Ο ιερομάρτυς Αλέξανδρος γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου του 1874 στο χωριό Σόσκα της επαρχίας Λιπέτσκ. Ήταν γιος του ιεροψάλτη Νικολάου Αρχάγγελσκι.
Το 1896 αποφοίτησε από το Εκκλησιαστικό Σεμινάριο του Ταμπώφ και την ίδια χρονιά διορίστηκε ιεροψάλτης σ’ έναν ναό της πόλης.
Εκεί γνώρισε και νυμφεύθηκε την κόρη του πρωτοπρεσβυτέρου π. Καπίτωνος Αλεξέγιεφ Αικατερίνα. Η οικογένεια του π. Καπίτωνος ήταν μεγάλη και πολύ ευσεβής. Όλοι οι γιοι του έγιναν αργότερα ιερείς.
Κάποτε η Αικατερίνα αρρώστησε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Ταμπώφ. Τότε ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να πάρει στο σπίτι του μια ορφανή κοπέλα που ήταν κουφή, τη Μαρία, για να τον βοηθάει στις δουλειές.
Κάποια μέρα ο Αλέξανδρος και η Μαρία μίσθωσαν μιαν άμαξα και κίνησαν για το νοσοκομείο. Στον δρόμο συνάντησαν ένα μικρό πλήθος πιστών ιερέων και λαϊκών, που λιτάνευαν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Καζάν.
Ο Αλέξανδρος είπε στον αμαξά να σταματήσει. Κατέβηκε από την άμαξα και, πλησιάζοντας τους πιστούς που μετέφεραν την εικόνα, τους παρακάλεσε ν’ αφήσουν και το κουφό κορίτσι να την κρατήσει για λίγο. Εκείνοι δέχτηκαν πρόθυμα. Ύστερα έψαλαν όλοι μαζί Παράκληση. Μόλις τελείωσαν, ο Αλέξανδρος και η Μαρία ανέβηκαν πάλι στην άμαξα και συνέχισαν τον δρόμο τους. Καθώς περνούσαν από μια γέφυρα, ένα αστροπελέκι έσχισε τον μολυβένιο ουρανό και σχεδόν αμέσως μια δυνατή βροντή ακούστηκε. Η Μαρία τρόμαξε και άρχισε να σταυροκοπιέται.
– Τι συμβαίνει, Μαρία; τη ρώτησε με έκπληξη ο Αλέξανδρος. Μήπως άκουσες τη βροντή;
– Ναι, την άκουσα! Τώρα ακούω! Ακούω πολύ καλά! απάντησε η κοπέλα ολόχαρη.
Δόξασαν και οι δύο τον Θεό για το θαύμα που είχε κάνει με τη μεσιτεία της Παναγίας Μητέρας Του.
Σε ηλικία τριάντα χρονών ο Αλέξανδρος χειροτονήθηκε διάκονος και διορίστηκε στον ναό του χωριού Στοροζεβί Βισέλκι της επαρχίας Βορονέζ. Δύο χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Ήδη τότε είχε επτά παιδιά. Ωστόσο, πονόψυχος καθώς ήταν, όταν πέθανε ένα ανδρόγυνο της ενορίας του, πήρε στο σπίτι του τα δύο ορφανά παιδιά τους.
Σ’ όλες τις μεγάλες γιορτές πλήθος πιστοί κατέφθαναν στο Στοροζεβί Βισέλκι από τα γύρω χωριά. Πολλοί απ’ αυτούς φιλοξενούνταν στο σπίτι του π. Αλεξάνδρου. Ο καλός ιερέας έστρωνε σανό στο πάτωμα και εκεί κοιμόντουσαν οι προσκυνητές, ο ένας δίπλα στον άλλον. Η Αικατερίνα, πάλι, μολονότι ήταν φιλάσθενη, τους διακονούσε όλους με χαρά και αγάπη.
Κάποτε ο π. Αλέξανδρος πήγαινε με άμαξα στην πόλη Ούσμαν, στο γυμνάσιο της οποίας φοιτούσαν μερικά από τα παιδιά του. Περνώντας από ένα χωριό, είδε ένα σπίτι να καίγεται. Χωρίς χρονοτριβή, σταμάτησε την άμαξα, κατέβηκε κι έτρεξε κατά ‘κει. Από τους χωρικούς, που ήταν μαζεμένοι ολόγυρα, πληροφορήθηκε ότι μέσα στο φλεγόμενο σπίτι βρισκόταν ένα τρίχρονο κοριτσάκι, που οι γονείς του έλειπαν. Όλοι έκλαιγαν και φώναζαν, αλλά κανείς δεν τολμούσε να κάνει ό,τι αδίστακτα έκανε αμέσως ο φιλάνθρωπος ιερέας: Χώθηκε στις φλόγες κι έβγαλε το κοριτσάκι ζωντανό, λίγο πριν καταρρεύσει η σκεπή του σπιτιού. Δεν περίμενε να τον ευχαριστήσουν και να τον τιμήσουν. Γύρισε βιαστικά στην άμαξά του κι έφυγε.
Το 1917 οι μπολσεβίκοι, με το που κατέλαβαν την εξουσία, απαίτησαν από τον π. Αλέξανδρο να εγκαταλείψει το σπίτι του, για να το κάνουν σχολείο. Εκείνος δεν έφερε αντίρρηση. Στη συνέχεια ζήτησαν να τους παραδώσει τα έπιπλά του, καθώς και όλα τα εκκλησιαστικά περιοδικά και βιβλία του. Τους τα έδωσε. Το σχολείο, ωστόσο, δεν λειτούργησε για πολύ. Οι δάσκαλοι και οι μαθητές άρχισαν ν’ αρρωσταίνουν ανεξήγητα ο ένας μετά τον άλλον. Οι χωρικοί κατάλαβαν πως οι αρρώστιες αυτές δεν ήταν τυχαίες. Συνδέοντάς τες με το γεγονός ότι τα μαθήματα γίνονταν στο σπίτι που είχαν αρπάξει οι μπολσεβίκοι από τον ιερέα του Θεού, απαίτησαν τη μεταφορά του σχολείου σε άλλο οίκημα. Και αυτό έγινε σύντομα.
Το φθινόπωρο του 1918 οι σοβιετικές αρχές αποφάσισαν, δίχως καμιάν αφορμή, τη σύλληψη και την εκτέλεση του π. Αλεξάνδρου την παραμονή της εορτής της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου. Ο ιερέας γύρισε στο σπίτι του αργά το βράδυ κουρασμένος από τις ποιμαντικές μέριμνες και υποχρεώσεις της ημέρας. Ήταν μουσκεμένος από τη βροχή. Μπήκε στην κουζίνα και ετοιμάστηκε να ξαπλώσει πάνω στη χτιστή σόμπα για να στεγνώσει. Ξάφνου άκουσε ποδοβολητά αλόγων, που σταμάτησαν μπροστά στην αυλόπορτα. Κατάλαβε πως είχαν έρθει γι’ αυτόν. Δεν έχασε καιρό. Μπήκε στην τραπεζαρία, όπου κάθονταν η πρεσβυτέρα και τα παιδιά του, και τους είπε:
– Ο Κύριος να σας σκεπάζει όλους! Φεύγω. Ήρθαν να με συλλάβουν. Μόνο ο Θεός μπορεί να με γλυτώσει από τα χέρια τους.
Από ένα παράθυρο κατέβηκε στην πίσω αυλή και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Η πρεσβυτέρα άναψε ένα φανάρι και άνοιξε την πόρτα. Όρμησαν τότε μέσα τρεις οπλισμένοι άνδρες. Ένας απ’ αυτούς ρώτησε άγρια:
– Ποιος μένει εδώ;
– Ο ιερέας π. Αλέξανδρος Αρχάγγελσκι, του απάντησε η Αικατερίνα.
– Πού είναι;
– Ίσως σε κάποιο σπίτι για ιεροτελεστία ή στον μύλο.
Χωρίς να πουν τίποτ’ άλλο, ερεύνησαν όλο το σπίτι. Έφυγαν, αφού αναποδογύρισαν τα πάντα.
Στο μεταξύ ο π. Αλέξανδρος πήγε στο σπίτι μιας θεοσεβούμενης γριούλας, της Μάρθας Ιβάνοβνας, και την παρακάλεσε:
– Κρύψε με! Με κυνηγούν οι κακούργοι.
– Παππούλη, αποκρίθηκε εκείνη, όλοι γνωρίζουν ότι έρχεσαι στο σπίτι μου, όπως έρχομαι κι εγώ στο δικό σου. Θα σε αναζητήσουν, λοιπόν, εδώ. Καλύτερα είναι να φύγεις μακριά.
