Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός, κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας τη να πετάει και να χάνεται. Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του.
Πώς βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δυο μέρες πριν. Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή.
Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μια ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πια να πλησιάσει προς τη γωνιά της. Κάπου σε μια πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιει, αλλά δε βρήκε ούτε μια κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ένιωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως. Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος.
«Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε.
Στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πια το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.
Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει κάτι παρόμοιο. Εκεί απ’ όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια. Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δεις κανέναν— κλείνονται όλοι στα σπίτια τους, και το μόνο που ακούς είναι το ουρλιαχτό από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα. Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μια στάλα! Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά! Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο. Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δει το μικρό.
Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πώς φωνάζουν όλοι, πώς τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι. Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν. Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι. Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πια κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει.
Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους— αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μια στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ’ έξω κάμποσοι κύριοι. Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες! Μια κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγει. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι τού έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει. Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα πού. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μια θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο μόνος και τόσο απαίσια.
Όμως, ξάφνου, Θεέ και κύριε! Τι είναι αυτό πάλι; Ένα πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές! Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δυο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται. Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δει ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες. Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μια καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μια κλοτσιά. Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο πού, σε μια αυλή, μια άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων.«Εδώ δε θα με βρουν, είναι κατασκότεινα».
Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ένιωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μια τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα. Νάτος, τρεμουλιάζει ολόκληρος! Αχ, μα ναι, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ. Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!… Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα.«Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!»
«Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μια σιγανή φωνή.
Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναι, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και… και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό! Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Πού βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναι, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη.
«Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι.«Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα.
«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. «Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα…»
Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους… Ναι, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα…
Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς.
Γιατί έγραψα μια τέτοια ιστορία, που δεν ταιριάζει καθόλου σε ένα συνηθισμένο ημερολόγιο, και μάλιστα ημερολόγιο συγγραφέα; Είχα υποσχεθεί στους εκδότες μερικά διηγήματα, για αληθινά γεγονότα κατά προτίμηση! Όμως, ακριβώς αυτό είναι το ζήτημα: μου φαίνεται πως όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στ’ αλήθεια— δηλαδή αυτό που έγινε στο υπόγειο και πίσω από τα ξύλα και εκεί, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν ξέρω πια πώς να το πω, μπορεί να έχουν συμβεί μπορεί και όχι… Αλλά γι’ αυτό είμαι μυθιστοριογράφος: για να επινοώ πράγματα…
Στο νησάκι της λίμνης των Ιωαννίνων, στη Μονή Φιλανθρωπινών, υπάρχει μια τοιχογραφία η οποία ξαφνιάζει ίσως τον ευλαβή προσκυνητή.
Πριν μπεις στον κυρίως Ναό, στον Εξωνάρθηκα, υπάρχουν εικονογραφημένοι Επτά Αρχαίοι Φιλόσοφοι χωρίς φωτοστέφανο. Αριστοτέλης, Πλούταρχος, Πλάτων, Απολλώνιος, Σόλων, Θουκυδίδης και Χίλων ο Λακεδαιμόνιος. Και δεν είναι το μόνο Μοναστήρι στον Ελλαδικό χώρο το οποίο έχει τοιχογραφίες Αρχαίων Φιλοσόφων. Σε Κρήτη, Σιάτιστα, Μετέωρα και Άγιο Όρος υπάρχουν περισσότεροι από αυτούς τους επτά Φιλοσόφους.
Τί θέση άραγε έχουν αυτοί οι αρχαίοι φιλόσοφοι σε ένα Χριστιανικό Μοναστήρι; Μήπως είναι ένα πνευματικό συγκέρασμα ή ένα δόλωμα για να προσελκύσουν Αρχαιολάτρες; Τίποτα από όλα αυτά.
Ποιά η σχέση τους και τί κοινό έχουν με τους Αγίους και τους Προφήτες; Τους ενώνει η Προσδοκία της Έλευσης ενός Μεσσία.
Όταν ο εγγονός του Αβραάμ, ο Ιακώβ βρισκόταν στην επιθανάτια κλίνη του, στάθηκαν μπροστά του τα δώδεκα παιδιά του, οι γνωστοί ως Δώδεκα Πατριάρχες των Φυλών του Ισραήλ, τους οποίους ευλόγησε ξεχωριστά και προφήτευσε για την φυλή του καθενός την πορεία της έως της Συντελείας. Χίλια πεντακόσια χρόνια προ Χριστού.
Στον τέταρτο γιό του Ιούδα και όχι στον πρωτότοκο, προφήτευσε ότι από τους απογόνους του θα εξέλθει ο Αναμενόμενος Μεσσίας ''η Εξουσία του Οποίου δεν θα εκλείψει ποτέ'' και Αυτός θα είναι η Προσδοκία όχι μόνο των Ισραηλιτών, αλλά και όλων των Εθνών.
'' ...έως ου έλθη ο Αναμενόμενος και Αυτός η Προσδοκία των Εθνών'' Γένεση ΜΘ' 10.
Δεν υπήρχε έθνος και λαός πάνω στη γη, που να μην περίμενε Κάποιον από τον Ουρανό ο Οποίος θα τους Λύτρωνε, δίνοντας του διαφορετικά ονόματα ο κάθε λαός.
Οι πιο πολλές και ακριβείς προφητείες για τον Αναμενόμενο Μεσσία δόθηκαν στους Ισραηλίτες μέσω της Παλαιάς Διαθήκης.
Οι επόμενοι στους οποίους δόθηκαν αρκετές προφητείες για την Έλευση του Μεσσία ήταν οι Έλληνες οι οποίοι και αυτοί περίμεναν από τον Ουρανό έναν Άγνωστο Θεό, Δίκαιο και Αγνό που θα καταργήσει την Ειδωλολατρεία και την Θεοποίηση των Ανθρωπίνων Παθών.
''Οι θεοί δεν μπορεί να είναι ανθρωπόμορφοι με πάθη ανθρώπινα και έριδες'' φώναζε ο Σωκράτης.
