«Η ζωή εδώ είναι ένα τίποτα – η αιωνιότητα είναι τα πάντα και αυτό που κάνουμε είναι να ετοιμάζουμε τις ψυχές μας για την βασιλεία των Ουρανών. Έτσι τελικά τίποτα δεν είναι φοβερό. Και αν ακόμη πάρουν τα πάντα από μας, δεν μπορούν να πάρουν την ψυχή μας… Όλες τις δοκιμασίες, τις οποίες Αυτός [ο Κύριος] στέλνει, επιτρέπει — όλα είναι προς το καλύτερον· παντού βλέπεις το χέρι Του.
Οι άνθρωποι σου κάνουν κάτι κακό. Εσύ να το δέχεσαι χωρίς γογγυσμό, και Αυτός θα στείλη τον φύλακα Άγγελο, τον Παράκλητον Αυτού. Ποτέ δεν είμεθα μόνοι μας· Αυτός — ο πανταχού Παρών, ο Παντογνώστης — είναι η αυτο-Αγάπη. Πως να μην Τον πιστεύσωμε; Ο ήλιος λάμπει. Αν και ο κόσμος αμαρτάνη και εμείς αμαρτάνομε, σκότος και πονηρία βασιλεύουν, αλλά ο Ήλιος της Δικαιοσύνης θα λάμψη· μόνο να ανοίξωμε τα μάτια μας, την πόρτα της ψυχής να κρατήσωμε ανοικτή, ώστε να δεχώμεθα τις ακτίνες του Ηλίου αυτού μέσα μας.
Μόνον, κάνε υπομονή ακόμη, παιδάκι μου, και η οδύνη αυτή θα περάση· εμείς θα λησμονήσωμε τα βάσανα· θα μείνη μόνον ευγνωμοσύνη για όλα. Μεγάλη σχολή. Κύριε, βοήθησε αυτούς, που δεν μπορούν να έχουν αγάπη για τον Θεό στις πικραμένες καρδιές τους, οι οποίοι βλέπουν όλο κακό και δεν προσπαθούν να καταλάβουν, ότι όλο αυτό θα περάση· δεν μπορεί να γίνη αλλοιώς· ο Σωτήρ ήλθε και μας έδειξε το παράδειγμα.
Ο ακολουθών την οδόν Αυτού, ακολουθεί την αγάπη και τα παθήματα, κατανοεί όλη την μεγαλωσύνη της Ουράνιας Βασιλείας. Δεν δύναμαι να γράψω· δεν κατορθώνω να εκφράζω με λόγια αυτό, το οποίο γεμίζει την ψυχή μου… Ζούμε εδώ στην γη, αλλά ήδη είμαστε στα μισά του δρόμου για τον άλλο κόσμο. Βλέπουμε με άλλα μάτια… . Έχω παραδώσει τα πάντα στην προστασία του Θεού… Όσο πιο πολύ υποφέρουμε εδώ, τόσο πιο όμορφα θα είναι στην αντίπερα όχθη, όπου τόσα αγαπημένα πρόσωπα μας περιμένουν… Πως μπορεί να ζητά κανείς κάτι περισσότερο; Προσφέρουμε στον Θεό ευχαριστία για την κάθε μέρα…».
Στην τελευταία της επιστολή στην Άννα Βυρούμποβα έγραφε: «..Νοιώθουμε ότι πλησιάζει μια θύελλα, αλλά γνωρίζουμε ότι ο Θεός είναι Ελεήμων και θα φροντίση για μας… οι ψυχές μας βρίσκονται σε ειρήνη. Ό,τι και αν συμβή θα είναι με το θέλημα του Θεού».
Mια μέρα με θείο φωτισμό ο Αγιος Αντώνιος ὁ ὁποῖος ἦταν τότε ἐνενήντα ἐτῶν,ξεκίνησε έφτασε στα απόμακρα μέρη της ερήμου όπου ασκήτευε ο όσιος Παύλος, βαδίζοντας τρεις ημέρες,πιστεύοντας ὅτι κανένας ἄλλος ἄνθρωπος δὲν εἶχε ζήσει ζωὴ τόσο ἀφιερωμένη στὸν Θεὸ ὅσο ἐκεῖνος.
Τὴν ἑπόμενη νύχτα πληροφορήθηκε σὲ ἐνύπνιο ὅτι ἕνας ἐρημίτης σὲ μιὰν ἄλλην ἔρημο διῆγε οὐράνια βιοτὴ πιὸ τελεία ἀπὸ ἐκείνον καὶ εἶχε φθάσει σὲ ἡλικία ἑκατὸν δεκατριῶν ἐτῶν.
Ὁ μακάριος γέροντας χωρὶς χρονοτριβὴ πῆρε τὸ ραβδὶ του καὶ ἄρχισε νὰ ὁδοιπορεῖ, ἀφήνοντας τὴ θεία Πρόνοια νὰ τὸν ὁδηγήσει. Καθ’ ὁδὸν συναπαντήθηκε μὲ πολλὰ ἄγρια θηρία, σταλμένα ἀπὸ τὸν δαίμονα, τὰ ὁποία ἐξοντώνονταν ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ καὶ τοῦ ἔδειχναν τὴν κατεύθυνση ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει. Τέλος μιὰ λύκαινα τὸν ὁδήγησε ὡς τὸ σπήλαιο καὶ μὲ προσευχὲς καὶ παρακάλια ὁ Αντώνιος κατόρθωσε νὰ πείσει τὸν Παῦλο νὰ τοῦ ἀνοίξει.
Οἱ δύο γέροντες ἀλληλοασπάσθηκαν χαιρετώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ τὸ ὄνομά του. Εὐχαρίστησαν τὸν Θεὸ ποὺ ἐπέτρεψε μιὰ τέτοια συνάντηση καὶ ὅταν κάθησαν, ὁ Παῦλος ποὺ δὲν εἶχε μιλήσει σὲ ἄνθρωπο ἐπὶ ἐνενήντα χρόνια, ρώτησε τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο γιὰ τὸν κόσμο, ἂν ἡ εἰδωλολατρία βασιλεύει ἀκόμη, ἂν συνεχίζονται οἱ διωγμοί.
Ἐνῶ συνομιλοῦσαν, ἕνα κοράκι ἦλθε ξαφνικὰ σ’ ἕνα κλαδὶ κι ἔρριξε στὰ πόδια τους ἕναν ὁλόκληρο ἄρτο.
