Πριν από πενήντα χρόνια και συγκεκριμένα στις 26 Δεκεμβρίου του 1973 δημοσιεύθηκε στη Γαλλία, στα ρωσικά, το συγκλονιστικό όσο και αποκαλυπτικό έργο του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ». Αυτό κατέφερε ένα ακόμη πλήγμα στο ολοκληρωτικό σύστημα εξουσίας της Σοβιετικής Ένωσης, με την εκτενή και γλαφυρή στην τραγικότητά της περιγραφή των στρατοπέδων συγκέντρωσης.
Το «Αρχιπέλαγος» στην ΕΣΣΔ ήσαν οι διάσπαρτες «νήσοι» και «νησίδες» από φυλακές, ψυχιατρεία και στρατόπεδα στην εκτεταμένη αυτή χώρα. Γράφει ο Σολζενίτσιν: «Από τον Βερίγγειο Πορθμό ίσαμε τον Βόσπορο σχεδόν είναι διεσπαρμένα τα μύρια νησιά του μαγεμένου Αρχιπελάγους. Είναι αθέατα κι όμως υπάρχουν, κι από νησί σε νησί πρέπει, αθέατα επίσης, αλλά αδιάκοπα, να μεταφέρονται οι αθέατοι σκλάβοι, που έχουν σάρκα, όγκο και βάρος. Πώς όμως τους μεταφέρουν και με τί; Υπάρχουν για τον σκοπό αυτό σημαντικά λιμάνια: τα μεταγωγικά στρατόπεδα και λιμάνια πιο δεύτερα: τα μεταγωγικά στρατόπεδα. Υπάρχουν για τον σκοπό αυτό ατσάλινα σφαλισμένα καράβια: τα βαγόνια-ζακ». (Α. Σολζενίτσιν «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ», Εκδ. Οργαν. Πάπυρος, Αθήνα, 2009, Μέρος ΙΙ, σελ. 541). Σημειώνεται ότι η λέξη «Γκουλάγκ» είναι σύντμηση των ρωσικών λέξεων «Γκλάβνογιε Ουπραβλένιγιε Λαγκερέϊ», που σημαίνουν «Γενική Διοίκηση Στρατοπέδων»…
Στον πρόλογο του βιβλίου ο Σολζενίτσιν γράφει: «Ήταν πάνω από τις δυνάμεις ενός ανθρώπου να γράψει μόνος του αυτό το βιβλίο. Εκτός από όσα αποκόμισα από το Αρχιπέλαγος - πάνω στο τομάρι μου, με τη θύμηση, με το αυτί και το μάτι μου - υλικό γι΄ αυτό το βιβλίο μου έδωσαν με τις αφηγήσεις, τις αναμνήσεις και τα γράμματά τους οι … (παραθέτει 227 ονόματα). Δεν εκφράζω εδώ την προσωπική μου ευγνωμοσύνη σ’ αυτούς. Τούτο το βιβλίο είναι το κοινό μας ομόψυχο μνημείο για όσους βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν».
Το 1970 απονεμήθηκε στον Σολζενίτσιν το βραβείο Νόμπελ και την ίδια χρονιά, παρά την εντατική παρακολούθηση, επέτυχε να περάσει στον εκδοτικό οίκο YMCA - Press, που τον είχαν Ρώσοι λόγιοι εμιγκρέδες στο Παρίσι, το μικροφίλμ με ολόκληρο το περιεχόμενο του Αρχιπελάγους. Επί δύο χρόνια δεν έδωσε το σήμα για έκδοσή του. Όμως τον Αύγουστο του 1973 η Ελισάβετ Βορονιάνσκαγια, που είχε δακτυλογραφήσει το έργο, συνελήφθη και μετά από βασανιστική ανάκριση ομολόγησε και στο σπίτι της από την KGB βρέθηκε το δακτυλογραφημένο αντίγραφο του βιβλίου, το οποίο ο Σολζενίτσιν της είχε πει να το καταστρέψει… Ο συγγραφέας συνελήφθη και φυλακίστηκε, το αντίγραφο κατεστράφη. Τότε από τη φυλακή έδωσε το σήμα να τυπωθεί το βιβλίο. Εκδόθηκε, όπως γράψαμε, στις 26 Δεκεμβρίου του 1973, από την YMCA - Press στα ρωσικά και είχε παγκόσμια απήχηση. Το 1974 εκδόθηκε στα γαλλικά και αργότερα σε όλες τις γνωστές γλώσσες. Στις 12 Φεβρουαρίου 1974 αφαιρέθηκε από τον Σολζενίτσιν η σοβιετική υπηκοότητα και απελάθηκε στην Ελβετία. Κατέφυγε τελικά στο Βέρμοντ των ΗΠΑ, όπου έζησε έως το 1994. Τότε επέστρεψε στη Ρωσία και στις 3 Αυγούστου 2008 απεβίωσε. Ήταν 90 ετών.