Αυτές οι προφητείες δόθηκαν μέσω Φιλοσόφων κυρίως, οι οποίοι όχι μόνο κήρυξαν και προανήγγειλαν την Έλευση Του, αλλά υπέφεραν και σωματικά με εξορίες και θάνατο από τους ομοεθνείς τους, όπως και οι Προφήτες του Ισραήλ.
Είναι οι εξ Εθνών Προφήτες του Χριστού, όπως και στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε ότι υπήρχαν μεμονωμένοι Προφήτες και στα Έθνη.
Κάποιοι από αυτούς μίλησαν πιο γενικά για τον Ερχομό Αυτού του Μεσσία και κάποιοι άλλοι με θαυμαστές λεπτομέρειες για τον τρόπο που θα έλθει, την διδασκαλία Του, αλλά και τον Μαρτυρικό Θάνατό Του. Είναι πάρα πολλές και δεν μου αρκεί ο χρόνος και ο τόπος να αναφερθώ ξεχωριστά στον καθένα.
Τρείς μόνο θα αναφέρω, ίσως τις πιο άγνωστες σε πολλούς.
Χίλων ο Λακεδαιμόνιος
'' Άφθαρτος φύσις του Θεού θα γεννηθεί,
εξ΄αυτού δε ο Ίδιος ως Ουσία και Λόγος''
Πλάτωνας στην Πολιτεία
''Χωρίς να αδικήσει κανέναν θα δυσφημισθεί πολύ ως άδικος ώστε να βασανισθεί για την δικαιοσύνη, αλλά θα μείνει αμετακίνητος μέχρι θανάτου και ενώ θα είναι δίκαιος θα θεωρείται άδικος. Ο Δίκαιος θα μαστιγωθεί, θα στρεβλωθεί, θα δεθεί και αφού πάθει κάθε κακό θα καρφωθεί πάνω σε πάσσαλο''
Το πιο θαυμαστό βρίσκεται στον Προμηθέα Δεσμώτη γραμμένο από τον Αισχύλο. Εκεί προφητεύεται και ο χρόνος Έλευσης Του.
Στους στίχους 765-775 ο Προμηθέας Δεσμώτης (ο δεμένος άνθρωπος που περιμένει τον Λυτρωτή του για να του λύσει τα δεσμά) συνομιλεί με την Ιώ (Αγνή) και γίνεται ο παρακάτω διάλογος
ΙΩ Λοιπόν θα τον ξεθρονιάσει τον Δία μια γυναίκα;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Ναι γιατί θα γεννηθεί από εκείνη ένα παιδί περίσσεια ανώτερο του.
ΙΩ Ποιός είναι αυτός, που θα σε λύσει χωρίς τη θέληση του Δία; πες μου
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Απόγονος δικός σου πρέπει νάναι.
ΙΩ Τί λες; Παιδί δικό μου θα σε σώσει;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Σε δεκατρείς γενιές μετά από σένα.
ΙΩ Δυσνόητη είναι η προφητεία αυτή.
Εκπληρώθηκε με ακρίβεια.
Γράφτηκε το 470 πΧ, 13 γενιές επί 40 χρόνια που υπολογίζεται η αλλαγή κάθε γενιάς φτάνουμε ακριβώς στη Σταύρωση, την Ανάσταση και την Νίκη του Χριστού.
Και εάν το υπολογίσουμε με το μέσο βιολογικό όριο των 70 ετών της κάθε γενιάς, φτάνουμε στην οριστική κατάργηση της λατρείας του Δωδεκάθεου (392 μΧ) και το ξεθρόνιασμα του Δία!!!
Ο Θεός διαμέσου αυτών των Ελλήνων Φιλοσόφων ετοίμασε την Οδό του Ευαγγελίου για τα Έθνη.
Όσοι από τους μετέπειτα μαθητές τους σπούδασαν την Αρχαία Φιλοσοφία και γνώρισαν μετά την Αλήθεια και το Φως του Ευαγγελίου εξέφρασαν την Τέλεια Ερμηνεία και το Βάθος Του, που όμοια τους δεν βρίσκεις σε κανέναν άλλο λεγόμενο Χριστιανικό λαό.
Χρήστος Κλητσινάρης
«Ὁ λόγῳ τείνας οὐρανόν, ὑπεισέρχῃ Σπηλαίῳ, καί ἀλόγων ἐν φάτνῃ, ἀνακέκλισαι Χριστέ, τῆς ἀλογίας ἡμῶν, διά σπλάγχνα, θέλων ἐκλυτρώσασθαι» (ωδή γ΄, β΄ προερτίου κανόνος Χριστουγέννων).
(Χριστέ, Συ που με τον λόγο σου δημιούργησες και άπλωσες τον ουρανό, εισέρχεσαι μέσα σε σπήλαιο και ανακλίνεσαι σε φάτνη αλόγων ζώων. Κι αυτό γιατί από την αγάπη σου θέλεις να μας λυτρώσεις από την αλογία της ζωής).
Ο άγιος υμνογράφος ευρισκόμενος μέσα στο θάμβος του μυστηρίου της ταπείνωσης του Δημιουργού Υιού του Θεού, του Κυρίου Ιησού Χριστού: πώς Αυτός που είναι ο Δημιουργός ως παντοδύναμος Θεός δέχτηκε να περικλεισθεί μέσα στο σωματάκι ενός εμβρύου και να γεννηθεί σε μία σπηλιά ανακλινόμενος σε μία φάτνη αλόγων ζώων!, μέσα στο θάμβος αυτό λοιπόν ευρισκόμενος κατανοεί εν πίστει το ανεξήγητο: είναι η απειρία αγάπης του Θεού μας που Τον έκανε να «κλίνει ουρανούς και να κατέβει ως άνθρωπος» στη γη, ως ένας από εμάς «χωρίς ἁμαρτίας».
