί του και ανεβαίναμε στον εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Του άρεσε πολύ αυτή η διαδρομή, όμως εμείς δε μπορούσαμε να τον φτάσουμε.
- Άγιε Διευθυντά, τρέχετε τόσο πολύ, δε μπορούμε να σας φτάσουμε!! Λέγαμε λαχανιασμένοι.
-Αχ δεν έχετε ψυχή μωρέ, δεν έχετε ψυχή … απαντούσε και συνέχιζε αυτός να προπορεύεται.
Όταν φτάναμε στο εξωκκλήσι, καθόμασταν και μας μιλούσε, μας μιλούσε Θεέ μου, τόσο ωραία! Μας ανέλυε το Συναξάρι της ημέρας, μας εξηγούσε λόγους του Αγίου Βασιλείου, μας συμβούλευε και εμείς ακούγαμε, ακούγαμε και δε χορταίναμε να βλέπουμε εκείνο το πρόσωπό του με την τόση ιλαρότητα …!
Εμείς τον αποκαλούσαμε «ο Άγιος Διευθυντής» και πολλές φορές μόνο «ο Άγιος», γιατί ό,τι έλεγε και έκανε αυτός ο άνθρωπος έβγαινε από την ψυχή του!»
Ακόμα και σήμερα στην Εκκλησιαστική Σχολή στις παρυφές της Ξάνθης, μπορεί ο ευλαβικός προσκυνητής να αφουγκραστεί τον απόηχο, μέσα στο θρόισμα των φύλλων, την ώρα που τα κλαδιά γέρνουν πάνω στον ιστορικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, από τις νεανικές προσφωνήσεις προς τον Διδάσκαλο και να βιώσει την κατάπληξή τους όταν μπροστά στα μάτια της άδολης νεανικής ψυχής τους κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, την ώρα της Μεγάλης Εισόδου έβλεπαν τον π. Αντώνιο «να ίπταται!» κρατώντας στα χέρια του τα προσφερόμενα Τίμια Δώρα.
Στον ιστορικό αυτό ναό πόσες φορές τον είχαν δει «να μην πατά στη γη», πόσες συγκινήσεις είχαν ζήσει. Πόσες φορές ενώ έκλειναν τα βλέφαρά τους γέρνοντας στα στασίδια στις 4:00 τα ξημερώματα, εκείνος «φιλακόλουθος και ακούραστος διάβαζε ώρες ολόκληρες… και δεν τελείωνε, δεν τελείωνε, τι κουράγιο είχε! Δεν έχανε ούτε ένα νι ή ένα σίγμα...εκείνες οι καταβασίες!». Πόσες εμπειρίες τους είχαν σημαδέψει και διαμόρφωσαν μια σχέση που θα διατηρηθεί σε όλη την πορεία της ζωής τους. Εκείνοι θα τον κλείσουν στην ψυχή τους και εκείνος ο στοργικός Ποιμένας θα έχει την πατρική του αγκαλιά ανοιχτή να τους περιμένει πάλι και πάλι.
Ι.Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών-Εκκλησιαστική Σχολή Ξάνθης
Υπέρμαχος του δικαίου ο π. Αντώνιος Κόμπος και του καλού στο όνομα της Αγίας Τριάδος, ανεξίκακος και συγχωρητικός, αγωνίστηκε πολύ να ξεριζώσει κάθε δοξασία και κάθε κακότητα με προσωπική θυσία και κίνδυνο της ίδιας του της ζωής, ακόμα και όταν οι συνθήκες υπήρξαν προκλητικά δυσμενείς.
Τα λόγια του και οι ιδέες του μεταβλήθηκαν σε πράξη αποτελεσματική, έγιναν δράση μέσα από μια προσπάθεια ανάπλασης της πνευματικής ζωής του πιστού στις ποικίλες κοινωνικές της εκφάνσεις, μέσα και έξω από τις διδασκαλικές αίθουσες που γέμιζαν ασφυκτικά για να τον ακούσουν, καθώς «ο κόσμος έτρεχε να τον ακούσει σαν το μελίσσι, ήταν ένας χείμαρρος» και ως επακόλουθο κατέκτησε τις καρδιές όλων, όπου κλήθηκε να υπηρετήσει. Πάτμος, Αρεόπολη, Κόρινθος, Κατερίνη, Ξάνθη, Λαμία, ο ερχομός του κάθε φορά άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο, μαθητές και πιστός λαός από νωρίς αντιλαμβάνονται τη συγκροτημένη προσωπικότητα και τους ασκητικούς αγώνες του, καθώς επρόκειτο «για έναν μοναδικό άνθρωπο που ενέπνεε και γοήτευε» και στο αντίκρισμά του π. Αντωνίου κάνουν το σταυρό τους, καθώς ακτινοβολούσε από τη Θεία Χάρι.
Κατόπιν αντιλάλησαν τα Ακαρνανικά Όρη, τα δυσπρόσιτα χωριά της Αιτωλίας που περπάτησε σπιθαμή προς σπιθαμή ο θεόπνευστος Ιεροκήρυκας π. Αντώνιος Κόμπος από το 1970 και έκανε όλους τους Αιτωλοακαρνάνες να τον αγαπήσουν και να παραδεχτούν πως πρόκειται πραγματικά για έναν «για έναν Άγιο» , για «ἕναν ὁσιακῆς βιοτῆς Ἱεροκήρυκα» και ο Επίσκοπός Αιτωλίας Θεόκλητος απερίφραστα θα καταθέσει:
« … κατέκτησες τας καρδίας τοῦ λαοῦ μας, ὁ ὁποῖος σε ἔβλεπεν ὡς νεώτερον Κοσμᾶν Αἰτωλόν… Οἱ πόδες σου ἔτρεχον παντοῦ, εὐαγγελιζόμενοι εἰρήνην, εὐαγγελιζόμενοι τα ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἥρεμα, ταπεινά, ἁπλᾶ, χωρίς θορύβους, χωρίς τυμπανοκρουσίας, και ἐπιδεικτικάς προβολάς..»
Αξιοποιώντας στο έπακρο τις πνευματικές και ψυχικές του δυνάμεις, στοχεύοντας αφενός στην ολοένα αυξανόμενη τελείωση, θέτοντας την ύπαρξή του ολόκληρη στη διάθεση του Κυρίου και αφετέρου υπηρετώντας με κάθε πρόσφορο τρόπο τον πλησίον, φανέρωσε σε κάθε περίπτωση την ευγένεια της ψυχής του και το επίπεδο της αρετής του.