Ο π. Αλέξανδρος άκουσε τη συμβουλή της και τράβηξε για το γειτονικό χωριό Μανσούρωφ. Βρήκε καταφύγιο στο σπίτι ενός πιστού χωρικού, που τον έκρυψε μέσα σ’ έναν σωρό σανό.
Οι άθεοι εξουσιαστές μέσα στη νύχτα άρχισαν να ερευνούν τα σπίτια των πιστών το ένα μετά το άλλο. Δεν άργησαν να φτάσουν και στο σπίτι όπου ήταν κρυμμένος ο ιερέας. Κάποιος απ’ αυτούς έχωσε το ξίφος του κάμποσες φορές μέσα στον σανό. Με τη χάρη του Θεού, όμως, ο π. Αλέξανδρος διαφυλάχθηκε αβλαβής.
Χαράματα έφυγε με τα πόδια για την πόλη Ούσμαν κι από ‘κει πήγε στο Βορονέζ. Ο επίσκοπος της επαρχίας τον διόρισε εφημέριο του ναού του χωριού Λιπόφκα, όπου υπηρέτησε δυόμισι χρόνια. Έπειτα τοποθετήθηκε διαδοχικά στα χωριά Μέτσεσκα και Μπουτουρλίνκα.
Συνελήφθη ύστερ’ από χρόνια, στις 8 Απριλίου του 1930.
Στη διάρκεια των ανακρίσεων αντιστάθηκε σθεναρά στις πιέσεις και δεν παραδέχθηκε καμία από τις ανυπόστατες κατηγορίες που του απέδωσαν. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 2 Αυγούστου, για την αγάπη του στον Χριστό και την Εκκλησία.
«Ο άγιος Στέφανος, όταν κάποτε έγινε συζήτηση μεταξύ Ιουδαίων και Σαδδουκαίων και Φαρισαίων και Ελλήνων περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και άλλοι από αυτούς έλεγαν ότι είναι Προφήτης, άλλοι ότι είναι ένας που πλανά τον κόσμο, άλλοι δε ότι είναι ο Υιός του Θεού, στάθηκε σε υψηλό τόπο και ευαγγελίστηκε σε όλους τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, λέγοντας:
"Άνδρες αδελφοί, γιατί πληθύνθηκαν οι κακίες σας και ταράχτηκε όλη η Ιερουσαλήμ; Μακάριος είναι ο άνθρωπος, που δεν δίστασε να πιστέψει στον Ιησού Χριστό. Διότι Αυτός είναι ο Θεός που έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε για τις αμαρτίες μας και γεννήθηκε από αγία και αγνή Παρθένο, η οποία είχε εκλεγεί πριν δημιουργηθεί ακόμη ο κόσμος. Αυτός πήρε τις αμαρτίες μας και βάστασε τις ασθένειές μας: έκανε τυφλούς να βρουν το φως τους, καθάρισε λεπρούς και έδιωξε τους δαίμονες".
Αυτοί δε, όταν τον άκουσαν, τον οδήγησαν στο συνέδριο των Αρχιερέων. Διότι οι ίδιοι δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη σοφία και στο Πνεύμα του Θεού με το Οποίο μιλούσε. Κι αφού εισήλθαν έβαλαν κάποιους άνδρες να πουν:
«Ότι τον ακούσαμε να λέει βλάσφημα λόγια κατά του Ναού και κατά του Μωσαϊκού Νόμου», όπως τον κατηγόρησαν και για τα υπόλοιπα που αναφέρονται στις ιερές Πράξεις των Αποστόλων.
Όταν τον ατένισαν λοιπόν και είδαν όλοι το πρόσωπό του σαν πρόσωπο αγγέλου, μη υποφέροντας την ντροπή της ήττας τους, τον φόνευσαν διά λιθοβολισμού, ενώ εκείνος προσευχόταν υπέρ αυτών με τα λόγια: «Κύριε, μην τους καταλογίσεις την αμαρτία αυτήν».