Χωρίς την αγάπη και «τα σπλάγχνα» του Δημιουργού τίποτε από τη χριστιανική πίστη, κατεξοχήν δε η Γέννηση Αυτού ως ανθρώπου «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου», δεν θα μπορούσε να γίνει κατανοητό. Βγάλε την αγάπη από την κίνηση ερχομού του Θεού στον κόσμο ως «σαρκοφόρου» διαπαντός, τουτέστιν αιωνίως, και όλα διαγράφονται. Αλλά τούτο δεν γίνεται. Διότι «ὁ Θεός ἀγάπη εστί». Αυτό μας απεκάλυψε ο Χριστός και ανταποκρίνεται στην αποκάλυψή Του αυτή κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος όπου γης και κάθε χρόνου.
Και ποιος ο σκοπός του ερχομού Του στον κόσμο;
«Να θεώσει το πρόσλημμα» θα μας πει σε άλλο σημείο ο άγιος ποιητής, δηλαδή τον άνθρωπο που προσέλαβε να τον φέρει και πάλι στην «ευθεία» προοπτική του αρχικού του προορισμού, τη θέωση, το «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ», να γίνει ένα με τον Δημιουργό Του – ό,τι έχασε από την επανάσταση κατά του Κυρίου με την αμαρτία του. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεόν τόν ἄνθρωπον ἀπεργάσηται».
Κι έρχεται με τον συγκεκριμένο ύμνο ο υμνογράφος να συμπληρώσει: η αποκατάσταση αυτή του ανθρώπου σημαίνει ότι αποκτά και πάλι αυτός τον λόγο της ζωής του. Γιατί; Διότι η εκτροπή της αμαρτίας κάνει τον άνθρωπο διαγράφοντας τη σχέση του με τον Υιό και Λόγο του Θεού να χάνει πράγματι και τον δικό του λόγο – ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να προεκτείνει και να επαναλαμβάνει τον Δημιουργό του, να είναι ένας άλλος θεός μαζί με τον φύσει Θεό.
Η αλογία της αμαρτίας όμως είναι η ανοησία του ανθρώπου, ο άνθρωπος της αμαρτίας δηλαδή περιπίπτει σε μία κατάσταση που αέναα ανακυκλώνει την απώλεια του εαυτού του, πορευόμενος διαρκώς στα τυφλά λόγω του σκοτισμού του νου του.
«Ὁ υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν καί ἀπολωλώς». Οπότε και τον Δημιουργό του δεν βλέπει, αλλ’ ούτε και τον εαυτό του, τον όποιο συνάνθρωπό του, ακόμη και το «σπίτι» του, το φυσικό του περιβάλλον. Τι «όνομα» να δώσει στα πάντα αυτός που απώλεσε τη δύναμη του ονοματοδοτείν, τον λόγο; Είναι τυχαίο ότι στην κατάσταση αυτή το μόνο που αναζητεί είναι η αλογία της μαγείας και του σατανισμού;
Η Γέννηση του Θεού ως ανθρώπου λοιπόν λυτρώνει τον άνθρωπο από την όποια αλογία του. Ο άνθρωπος που πιστεύει στον Χριστό αποκτά και πάλι το φως του, το αληθινό φως που δίνει νόημα στην ύπαρξή του και τον κόσμο όλο. Με τον Χριστό διαλύονται όλα τα «μυστήρια», γιατί με την παρουσία Του «Ἐκεῖνος ἐξηγήσατο».
Ένα με τον Χριστό ο άνθρωπος με άλλα λόγια σταματά να έχει απορίες, γιατί ζει μέσα στην «Λύση» των πάντων – γίνεται και ο ίδιος «όλος μάτια» που ρίχνουν φως σε κάθε σκοτεινιά του ίδιου και του περιβάλλοντός του.
Προϋπόθεση βεβαίως στη χαρισματική αυτή κατάσταση που την επισημαίνουμε στη ζωή των αγίων μας: η «ευθεία» καρδία μας. Χωρίς «αν» και «κρατούμενα» να πέσουμε στην αγκαλιά του Θεού μας ακολουθώντας Τον μέσα από τις άγιες εντολές Του.
Η έμπνευση του αγίου υμνογράφου και πάλι μας καθοδηγεί:
«Θεός ἀνθρώποις ὁμοιωθείς, πτωχεύει σαρκί, ἵνα ἡμᾶς καταπλουτίσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ, καί Σπηλαίῳ τίκτεται ὁ ἀχώρητος˙ τοῦτον εὐθείᾳ γνώμῃ ἀποδεξώμεθα» (ωδή ε΄ προερτίου κανόνος Χριστουγέννων)
(Ο Θεός αφού ομοιώθηκε με τους ανθρώπους, γίνεται πτωχός άνθρωπος και γεννιέται σε σπηλιά Αυτός που δεν Τον χωρούν τα σύμπαντα. Κι αυτό για να μας γεμίσει με τον πλούτο της δόξας Του. Αυτόν λοιπόν ας τον αποδεχτούμε με πραγματική πίστη και απλότητα».
π.Γεώργιος Δορμπαράκης
Στις μέρες μας το παγκόσμιο σκηνικό συνθέτουν αιματηρές συρράξεις, βίαιες αναστατώσεις, αδικίες και αγριότητες που προσβάλλουν την ανθρώπινη υπόσταση και πιστοποιούν την απογοητευτική εικόνα του πολιτισμένου κόσμου.
Ο άνθρωπος και ιδιαίτερα ο νέος βρίσκεται παγιδευμένος μέσα στην πολυπλοκότητα των αντιφάσεων της σύγχρονης εποχής, που επιχειρούν την αλλοτρίωση και χειραγώγηση του.
Οι αξίες κηρύσσονται έκπτωτες, προβαλλόμενα μοντέλα ζωής ακροβατούν σε εύθραυστες ισορροπίες, διαπροσωπικές σχέσεις εξασθενούν μέσα στο γενικότερο κλίμα ανασφάλειας και φόβου.
Η επιβίωση του ανθρώπου με όρους ανθρωπιάς καθίσταται ολοένα δυσκολότερη και η προσπάθεια του για ανασύνταξη τον βρίσκει να έχει παραιτηθεί ασθμαίνοντας από ηθική κόπωση.