Ο Σολζενίτσιν άφησε μιαν παρακαταθήκη, που είναι και η πικρή αλήθεια που ζούμε σήμερα, σε όλους τους πολίτες, που λένε ότι «ανήκουν στη Δύση» και ειδικότερα σε όσους, όπως εμείς οι Έλληνες, ακολουθούμε τον δυτικό τρόπο ζωής, χωρίς, ακόμη, να έχουμε χάσει την ταυτότητά μας, στην οποία κύρια θέση κατέχει η Ορθοδοξία. Έγραψε: «Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ατόμου έχει εξωθηθεί έως τέτοιου σημείου υπερβολής, που η ίδια η κοινωνία βρίσκεται αφοπλισμένη μπρος σε ορισμένα από τα μέλη της και έφτασε η ώρα για τη Δύση να μην τονίζει τόσο τα δικαιώματα των ανθρώπων, όσο τις υποχρεώσεις τους».
Βλέπουμε, δικαιώματα ζητάνε οι ομοφυλόφιλοι, δικαιώματα οι έγκυες γυναίκες, δικαιώματα οι συγγενείς επί των βαριά ασθενούντων ηλικιωμένων. Τα ζητούμενα δεν στηρίζονται σε ηθικές αρχές, αλλά στην ηδονή και στο συμφέρον και έτσι φιμώνονται οι υποχρεώσεις έναντι των παιδιών, γεννημένων ή αγέννητων, έναντι όσων βρίσκονται στο τέλος της ζωής τους και χρειάζονται την εκούσια, αγαπητική και ανακουφιστική φροντίδα των δικών τους ανθρώπων, έναντι της συνέχειας του έθνους, στο οποίο χρωστούμε ότι υπάρχουμε με τη συγκεκριμένη βιωτή.
Δὲν ξαφνιάζουν οἱ γεωργικοὶ κόποι τοὺς γεωργούς, οὔτε εἶναι ἀπροσδόκητη ἡ θαλασσινὴ φουρτούνα γιὰ τοὺς ναῦτες, ὅπως καὶ ὁ ἱδρώτας δὲν παραξενεύει τοὺς ἐργάτες κατὰ τὸ καλοκαίρι, ἔτσι δὲν εἶναι ἐκτὸς προγράμματος καὶ ἡ θλίψη τῆς παρούσας ζωῆς, γιὰ ἐκείνους ποὺ διάλεξαν τὴ ζωὴ τῆς εὐσεβείας.
Ἀλλὰ στὸ καθένα ἐπάγγελμα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρθηκαν ἔχει συνταιριαχθεῖ ἀνάλογος κόπος πού μας εἶναι γνωστός, αὐτοὶ δὲ ποὺ μετέχουν στὸ ἐπάγγελμα, τὸν ἀναδέχονται τὸν πόνο αὐτό, ὄχι βέβαια γιατί τοὺς ἀρέσει νὰ κοπιάζουν, ἀλλὰ διότι περιμένουν νὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἐκεῖνα – τὰ ἐπαγγέλματα – ἀποδίδουν.
Διότι οἱ ἐλπίδες ποὺ συγκρατοῦν καὶ συναρμόζουν ὁλόκληρο τὸν βίο τῶν ἀνθρώπων γλυκαίνουν καὶ παρηγοροῦν τὴ δυσκολία ποὺ ἔχει τὸ καθένα ἐπάγγελμα.
Καὶ ἄλλοι μὲν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κοπιάζουν γιὰ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς ἢ γιὰ ἄλλα γήινα ἀγαθά, ἔχασαν παντελῶς τὶς ἐλπίδες τους καὶ ἀπόλαυσαν τὰ ἀγαθὰ ποὺ περίμεναν μονάχα μὲ τὴ φαντασία τους, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι εἰς τοὺς ὁποίους συνέβη νὰ ἀποβοῦν τὰ ἀποτελέσματα κατὰ τὴν ἐπιθυμία τους, ἀναγκάσθηκαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἐλπίσουν καὶ μία δεύτερη φορᾶ, ἀφοῦ ἡ πρώτη τους ἐλπίδα γρήγορα ἔφυγε καὶ μαράθηκε.