Ὁ Παῦλος εἶπε στὸν ἐπισκέπτη του: «Θαύμασε τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ καὶ ἑβδομήντα χρόνια ὁ Θεὸς μοῦ στέλνει μὲ αὐτὸ τὸ κοράκι καθημερινὰ μισὸ ἄρτο γιὰ τὴν τροφὴ μου καὶ σήμερα, μὲ τὸν ἐρχομὸ σου, ὁ Κύριος διπλασίασε τὴν μερίδα». Ἀφοῦ κατανάλωσαν τὴν οὐράνιο αὐτὴ τροφὴ μὲ εὐχαριστίες, πέρασαν ὅλη τὴν νύχτα προσευχόμενοι.
Τὴν ἄλλη μέρα ὁ Παῦλος ὀμολόγησε στὸν Ἀντώνιο ὅτι γνώριζε ἀπὸ καιρὸ τὸν τόπο διαμονῆς του καὶ ὅτι ὁ Κύριος τὸν εἶχε στείλει τώρα σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ παραδώσει στὴν γῆ τὸ πτωχὸ γήινο σαρκίο του, καθὼς πλησίαζε ἡ ὥρα ποὺ θὰ τέλειωναν οἱ ἀγῶνες του.
Ὁ Ἀντώνιος τὸν ἱκέτευσε μὲ δάκρυα νὰ μὴν τὸν ἀφήσει, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσει τὸν Κύριο νὰ τὸν πάρει κι ἐκείνον μαζὶ του. Ὁ ὅσιος Παῦλος τοῦ ζήτησε τότε νὰ φέρει ἀπὸ τὸ κελλὶ του τὸν μανδύα ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ μὲ αὐτόν.
Ὁ γέροντας τῶν ἐνενήντα ἐτῶν ξαναβρῆκε τὸ σφρίγος τῆς νιότης του γιὰ νὰ πάει καὶ νὰ ἐπιστρέψει σὲ μία ἡμέρα, ἔμπλεος ἐπιθυμίας νὰ ξαναδεῖ τὸν Παῦλο, φοβούμενος μήπως ἐκεῖνος παραδώσει τὴν ψυχὴ του ὅσο θὰ ἔλειπε.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα τὸ πρωί, καθὼς βρισκόταν ἀκόμη καθ’ ὁδόν, εἶδε τὴν ψυχὴ τοῦ Παύλου νὰ ὑψώνεται στὸν οὐρανὸ ἐν μέσω τῶν ἀγγέλων, τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων.
Φώναξε: «Παῦλε, γιατὶ μὲ ἐγκαταλείπεις; Σὲ γνώρισα τόσο ἀργὰ καὶ φεύγεις τόσο νωρίς!»
Ἔτρεξε ὡς τὸ σπήλαιο, ὅπου βρῆκε τὸν Παῦλο ἀκίνητο ὡσὰν νὰ προσευχόταν. Τὸν σκέπασε μὲ τὸν μανδύα τοῦ μεγάλου ὁμολογητὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔψαλε γι’ αὐτὸν ἐπικήδειους ὕμνους καὶ βοηθούμενος ἀπὸ δύο λιοντάρια ποὺ κατὰ θεία οἰκονομία ἦλθαν κι ἔσκαψαν ἕναν τάφο μὲ τὰ νύχια τους, ἐναπέθεσε μὲ εὐλάβεια τὸ σῶμα τοῦ πρώτου ἐρημίτη στὸ χῶμα, ἐπὶ προσδοκία ἀναστάσεως. Γιὰ νὰ μὴ στερηθεῖ τὴν χάρη τοῦ ἁγίου, ὁ Ἀντώνιος πῆρε μαζὶ του τὸν χιτώνα ποὺ εἶχε φτιάξει ὁ Παῦλος μὲ τὰ χέρια του ἀπὸ φύλλα φοινικιᾶς, καὶ τὸν φοροῦσε στὶς μεγάλες ἑορτὲς τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Πεντηκοστῆς.
Στον τόπο που ο Άγιος Παύλος ο Ερημίτης ή Θηβαίος ασκήτευσε, δημιουργήθηκε αργότερα μοναστήρι, το οποίο βρίσκεται ακόμη σε λειτουργία.
Διά πρεσβειών του Οσίου Παύλου του Θηβαίου,Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς.
Εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους ἴσοι; Ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἴσες δυνατότητες; Εἶναι καλό σὲ μία κοινωνία νὰ ὑπάρχει ἀνισότητα; Τὶ θὰ συμβεῖ ὅταν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γίνουν ἴσοι; Μπορεῖ ἡ ἰσότητα νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀναρχία; Ἄν ἐπιτευχθεῖ ἡ ἰσότητα μετὰ ἀκολουθεί ἡ δημιουργία, ἐξ ἀνάγκης, τῆς ἀνισότητας! Παρατηρεῖται ἰσότητα στὴν φύση; Ἡ ἀνισότητα συνδέει. Μπορεῖ κάποιος πιστὸς καὶ εὐσεβὴς νὰ πιστεύει στὴν ἰσότητα; Ὁμιλία περὶ τοῦ ψευδεπιπλάστου νεοφανοῦς συστήματος τῆς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἰσότητος Ὑπόθεσιν προβάλλει ἡ σήμερον ἀναγνωσθεῖσα ἐπιστολὴ τοῦ θαῤῥήμονος Παύλου, ἐναντιουμένην εἰς τὸ ψευδίπλαστον νεοφανὲς σύστημα τῆς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἰσότητος· αὐτὸς κηρύττει φανερά, ὅτι ὁ Θεὸς κατέστησεν ἄλλους μὲν ἀποστόλους, ἄλλους δὲ προφήτας, ἄλλους δὲ εὐαγγελιστάς, ἄλλους