Τρόπους και μεθόδους μπορεί να αναζητήσει στα μεγάλα αποθέματα της παγκόσμιας γνώσης και σοφίας, την εσωτερική ισορροπία και την προσωπική του ολοκλήρωση, όμως, μπορεί με έμπνευση να οικοδομήσει μέσα από την Ορθόδοξη Παράδοση της Εκκλησίας, που εδώ και αιώνες είναι θεμελιωμένη σε πελώριους τύμβους από ιερά οστά αγιασμένων μορφών που αγωνίστηκαν ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου.
Ένα πνευματικό κεφάλαιο ανεκτίμητης αξίας, ανέγγιχτο από κάθε φθοροποιό τάση στο πέρασμα του χρόνου, αναδεικνύεται η ζωή, το έργο και η παρακαταθήκη του Επισκόπου Σισανίου και Σιατίστης Αντωνίου Γ. Κόμπου.
Υπηρετώντας ως δάσκαλος αρχικά και ως καθηγητής Θεολόγος Μέσης και στη συνέχεια Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης, διατελώντας ταυτόχρονα και Διευθυντής με τις δημοκρατικές και παιδαγωγικές ιδέες του, προπορευόμενος της εποχής του, με την υψηλή μόρφωσή και το σπουδαίο συγγραφικό του έργο, συνέβαλλε να ανοίξουν νέοι ορίζοντες στην Ελλάδα από το 1950 και μετά.
Με βαθιά και μακρόχρονη, «παιδιόθεν», εκκλησιαστική παιδεία, προσέρχεται «περίτρομος εἰς τῆς Ἱερωσύνης το προαιρετικόν μεν, ἀλλά και τόσον μέγα Μυστήριον» με την εις πρεσβύτερον χειροτονία του στις 4-12-1967, έχοντας πλήρη επίγνωση της ευθύνης που απαιτεί το «φρικτόν θυσιαστήριον τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ».
Θα αποδειχθεί ο σεμνός Κληρικός με βαθύτατη πνευματικότητα, που συνειδητά διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στην ζωή του πιστού, αφήνοντας τη σφραγίδα του στο ιστορικό πέρασμά του. Καθοδηγητής οδήγησε τους ανθρώπους από την αμάθεια και την άγνοια στη γνώση, την κατανόηση και οικειοποίηση της Χριστιανικής Διδασκαλίας και των υψηλών νοημάτων της.
Οι μαθητές των Εκκλησιαστικών Σχολών όπου και δίδαξε αγαπούσαν τους καθηγητές τους καθώς η προσφορά των Σχολών υπήρξε πολύ σημαντική στην ελληνική κοινωνία. Τον καθηγητή και Διευθυντή όμως, τον π. Αντώνιο Γ. Κόμπο δεν τον αγαπούσαν απλά, τον ελάτρευαν! Δεν έμοιαζε με κανέναν ! Υπήρξε για τους μικρούς σπουδαστές Πατέρας και Διδάσκαλος, οικειοποιούμενος καθόλα τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς του Αγίου Νεκταρίου και έπαιρνε σάρκα και οστά «η φήμη του που έφτανε πριν από εκείνον και έλεγε πως πρόκειται για έναν ΑΓΙΟ!» .
Αντιλαμβανόμενοι την υπεροχή του σε όλους τους τομείς, την απεραντοσύνη της καλοσύνης του και τη θυσιαστική του αγάπη να εκχέεται αθόρυβη και πλούσια, δείχνοντας την αντοχή και τη στερεότητά της μέσα στις ποικίλες δυσκολίες της καθημερινότητας, τον αποκαλούν τόσο μεταξύ τους, όσο και μπροστά του «Άγιο Διευθυντή». Έτσι σε όλους τους χώρους αντιλαλούν οι μαθητικές φωνές απευθυνόμενοι ο ένας στον άλλο:
«-Σε ζητάει ο Άγιος…»
«-Σε βρήκε ο Άγιος Διευθυντής ;».
Ο παλμός της ζωής του «Αγίου Διευθυντή» γίνεται φανερός σε κάθε εκδήλωσή της και οι μαθητές που τον ακολουθούν στις γνώριμες οδοιπορίες και στις γοητευτικές αναβάσεις, το διαπιστώνουν:
«Τον ελεύθερο χρόνο του, μας έπαιρνε μαζί του και ανεβαίναμε στον εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Του άρεσε πολύ αυτή η διαδρομή, όμως εμείς δε μπορούσαμε να τον φτάσουμε.
- Άγιε Διευθυντά, τρέχετε τόσο πολύ, δε μπορούμε να σας φτάσουμε!! Λέγαμε λαχανιασμένοι.
-Αχ δεν έχετε ψυχή μωρέ, δεν έχετε ψυχή … απαντούσε και συνέχιζε αυτός να προπορεύεται.
Όταν φτάναμε στο εξωκκλήσι, καθόμασταν και μας μιλούσε, μας μιλούσε Θεέ μου, τόσο ωραία! Μας ανέλυε το Συναξάρι της ημέρας, μας εξηγούσε λόγους του Αγίου Βασιλείου, μας συμβούλευε και εμείς ακούγαμε, ακούγαμε και δε χορταίναμε να βλέπουμε εκείνο το πρόσωπό του με την τόση ιλαρότητα …!
Εμείς τον αποκαλούσαμε «ο Άγιος Διευθυντής» και πολλές φορές μόνο «ο Άγιος», γιατί ό,τι έλεγε και έκανε αυτός ο άνθρωπος έβγαινε από την ψυχή του!»
Ακόμα και σήμερα στην Εκκλησιαστική Σχολή στις παρυφές της Ξάνθης, μπορεί ο ευλαβικός προσκυνητής να αφουγκραστεί τον απόηχο, μέσα στο θρόισμα των φύλλων, την ώρα που τα κλαδιά γέρνουν πάνω στον ιστορικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, από τις νεανικές προσφωνήσεις προς τον Διδάσκαλο και να βιώσει την κατάπληξή τους όταν μπροστά στα μάτια της άδολης νεανικής ψυχής τους κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, την ώρα της Μεγάλης Εισόδου έβλεπαν τον π. Αντώνιο «να ίπταται!» κρατώντας στα χέρια του τα προσφερόμενα Τίμια Δώρα.