Το 1974 με Θεία Πρόνοια εκλέγεται παμψηφεί Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης και σειρά έχουν οι βουνοκορφές της Δυτικής Μακεδονίας να αντηχήσουν την αλήθεια, καθώς όχι μόνο οι κάτοικοι αλλά και «οἱ λίθοι κεκράξονται»:
«- Ε… αυτός είναι πράγματι άλλος Επίσκοπος! Αυτός είναι Άγιος!».
Σε κάθε περιοχή, όπου και αν βρέθηκε, οι άνθρωποι ψηλαφώντας την ένθεη ζωή του μέσα από την τραχύτητα των δοκιμασιών, νιώθουν θαυμασμό και ευγνωμοσύνη, καθώς συμβάλλει ευεργετικά στην συνδιαμόρφωση της δικής τους ζωής .
Ο Ιεράρχης Αντώνιος Γ. Κόμπος πείνασε και δίψασε για το Χριστό. Στερήθηκε και δοκιμάστηκε για τον πλησίον χωρίς δειλιάσεις και παραιτήσεις την κρίσιμη ώρα και το μόνο που ζήτησε σε όλη του τη ζωή ήταν «ένα τσαγάκι με λίγο μέλι» και το μόνο που κράτησε ήταν τα φθαρμένα του άμφια, το τριμμένο και τόσο τιμημένο του ράσο, γιατί αγάπησε την κατά Θεόν πτωχεία. Πρότυπο ανωτερότητας, αστείρευτης ανθρωπιάς κατέθεσε τα πάντα στην υψηλή αποστολή που του εμπιστεύτηκε ο Κύριος, πάντα χαμογελαστός και προσηνής, δίχως να κουραστεί, δίχως να βαρυγκωμήσει, γεμάτος καλοσύνη.
Μα ο Αντώνιος Σιατίστης ήρθε «να διακονήσει και όχι να διακονηθεί !».
Μοίρασε αφειδώλευτα κάθε υλικό αγαθό, διέθεσε όλο τον χρόνο του, αρνήθηκε κάθε άνεση και δόθηκε με διάπυρη αγάπη και αδιάλειπτη προσευχή προς τον Κύριο και το έργο που του ανέθεσε. Έφτασε έτσι να ακτινοβολεί πέρα από τη μικρή Μητροπολιτική του περιφέρεια και να κερδίσει επάξια περίοπτη θέση στη συνείδηση των ανθρώπων πέρα από το χώρο και το χρόνο.
Η πνευματική υπεροχή και η ηθική του ακεραιότητα δεν επιτρέπουν στον ταπεινό Ιεράρχη να αποδεχτεί τα στενά όρια του βολικού, να υποταχθεί στο ωφελιμιστικό, παραμένει ασυμβίβαστος με στάσεις ζωής που οδηγούν ολοένα και χαμηλότερα. Ελεύθερος και αδέσμευτος, το πρόσωπο του ανθρώπου θέλει να ανορθώσει και χαμηλώνει ο ίδιος σκύβοντας στοργικά εκεί που ο άνθρωπος έχει πέσει, αποστρέφεται την αμαρτία, συγχωρεί όμως τον αμαρτωλό. Δεν θέλει να τον υποβιβάσει, την αξιοπρέπειά του προσώπου θέλει να δικαιώσει καθώς επιθυμεί να δει τον άνθρωπο στο ύψος του, ακέραιο, αντάξιο της βασιλείας του Κυρίου. Τη φωνή του Κυρίου μεταβιβάζει που ζητά άνθρωπο ολοκληρωμένο, ικανό να ζήσει με γνησιότητα και ελευθερία, σεβόμενος τον εαυτό του και τους άλλους, με καθαρότητα, χωρίς υποκρισία, καθώς «ὁ ἀληθής χριστιανός ἔχει ἀνυπόκριτον πίστιν και την θείαν ἐλπίδα την ὁποίαν ουδέποτε ἀποβάλλει».
Εμφορούμενος από τα γνήσια Χριστιανικά ιδεώδη, πλούσιος σε πνευματικές κατακτήσεις μετέδωσε στον δοκιμαζόμενο καθημερινό άνθρωπο τη δύναμη της πίστης, της αγάπης και της ελπίδος. Μέχρι το τέλος της ζωής του συνέχισε αταλάντευτα να αντιμάχεται τη φαυλότητα και τον εγωισμό και να διακηρύσσει την ύψιστη αξία της αγάπης, καθιστώντας ξεκάθαρο το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης και του ευγενούς προορισμού της.
Η παλλόμενη από αγάπη καρδιά του Ιεράρχη και τα υγρασιασμένα του μάτια προδίδουν την υψηλή ευαισθησία του κάθε φορά που αναφέρεται στις αδικίες, στις ανισότητες, στην συκοφαντία που επιχειρεί την ισοπέδωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στους ποικιλοτρόπως βασανισμένους ανθρώπους, τονίζοντας πως «όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέλφια! Ναι αδέλφια, ανεξαιρέτως το χρώμα ή τις συνήθειες», γι’ αυτό και χρειάζεται μεγάλη προσοχή «να μην στεναχωρήσουμε τον αδελφό μας». Μαχόμενος καθημερινά για την επικράτηση των Χριστιανικών αξιών και προσευχόμενος παρακαλεί :
«να ἐπικρατήσῃ εἰς τον κόσμον ὁλόκληρον ἡ πολυπόθητος εἰρήνη και ἀγάπη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων».
Τολμηρός και αποφασιστικός δεν δίσταζε να στηλιτεύει κάθε τι ψεύτικο, κάθε τι που μπορεί να λεηλατήσει την ανθρώπινη ψυχή, οριοθετώντας το επίπεδο δράσης του ανθρώπου, ξυπνώντας από το λήθαργο την αποκοιμισμένη συνείδηση, ενισχύοντας τον αδύναμο να βρει την λανθάνουσα αγωνιστικότητά του, αναδεικνύοντας αξίες, υποδεικνύοντας δρόμους, δημιουργώντας νέους όρους ζωής μακριά από τα τετριμμένα σχήματα.