Επειδή λοιπόν ο θείος πρωτομάρτυρας, με τη θεωρηθείσα πτώση του, κατέβαλε τον αντίπαλο, ρίχνοντάς τον κάτω σαν πτώμα, και αναπαύτηκε τον γλυκό ύπνο, τότε άνδρες ευλαβείς μάζεψαν το ιερό σκήνωμά του σε μία θήκη φτιαγμένη από κάποιο φυτό, κι αφού το ασφάλισαν πολύ καλά, το κατέθεσαν στα πλάγια του Ναού. Ο δε Νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ και ο υιός του Αβελβούς πίστεψαν στον Χριστό και βαπτίστηκαν από τους αποστόλους. Τελείται δε η σύναξή του στο μαρτυρείο του πλησίον των Κωνσταντιανών».
Ο υμνογράφος του αγίου, Ιωάννης ο μοναχός, αναφέρεται σε όλη την αγιασμένη διαδρομή της ζωής του Στεφάνου. Και στο γεγονός ότι ήδη από τη στιγμή που έγινε χριστιανός υπήρξε «ανήρ πλήρης πνεύματος και δυνάμεως», και στο γεγονός ότι εκλέχτηκε από τον λαό και χειροτονήθηκε από τους αποστόλους ως βοηθός αυτών: στη διακονία των τραπεζών αλλά και στο κήρυγμα, και στο γεγονός της συλλήψεώς του, της απολογίας του, της θεοπτικής εμπειρίας του, του χαρισματικού μαρτυρίου του. Εκείνο που ιδιαιτέρως προβάλλει ο υμνογράφος του είναι ο τρόπος με τον οποίο έφυγε από τη ζωή αυτή: διά λιθοβολισμού – ένας συνηθισμένος τρόπος των Ιουδαίων για εκείνους που θεωρούνταν ότι βλασφημούσαν την πίστη τους. Κι ως εξαίσιος ποιητής δεν μένει σε ό,τι επισημαίνουν μόνον οι αισθήσεις: το πέταγμα των λίθων, αλλά αποκαλύπτει και τη μη αισθητή πλευρά:
Πρώτον, ότι οι λίθοι που έριχναν εναντίον του οι Ιουδαίοι γίνονταν την ίδια ώρα τα σκαλοπάτια ανόδου του στη Βασιλεία του Θεού («οι λίθοι που σαν νιφάδες έπεφταν εναντίον σου, σου έγιναν σκαλοπάτια και σκάλες για την ουράνια άνοδό σου. Αυτά τα σκαλοπάτια ανεβαίνοντας είδες τον Κύριο να στέκεται στα δεξιά του Πατέρα»)∙
Δεύτερον, ότι «οι λίθοι αυτοί έγιναν ο διάκοσμος του Στεφάνου, όπως στολίζεται κανείς με ποικίλα και ωραία λουλούδια, και έτσι στολισμένος πήγε ενώπιον του ζωοδότη Χριστού».
Και πέραν τούτων, τρίτον, ο λιθοβολισμός του συνιστά το στεφάνι που του έθεσαν οι φονευτές του, όταν εκείνος τους είχε «λιθοβολίσει» με τις νιφάδες των θεοπνεύστων λόγων του («ο Πρωτομάρτυρας κτύπησε τους άθλιους φονευτές του με τις νιφάδες του θεηγόρου στόματός του, γι’ αυτό στεφόταν σαν νικητής από αυτούς με τις νιφάδες των λίθων»).
Επικεντρώνοντας ο μοναχός Ιωάννης στο μαρτυρικό τέλος του αγίου Στεφάνου δεν είναι δυνατόν να μη σταθεί στο κορυφαίο σημείο του μαρτυρίου του: τη συγχώρηση των λιθοβολιστών του, την άφεση της εχθρικής προς αυτόν ενεργείας τους. Και το μυαλό του βεβαίως πηγαίνει εκεί που πηγαίνει το μυαλό όλων μας: στον εσταυρωμένο Κύριο, ο Οποίος πάνω στον Σταυρό συγχωρεί και Αυτός τους σταυρωτές Του. «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», είπε ο Κύριος, «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» λέει ο Στέφανος. Τα ίδια λόγια, με ελαφρά παραλλαγή, η ίδια στάση ζωής. Ο δούλος ο οποίος ακολουθεί επακριβώς τα χνάρια του Κυρίου του.
«Δέσποτα Χριστέ, ο Στέφανος χρημάτισε πανάριστος μιμητής του τιμίου πάθους σου, και αντιδρά απέναντι στους φονευτές του με την ευλογία».