Μονάχα σ’ αὐτοὺς ποὺ καταπονοῦνται χάριν τῆς εὐσεβείας δὲν ἐξαφάνισε τὶς ἐλπίδες τὸ ψεῦδος, οὔτε τὸ ἀποτέλεσμα κατάστρεψε τοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ βραβεῖα τους, ἐφόσον αὐτοὺς τοὺς παραλαμβάνει μόνιμη καὶ ἀσφαλὴς ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Νὰ μή σας ταράζει λοιπὸν καμιὰ συκοφαντία, μήτε φοβέρα τῶν κρατούντων νὰ σᾶς τρομάζει, οὔτε καὶ νὰ σᾶς λυπεῖ εἰρωνεία καὶ ὕβρις τῶν γνωστῶν σας ἀνθρώπων, οὔτε κρίση δυσμενὴς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ προσποιοῦνται ὅτι σας νοιάζονται κρύβοντας τὶς δόλιες προθέσεις τοὺς κάτω ἀπὸ συμβουλές, τίποτε νὰ μή σας τρομάζει ἐφόσον μαζί σας συναγωνίζεται ὁ λόγος (τὸ δόγμα) τῆς ἀληθείας.
Ἀντιμέτωπος ὅλων αὐτῶν ἂς μάχεται ὁ ὀρθὸς λογισμὸς καὶ ἂς παρακαλεῖ νὰ τοῦ γίνει σύμμαχος ὁ Διδάσκαλος τῆς εὐσεβείας, ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός, χάριν τοῦ ὁποίου εἶναι γλυκὺ πράγμα νὰ πάσχει κανεὶς καὶ τὸ νὰ πεθάνει εἶναι κέρδος.
Κάθε που πλησιάζει η αλλαγή του χρόνου η σκέψη μας πηγαίνει προς τα εμπρός. Θέλουμε να είμαστε αισιόδοξοι, ότι τα όσα έχουμε πετύχει θα τα κρατήσουμε, στα όσα δυσκολευτήκαμε θα βρούμε απαντήσεις, οι άλλοι θα είναι δίπλα μας και όχι απέναντί μας και θα έχουμε υγεία και χαρά. Γεμάτο το ευχολόγιο των ιθυνόντων. Διαφημίσεις και μηνύματα παντού, τόσο τετριμμένα που κανείς δεν τα δίνει σημασία. Απλά πρέπει να μπούνε για να μην κατηγορηθούν οι αμελήσαντες ότι δεν νοιάζονται για τη γνώμη των άλλων.
Κάθε που πλησιάζει η αλλαγή του χρόνου πονάνε τα τραύματα του χτες. Κατανοούμε ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, πως ό,τι ζήσαμε δεν γιατρεύεται από τον χρόνο, ούτε μπορούμε να το ξαναζήσουμε, αν δεν ήταν κάτι καλό. Κι όμως. Ο λογισμός μάς ταλαιπωρεί, καθώς θα θέλαμε η ζωή μας να εξαρτάται από εμάς, τα γεγονότα να τα διαμορφώνουμε καθώς επιθυμούμε. Έτσι, η αλλαγή του χρόνου συχνά φέρνει μια μελαγχολία. Ο κόσμος προσπαθεί να την ξεπεράσει με γιορτές, εκδηλώσεις, ρεβεγιόν, νυχτερινή διασκέδαση. Τα προγράμματα των τηλεοπτικών καναλιών την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πανομοιότυπα, σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο, το μαρτυρούν. Να ξεδώσουμε. Αυτός είναι ο τρόπος. Να ξεχαστούμε.
Υπάρχει κι ένας δρόμος λίγο διαφορετικός. Είναι το να συλλογιστούμε τι σημαίνει να είσαι χριστιανός μέσα στον χρόνο. Να μπορείς να δεις τη δωρεά του, καθώς μέσα σ’ αυτόν ζούμε και υπάρχουμε ως πρόσωπα, και σε δύο άλλες διαστάσεις.