Γνήσιος και διακαής ο πόθος του να οδηγηθεί στη σωτηρία η «αθάνατος ψυχή» του ανθρώπου, αγωνίστηκε να επιτύχει το συνταίριασμα της πνευματικής ανάβασης μέσα από τη δυσχερή πραγματικότητα, υπενθυμίζοντας σε τόνους διδασκαλικούς : «εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε...!». Όχι δεν είναι αυτός ο στόχος. Ο άνθρωπος επιδιδόμενος προκλητικά στην ικανοποίηση υλικών αναγκών παραβλέπει τον ανώτερο σκοπό της ύπαρξής του, χάνοντας την αίσθηση του ηθικού και αληθινού, απογυμνωμένος οδηγείται σε πνευματικό και ψυχικό μαρασμό. Ο ιερός Ποιμένας επισημαίνει:
«Ἡ παροῦσα ζωή δεν ἔχει προοπτικήν τον θάνατον, ἀλλά την αἰωνιότητα μαζί με τον Χριστόν. Δια τοῦτο και ἡ καθημερινότης πρέπει να ἐντάσσεται εἰς την ὅλην προοπτικήν τῆς αἰωνιότητός μας».
Ως επιστέγασμα της αγιασμένης πορείας του, ηχηρή αναγνώριση θα καταγραφεί με τον πιο εμφατικό τρόπο, κατά την τελευταία ημέρα, εκείνη της εξοδίου ακολουθίας, την 18η Δεκεμβρίου 2005, όταν συγκινημένος ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, που εγνώριζε πολλά, στον επικήδειο λόγο του μετέφερε το κλίμα που δημιούργησε ανά την Ελλάδα η είδηση της κοιμήσεως του Ιεράρχη : « όταν χθες το πρωί ανηγγέλθη η προς Κύριον εκδημία του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης κυρού Αντωνίου, απ’ όλα τα χείλη εξήλθε μία μυριόστομος κραυγή, μία λέξις μόνο την οποίαν οι πάντες εξεστόμισαν και η λέξις ήτο : ένας Άγιος πέθανε!» και το πλήθος κόσμου που παρίστατο συγκλονισμένο από αυτά που είχε ζήσει και ζούσε επανέλαβε αντιφωνώντας με ένα στόμα: «ΑΓΙΟΣ!».
Στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου Σιατίστης στις 12 Ιουνίου του 1974 πλήθους λαού υποδέχθηκε τον νέο Επίσκοπο Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιο Κόμπο και του απέδωσε τιμές ως «ΑΞΙΟ!» και στις 17/18-12-2005 πλήθος λαού υποκλίθηκε μπροστά του και του απέδωσε τιμές ως «ΑΓΙΟ!»
Το σκήνωμα του Αγίου Επισκόπου που ετέθη για προσκύνημα, εξέπεμπε τη γαλήνη και την ουράνια μακαριότητα. Οι πιστοί βρίσκονται μπροστά στο οδυνηρό φάσμα του θανάτου, όμως ο Ιεράρχης τους είχε προετοιμάσει και παρείχε με βεβαιότητα την ελπίδα:
«Την τελευταίαν λέξιν εἰς το δρᾶμα τοῦ ἀνθρώπου δεν την ἔχει τώρα ὁ σκοτεινός και ψυχρός τάφος. Ἡ ψυχή εἶναι ἀθάνατος και συνεχίζει την πορεία της προς τον οὐρανόν, ἀπό στιγμῆς που νεκροῦται το στόμα και σβύνει ή πνοή.
Ὑπό το Φῶς τῆς Ἀναστάσεως ὁ θάνατος εἶναι ἠ ἀποδημία προς τον οὐρανόν, ἀφοῦ ὀ Χριστός προπορευθείς μᾶς ἑτοίμασε τόπον ἀναπαύσεως και μᾶς ἀναμένει!»(Π.Ε 2000)
Οι πρεσβείες του Επισκόπου Αντωνίου Σισανίου και Σιατίστης προς τον Κύριο Ιησού Χριστό και την Υπεραγία Θεοτόκο μετά την κοίμησή του, θα είναι τόσο ισχυρές, ώστε πολλοί άνθρωποι θα καταφθάνουν στο μνήμα του να προσκυνήσουν και να ζητούν με την προσευχή τους την παρέμβασή του στη ζωή τους, μαρτυρώντας ότι πρόκειται για έναν «Άγιο!».
Στον ιερό χώρο της Μητροπόλεως Σιατίστης, η είσοδος εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτή νυχθημερόν για την φιλόξενη υποδοχή, όπως άλλοτε, και προσέρχονται άνθρωποι από παντού: αγαπημένα συγγενικά και οικεία πρόσωπα, φίλοι και συνεργάτες αλλοτινοί, κληρικοί και λαϊκοί, πνευματικά του παιδιά από την Πελοπόννησο έως τον Έβρο και από την Κέρκυρα έως τη Μυτιλήνη, προσκυνητές από όλη την ηπειρωτική και νησιωτική χώρα και το εξωτερικό. Ο καθένας προσκομίζει την αγάπη, το σεβασμό, την ευλάβεια, τα αιτήματά του προς τον Ιερό Πατέρα με το δικό του τρόπο.
Αγαπημένα πνευματικά παιδιά του εναπόθεσαν χώμα κατά την ταφή του, από την πολυαγαπημένη γη της Αργολίδος που τον γέννησε και τον εξέθρεψε, στο μνήμα του στη Μακεδονική γη που τον δέχτηκε και τον αγκάλιασε ευλαβικά στα σπλάχνα της. Ο αείμνηστος Τάσος δεν παρέλειψε τα πορτοκάλια με τους ευωδιαστούς ανθούς από το Κιβέρι. Κάποιος κρατά κεράκια και θυμίαμα, λάδι για το καντηλάκι, ο πονεμένος τη φωτογραφία αγαπημένου προσώπου και δάκρυα με πόνο ψυχής επιστάζουν στο ιερό μνήμα, κάποιος άλλος ένα τριαντάφυλλο και τα παιδιά αφήνουν λεπτόμισχα αγριολούλουδα έτσι απλά και απροσχεδίαστα και γίνονται συμμέτοχοι σε όσα φανερά ή μυστικά συντελούνται, ενώ ο υμνωδός συνθέτει ύμνους.
Πρόκειται για όλους εκείνους που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν, που τον συνάντησαν και τον θαύμασαν, που τον άκουσαν και τον παραδέχτηκαν και άλλοι μετά την κοίμησή του που τον αναζήτησαν και τον βρήκαν. Όλοι στρέφουν τα πνευματικά τους μάτια στον Ουράνιο Πατέρα και τον ευχαριστούν που τους αξίωσε αυτή τη συνάντηση. Απερίγραπτη η ευγνωμοσύνη και κοινή η παραδοχή : η φωνή του Ιεράρχη εξακολουθεί να ηχεί στη ζωή τους, τα λόγια του συνεπαίρνουν και οι διδαχές του συγκλονίζουν, η θεραπευτική επίδραση του λόγου του καθίσταται και πάλι επίκαιρη, η δύναμη της προσευχής του ιαματική, τα έργα του παραδειγματίζουν.
Ο Αντώνιος Σιατίστης ο πνευματικός οδηγός της ζωής τους, που διορθώνει και πάλι τα λάθη με πατρικό και εμπιστευτικό τρόπο. Εκείνοι που ποτέ δεν τους ήταν αρκετός ο χρόνος δίπλα του, εκείνοι που θα ήθελαν να τον αντικρίζουν διαρκώς, να τον ακούν αδιάκοπα, να βρίσκονται κοντά του. Τώρα, μετά την κοίμησή του, θέτουν σκοπό της ζωής τους να εφαρμόζουν τις συμβουλές του, να ακολουθούν τις νουθεσίες του. Αναπολούν με σεβασμό τον Ιερό Πατέρα και η ψυχή τους γεμίζει γλυκύτητα και ζεστασιά. Δεν τον σκέπτονται, ούτε τον επικαλούνται περιστασιακά. Τον εντάσσουν στην καθημερινότητά τους μέσα από τη δύναμη της προσευχής, τον αισθάνονται διαρκώς δίπλα τους, με ριζωμένη την αγάπη και το σεβασμό στην ψυχή τους.
Έτσι ξεπερνούν την μονοδιάστατη έννοια του χρόνου και του χώρου, προχωρούν πέρα από την εγκόσμια διάστασή τους. Τα συμβατικά όρια καταργούνται και περιέρχονται σε μια διαφορετική αίσθηση, αντιλαμβάνονται πως ο χρόνος που πέρασε κοντά του δεν αποτελεί παρελθόν αλλά επιδρά στο παρόν, ενεργοποιώντας την αίσθηση του μέλλοντος και προϊδεάζοντας για το διαχρονικό και αιώνιο που θα ζήσουν με πνευματικό τρόπο. Ο χρόνος που έζησαν κοντά του βαθαίνει ολοένα και ο χώρος που κινήθηκαν μαζί του διευρύνεται.
Η εμπειρία της κοιμήσεως του Ποιμενάρχη παρέχει τη δυνατότητα στον κάθε πιστό πέρα από το χρόνο και το χώρο, σε εκείνον που νοερά τον επικαλείται, μέσα από θερμή προσευχή, με την καρδιά του στραμμένη στον Κύριο, να απλώσει τα χέρια προς τη Θεία αιωνιότητα και ο Ιερός Ποιμένας Αντώνιος που διατηρούσε πάντα αγάπη καθαρά πνευματική, τώρα πολύ περισσότερο παρακολουθεί και είναι έτοιμος να ανταποκριθεί στην κλήση για βοήθεια, να οδηγήσει τα αβέβαια και διστακτικά βήματα σε ασφαλή πορεία. Η ευλογία που ζητά ο πιστός από τον ταπεινό Ιεράρχη σφραγίζει τη ζωή του, επενεργώντας με τρόπο θαυμαστό ειρηνεύει την ψυχή του, συντελεί στο να βλέπει ό,τι τον απασχολεί με διαφορετική οπτική. Ο Ιεράρχης είναι ένας σύνδεσμος αγάπης και μια φωνή δυνατή, προσευχητική που μεταφέρει στον Κύριο όλα όσα η ψυχή του πιστού έχει ανάγκη.
Η κοίμησή του στις 17-12-2005 έκανε ένα πλήθος ανθρώπων να νιώσουν την ορφάνια και τον βαθύ πόνο του αποχωρισμού και έμοιαζε η συνέχεια δύσκολη, η δύναμη όμως του Θεού βρίσκει τρόπους να φανερωθεί μέσα στη ζάλη της καθημερινότητας, άλλοτε με διακριτικούς ψιθύρους και άλλοτε με κραυγαλέες ενδείξεις παρουσίας του Ιεράρχη. Πέρα από το χρόνο, εδώ μπροστά στο σκήνωμα του Ιερού Πατρός του Αντωνίου Σισανίου και Σιατίστης κάποια προσωπική επιτυχία ή φευγαλέα ευτυχία δεν μπορεί να αναμετρηθεί με τη ζωή που προβάλλει ατελείωτη μπροστά στον προσκυνητή. Εδώ ο καθένας συνειδητοποιεί τη μικρότητα του πρόσκαιρου μπροστά στη μεγαλοσύνη του αιώνιου και εύχεται και παρακαλεί να αξιωθεί και εκείνη την ουράνια συνάντηση με τον Άγιο Ιεράρχη, τον Αντώνιο Σιατίστης ενώπιον του Κυρίου, της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων. Τον δρόμο τον δίδαξε ευκρινώς ο ίδιος :
« Ἄς διέλθωμεν ἕως Βηθλεέμ μετά τῶν ποιμένων τῆς Γεννήσεως. Ἐκεῖ θα ἀντικρύσωμεν την ἀσύλληπτον εἰκόνα τῆς ἀντιθέσεως μεταξύ Θεοῦ και ἀνθρώπου. Το ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ δια τον ἄνθρωπον, την ἀδιαφορίαν τοῦ ἀνθρώπου δια τον Θεόν.
Ἀπερροφημένος ὁ ἄνθρωπος ἀπό τα πρόσκαιρα και ἐφήμερα, ὑποδουλωμένος εἰς τα ἐπίγεια και τα πράγματα του κόσμου δεν δύναται να ἀναγνωρίσῃ τον Λυτρωτήν και Σωτῆρα Του. Δεν ἔχει δι αὐτόν κατάλυμα...Αὕτη εἶναι ἡ εἰκών, την ὁποία συνθέτει ἡ σχέσις τοῦ Ἁγίου Θεοῦ με τον ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον. Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Περιφρόνησις Τούτου ὑπό τοῦ ἀνθρώπου.