Στον ιστορικό αυτό ναό πόσες φορές τον είχαν δει «να μην πατά στη γη», πόσες συγκινήσεις είχαν ζήσει. Πόσες φορές ενώ έκλειναν τα βλέφαρά τους γέρνοντας στα στασίδια στις 4:00 τα ξημερώματα, εκείνος «φιλακόλουθος και ακούραστος διάβαζε ώρες ολόκληρες… και δεν τελείωνε, δεν τελείωνε, τι κουράγιο είχε! Δεν έχανε ούτε ένα νι ή ένα σίγμα...εκείνες οι καταβασίες!». Πόσες εμπειρίες τους είχαν σημαδέψει και διαμόρφωσαν μια σχέση που θα διατηρηθεί σε όλη την πορεία της ζωής τους. Εκείνοι θα τον κλείσουν στην ψυχή τους και εκείνος ο στοργικός Ποιμένας θα έχει την πατρική του αγκαλιά ανοιχτή να τους περιμένει πάλι και πάλι.
Ι.Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών-Εκκλησιαστική Σχολή Ξάνθης
Υπέρμαχος του δικαίου ο π. Αντώνιος Κόμπος και του καλού στο όνομα της Αγίας Τριάδος, ανεξίκακος και συγχωρητικός, αγωνίστηκε πολύ να ξεριζώσει κάθε δοξασία και κάθε κακότητα με προσωπική θυσία και κίνδυνο της ίδιας του της ζωής, ακόμα και όταν οι συνθήκες υπήρξαν προκλητικά δυσμενείς.
Τα λόγια του και οι ιδέες του μεταβλήθηκαν σε πράξη αποτελεσματική, έγιναν δράση μέσα από μια προσπάθεια ανάπλασης της πνευματικής ζωής του πιστού στις ποικίλες κοινωνικές της εκφάνσεις, μέσα και έξω από τις διδασκαλικές αίθουσες που γέμιζαν ασφυκτικά για να τον ακούσουν, καθώς «ο κόσμος έτρεχε να τον ακούσει σαν το μελίσσι, ήταν ένας χείμαρρος» και ως επακόλουθο κατέκτησε τις καρδιές όλων, όπου κλήθηκε να υπηρετήσει. Πάτμος, Αρεόπολη, Κόρινθος, Κατερίνη, Ξάνθη, Λαμία, ο ερχομός του κάθε φορά άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο, μαθητές και πιστός λαός από νωρίς αντιλαμβάνονται τη συγκροτημένη προσωπικότητα και τους ασκητικούς αγώνες του, καθώς επρόκειτο «για έναν μοναδικό άνθρωπο που ενέπνεε και γοήτευε» και στο αντίκρισμά του π. Αντωνίου κάνουν το σταυρό τους, καθώς ακτινοβολούσε από τη Θεία Χάρι.
Κατόπιν αντιλάλησαν τα Ακαρνανικά Όρη, τα δυσπρόσιτα χωριά της Αιτωλίας που περπάτησε σπιθαμή προς σπιθαμή ο θεόπνευστος Ιεροκήρυκας π. Αντώνιος Κόμπος από το 1970 και έκανε όλους τους Αιτωλοακαρνάνες να τον αγαπήσουν και να παραδεχτούν πως πρόκειται πραγματικά για έναν «για έναν Άγιο» , για «ἕναν ὁσιακῆς βιοτῆς Ἱεροκήρυκα» και ο Επίσκοπός Αιτωλίας Θεόκλητος απερίφραστα θα καταθέσει:
« … κατέκτησες τας καρδίας τοῦ λαοῦ μας, ὁ ὁποῖος σε ἔβλεπεν ὡς νεώτερον Κοσμᾶν Αἰτωλόν… Οἱ πόδες σου ἔτρεχον παντοῦ, εὐαγγελιζόμενοι εἰρήνην, εὐαγγελιζόμενοι τα ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἥρεμα, ταπεινά, ἁπλᾶ, χωρίς θορύβους, χωρίς τυμπανοκρουσίας, και ἐπιδεικτικάς προβολάς..»
Αξιοποιώντας στο έπακρο τις πνευματικές και ψυχικές του δυνάμεις, στοχεύοντας αφενός στην ολοένα αυξανόμενη τελείωση, θέτοντας την ύπαρξή του ολόκληρη στη διάθεση του Κυρίου και αφετέρου υπηρετώντας με κάθε πρόσφορο τρόπο τον πλησίον, φανέρωσε σε κάθε περίπτωση την ευγένεια της ψυχής του και το επίπεδο της αρετής του.
Το 1974 με Θεία Πρόνοια εκλέγεται παμψηφεί Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης και σειρά έχουν οι βουνοκορφές της Δυτικής Μακεδονίας να αντηχήσουν την αλήθεια, καθώς όχι μόνο οι κάτοικοι αλλά και «οἱ λίθοι κεκράξονται»:
«- Ε… αυτός είναι πράγματι άλλος Επίσκοπος! Αυτός είναι Άγιος!».
Σε κάθε περιοχή, όπου και αν βρέθηκε, οι άνθρωποι ψηλαφώντας την ένθεη ζωή του μέσα από την τραχύτητα των δοκιμασιών, νιώθουν θαυμασμό και ευγνωμοσύνη, καθώς συμβάλλει ευεργετικά στην συνδιαμόρφωση της δικής τους ζωής .