Η μία είναι η λειτουργική. Ο χρόνος είναι για μας «καιρός», ευκαιρία, ώρα, στιγμή να ζήσουμε τη ζωή μας με δοξολογία προς τον Θεό. Να Τον ευχαριστήσουμε που έγινε άνθρωπος για μας. Που μας δίδαξε και μας διδάσκει την αγάπη. Που δεν αφήνει τον θάνατο να μας καταπιεί. Κι αυτό το βιώνουμε ιδιαιτέρως κατά τη στιγμή της θείας λειτουργίας. Είναι πολύ ευλογημένη η ώρα αυτή. Συναντιόμαστε μεταξύ μας, με τον Χριστό, με τους αγίους, με τον κόσμο που έφυγε, τον κόσμο που είναι αυτή τη στιγμή, τον κόσμο που θα έρθει. Προσφέρουμε τα δώρα μας, τον άρτο και τον οίνο, και λαμβάνουμε σώμα και αίμα Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον. Και παίρνουμε κουράγιο, όχι για να σβήσει το χτες, αλλά για να προχωρήσουμε μ’ αυτό ως άνθρωποι τραυματισμένοι, αλλά και γιατρεμένοι, διότι με τον Χριστό καμιά πληγή δεν μπορεί να νικήσει την αγάπη.
Η άλλη είναι η εσχατολογική. Ο χριστιανός ζει τον χρόνο ως προσδοκία. Περιμένουμε να συναντήσουμε τον Χριστό στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας. Στα πρόσωπα των οικείων μας, οι οποίοι δεν είναι πεδία ανταγωνισμού και εξουσίας, αλλά πρόσωπα αναφοράς, καθώς καλούμαστε αγαπώντας να ανοιχτούμε και στον κάθε άνθρωπο. Περιμένουμε όχι να περάσει ο χρόνος γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, αλλά διότι κάθε στιγμή μάς φέρνει πιο κοντά στην ώρα που η φθορά, το κακό, η αμαρτία δεν θα μπορούν να νικήσουν την αγάπη τού να είμαστε μαζί με τον Χριστό για πάντα. Περιμένουμε ανάσταση νεκρών και ζωήν αιώνιον για τους δικούς μας που έφυγαν, αλλά και για μας, όταν θα έρθει η ώρα. Και ξέρουμε πως τίποτα δεν πάει χαμένο, ιδίως όταν αυτό είναι σφραγισμένο από την αγάπη, η οποία ουδέποτε εκπίπτει.
Είναι παρηγοριά να είσαι χριστιανός μέσα στον χρόνο. Παρηγοριά να ζεις τον χρόνο στην Εκκλησία.
Ο ιερομάρτυς Αλέξανδρος γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου του 1874 στο χωριό Σόσκα της επαρχίας Λιπέτσκ. Ήταν γιος του ιεροψάλτη Νικολάου Αρχάγγελσκι.
Το 1896 αποφοίτησε από το Εκκλησιαστικό Σεμινάριο του Ταμπώφ και την ίδια χρονιά διορίστηκε ιεροψάλτης σ’ έναν ναό της πόλης.
Εκεί γνώρισε και νυμφεύθηκε την κόρη του πρωτοπρεσβυτέρου π. Καπίτωνος Αλεξέγιεφ Αικατερίνα. Η οικογένεια του π. Καπίτωνος ήταν μεγάλη και πολύ ευσεβής. Όλοι οι γιοι του έγιναν αργότερα ιερείς.
Κάποτε η Αικατερίνα αρρώστησε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Ταμπώφ. Τότε ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να πάρει στο σπίτι του μια ορφανή κοπέλα που ήταν κουφή, τη Μαρία, για να τον βοηθάει στις δουλειές.
Κάποια μέρα ο Αλέξανδρος και η Μαρία μίσθωσαν μιαν άμαξα και κίνησαν για το νοσοκομείο. Στον δρόμο συνάντησαν ένα μικρό πλήθος πιστών ιερέων και λαϊκών, που λιτάνευαν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Καζάν.