δὲ ποιμένας, ἄλλους δὲ διδασκάλους· τὰ αὐτὰ δὲ ἔγραψε πλατύτερον ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῇ αὐτοῦ, λέγων· «Καὶ οὕς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν» (Ἐφεσ. δ΄, 11)· ταῦτα δὲ εἰπών, ἐξελέγχει εὐθὺς τὴν ἰσότητα, λέγων· μήπως νομίζητε, ὅτι πάντες εἰσὶν ἴσοι; «μὴ πάντες, ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσιν» (α΄ Κορ. ιβ΄, 28); Οὐχί, λέγει· οὐχ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα· ὅθεν ἔχετε ζῆλον καὶ προθυμίαν, ἵνα ἀπολαύσητε τὰ ἀνώτερα χαρίσματα. Ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Ταῦτα πάντα, ὡς ἀκούετε, τὴν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἀνισότητα ἐκπεφασμένως διδάσκουσι. Ποία οὖν ἐστιν ἡ βάσις τῆς εἰς τοὺς παρόντας καιροὺς κωδωνιζομένης ἰσότητος; ποῦ θεμελιοῦται αὐτή; Ποῦ στηρίζεται; Οὐδαμοῦ. Αὐτὴ ἐστὶν ἐναντία τῶν νόμων τοῦ Θεοῦ, ἐναντία τῶν πολιτικῶν διατάξεων, ἐναντία πάντων τῶν ὁρωμένων κτισμάτων, ἐναντία τέλος πάντων καὶ αὐτῶν τῶν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἰδιωμάτων. Ἐὰν μετὰ προσοχῆς ἀκούσητε τὰ ἐξῆς, ἴσως λάβετε περὶ τούτου τελείαν τὴν πληροφορίαν. Βλέπομεν εἰς τὴν παλαιὰν διαθήκην, ὅτι ὁ Θεὸς πολλὰ ἐνομοθέτησε περὶ δεσποτῶν καὶ δούλων· ὅταν ἐλάλησε περὶ τῆς τοῦ σαββάτου ἐντολῆς, διέταξεν, ἵνα καὶ οἱ δοῦλοι μηδὲν ἐργάζωνται ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. «Οὐ ποιήσεις, εἶπεν, ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου» (α΄ Κορ. ιβ΄, 28). ὁμοίως δὲ καὶ ὅταν ἐνομοθέτησε τὴν τελετὴν τοῦ πάσχα, παρήγγειλεν, ἵνα καὶ οἱ δοῦλοι ἐσθίωσι τὸ πάσχα. «Ἁλλ’ ἤ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου φαγῇ αὐτὸ ἐν τῷ τόπῳ, ᾦ ἄν ἐκλέξηται Κύριος ὁ θεός σου αὐτῷ, σὺ καὶ ὁ υἱός σου, καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου» (Δευτ. ιβ΄, 15)· ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἑορτῶν ἐνετείλατο, ἵνα καὶ οἱ δοῦλοι πανηγυρίζωσιν ἐν ταῖς ἑορτασίμους ἡμέραις· «Καὶ εὐφρανθήσῃ ἐν τῇ ἑορτῇ σου σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου» (Δευτ. ιστ΄, 14). Ἐπειδὴ οὖν ὁ θεὸς ἐνομοθέτησε τὰ περὶ τῶν δούλων, φανερὸν ἐστίν, ὅτι διώρισε τάξιν δεσποτῶν καὶ δούλων καὶ ἑπομένως ἐνομοθέτησεν ἀνισότητα ὁρατήν· διότι τὶς οὖ βλέπει, ἤ τὶς οὺ γνωρίζει, πόση ἀνισότης ἐστὶ μεταξὺ δεσπότου καὶ δούλου; Ἀλλ’ ὁ θεός, λέγεις, διέταξε τὰ περὶ τῶν δούλων, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι πρὸ τῆς θείας αὐτοῦ νομοθεσίας, κακῶς μετελθόντες τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τὸ δικαίωμα εἶχον δούλους. Πώς; Ὁ Θεός, ὁ πανυπερτέλειος καὶ παντοδύναμος, ἔδωκε νόμους, ἵνα βεβαιώσῃ τὰς καταχρήσεις καὶ τὰς ἀδικίας τῶν ἀνθρώπων, τοῦτο ἐστιν ἀτοπώτατον καὶ βλάσφημον. Ὁ πανυπεράγαθος νομοθέτης διά τοῦτο παρέδωκε τοὺς θείους αὐτοῦ νόμους, ἵνα διορθώσῃ τὰς καταχρήσεις καὶ ἀδικίας καὶ φανερώσῃ τὰ θεῖα καὶ ἀνθρώπινα δικαιώματα· αὐτὸς ὡς παντεξούσιος ἠδύνατο νομοθετῆσαι τὴν διόρθωσιν ταύτης τῆς ἀδικίας· εἶχεν ὡς δημιουργὸς πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν εἰπεῖν· ἄνθρωποι, πάντες ἐστὲ ἴσοι· ἵνα τὶ ἄλλος μὲν γίνεται δεσπότης, ἄλλος δὲ δοῦλος; ἀπολύσατε τοὺς δούλους, μηδεὶς ἐχέτω δοῦλον, ἀλλὰ καθεὶς ὑπηρετείτω ἑαυτόν· καὶ ὅμως αὐτὸς οὐ μόνον οὐδὲν τοιοῦτον εἶπεν, οὖ μόνον διέταξε τὰ περὶ τῶν δούλων, ἀλλὰ καὶ ἐνομοθέτησεν, ἵνα κτήσωνται δούλους· ἄκουσον, πόσον