Ἄς γονατίσωμεν μπροστά εἰς την Φάτνην και ἄς ἐμβαθύνωμεν περισσότερον εἰς το Μέγα Μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ.» [ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ,1985-
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!
Σοφία Τρικελίδου
Φιλόλογος-1ο ΓΕΛ Κοζάνης
Τα πρώτα χρόνια δεν είχε ούτε εγκόλπιο ούτε μπαστούνι Δεσποτικό. Είχε μόνο ένα απλό ξύλινο, αλλά χωρίς ασημένια λαβή. Μανδύα πήρε δανεικό για την ενθρόνισή του. Ποτέ του άλλη φορά δεν φόρεσε μανδύα στην Μητρόπολή του.
Κάποτε ήταν καλεσμένος στο Άγιον Όρος, στην πανήγυρη της Φιλοθέου. Του φόρεσαν τον μανδύα και τον ανέβασαν στον θρόνο. Πήγαιναν οι Πατέρες να πάρουν ευχή και ο Δεσπότης εστέκετο αλύγιστος με το κεφάλι ψηλά, ούτε τους κοίταζε. Τον είδε ο παπα-Στέφανος (Ρήνος) και διερωτήθηκε:
«Τόσο πολύ καμαρώνει ο Δεσπότης που του φόρεσαν μανδύα; Αποκλείεται, κάτι συμβαίνει». Τον ρώτησε αν είναι καλά και απάντησε:
– Στέφανέ μου, πνίγομαι, πνίγομαι. Αυτό το σαμάρι που με φόρεσαν δεν μπορώ να το σηκώσω, είναι βαρύ.
– Σεβασμιώτατε, μήπως το πατάτε;
– Δεν ξέρω.
Πράγματι το πατούσε και όταν τακτοποιήθηκε, πήρε την συνηθισμένη του ταπεινή στάση με το κεφάλι σκυφτό.
“Ιματισμόν και χρυσίον” δεν επεθύμησε ποτέ του. Φορούσε φανέλλες που είχε από στρατιώτης, και παντελόνια έγχρωμα τριμμένα. Τα πουκάμισά του ξεφτισμένα. Τρυπούσαν τα ρούχα του, τα μπάλωναν και τα φορούσε. Του έδιναν καινούργια ρούχα, ράσα, υφάσματα, αλλά τα χάριζε σε άλλους και αυτός έμενε με τα παλαιά πάντα.
Είχε και μία τσαντούλα από ιεροκήρυκας. Ήταν ξύλινη, κόπηκε το χερούλι της και χάλασε η κλειδαριά της. Την έκλεινε με μία παραμάνα και την κουβαλούσε στην μασχάλη του. Του αγόραζαν καινούργιες, τις έπαιρνε, τους ευχαριστούσε και τις έδινε σε φτωχούς. Έτσι έμενε ο ίδιος απλός, ταπεινός, φτωχός Επίσκοπος, μη αλλοιούμενος από τις τιμές και ανώτερος χρημάτων και κτημάτων.
Είχε μία μίτρα, την πιο φθηνή που υπήρχε και την φορούσε μόνο Χριστούγεννα, Πάσχα και τον Δεκαπενταύγουστο. Τα άμφιά του ήταν κυρίως «ευλογίες» από κοιμηθέντες ιεράρχες. Η αρχιερατική του στολή δεν ήταν ενιαία, αλλά άλλου χρώματος το κάθε μέρος της στολής.
«Τι να τα κάνω τα πολυτελή άμφια; Να μαλώνουν ποιος θα τα πάρη όταν πεθάνω;», είπε σε γνωστό του.
Δεν άφηνε να του ψάλλουν την φήμη του στην Λειτουργία. Προλάβαινε, έβγαινε στην Ωραία Πύλη και έλεγε:
«Τον Απόστολο, τον Απόστολο».
Ήταν Επίσκοπος χωρίς «φήμη», αλλά φημισμένος για την αρετή του, χωρίς αυτοκίνητο και χωρίς τα διακριτικά του αξιώματός του αλλά διακεκριμένος για την αρετή του…
Κάποια χρονιά που έκανε την Αποκαθήλωση στο χωριό Δρυοβουνο στην ύπαιθρο πάνω σε ένα λόφο, όταν πήγε να μιλήσει, του πρότεινε ένας ιερέας να του βάλλει μια “ψείρα ” (ένα μικροφωνακι), για να ακούγεται. Ο Δεσπότης παραξενευτηκε και είπε στον ιερέα:” Δεν είσαι στα καλά σου “. Μετά το κήρυγμα λέει στον παπά- Στέφανο:” Αυτός ο παπάς είναι τρελλός. Πήγα να μιλήσω και ήρθε να μου βάλλει μια ψείρα “. Όταν του εξήγησαν , παραδέχθηκε ότι δεν ξέρει από τέτοια πράγματα. Ήταν απλός, άκακος και απονηρευτος, χωρίς φθόνο και ζήλο για τα χαρίσματα των άλλων …
Δώστε Τιμή σ' αυτούς, μέσω των οποίων ήλθατε στη ζωή.
Κυριακή των Προπατόρων η σημερινή.Ημέρα Εορτής και Τιμής των Προγόνων του Θεανθρώπου. Η Καινή Διαθήκη αρχίζει αναφέροντας όλους τους προγόνους του Χριστού, δείχνοντας το γενεαλογικό του δέντρο και τιμώντας τους παράλληλα. Τί άνθρωποι ήταν αυτοί; Βοσκοί, γεωργοί, αλλά και ιερείς και βασιλιάδες.Ισραηλίτες αλλά και Εθνικοί.Άγιοι, αλλά και μεγάλοι αμαρτωλοί και φονείς κάποιοι.Γυναίκες σεβάσμιες και άγιες, αλλά και πόρνη κάποια. Όλους και όλα τα χρησιμοποίησε ο Θεός για να εκτελέσει την υπόσχεση που έδωσε μέσα στον Παράδεισο ότι θα στείλει Σωτήρα να ελευθερώσει τον σκλαβωμένο άνθρωπο από τα δεσμά του Όφεως. Δεν ξεχώρισε τους άγιους από τους αμαρτωλούς, τους βασιλιάδες από τους βοσκούς, σε όλους έδωσε την ίδια Τιμή ως Προγόνους Του. Μέσα από όλους αυτούς πέρασε ο Χριστός. Και οι δικοί μας πρόγονοι άνθρωποι ήταν με σάρκα, άλλοι έζησαν άγιοι και καθαροί και άλλοι πολεμήθηκαν από πολλά πάθη. Σε όλους αρμόζει Η ΙΔΙΑ ΤΙΜΗ από εμάς.Δεν θα Γίνουμε Εμείς οι Κριτές τους. Τιμήστε με κάθε τρόπο τους προγόνους σας '' καί ἀμοιβάς ἀποδιδόναι τοῖς προγόνοις· τοῦτο γάρ ἐστι καλόν καί ἀπόδεκτον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ''... Απόστολος Παύλος.... Εκμεταλλευτείτε την κάθε ευκαιρία που σας δίνετε και δώστε Τιμή σ' αυτούς, μέσω των οποίων ήλθατε στη ζωή. Θα παρατηρήσετε κάτι διαφορετικό να αλλάζει στη ζωή σας και την οικογένεια σας. Μέσα μας όλοι κάτι έχουμε κληρονομήσει από τον καθένα τους, ας το διακρίνουμε και ας αυξήσουμε ό,τι αγαθό και ας διορθώσουμε ό,τι στραβό. Είναι ντροπή για την γενεά μας να μην γνωρίζουμε ούτε τα ονόματα των προπαππούδων μας, ανθρώπων που τόσους αγώνες και αγωνίες υπέφεραν στη ζωή τους για τους απογόνους τους και για εμάς σήμερα αυτοί να είναι Ξένοι και Άγνωστοι. Τουλάχιστον μια μνημόνευση στην Εκκλησία, μια προσευχή ατομική για τις ψυχές τους, ένας καλός λόγος για τον καθένα, τους αξίζει. Ο Ίδιος ο Χριστός μας έδωσε ρητή Εντολή γι' αυτό. ''Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα εύ σοι γένηται, και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης'' Εντολή με Επαγγελία ''Για να σου γίνει καλό στη ζωή σου και να ζήσεις πολλά χρόνια'' Γνωρίζω περίπτωση νεαρού που έβρισε πολύ άσχημα τους γονείς του, πήρε το μηχανάκι για βόλτα την ίδια μέρα και σκοτώθηκε. Μορφωμένη κάποια, την ώρα της Στέψης έδιωξε πιο μακριά της την ταλαίπωρη και φτωχή χήρα μάνα της που την σπούδασε, για να μην την σχολιάσουν οι συνάδελφοι της. Ένα παιδί κατάφερε αυτή η κόρη να κάνει, το οποίο αφού της έφαγε όλη την περιουσία και την καταχρέωσε, την άφησε στους δρόμους να τριγυρνάει κουρελιασμένη και να ζητάει φαγητό. Όλοι μας κάναμε Μεγάλα Λάθη εν αγνοία της σοβαρότητας αυτής της Εντολής. Είναι αλήθεια ότι κάποια στιγμή επιτρέπει ο Θεός να τα επαναλάβουν τα παιδιά μας σε εμάς. Ας σκύψουμε το κεφάλι εκείνη την ώρα και ας πούμε σιωπηλά '' Ό,τι έκανα Θεέ μου λαβαίνω. Συγχώρεσε με" και ας βρούμε τρόπους να τους τιμήσουμε είτε είναι εν ζωή, είτε όχι. Ο Ιωσήφ όταν έγινε Πρωθυπουργός της Αιγύπτου και πήρε τον πατέρα του Ιακώβ και τα αδέλφια του στην Αίγυπτο, παρουσίασε τον τσομπάνο και αγράμματο πατέρα του στον Φαραώ της Αιγύπτου, τον Πλανητάρχη της εποχής εκείνης ''ο πατέρας μου'' του είπε και δεν ντράπηκε. Στις μέρες μας η βρισιά και η ειρωνεία από τα παιδιά στους γονείς κατέχουν την πρώτη θέση και απαξιούν ακόμα και στους φίλους τους να συστήσουν τους γονείς τους ή αν το κάνουν θα πουν ο Γέρος μου ή η Γριά μου. Είναι και αυτά σημεία των ημερών. Όταν ο Απ. Παύλος στη Β΄Τιμοθέου Επιστολή, προφητεύει πώς θα είναι οι άνθρωποι των τελευταίων ημερών, λέει και τούτο ''βλάσφημοι, απειθείς εις τους γονείς''. Ζήσαμε μικροί το χειροφίλημα Σεβασμού στους Γεροντότερους, τουλάχιστον στις Γιορτές. Ζήσαμε άντρες μεγάλους στην ηλικία, να απαντούν στη γερόντισσα μάνα τους όταν τους καλούσε ''Όρισε Μάνα''. Σεβασμός και διάθεση να εκτελέσουν πρόθυμα την επιθυμία της. Ζήσαμε να σηκώνετε όρθιος κάποιος όταν περνούσε γεροντότερος μπροστά του. Και αυτή είναι γραμμένη εντολή στην Αγία Γραφή ''Ενώπιον του γεροντότερου θα προ-σηκώνεσαι'' Ας κάνουμε όλοι μια προσπάθεια να περισώσουμε ό,τι μπορούμε. Βλέποντας εμάς να Τιμούμε Αληθινά και να Σεβόμαστε τους γονείς μας και τους μεγαλύτερους μας ΙΣΩΣ και οι νεώτεροι διορθώσουν την οδό τους. Χρήστος Κλητσινάρης
Η καταπληκτική ιστορία ανεύρεσης του ιερού λειψάνου του Αγίου Ελευθερίου