«Ω η μακάρια φωνή, που βγήκε από το στόμα σου, Στέφανε: Μη καταλογίσεις, φωνάζοντας, Δέσποτα Χριστέ, στους φονευτές την άγνοιά τους. Αλλά σαν Θεός και Δημιουργός, δέξου το πνεύμα μου, σαν ευωδέστατο θύμα».
Κι είναι ευνόητο ότι η στάση του αγίου Στεφάνου, να στέκεται δηλαδή κανείς με αγάπη απέναντι και προς τους εχθρούς, δεν είναι μία επιλογή μόνο δική του, σαν ένα είδος εξαίρεσης. Συνιστά την εντολή του Κυρίου, σύμφωνα με τα λόγια και την ίδια τη ζωή Του, που αφορά όλους μας.
Αν δηλαδή δεν συγχωρούμε εκ καρδίας όλους εκείνους που μας βλάπτουν και μας αδικούν, έστω κι αν φαίνεται ότι έχουμε χίλια δίκια, δεν μπορούμε να ανήκουμε στον Χριστό. Το αποδεικτικό στοιχείο ότι είμαστε Εκείνου, ότι Εκείνος κατοικεί μέσα μας, ότι Εκείνος θα μας δεχθεί χαίρων στη Βασιλεία Του, ευλογώντας την εκεί παρουσία μας, είναι η χωρίς όρια αγάπη μας προς όλους και η άφεση των αμαρτιών των συνανθρώπων μας. Χωρίς την ανεξικακία αυτή, η οποία τίθεται σε ενέργεια με τη δύναμη ασφαλώς του ίδιου του Κυρίου, δεν βλέπουμε πρόσωπο Θεού, κι ακόμη χειρότερα: ευρισκόμαστε υπό την κυριαρχία του πονηρού διαβόλου. Μακάρι το τέλος της ζωής μας, δηλαδή δυνητικά η κάθε στιγμή μας, να μας βρει σε αυτή τη συγχώρηση. Σημαίνει ότι το Πνεύμα του Θεού θα μας συνοδεύει αιωνίως.
π.Γεώργιος Δορμπαράκης
Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός, κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας τη να πετάει και να χάνεται. Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του.
Πώς βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δυο μέρες πριν. Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή.
Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μια ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πια να πλησιάσει προς τη γωνιά της. Κάπου σε μια πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιει, αλλά δε βρήκε ούτε μια κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ένιωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως. Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος.
«Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε.
Στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πια το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.
Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει κάτι παρόμοιο. Εκεί απ’ όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια. Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δεις κανέναν— κλείνονται όλοι στα σπίτια τους, και το μόνο που ακούς είναι το ουρλιαχτό από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα. Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μια στάλα! Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά! Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο. Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δει το μικρό.
Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πώς φωνάζουν όλοι, πώς τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι. Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν. Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι. Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πια κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει.
Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους— αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μια στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ’ έξω κάμποσοι κύριοι. Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες! Μια κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγει. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι τού έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει. Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα πού. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μια θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο μόνος και τόσο απαίσια.
Όμως, ξάφνου, Θεέ και κύριε! Τι είναι αυτό πάλι; Ένα πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές! Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δυο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται. Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δει ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες. Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μια καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μια κλοτσιά. Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο πού, σε μια αυλή, μια άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων.«Εδώ δε θα με βρουν, είναι κατασκότεινα».
Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ένιωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μια τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα. Νάτος, τρεμουλιάζει ολόκληρος! Αχ, μα ναι, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ. Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!… Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα.«Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!»
«Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μια σιγανή φωνή.
Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναι, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και… και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό! Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Πού βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναι, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη.
«Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι.«Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα.
«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. «Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα…»
Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους… Ναι, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα…
Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς.
Γιατί έγραψα μια τέτοια ιστορία, που δεν ταιριάζει καθόλου σε ένα συνηθισμένο ημερολόγιο, και μάλιστα ημερολόγιο συγγραφέα; Είχα υποσχεθεί στους εκδότες μερικά διηγήματα, για αληθινά γεγονότα κατά προτίμηση! Όμως, ακριβώς αυτό είναι το ζήτημα: μου φαίνεται πως όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στ’ αλήθεια— δηλαδή αυτό που έγινε στο υπόγειο και πίσω από τα ξύλα και εκεί, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν ξέρω πια πώς να το πω, μπορεί να έχουν συμβεί μπορεί και όχι… Αλλά γι’ αυτό είμαι μυθιστοριογράφος: για να επινοώ πράγματα…