φανερῶς περὶ τούτου ἐλάλησε· «Καὶ παῖς καὶ παιδίσκη, ὅσοι ἄν γένωνταί σοι, ἀπὸ τῶν ἐθνῶν, ὅσοι κύκλῳ σου εἰσίν, ἀπ’ αὐτῶν κτήσεσθε δοῦλον καὶ δούλην» (Λευϊτ. κε΄, 44). Πρὸς τούτοις δὲ τὶ ἄλλο, εἰμὴ ἀνισότητα, σημαίνει ἡ τόση ἐξουσία ὅσην ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν Μωυσῆν, ἔπειτα εἰς τὸν Ἰησοῦν τοῦ Ναυή, ἔπειτα εἰς τοὺς Κριτάς, τὶ ἄλλο δὲ ἐφανέρωσεν, εἰμὴ ἀνισότητα, ὅταν ἔδωκε βασιλικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Σαοὺλ κατὰ τὴν αἴτησιν τοῦ λαοῦ, ἔπειτα ἔκλεξεν αὐτὸς τὸν Δαβίδ, καὶ κατέστησεν αὐτὸν βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ; Πόση δὲ ἀνισότης ἐστὶ μεταξὺ πλουσίου καὶ πτωχοῦ; καὶ ὅμως ἡ θεία γραφὴ διδάσκει, ὅτι ὁ ποιητὴς ταύτης τῆς ἀνισότητος ἐστιν ὁ Θεός· «Πλούσιος, λέγει, καὶ πτωχὸς συνήντησαν ἀλλήλοις· ἀμφοτέρους δὲ ἐποίησεν ὁ Κύριος» (Παροιμ. κβ΄, 2). Ἐὰν δὲ ἀνοίξῃς τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον, βλέπεις οἰκοδεσπότας καὶ μισθωμένους ἐργάτας, κυρίους τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἐπιτρόπους· βλέπεις κυρίους καὶ οἰκονόμους καὶ δούλους· βλέπεις βασιλεῖς αἴροντας λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτῶν, καὶ βασιλεῖς ποιοῦντας γάμους καὶ δούλους προσκαλοῦντας τοὺς κεκλημένους καὶ στρατεύματα πεμπόμενα πρὸς τιμωρίαν τῶν ἀπειθησάντων· τὶ ἄλλο δὲ ταῦτα σημαίνουσιν εἰμὴ ἀνισότητας; βλέπεις τέλος πάντων καὶ αὐτὸν τὸν πανυπεράγαθον καὶ δικαιότατον θεὸν μετὰ ἀνισότητος διαμερίζοντα τὰ τάλαντα· «Καὶ ᾦ μὲν ἔδωκε», λέγει, «πέντε τάλαντα, ᾦ δὲ δύο, ᾦ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν» (Ματθ. κε΄, 15). Εἴτι δ’ ἄν νοήσῃς ἀντὶ ταλάντου ἤ πλοῦτον ἤ δόξαν ἤ ἐπιστήμην ἤ τέχνην ἤ κάλλος ἤ ἐπιτηδειότητα, τὰ πέντε καὶ δύο καὶ ἕν, ἀνισότητα σημαίνουσιν· ἐπιβεβαιοῖ δὲ οὗτος ὁ εὐαγγελικὸς λόγος, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ δυνάμεις τῶν ἀνθρώπων οὐκ εἰσὶν ἴσαι, ἄλλ’ ἄνισοι· διότι λέγει «ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν». Μετὰ δὲ ταῦτα ἀκούεις αὐτὸν τὸν Θεὸν ζητοῦντα πολὺ παρ’ ἐκείνου, εἰς ὅν ἔδωκε τὸ πολὺ καὶ περισσότερον παρ’ ἐκείνου, εἰς ὅν ἔδωκε τὸ περισσότερον· «Παντὶ δέ, ᾧ ἐδόθη πολύ, πολὺ ζητηθήσεται παρ’ αὐτοῦ· καὶ ᾧ παρέθεντο πολύ, περισσότερον αἰτήσουσιν αὐτόν» (Λουκ. ιβ΄, 48). Ἐπειδὴ οὖν ὁ Θεὸς ἐστὶν ὁ ποιητὴς τῆς ἀνισότητος, ἔδωκε δὲ περὶ αὐτῆς νόμους, τὶς οὐ βλέπει, ὅτι ἡ ἰσότης ἐκ διαμέτρου ἐναντιοῦται εἰς τοὺς θείους αὐτοῦ νόμους; ἐπειδὴ ὁ πάνσοφος καὶ φιλανθρωπότατος θεὸς κατέστησεν ἀνίσους τοὺς ἀνθρώπους, τὶς οὐ βλέπει, ὅτι οἱ κηρύττοντες τὴν ἰσότητα, ἀντιφέρονται κατὰ τῶν νόμων τοῦ δημιουργοῦ τῆς κτίσεως καὶ βούλονται ἐξουδενῶσαι τὴν θείαν αὐτοῦ νομοθεσίαν; Ἀλλὰ μήπως ἡ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἰσότης συμφωνεῖ μετὰ τῶν πολιτικῶν διατάξεων; Ἡ χρεία καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς μεταξὺ ἀλλήλων βοηθείας συγκροτεῖ τὰς πόλεις· ἡ αὐτὴ δὲ ἀνάγκη διδάσκει τὰς ἐν αὐταῖς διαταγάς· ὁ Κάϊν πρῶτος φοβούμενος καὶ τρέμων, μήπως θανατώσωσιν αὐτόν, καθὼς αὐτὸς ἐθανάτωσε τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν Ἄβελ, ᾠκοδόμησε πόλιν, ἵνα, ὑπὸ τῶν ἐν αὐτῇ πολιτῶν βοηθοῦμενος, φύγῃ τοῦ θανάτου τὸν κίνδυνον. «Γίνεται τοίνυν», λέγει ὁ φιλόσοφος Πλάτων, «πόλις, ὡς ἐγᾦμαι, ἐπειδὴ τυγχάνει ἡμῶν ἕκαστος οὐκ αὐτάρκης, ἀλλὰ πολλῶν ἐνδεής» (Πλατ. β΄, 2, Περὶ Πολιτείας). Ἀκούεις; Πᾶς ἄνθρωπος οὐ δύναται ἐπαρκέσαι ἑαυτῷ, ἀλλὰ χρείαν ἔχει πολλῶν βοηθημάτων· διὰ τοῦτο πολλοὶ συνερχόμενοι συνιστῶσι πόλιν, ἵνα ὑπ’ ἀλλήλων βοηθούμενοι, προφθάνωσι τὰς ἑαυτῶν ἀνάγκας· ἀληθῶς δὲ ἀναγκαία ἡ μεταξὺ ἀλλήλων βοήθεια· οἱ ἄτεχνοι χρείαν ἔχουσι τεχνίτου, ἵνα οἰκοδομήσῃ αὐτοῖς οἴκον καὶ ῥάψῃ ἐνδύματα καὶ τεχνιτεύσῃ τὰ ἐκ τῆς τέχνης ἀναγκαία· οἱ ἀγράμματοι χρείαν ἔχουσι διδασκάλου, ἵνα διδάξῃ αὐτοὺς γράμματα· οἱ ἄρρωστοι χρείαν ἔχουσιν ἰατροῦ, ἵνα ἰατρεύσῃ ἤ κἄν παρηγορήσῃ τὰς ἀσθενείας αὐτῶν· οἱ τυφλοὶ χρείαν ἔχουσι χειραγωγοῦ· οἱ παράλυτοι κηδευτοῦ· οἱ ἐν κλίνῃ κατακείμενοι, ὑπηρέτου· οἱ ἀσύμφωνοι, κριτοῦ· οἱ ἄτακτοι, ἄρχοντος τιμωροῦ· πᾶσα ἡ πόλις χρείαν ἔχει φυλάκων, ἵνα ἐπαγρυπνοῦντες, φυλάττωσιν αὐτὴν ἐκ τῆς τῶν ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς. Ἐκ τούτου δὲ φανερὸν ἐστίν, ὅτι πᾶσα πόλις ὁμοία ἐστὶ σώματα ἀνθρώπου διάφορα μέλη ἔχουσα, ὑπ’ ἀλλήλων βοηθούμενα καὶ τὴν ὅλην ὁμήγυριν συνδέοντα καὶ διαφυλάττοντα· ἔχει ἡ πόλις βασιλέα ἀντὶ κεφαλῆς, ἄρχοντας ἀντὶ ὀφθαλμῶν, κριτὰς ἀντὶ ὠτίων, στρατιώτας ἀντὶ στήθους, πραγματευτὰς καὶ τεχνίτας ἀντὶ χειρῶν, δούλους ἀντὶ ποδῶν. Ἐὰν καταστήσῃς πάντας τοὺς πολίτας ἴσους, γίνεται ἡ πόλις ὥσπερ ἀνθρώπινον σῶμα ἤ ὅλον κεφαλὴ ἤ ὅλον ὀφθαλμοὶ ἤ ὅλον ὦτα ἤ ὅλον στῆθος ἤ ὅλον χείρες ἤ ὅλον πόδες· τοῦτο δὲ τότε οὐκ ἔστι σῶμα ἀνθρώπου, ἀλλὰ τέρας ἀλλόκοτον· ὅταν ποιήσῃς πάντας τοὺς πολίτας ἴσους, τότε διὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἰσότητος ἔσονται ἤ πάντες βασιλεῖς ἤ πάντες ἄρχοντες ἤ πάντες κριταὶ ἤ πάντες στρατιῶται ἤ πάντες πραγματευταὶ ἤ πάντες τεχνῖται ἤ πάντες δοῦλοι· ποὺ δὲ τότε εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην βασιλεύς, ἵνα μετὰ πληρεξουσιότητος ἐμποδίζῃ τὰς ἀταξίας καὶ παιδεύῃ τοὺς ἀτάκτους, προφθάνῃ εὐθὺς τὰς κατεπείγουσας ἀνάγκας καὶ ἀπαρεμποδίστως διευθύνῃ ὅλον τὸ ὑπήκοον; ποῦ ἄρχοντες ἀγρυπνοῦντες ὑπὲρ τῆς τῶν νόμων διατηρήσεως; ποῦ κριταί, ἵνα κρίνωσι τὰς τῶν πολιτῶν κρισολογικὰς ὑποθέσεις; ποῦ στρατιῶται, διαφυλάττοντες τὴν πόλιν ἀπὸ τῆς τῶν ἐχθρῶν ἐφόδου; ποῦ πραγματευταί, μεταφέροντες ἀλλαχόθεν, ὅσα ἀναγκαῖα καὶ χρήσιμα, μὴ εὑρισκόμενα δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ πόλει; ποῦ τεχνῖται, τεχνιτεύοντες καὶ τὰ πρὸς χρείαν καὶ τὰ πρὸς τὴν ἀνάπαυσιν; ποῦ δοῦλοι ὑπηρετοῦντες τοὺς μὴ δυναμένους ὑπηρετῆσαι ἑαυτούς; Τοιαύτη πόλις οὐδὲ ἐφάνη πώποτε, οὐδὲ ἔστιν, οὐδὲ δύναται στῆναι, ἀλλ’ ἔστι τέρας ἀλλόκοτον καὶ ἀνύπαρκτον· διότι ἡ ἰσότης φέρει εἰς αὐτὴν τὴν ἀνυποταξίαν, τὴν αὐτονομίαν, τὴν ἀναρχίαν, ἑπομένως δὲ καὶ τὸν διασκορπισμὸν αὐτῆς καὶ τὴν τελείαν ἐξουδένωσιν. Τὰ αὐτὰ δὲ συμβαίνουσιν εἰς πᾶσαν κώμην καὶ χώραν καὶ εἰς πᾶσαν ἀνθρώπων ὁμήγυριν καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ὁλοκλήρους μεγάλας βασιλείας, ὅταν εἰσέλθῃ εἰς αὐτὰς ἡ ἰσότης· διότι καὶ ἡ βασιλεία ὡς μία πόλις ἐστίν, ἐκ πολλῶν συγκειμένη πόλεων, ὑπ’ ἀλλήλων βοηθουμένων καὶ ἀσφαλιζομένων. Αὐτὴ οὖν ἡ φύσις, ἵν’ οὕτως εἴπω, τῆς πόλεως γεννᾷ τὴν ἀνισότητα καὶ ὑπαγορεύει τοὺς πολιτικοὺς νόμους τῶν ἀνωτάτων καὶ μέσων καὶ κατωτάτων βαθμῶν καὶ τάξεων τῆς ἀνισότητος· τόσον δὲ ἀναγκαῖαι εἰσιν αἱ τοιαῦται ἀνισότητες πρὸς σύστασιν καὶ διαμονὴν τῶν πόλεων, ὥστε, ὅσοι ἐναντιούμενοι εἰς τὰς πολιτικὰς διατάξεις, σπουδάζουσι ποιῆσαι ἴσους πάντας τοὺς πολίτας, ἐκεῖνοι εἰσὶν ἐπίβουλοι καὶ φθορεῖς τῶν βασιλειῶν καὶ τῶν πόλεων καὶ πάσης ἀνθρωπίνης ὁμηγύρεως. Ἀλλ’ αὐτοί, λέγεις, οἱ πολῖται ἴσοι ὄντες, ἐκλέγουσι καὶ διορίζουσι καὶ ἄρχοντας καὶ κριτὰς καὶ στρατιώτας καὶ τοὺς λοιπούς, ὅσοι ἀναγκαῖοί εἰσι πρὸς σύστασιν τῆς κοινότητος· ἀλλὰ τοῦτο τὶ ἄλλο ἐστὶν εἰμὴ τὸ ὅτι οἱ ἴσοι ἐξ ἀνάγκης γίνονται ἄνισοι; πολεμεῖς τὴν ἀνισότητα, ἔπειτα γίνεσαι ποιητὴς αὐτῆς καὶ δημιουργός· διὰ λόγου ἐπιβεβαιοῖς, ὅτι πάντες ἐσμὲν ἴσοι, διὰ δὲ τῶν ἔργων ἀποδεικνύεις, ὅτι ἐσμὲν ἄνισοι· φάσκεις καὶ ἀντιφάσκεις καὶ σεαυτῷ ἀντιλέγεις καὶ οὐ διακρίνεις οὐδὲ τὶ λέγεις, οὐδὲ τὶ πράττεις. Ἐπειδὴ οὖν λέγεις, ὅτι οἱ ἴσοι πολῖται ἐκλέγουσιν ἄρχοντας καὶ κριτὰς καὶ τοὺς ἐξῆς ἀξιωματικούς, ἐκ τούτων σου τῶν λόγων ὁμολογεῖς, ὅτι ἡ ἰσότης εἰς τὰς πολιτείας οὐκ ἔχει τόπον, ἀλλ’ ἀναγκαῖα ἐστὶν ἡ ἀνισότης. Ἐρευνήσατε νῦν καὶ παρατηρήσατε τὰ βλεπόμενα κτίσματα· ὑψώσατε πρῶτον τὰ ὄμματα εἰς τὸν οὐρανόν· βλέπετε ἐκεῖ ἰσότητα; οὐδεμίαν· ἐκεῖ ἀστέρες ἀπλανεῖς, ἐκεῖ πλανῆται πρῶτοι καὶ δεύτεροι, ἐκεῖ κομῆται· αὐτοὶ δὲ διαφέρουσιν ἀλλήλων κατὰ τὸ μέγεθος, κατὰ τὴ λαμπρότητα, κατὰ τὰ ἀπὸ τῆς γῆς ἀποστήματα, κατὰ τὰς περιοδικὰς αὐτῶν κινήσεις· καταβιβάσατε ἔπειτα τὰ ὅμματα εἰς τὴν γῆν· ποῦ βλέπετε ἰσότητα; οὐδαμοῦ· οὐδὲ εἰς τὰ δένδρα, οὐδὲ εἰς τοὺς θάμνους, οὐδὲ εἰς τοὺς χόρτους, οὐδὲ εἰς τὰ φύλλα, οὐδὲ εἰς τὰ ἄνθη, οὐδὲ εἰς τοὺς σπόρους, οὐδὲ εἰς τοὺς καρπούς. Πόση ἡ διαφορὰ τῶν λίθων; Πόσον διαφέρουσιν ἀλλήλων τὸ μάρμαρον, ὁ πυρίτης, τὸ ἀλάβαστρον, ὁ ἀδάμας, ὁ ἄνθραξ, ο σάπφειρος, ὁ σμάραγδος καὶ οἱ λοιποί; πόση ἡ διαφορὰ τῶν μετάλλων; πόσον διαφέρουσιν ἀλλήλων τὸ χρυσίον, τὸ ἀργύριον, ὁ σίδηρος, ὁ μόλυβδος, ὁ κασσίτερος, ὁ ὀρείχαλκος καὶ τὰ λοιπά; πόση ἡ διαφορὰ τῶν ζώων; πόσον διαφέρουσιν ἀλλήλων τὰ πετεινά, τὰ τετράποδα, τὰ ἔρπετα, τὰ χερσαῖα, τὰ ἔνυδρα, τὰ ἀμφίβια, τὰ ἄγρια, τὰ ἤμερα; Πόση δὲ ἡ διαφορὰ καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν τεσσάρων στοιχείων, ἐξ ὧν πάντα τὰ σώματα σύγκεινται; Διαφέρουσι δὲ ἀλλήλων οὐ μόνον τὰ ἑτεροειδῆ, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ὁμοειδῆ, διότι καὶ ἀστῆρ ἀστέρος διαφέρει καὶ πλανήτης πλανήτου καὶ κομήτης κομήτου· μετὰ βίας εὑρίσκεις δύο κυπαρίσσους ἤ δύο ῥόδα ἤ δύο κόκκους σίτου ἤ δύο μῆλα ἤ δύο σμαράγδους ἤ δύο τμήματα χρυσίου ἤ δύο περιστερὰς ἤ δύο βόας ἤ δύο ὄφεις ἤ δύο σμαρίδας ἤ δύο νήσσας ἤ δύο λέοντας ἤ δύο πρόβατα κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα ἴσα. Εἴδη διάφορα ἔχει καὶ τὸ πῦρ· πῦρ ἡλιακόν, πῦρ ἡλεκτρικόν, πῦρ καμιναῖον, πῦρ ἀστραπιαῖον· καὶ ὁ ἀήρ· ἀὴρ ψυχρός, θερμός, ὑγρός, ξηρός· καὶ τὸ ὕδωρ· ὕδωρ ἀλμυρόν, γλυκύ, πικρόν, ὀξύ, στυφόν· καὶ ἡ γῆ· γῆ μέλαινα, κόκκινη, πηλώδης, ἀμμώδης, λιπαρά, ξηρά, πολύκαρπος, ὀλιγόκαρπος. Στρέψατε νῦν τὰ ὄμματα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ παρατηρήσατε πρῶτον τὰ ἐν αὐτοῖς βλεπόμενα. Πᾶς ἄνθρωπος ἔχει χαρακτῆρας προσώπου ἰδίους, ἴδιον ἀνάστημα, ἴδιαν φωνήν, ἴδιον χρῶμα, ἴδιον περιπάτου σχηματισμόν, ἰδίαν ποσότητα δυνάμεως, ἰδίαν ταχύτητα κινήσεως, ἰδίαν χειρῶν ἐπιτηδειότητα· ἐκ τούτου ὁ μὲν ἐστιν ὡραῖος, ὁ δὲ δυσειδής· ὁ μὲν ἔχων τὰ μέλη σύμμετρα, ἐστὶν εὔμορφος· ὁ δὲ ἔχων αὐτὰ ἀσύμμετρα, ἐστὶ δύσμορφος· ὁ μέν ἐστι καλόφωνος· ὁ δὲ κακόφωνος· οὗτος μὲν δυνατός· ἐκεῖνος ἀσθενής· οὗτος εὐκίνητος · ἐκεῖνος δυσκίνητος· οὗτος ἐπιτήδειος· ἐκεῖνος ἀνεπιτήδειος. Παρατήρησον καὶ τὰ ἔσω