Ο Ιεράρχης Αντώνιος Γ. Κόμπος πείνασε και δίψασε για το Χριστό. Στερήθηκε και δοκιμάστηκε για τον πλησίον χωρίς δειλιάσεις και παραιτήσεις την κρίσιμη ώρα και το μόνο που ζήτησε σε όλη του τη ζωή ήταν «ένα τσαγάκι με λίγο μέλι» και το μόνο που κράτησε ήταν τα φθαρμένα του άμφια, το τριμμένο και τόσο τιμημένο του ράσο, γιατί αγάπησε την κατά Θεόν πτωχεία. Πρότυπο ανωτερότητας, αστείρευτης ανθρωπιάς κατέθεσε τα πάντα στην υψηλή αποστολή που του εμπιστεύτηκε ο Κύριος, πάντα χαμογελαστός και προσηνής, δίχως να κουραστεί, δίχως να βαρυγκωμήσει, γεμάτος καλοσύνη.
Μα ο Αντώνιος Σιατίστης ήρθε «να διακονήσει και όχι να διακονηθεί !».
Μοίρασε αφειδώλευτα κάθε υλικό αγαθό, διέθεσε όλο τον χρόνο του, αρνήθηκε κάθε άνεση και δόθηκε με διάπυρη αγάπη και αδιάλειπτη προσευχή προς τον Κύριο και το έργο που του ανέθεσε. Έφτασε έτσι να ακτινοβολεί πέρα από τη μικρή Μητροπολιτική του περιφέρεια και να κερδίσει επάξια περίοπτη θέση στη συνείδηση των ανθρώπων πέρα από το χώρο και το χρόνο.
Η πνευματική υπεροχή και η ηθική του ακεραιότητα δεν επιτρέπουν στον ταπεινό Ιεράρχη να αποδεχτεί τα στενά όρια του βολικού, να υποταχθεί στο ωφελιμιστικό, παραμένει ασυμβίβαστος με στάσεις ζωής που οδηγούν ολοένα και χαμηλότερα. Ελεύθερος και αδέσμευτος, το πρόσωπο του ανθρώπου θέλει να ανορθώσει και χαμηλώνει ο ίδιος σκύβοντας στοργικά εκεί που ο άνθρωπος έχει πέσει, αποστρέφεται την αμαρτία, συγχωρεί όμως τον αμαρτωλό. Δεν θέλει να τον υποβιβάσει, την αξιοπρέπειά του προσώπου θέλει να δικαιώσει καθώς επιθυμεί να δει τον άνθρωπο στο ύψος του, ακέραιο, αντάξιο της βασιλείας του Κυρίου. Τη φωνή του Κυρίου μεταβιβάζει που ζητά άνθρωπο ολοκληρωμένο, ικανό να ζήσει με γνησιότητα και ελευθερία, σεβόμενος τον εαυτό του και τους άλλους, με καθαρότητα, χωρίς υποκρισία, καθώς «ὁ ἀληθής χριστιανός ἔχει ἀνυπόκριτον πίστιν και την θείαν ἐλπίδα την ὁποίαν ουδέποτε ἀποβάλλει».
Εμφορούμενος από τα γνήσια Χριστιανικά ιδεώδη, πλούσιος σε πνευματικές κατακτήσεις μετέδωσε στον δοκιμαζόμενο καθημερινό άνθρωπο τη δύναμη της πίστης, της αγάπης και της ελπίδος. Μέχρι το τέλος της ζωής του συνέχισε αταλάντευτα να αντιμάχεται τη φαυλότητα και τον εγωισμό και να διακηρύσσει την ύψιστη αξία της αγάπης, καθιστώντας ξεκάθαρο το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης και του ευγενούς προορισμού της.
Η παλλόμενη από αγάπη καρδιά του Ιεράρχη και τα υγρασιασμένα του μάτια προδίδουν την υψηλή ευαισθησία του κάθε φορά που αναφέρεται στις αδικίες, στις ανισότητες, στην συκοφαντία που επιχειρεί την ισοπέδωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στους ποικιλοτρόπως βασανισμένους ανθρώπους, τονίζοντας πως «όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέλφια! Ναι αδέλφια, ανεξαιρέτως το χρώμα ή τις συνήθειες», γι’ αυτό και χρειάζεται μεγάλη προσοχή «να μην στεναχωρήσουμε τον αδελφό μας». Μαχόμενος καθημερινά για την επικράτηση των Χριστιανικών αξιών και προσευχόμενος παρακαλεί :
«να ἐπικρατήσῃ εἰς τον κόσμον ὁλόκληρον ἡ πολυπόθητος εἰρήνη και ἀγάπη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων».
Τολμηρός και αποφασιστικός δεν δίσταζε να στηλιτεύει κάθε τι ψεύτικο, κάθε τι που μπορεί να λεηλατήσει την ανθρώπινη ψυχή, οριοθετώντας το επίπεδο δράσης του ανθρώπου, ξυπνώντας από το λήθαργο την αποκοιμισμένη συνείδηση, ενισχύοντας τον αδύναμο να βρει την λανθάνουσα αγωνιστικότητά του, αναδεικνύοντας αξίες, υποδεικνύοντας δρόμους, δημιουργώντας νέους όρους ζωής μακριά από τα τετριμμένα σχήματα.
Γνήσιος και διακαής ο πόθος του να οδηγηθεί στη σωτηρία η «αθάνατος ψυχή» του ανθρώπου, αγωνίστηκε να επιτύχει το συνταίριασμα της πνευματικής ανάβασης μέσα από τη δυσχερή πραγματικότητα, υπενθυμίζοντας σε τόνους διδασκαλικούς : «εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε...!». Όχι δεν είναι αυτός ο στόχος. Ο άνθρωπος επιδιδόμενος προκλητικά στην ικανοποίηση υλικών αναγκών παραβλέπει τον ανώτερο σκοπό της ύπαρξής του, χάνοντας την αίσθηση του ηθικού και αληθινού, απογυμνωμένος οδηγείται σε πνευματικό και ψυχικό μαρασμό. Ο ιερός Ποιμένας επισημαίνει:
«Ἡ παροῦσα ζωή δεν ἔχει προοπτικήν τον θάνατον, ἀλλά την αἰωνιότητα μαζί με τον Χριστόν. Δια τοῦτο και ἡ καθημερινότης πρέπει να ἐντάσσεται εἰς την ὅλην προοπτικήν τῆς αἰωνιότητός μας».