Ο Αλέξανδρος είπε στον αμαξά να σταματήσει. Κατέβηκε από την άμαξα και, πλησιάζοντας τους πιστούς που μετέφεραν την εικόνα, τους παρακάλεσε ν’ αφήσουν και το κουφό κορίτσι να την κρατήσει για λίγο. Εκείνοι δέχτηκαν πρόθυμα. Ύστερα έψαλαν όλοι μαζί Παράκληση. Μόλις τελείωσαν, ο Αλέξανδρος και η Μαρία ανέβηκαν πάλι στην άμαξα και συνέχισαν τον δρόμο τους. Καθώς περνούσαν από μια γέφυρα, ένα αστροπελέκι έσχισε τον μολυβένιο ουρανό και σχεδόν αμέσως μια δυνατή βροντή ακούστηκε. Η Μαρία τρόμαξε και άρχισε να σταυροκοπιέται.
– Τι συμβαίνει, Μαρία; τη ρώτησε με έκπληξη ο Αλέξανδρος. Μήπως άκουσες τη βροντή;
– Ναι, την άκουσα! Τώρα ακούω! Ακούω πολύ καλά! απάντησε η κοπέλα ολόχαρη.
Δόξασαν και οι δύο τον Θεό για το θαύμα που είχε κάνει με τη μεσιτεία της Παναγίας Μητέρας Του.
Σε ηλικία τριάντα χρονών ο Αλέξανδρος χειροτονήθηκε διάκονος και διορίστηκε στον ναό του χωριού Στοροζεβί Βισέλκι της επαρχίας Βορονέζ. Δύο χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Ήδη τότε είχε επτά παιδιά. Ωστόσο, πονόψυχος καθώς ήταν, όταν πέθανε ένα ανδρόγυνο της ενορίας του, πήρε στο σπίτι του τα δύο ορφανά παιδιά τους.
Σ’ όλες τις μεγάλες γιορτές πλήθος πιστοί κατέφθαναν στο Στοροζεβί Βισέλκι από τα γύρω χωριά. Πολλοί απ’ αυτούς φιλοξενούνταν στο σπίτι του π. Αλεξάνδρου. Ο καλός ιερέας έστρωνε σανό στο πάτωμα και εκεί κοιμόντουσαν οι προσκυνητές, ο ένας δίπλα στον άλλον. Η Αικατερίνα, πάλι, μολονότι ήταν φιλάσθενη, τους διακονούσε όλους με χαρά και αγάπη.
Κάποτε ο π. Αλέξανδρος πήγαινε με άμαξα στην πόλη Ούσμαν, στο γυμνάσιο της οποίας φοιτούσαν μερικά από τα παιδιά του. Περνώντας από ένα χωριό, είδε ένα σπίτι να καίγεται. Χωρίς χρονοτριβή, σταμάτησε την άμαξα, κατέβηκε κι έτρεξε κατά ‘κει. Από τους χωρικούς, που ήταν μαζεμένοι ολόγυρα, πληροφορήθηκε ότι μέσα στο φλεγόμενο σπίτι βρισκόταν ένα τρίχρονο κοριτσάκι, που οι γονείς του έλειπαν. Όλοι έκλαιγαν και φώναζαν, αλλά κανείς δεν τολμούσε να κάνει ό,τι αδίστακτα έκανε αμέσως ο φιλάνθρωπος ιερέας: Χώθηκε στις φλόγες κι έβγαλε το κοριτσάκι ζωντανό, λίγο πριν καταρρεύσει η σκεπή του σπιτιού. Δεν περίμενε να τον ευχαριστήσουν και να τον τιμήσουν. Γύρισε βιαστικά στην άμαξά του κι έφυγε.
Το 1917 οι μπολσεβίκοι, με το που κατέλαβαν την εξουσία, απαίτησαν από τον π. Αλέξανδρο να εγκαταλείψει το σπίτι του, για να το κάνουν σχολείο. Εκείνος δεν έφερε αντίρρηση. Στη συνέχεια ζήτησαν να τους παραδώσει τα έπιπλά του, καθώς και όλα τα εκκλησιαστικά περιοδικά και βιβλία του. Τους τα έδωσε. Το σχολείο, ωστόσο, δεν λειτούργησε για πολύ. Οι δάσκαλοι και οι μαθητές άρχισαν ν’ αρρωσταίνουν ανεξήγητα ο ένας μετά τον άλλον. Οι χωρικοί κατάλαβαν πως οι αρρώστιες αυτές δεν ήταν τυχαίες. Συνδέοντάς τες με το γεγονός ότι τα μαθήματα γίνονταν στο σπίτι που είχαν αρπάξει οι μπολσεβίκοι από τον ιερέα του Θεού, απαίτησαν τη μεταφορά του σχολείου σε άλλο οίκημα. Και αυτό έγινε σύντομα.