Η καταπληκτική ιστορία της ανεύρεσης και της παράδοσης του αγίου αυτού λειψάνου στον Ναό του Παντοκράτορος των Πατρών είχε ως εξής, κατά τις εξιστορήσεις του κυρίου Ζηγόπουλου, δημοτικού συμβόλου της Πάτρας και ενοριακού επιτρόπου του Ναού του Παντοκράτορος: Στα μέσα του 19ου αιώνα, λοιπόν, ένας γηραιός Εφέτης είχε καλέσει στην οικία του τον τότε ιερέα του Ναού και ημιπαράφρων από τον τρόμο, του διηγήθηκε την τραγική περιπέτειά του και ικέτεψε γονυπετής για άφεση αμαρτιών. Ο πατέρας του γηραιού Εφέτη, ο οποίος είχε περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη Μικρά Ασία ως ιερέας, του είχε εμπιστευθεί κατά τις τελευταίες του στιγμές, λίγο πριν ξεψυχήσει, ότι σε μια μυστική κρυψώνα φύλαγε τη δεξιά χείρα του Αγίου Ελευθερίου, την οποία του την είχε παραδώσει άλλος πάλι ιερέας στη Μικρά Ασία τις ώρες του δικού του θανάτου. Ο νεαρός τότε δικαστικός κράτησε μυστική την ύπαρξη του ιερού αυτού λειψάνου, το οποίο εγκατέλειψε λησμονημένο στην κρυψώνα του. Έτσι, πέρασαν αρκετά χρόνια, οπότε αιφνιδίως ένας άνεμος καταστροφής και συμφοράς φύσηξε στο σπίτι του Εφέτη. Τα ατυχήματα έρχονταν το ένα μετά το άλλο, φρικτές αρρώστιες τους έδερναν, μια μιζέρια είχε πέσει στο άλλοτε ευτυχισμένο σπίτι του δικαστικού λειτουργού και τέλος, ο θάνατος κατέφτασε και τους θέρισε τον έναν μετά τον άλλον. Τα μέλη της οικογένειας ξεκληρίστηκαν πριν προλάβουν να το καταλάβουν, κατά έναν τρόπο μυστηριώδη και φοβερό. Ένας μαρασμός, μια διαρκής μελαγχολία, το βάρος ενός φόβου αδικαιολόγητου κι έπειτα, κάποιο πρωί, το θανατικό, το βαρύ πένθος… Έτσι, για λίγο καιρό, ο δυστυχής Εφέτης έμεινε ολομόναχος, κυκλοφορώντας σαν το φάντασμα στο ερημωμένο του σπίτι, πάντα βαρύθυμος, μαραζωμένος, ανήσυχος και φοβισμένος, με μια μόνιμη φρικαλέα συναίσθηση του πόνου να τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα, σε κάθε του ανάσα. Κινδύνευε να παραφρονήσει. Νόμιζε ότι άκουγε χτύπους, συζητήσεις, ψαλμωδίες, καμπάνες να βοούν και να συγκλονίζουν ολόκληρο το σπίτι του. Ένα βράδυ, μάλιστα, που νόμισε ότι ονειρευόταν, είδε το χέρι του Αγίου Ελευθερίου, που το είχε λησμονημένο στη μυστική κρυψώνα του, να σηκώνεται ψηλά, να μεγαλώνει, να γίνεται πελώριο και να συντρίβει με ένα σφίξιμό του ολάκερο το δυστυχισμένο σπίτι του Εφέτη. Το πρωί, άρρωστος, έσπευσε να ειδοποιήσει τον ιερέα της ενορίας του, στον οποίο εξομολογήθηκε και ζήτησε τη συνδρομή του. Το άγιο λείψανο, φυσικά, παρελήφθη, αφού καθαγιάστηκε το σπίτι του δικαστικού και έκτοτε, φυλάσσεται στον Ιερό Ναό του Παντοκράτορος Πατρών. Στην Αθήνα και συγκεκριμένα, στον Ιερό Ναό του Αγίου Ελευθερίου Γκύζη θα παρέμενε για λίγες μόνο ημέρες. Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ”, στις 12/06/1932…
Οι ανάπηροι αγιογράφοι αδελφοί Λέπουρα· ο Βασίλειος (μετέπειτα μοναχός Ραφαήλ) και ο Νικάγγελος
Πως μπορείς να μιλήσεις για δύο εκκλησιαστικές προσωπικότητες τόσο σημαντικές και συγχρόνως τόσο αγνοημένες από τον ιστορικό τους περίγυρο; Όσες πληροφορίες κι αν πάρεις από τους οικείους, από τους φίλους, από τους μαθητές, από τους πνευματικούς πατέρες που τους έζησαν θα είναι ένα μικρό, προσωπικό βίωμα του καθενός από τα πρόσωπα αυτά και θ’ αντιστοιχεί σε μία πτυχή, σ’ ένα συμβεβηκός της ζωής και της προσωπικότητάς τους. Πολύ περισσότερο, πως μπορεί να μιλήσει ο καθένας μας για τις προσωπικότητες αυτές, όταν για εμάς μία κίνηση του χεριού μας γίνεται τόσο εύκολα χωρίς να το σκεφτούμε, ενώ για κάποιους άλλους μπορεί να είναι ένας τιτάνιος αγώνας, μία επίπονη προσπάθεια ν’ απλώσουν το χέρι και να πάρουν ένα αντικείμενο. Ο λόγος αφορά στους δύο αδελφούς αγιογράφους: στον Βασίλειο και στο Νικάγγελο Λέπουρα. Η καταγωγή των γονέων τους ήταν από τη νήσο Κέα. Ο Βασίλειος γεννήθηκε το 1930 και ο Νικάγγελος το 1932. Πρώτα ο Βασίλειος και στην συνέχεια ο αδελφός του δοκιμάστηκαν από την παιδική τους ηλικία με ασθένεια των μυών που τους οδήγησε συν τω χρόνω στην ακινησία. (Ο πρώτος θα δοκιμαστεί σκληρότερα και θα κοιμηθεί εν Κυρίω μετά από δεκαπέντε μαρτυρικά χρόνια τον Μάϊο του 1999, ενώ ο δεύτερος μέσα σε διάστημα ενός μηνός αφότου έσπασε το πόδι του, θα κοιμηθεί εν Κυρίω, τον Αύγουστο του 1995.) Η δοκιμασία όμως αυτή δεν υπήρξε άκαρπη για τους δύο αδελφούς. Ο Βασίλειος εγκατέλειψε από μικρός το σχολείο και αφοσιώθηκε στο σχολείο της πίστης. Αγάπησε με πάθος τους αγίους κι άρχισε να συλλέγει