Ως επιστέγασμα της αγιασμένης πορείας του, ηχηρή αναγνώριση θα καταγραφεί με τον πιο εμφατικό τρόπο, κατά την τελευταία ημέρα, εκείνη της εξοδίου ακολουθίας, την 18η Δεκεμβρίου 2005, όταν συγκινημένος ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, που εγνώριζε πολλά, στον επικήδειο λόγο του μετέφερε το κλίμα που δημιούργησε ανά την Ελλάδα η είδηση της κοιμήσεως του Ιεράρχη : « όταν χθες το πρωί ανηγγέλθη η προς Κύριον εκδημία του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης κυρού Αντωνίου, απ’ όλα τα χείλη εξήλθε μία μυριόστομος κραυγή, μία λέξις μόνο την οποίαν οι πάντες εξεστόμισαν και η λέξις ήτο : ένας Άγιος πέθανε!» και το πλήθος κόσμου που παρίστατο συγκλονισμένο από αυτά που είχε ζήσει και ζούσε επανέλαβε αντιφωνώντας με ένα στόμα: «ΑΓΙΟΣ!».
Στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου Σιατίστης στις 12 Ιουνίου του 1974 πλήθους λαού υποδέχθηκε τον νέο Επίσκοπο Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιο Κόμπο και του απέδωσε τιμές ως «ΑΞΙΟ!» και στις 17/18-12-2005 πλήθος λαού υποκλίθηκε μπροστά του και του απέδωσε τιμές ως «ΑΓΙΟ!»
Το σκήνωμα του Αγίου Επισκόπου που ετέθη για προσκύνημα, εξέπεμπε τη γαλήνη και την ουράνια μακαριότητα. Οι πιστοί βρίσκονται μπροστά στο οδυνηρό φάσμα του θανάτου, όμως ο Ιεράρχης τους είχε προετοιμάσει και παρείχε με βεβαιότητα την ελπίδα:
«Την τελευταίαν λέξιν εἰς το δρᾶμα τοῦ ἀνθρώπου δεν την ἔχει τώρα ὁ σκοτεινός και ψυχρός τάφος. Ἡ ψυχή εἶναι ἀθάνατος και συνεχίζει την πορεία της προς τον οὐρανόν, ἀπό στιγμῆς που νεκροῦται το στόμα και σβύνει ή πνοή.
Ὑπό το Φῶς τῆς Ἀναστάσεως ὁ θάνατος εἶναι ἠ ἀποδημία προς τον οὐρανόν, ἀφοῦ ὀ Χριστός προπορευθείς μᾶς ἑτοίμασε τόπον ἀναπαύσεως και μᾶς ἀναμένει!»(Π.Ε 2000)
Οι πρεσβείες του Επισκόπου Αντωνίου Σισανίου και Σιατίστης προς τον Κύριο Ιησού Χριστό και την Υπεραγία Θεοτόκο μετά την κοίμησή του, θα είναι τόσο ισχυρές, ώστε πολλοί άνθρωποι θα καταφθάνουν στο μνήμα του να προσκυνήσουν και να ζητούν με την προσευχή τους την παρέμβασή του στη ζωή τους, μαρτυρώντας ότι πρόκειται για έναν «Άγιο!».
Στον ιερό χώρο της Μητροπόλεως Σιατίστης, η είσοδος εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτή νυχθημερόν για την φιλόξενη υποδοχή, όπως άλλοτε, και προσέρχονται άνθρωποι από παντού: αγαπημένα συγγενικά και οικεία πρόσωπα, φίλοι και συνεργάτες αλλοτινοί, κληρικοί και λαϊκοί, πνευματικά του παιδιά από την Πελοπόννησο έως τον Έβρο και από την Κέρκυρα έως τη Μυτιλήνη, προσκυνητές από όλη την ηπειρωτική και νησιωτική χώρα και το εξωτερικό. Ο καθένας προσκομίζει την αγάπη, το σεβασμό, την ευλάβεια, τα αιτήματά του προς τον Ιερό Πατέρα με το δικό του τρόπο.
Αγαπημένα πνευματικά παιδιά του εναπόθεσαν χώμα κατά την ταφή του, από την πολυαγαπημένη γη της Αργολίδος που τον γέννησε και τον εξέθρεψε, στο μνήμα του στη Μακεδονική γη που τον δέχτηκε και τον αγκάλιασε ευλαβικά στα σπλάχνα της. Ο αείμνηστος Τάσος δεν παρέλειψε τα πορτοκάλια με τους ευωδιαστούς ανθούς από το Κιβέρι. Κάποιος κρατά κεράκια και θυμίαμα, λάδι για το καντηλάκι, ο πονεμένος τη φωτογραφία αγαπημένου προσώπου και δάκρυα με πόνο ψυχής επιστάζουν στο ιερό μνήμα, κάποιος άλλος ένα τριαντάφυλλο και τα παιδιά αφήνουν λεπτόμισχα αγριολούλουδα έτσι απλά και απροσχεδίαστα και γίνονται συμμέτοχοι σε όσα φανερά ή μυστικά συντελούνται, ενώ ο υμνωδός συνθέτει ύμνους.
Πρόκειται για όλους εκείνους που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν, που τον συνάντησαν και τον θαύμασαν, που τον άκουσαν και τον παραδέχτηκαν και άλλοι μετά την κοίμησή του που τον αναζήτησαν και τον βρήκαν. Όλοι στρέφουν τα πνευματικά τους μάτια στον Ουράνιο Πατέρα και τον ευχαριστούν που τους αξίωσε αυτή τη συνάντηση. Απερίγραπτη η ευγνωμοσύνη και κοινή η παραδοχή : η φωνή του Ιεράρχη εξακολουθεί να ηχεί στη ζωή τους, τα λόγια του συνεπαίρνουν και οι διδαχές του συγκλονίζουν, η θεραπευτική επίδραση του λόγου του καθίσταται και πάλι επίκαιρη, η δύναμη της προσευχής του ιαματική, τα έργα του παραδειγματίζουν.