Το φθινόπωρο του 1918 οι σοβιετικές αρχές αποφάσισαν, δίχως καμιάν αφορμή, τη σύλληψη και την εκτέλεση του π. Αλεξάνδρου την παραμονή της εορτής της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου. Ο ιερέας γύρισε στο σπίτι του αργά το βράδυ κουρασμένος από τις ποιμαντικές μέριμνες και υποχρεώσεις της ημέρας. Ήταν μουσκεμένος από τη βροχή. Μπήκε στην κουζίνα και ετοιμάστηκε να ξαπλώσει πάνω στη χτιστή σόμπα για να στεγνώσει. Ξάφνου άκουσε ποδοβολητά αλόγων, που σταμάτησαν μπροστά στην αυλόπορτα. Κατάλαβε πως είχαν έρθει γι’ αυτόν. Δεν έχασε καιρό. Μπήκε στην τραπεζαρία, όπου κάθονταν η πρεσβυτέρα και τα παιδιά του, και τους είπε:
– Ο Κύριος να σας σκεπάζει όλους! Φεύγω. Ήρθαν να με συλλάβουν. Μόνο ο Θεός μπορεί να με γλυτώσει από τα χέρια τους.
Από ένα παράθυρο κατέβηκε στην πίσω αυλή και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Η πρεσβυτέρα άναψε ένα φανάρι και άνοιξε την πόρτα. Όρμησαν τότε μέσα τρεις οπλισμένοι άνδρες. Ένας απ’ αυτούς ρώτησε άγρια:
– Ποιος μένει εδώ;
– Ο ιερέας π. Αλέξανδρος Αρχάγγελσκι, του απάντησε η Αικατερίνα.
– Πού είναι;
– Ίσως σε κάποιο σπίτι για ιεροτελεστία ή στον μύλο.
Χωρίς να πουν τίποτ’ άλλο, ερεύνησαν όλο το σπίτι. Έφυγαν, αφού αναποδογύρισαν τα πάντα.
Στο μεταξύ ο π. Αλέξανδρος πήγε στο σπίτι μιας θεοσεβούμενης γριούλας, της Μάρθας Ιβάνοβνας, και την παρακάλεσε:
– Κρύψε με! Με κυνηγούν οι κακούργοι.
– Παππούλη, αποκρίθηκε εκείνη, όλοι γνωρίζουν ότι έρχεσαι στο σπίτι μου, όπως έρχομαι κι εγώ στο δικό σου. Θα σε αναζητήσουν, λοιπόν, εδώ. Καλύτερα είναι να φύγεις μακριά.
Ο π. Αλέξανδρος άκουσε τη συμβουλή της και τράβηξε για το γειτονικό χωριό Μανσούρωφ. Βρήκε καταφύγιο στο σπίτι ενός πιστού χωρικού, που τον έκρυψε μέσα σ’ έναν σωρό σανό.
Οι άθεοι εξουσιαστές μέσα στη νύχτα άρχισαν να ερευνούν τα σπίτια των πιστών το ένα μετά το άλλο. Δεν άργησαν να φτάσουν και στο σπίτι όπου ήταν κρυμμένος ο ιερέας. Κάποιος απ’ αυτούς έχωσε το ξίφος του κάμποσες φορές μέσα στον σανό. Με τη χάρη του Θεού, όμως, ο π. Αλέξανδρος διαφυλάχθηκε αβλαβής.
Χαράματα έφυγε με τα πόδια για την πόλη Ούσμαν κι από ‘κει πήγε στο Βορονέζ. Ο επίσκοπος της επαρχίας τον διόρισε εφημέριο του ναού του χωριού Λιπόφκα, όπου υπηρέτησε δυόμισι χρόνια. Έπειτα τοποθετήθηκε διαδοχικά στα χωριά Μέτσεσκα και Μπουτουρλίνκα.
Συνελήφθη ύστερ’ από χρόνια, στις 8 Απριλίου του 1930.
Στη διάρκεια των ανακρίσεων αντιστάθηκε σθεναρά στις πιέσεις και δεν παραδέχθηκε καμία από τις ανυπόστατες κατηγορίες που του απέδωσαν. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 2 Αυγούστου, για την αγάπη του στον Χριστό και την Εκκλησία.