βίους και ακολουθίες τους από κάθε δυνατή πηγή. Σαν το διψασμένο ελάφι ξεδιψούσε από τα νάματα της πίστης των μαρτύρων, των οσίων, των ομολογητών, των ασκητών. Μελετώντας τους βίους και κοιτάζοντας τις εικόνες τους άρχισε δειλά να σκιτσάρει τα άγια πρόσωπά τους. Να δημιουργεί μια εικονογραφική σχέση μαζί τους και να συνομιλεί. Αυτά τα σχέδια και τις πρωτόλειες εικόνες είδε ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Ξυνόπουλος, ο μαθητής του Κόντογλου και καθηγητής στη συνέχεια της τεχνικής της αγιογραφίας στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και αποφάσισε να τις δείξει στον δάσκαλό του. Με τις υποδείξεις του Κόντογλου ο νεαρός Βασίλειος άρχισε να αγιογραφεί. Νυχθημερόν είχε το αναλόγιο μπροστά του ανοιχτό σε κάποια ακολουθία αγίου. Μοναδική τροφή της ψυχής του οι βίοι των αγίων και των οφθαλμών του τα αγιασμένα τους πρόσωπα. Πως ήταν δυνατόν το θεοφιλές πάθος του Βασιλείου ν’ αφήσει αδιάφορη την ψυχή του συμπάσχοντος αδελφού του; Λίγο αργότερα θα μυηθεί και ο Νικάγγελος στην ιερή τέχνη της αγιογραφίας, αφού ολοκληρώσει τις εγκύκλιες σπουδές του. Πάνω στα τραπέζια των δύο αδελφών θα στρώνεται στο εξής καθημερινό συμπόσιο με προσκαλεσμένους, πατριάρχες, αρχιεπισκόπους, ιερείς, μοναχούς, στρατιωτικούς αλλά και απλούς οσίους. Στήν κεφαλή του Συμποσίου ο Σωτήρας Χριστός, ο Φωτοδότης, ο Ελεήμων και πλάι του η Γλυκοφιλούσα Θετόκος. Η αναπηρική καρέκλα τους γίνεται θρόνος αναγωγής της ψυχής τους προς τον Θεό· οδός ταχείας συνάντησης του νου και της καρδιάς τους με τους αγίους. Η τέχνη τους κοινή όχι όμως και ο χαρακτήρας τους. Ο Βασίλειος, όπως αντανακλάται και μέσα από τις εικόνες του, είναι πιο σταθερός και αμετακίνητος στον πόθο της καρδιάς του. Κάθε λόγος του και σκέψη του έχει απόλυτη αναφορά στο πρόσωπο των αγίων. Έξω από το αγιολογικό πλαίσιο όλα χάνουν την αυθεντικότητά τους και το ενδιαφέρον για εκείνον. Αντίθετα ο Νικάγγελος δεν έχει ως αποκλειστικό ενδιαφέρον μόνο την αγιολογία∙ ενδιαφέρεται και για την κοινωνική ζωή, για τα εκκλησιαστικά ζητήματα και ιδιαίτερα το πρόβλημα του παλαιού ημερολογίου που ταλαιπωρούσε την Εκκλησία στα χρόνια του 1950. Oι φωτεινές εικόνες του αντανακλούν αυτή την συγκρατημένη εξωστρέφεια χωρίς όμως να χάνουν τίποτα από το λιτό, αγιοπνευματικό τους βάθος. Oι εικόνες του Βασιλείου αντίστοιχα σου επιβάλλονται με την πνευματική τους δύναμη, τη λιτή αυστηρότητα αλλά συγχρόνως και τη μυστική ζωή τους. Oι αδελφοί Λέπουρα μετέδιδαν τον πλούτο της καρδιάς τους σε όσους τους πλησίαζαν. Άδειαζαν ανιδιοτελώς το υπερπλήρες δοχείο της ψυχής τους προς όλους όσους πήγαιναν με άδεια ψυχή που ζητούσε να γεμίσει από τη χάρη της αγιογραφίας. Κι ήταν πολλοί εκείνοι που σύχναζαν στους αδελφούς Λέπουρα και τους αποκαλούσαν στη συνέχεια «δασκάλους». Ο ορθόδοξος αγιογράφος δεν κρύβει τη δουλειά του, δεν θεωρεί πως κατέχει μυστικά μιας ατομικά δικής του τέχνης, αλλά ζητά να την κοινωνήσει με όλους τους αδελφούς του. Η εικόνα δεν είναι για εκείνον ένα μέσον καταξίωσης, αλλά μία ομολογία πίστης. Πρώτοι άπ’ όλους oι Λέπουρα στην εποχή τους τύπωσαν εικόνες τους στη Βοστώνη, το 1968 προσφέροντας πρότυπα ορθόδοξης εικονογραφίας. Μεταδίδουν κάθε τι σχετικά με την τέχνη τους σε πολλούς που έρχονται και μαθητεύουν κοντά τους. Αντίθετα, oι πολλοί που ευεργετήθηκαν από τους αδελφούς Λέπουρα δεν τους αφιέρωσαν, ως δείγμα ευγνωμοσύνης ούτε ένα μικρό άρθρο για την τέχνη τους. Κι ας έγραφαν σε περιοδικά και βιβλία τις εικονολογικές τους θεωρίες. Ο Βασίλειος και ο Νικάγγελος Λέπουρας μέσα από τη ζωή και το έργο τους μας διδάσκουν το ήθος του αγιογράφου, τον τρόπο διά του οποίου διαμορφώνεται ο αυθεντικός τεχνίτης της Εκκλησίας. Η τέχνη τους απαιτεί πνευματικά κριτήρια για να «διαβαστεί» κι όχι αισθητικά ή καλλιτεχνικά, όπως της σύγχρονης, «αγιογραφικής» μας «ανανέωσης». Τα κριτήρια αυτά διαμορφώνονται μέσα στην προσευχή, όπου η ψυχή έρχεται σε κοινωνία με τους αγίους και ενώνεται εν Αγίω Πνεύματι μαζί τους. Η εικόνα οφείλει να βοηθά το έργο της προσευχής κι όχι να το διασπά, γιατί «η εικόνα είναι ένα λειτουργικό σκεύος μέσα στο οποίο αναπαύεται η Θεία Χάρις και συμμετέχει ολόκληρο στη λειτουργία.»[1] Και είναι αλήθεια, πως η διαυγής τέχνη των αδελφών Λέπουρα, παραμένει σταθερή και ακλόνητη στην πατροπαράδοτη αυτή πίστη. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τους σκεπάζει.