Ο Αντώνιος Σιατίστης ο πνευματικός οδηγός της ζωής τους, που διορθώνει και πάλι τα λάθη με πατρικό και εμπιστευτικό τρόπο. Εκείνοι που ποτέ δεν τους ήταν αρκετός ο χρόνος δίπλα του, εκείνοι που θα ήθελαν να τον αντικρίζουν διαρκώς, να τον ακούν αδιάκοπα, να βρίσκονται κοντά του. Τώρα, μετά την κοίμησή του, θέτουν σκοπό της ζωής τους να εφαρμόζουν τις συμβουλές του, να ακολουθούν τις νουθεσίες του. Αναπολούν με σεβασμό τον Ιερό Πατέρα και η ψυχή τους γεμίζει γλυκύτητα και ζεστασιά. Δεν τον σκέπτονται, ούτε τον επικαλούνται περιστασιακά. Τον εντάσσουν στην καθημερινότητά τους μέσα από τη δύναμη της προσευχής, τον αισθάνονται διαρκώς δίπλα τους, με ριζωμένη την αγάπη και το σεβασμό στην ψυχή τους.
Έτσι ξεπερνούν την μονοδιάστατη έννοια του χρόνου και του χώρου, προχωρούν πέρα από την εγκόσμια διάστασή τους. Τα συμβατικά όρια καταργούνται και περιέρχονται σε μια διαφορετική αίσθηση, αντιλαμβάνονται πως ο χρόνος που πέρασε κοντά του δεν αποτελεί παρελθόν αλλά επιδρά στο παρόν, ενεργοποιώντας την αίσθηση του μέλλοντος και προϊδεάζοντας για το διαχρονικό και αιώνιο που θα ζήσουν με πνευματικό τρόπο. Ο χρόνος που έζησαν κοντά του βαθαίνει ολοένα και ο χώρος που κινήθηκαν μαζί του διευρύνεται.
Η εμπειρία της κοιμήσεως του Ποιμενάρχη παρέχει τη δυνατότητα στον κάθε πιστό πέρα από το χρόνο και το χώρο, σε εκείνον που νοερά τον επικαλείται, μέσα από θερμή προσευχή, με την καρδιά του στραμμένη στον Κύριο, να απλώσει τα χέρια προς τη Θεία αιωνιότητα και ο Ιερός Ποιμένας Αντώνιος που διατηρούσε πάντα αγάπη καθαρά πνευματική, τώρα πολύ περισσότερο παρακολουθεί και είναι έτοιμος να ανταποκριθεί στην κλήση για βοήθεια, να οδηγήσει τα αβέβαια και διστακτικά βήματα σε ασφαλή πορεία. Η ευλογία που ζητά ο πιστός από τον ταπεινό Ιεράρχη σφραγίζει τη ζωή του, επενεργώντας με τρόπο θαυμαστό ειρηνεύει την ψυχή του, συντελεί στο να βλέπει ό,τι τον απασχολεί με διαφορετική οπτική. Ο Ιεράρχης είναι ένας σύνδεσμος αγάπης και μια φωνή δυνατή, προσευχητική που μεταφέρει στον Κύριο όλα όσα η ψυχή του πιστού έχει ανάγκη.
Η κοίμησή του στις 17-12-2005 έκανε ένα πλήθος ανθρώπων να νιώσουν την ορφάνια και τον βαθύ πόνο του αποχωρισμού και έμοιαζε η συνέχεια δύσκολη, η δύναμη όμως του Θεού βρίσκει τρόπους να φανερωθεί μέσα στη ζάλη της καθημερινότητας, άλλοτε με διακριτικούς ψιθύρους και άλλοτε με κραυγαλέες ενδείξεις παρουσίας του Ιεράρχη. Πέρα από το χρόνο, εδώ μπροστά στο σκήνωμα του Ιερού Πατρός του Αντωνίου Σισανίου και Σιατίστης κάποια προσωπική επιτυχία ή φευγαλέα ευτυχία δεν μπορεί να αναμετρηθεί με τη ζωή που προβάλλει ατελείωτη μπροστά στον προσκυνητή. Εδώ ο καθένας συνειδητοποιεί τη μικρότητα του πρόσκαιρου μπροστά στη μεγαλοσύνη του αιώνιου και εύχεται και παρακαλεί να αξιωθεί και εκείνη την ουράνια συνάντηση με τον Άγιο Ιεράρχη, τον Αντώνιο Σιατίστης ενώπιον του Κυρίου, της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων. Τον δρόμο τον δίδαξε ευκρινώς ο ίδιος :
« Ἄς διέλθωμεν ἕως Βηθλεέμ μετά τῶν ποιμένων τῆς Γεννήσεως. Ἐκεῖ θα ἀντικρύσωμεν την ἀσύλληπτον εἰκόνα τῆς ἀντιθέσεως μεταξύ Θεοῦ και ἀνθρώπου. Το ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ δια τον ἄνθρωπον, την ἀδιαφορίαν τοῦ ἀνθρώπου δια τον Θεόν.
Ἀπερροφημένος ὁ ἄνθρωπος ἀπό τα πρόσκαιρα και ἐφήμερα, ὑποδουλωμένος εἰς τα ἐπίγεια και τα πράγματα του κόσμου δεν δύναται να ἀναγνωρίσῃ τον Λυτρωτήν και Σωτῆρα Του. Δεν ἔχει δι αὐτόν κατάλυμα...Αὕτη εἶναι ἡ εἰκών, την ὁποία συνθέτει ἡ σχέσις τοῦ Ἁγίου Θεοῦ με τον ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον. Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Περιφρόνησις Τούτου ὑπό τοῦ ἀνθρώπου.
Ἄς γονατίσωμεν μπροστά εἰς την Φάτνην και ἄς ἐμβαθύνωμεν περισσότερον εἰς το Μέγα Μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ.» [ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ,1985-
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!
Σοφία Τρικελίδου
Φιλόλογος-1ο ΓΕΛ Κοζάνης