τῶν ἀνθρώπων· πάντες μὲν ἔχουσι νοῦν· πλὴν πόσον διαφέρει νοῦς νοὸς κατὰ τὴν ὀξύτητα, κατὰ τὴν ἀντίληψιν, κατὰ τὴν διάκρισιν, κατὰ τὴν φρόνησιν; πάντες ἔχουσι μνήμην· ἀλλὰ πόσον διαφέρει μνήμη μνήμης; ἄλλος μὲν μνημονεύει εὔκολα, πλὴν καὶ εὔκολα ἀμνημονεῖ· ἄλλος δύσκολα μνημονεύει, πλὴν καὶ δύσκολα ἀμνημονεῖ· ἄλλος δύσκολα μνημονεύει καὶ εὔκολα ἀμνημονεῖ· ἄλλος καὶ εὔκολα μνημονεύει καὶ δυσκολώτατα ἀμνημονεῖ· αὕτη δέ ἐστιν ἡ τελειοτέρα μνήμη. Ἐκ τούτων βλέπομεν, ὅτι ἐκεῖνος μέν ἐστιν ὀξύνους· οὗτος δέ, βραδύνους· ἄλλος ἀντιλαμβάνει μετὰ εὐκολίας· ἄλλος μετὰ δυσκολίας· ἄλλος διακρίνει ἐντελῶς· ἄλλος ἀτελῶς· ἄλλος ἔχει φρόνησιν πολλήν· ἄλλος ὀλίγην· ἄλλος μνημονεύει πολλῶν· ἄλλος ὀλίγων· Ἐὰν εἰσέλθῃς διὰ τοῦ νοός σου καὶ εἰς τὰς ἐνδοτέρας τῶν ἀνθρώπων διαθέσεις, βλέπεις καὶ εἰς αὐτὰς ἀνισότητα μεγάλην· ὁ μὲν ἐστι πρᾷος· ὁ δὲ θυμώδης· οὗτος ἐστι ταπεινόφρων· ἐκεῖνος ὑπερήφανος· οὗτος ἐστι συμπαθής· ἐκεῖνος ἄσπλαγχνος· οὗτος ἤμερος· ἐκεῖνος ἄγριος· οὐδὲ τὰ ἐκ τοῦ πατρὸς καὶ τὰ ἐκ τῆς αὐτῆς μητρὸς γεννηθέντα δίδυμα τέκνα καὶ ὁμοῦ τραφέντα καὶ τῆς αὐτῆς ἀνατροφῆς καὶ παιδαγωγίας ἀπολαύσαντα, ἔχουσι τὰς αὐτὰς διαθέσεις· ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς Ἰσαὰκ καὶ ἐκ τῆς αὐτῆς μητρὸς τῆς Ρεββέκας δίδυμοι ἐγεννήθησαν ὁ Ἡσαῦ καὶ ὁ Ἰακώβ, ὑπὸ τῶν αὐτῶν γονέων ἐπαιδαγωγήθησαν, τὰς αὐτὰς εἶχον συναναστροφάς, τὴν αὐτὴν δίαιταν, τὸ αὐτὸ πολίτευμα· καὶ ὅμως πόση τοῦ ἤθους αὐτῶν ἡ διαφορά; «Ηὐξήνθησαν δέ», λέγει ἡ θεία γραφή, «οἱ νεανίσκοι· καὶ ἦν Ἠσαῦ ἄνθρωπος εἰδὼς κυνηγεῖν, ἄγροικος· Ἰακὼβ δέ, ἄνθρωπος ἄπλαστος, οἰκῶν οἰκίαν» (Γεν. κε΄, 27). Μετὰ δὲ τὰς τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἀνισότητας, ὅσας ἐποίησε καὶ ἐνομοθέτησεν ὁ θεός, ὅσας ἐξ ἀνάγκης διέταξαν αἰ πολιτεῖαι, ὅσας δεικνύουσι πάντα τὰ κτίσματα, ὅσας βλέπομεν ἐξόχως εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἐγείρονται ἄνθρωποι τυφλοί, κωφοί, ἀνόητοι, ἀναισχύντως ἐπιχειροῦντες πεῖσαι τοὺς ἀνθρώπους ὅτι εἰσὶν ἴσοι. Ἀλλὰ ποῦ ἴσταται καὶ ποῦ στηρίζεται ἡ τοιαύτη ἰσότης; εἰς τοὺς ἔξω χαρακτῆρας τῶν ἀνθρώπων; ἤ εἰς τοὺς ἔσω; ἤ εἰς τὰς ἐνδοτέρας αὐτῶν διαθέσεις; ἀλλ’ ὅσοι ἄνθρωποι, τόσαι καὶ αἱ τῶν ἔξω χαρακτήρων ἀνισότητες· ὅσοι ἄνθρωποι, τόσαι καὶ αἱ τοῦ νοὸς αὐτῶν διαφοραί· ὅσοι ἄνθρωποι, τόσαι καὶ αἱ τούτων διαθέσεις· ὁ νόμος, ὁ λόγος, τὰ πράγματα, ἡ φύσις, ἡ αἴσθησις πείθει, ὅτι ἐσμὲν ἄνισοι· πῶς οὖν, καὶ κατὰ τί ἐσμεν ἄνισοι· πῶς οὖν καὶ κατὰ τί ἐσμεν ἴσοι; Μήπως λέγουσιν αὐτοί, ὅτι ἐσμὲν ἴσοι, ἐπειδὴ τὰ σώματα πάντων ἐκ τῆς γῆς εἰσιν; ἀλλ’ ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ τὸ χρυσίον καὶ ὁ ἀδάμας καὶ ὁ σίδηρος καὶ ὁ μόλυβδος καὶ ὁ ὑδράργυρος· ἵσα ἆρά γε λέγουσι καὶ αὐτά; Ἐκ τοῦ αὐτοῦ πηλοῦ ὁ κεραμεὺς πλάττει σκεύη μικρά, μεγάλα, πολυτελῆ, εὐτελῆ, κεχρυσωμένα, περιηργυρωμένα, πρὸς διαφόρους ὑπηρεσίας χρήσιμα· ἆρά γε καὶ αὐτὰ νομίζουσιν ἴσα; Ἐπὶ τούτοις, ἐν ὅσῳ ζῶμεν, τὸ σῶμα ἡμῶν οὐκ ἔστι γῆ, ἀλλ’ ὀστέα, νεῦρα, φλέβες, σάρξ, αἷμα, ζωτικὸν πνεῦμα, καρδία, πνεύμων, ἧπαρ καὶ τὰ λοιπά· ἀλλὰ ταῦτα πάντα μετὰ θάνατον γίνονται γῆ· ἀλλ’ αὐτοὶ λέγουσιν, ὅτι οἱ ζῶντές εἰσιν ἴσοι· ὥστε τὸ τούτων ἐπιχείρημα φαίνεται τοιοῦτον· ἐπειδὴ τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων μετὰ θάνατον γίνονται γῆ· ἄρα οἱ ἄνθρωποι οἱ ζῶντές εἰσιν ἴσοι. Ποῖον τούτου τοῦ σοφίσματος ἤ παραλογώτερον ἤ πανουργότερον; Ὁ θεὸς ἐποίησε πάντα τὰ ἑαυτοῦ κτίσματα ἄνισα, ἵνα ἐκ τῆς συνδρομῆς τῶν ἀνίσων καὶ ἐκ τῆς τούτων ποικιλίας καταρτίζηται καὶ καθωραΐζηται τοῦτο τὸ πάνσοφον καὶ ὑπερθαύμαστον σύστημα τοῦ παντός. Βλέπει δὲ ταύτην τὴν ἀλήθειαν, ὅστις ἀκριβῶς παρατηρεῖ, ὅτι ἡ ἀνισότης συνδέει καὶ ἡ ποικιλία καλλωπίζει τὰ σύμπαντα. ὁ Θεὸς ἔπλασε τοὺς ἀνθρώπους ἀνίσους, ἵνα ἡ τούτων ἀνισότης ἀναγκάζη αὐτούς, ἵνα ὁμοῦ συζῶσι καὶ συμπολιτεύονται· ἡ ἀνισότης ἀναγκάζει αὐτοὺς ὁμοῦ συμβιοτεύειν, ἵνα τὸ ὑστέρημα τοῦ ἑνὸς ἀναπληροῦται ὑπὸ τοῦ πλεονάσματος τοῦ ἄλλου. Ἐὰν πάντες οἱ ἄνθρωποι ἦσαν κατὰ πάντα ἴσοι, οὐδεὶς χρείαν εἶχε τῆς τῶν ἄλλων βοηθείας· ὅθεν ἐλύετο τῆς ἑνώσεως ὁ δεσμὸς καὶ ἐφθείροντο αἱ βασιλεῖαι καὶ ἐξηφανίζοντο αἱ πόλεις καὶ ἐξουδενοῦντο πᾶσαι αἱ τῶν ἀνθρώπων ὁμηγύρεις. Ἐκ τούτων τὶς οὐ βλέπει, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἰσότητος ἐστι πλάσμα τῆς φαντασίας ἀνύπαρκτον καὶ οὐχὶ δικαίωμα τοῦ τῶν ἀνθρώπων γένους; Αὐτὸ ἐστιν ἐφεύρεμα βλαβερωτάτης πονηρίας, ἐξαφανίζον τὰ ἀληθινὰ καὶ ὑπαρκτικὰ τῶν ἀνθρώπων δικαιώματα· ἀπάτη ἐστίν, ἥτις ἀναποδίζει πάντας τοὺς νόμους καὶ πᾶσαν εὐταξίαν· πληροῖ δὲ ὑπερηφανείας τὸν νοῦν τῶν εὐτελεστέρων ἀνθρώπων, ἐξαλείφει τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀναγκαῖαν εὐλάβειαν καὶ ὑπακοὴν καὶ συμφορὰς προξενεῖ ἀναριθμήτους καὶ ὑπερβολικὰς δυστυχίας· διότι ἡ φαντασία τῆς ἰσότητος ἐγείρει τὸν δοῦλον κατὰ τοῦ δεσπότου καὶ τοὺς ἰδιώτας κατὰ τῶν ἀρχόντων καὶ τὸ ὑπήκοον κατὰ τοῦ βαλέως· ἐγείρει τὸν υἱὸν κατὰ τοῦ πατρὸς καὶ τὴν θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ φυτεύουσι εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀκαταστασίας καὶ ἀποστασίας τὸ πνεῦμα, ἐξολοθρεύει οὐ μόνον τὰς πόλεις καὶ χώρας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. Τὸ σύστημα τῆς ἰσότητος ἐστιν ὁ φθορεὺς τῆς ἐκκλησίας· διότι, ἐὰν αὐτὸ εἰσέλθῃ εἰς τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, μὴ γένοιτο, Κύριε, ἐξουδενοῖ καὶ αὐτὴν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱεραρχίαν, ἐξ ἧς διευθύνονται καὶ σώζονται αἱ τῶν ἀνθρώπων ψυχαί· αὐτὸ τὸ σύστημα ἐστιν ὁ διδάσκαλος τῆς ἀπιστίας· διότι ὅστις πιστεύει, ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἰσιν ἴσοι, ἐκεῖνος ἀρνεῖται τὴν ἀληθὴ διδασκαλίαν τῶν θείων γραφῶν καὶ γίνεται ἀσεβὴς καὶ ἄπιστος. Αἱ θεῖαι γραφαὶ διδάσκουσιν, ὅτι ὁ θεὸς χειροτονεῖ τοὺς ἐξουσιαστὰς καὶ ἄρχοντας· «Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ’ ἐμοῦ, εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν Πιλάτον, εἰμὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν» (Ἰωαν. ιθ΄, 11)· καὶ ὅτι συντάσσων τὰ δικαιώματα αὐτοῦ μετὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν βασιλέων, θέλει, ἵνα ἀποδίδωμεν εἰς τοὺς βασιλεῖς, ὅσα πρέπουσιν εἰς αὐτόν· «Ἀπόδοτε οὖν, εἶπε, τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ θεοῦ τῷ θεῷ» (Ματθ. κβ΄, 21)· «Πᾶσα ψυχή», εἶπεν, «ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω· οὐ γὰρ ἐστιν ἐξουσία, εἰμὴ ἀπὸ θεοῦ· αἱ δὲ οὖσαι ἐξουσίαι, ὑπὸ τοῦ θεοῦ τεταγμέναι εἰσιν· ὥστε, ὁ ἀντιτασσόμενος τῇ ἐξουσίᾳ, τῇ τοῦ θεοῦ διαταγῇ ἀνθέστηκεν· οἱ δὲ ἀνθεστηκότες, ἑαυτοῖς κρίμα λήψονται» (Ρωμ. ιγ΄, 1-2). Τὶ δὲ ἄλλο διδάσκουσι ταῦτα, εἰμὴ τὴν ὑπεροχὴν καὶ τὴν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἀνισότητα; Τὶ ἄλλο εἰμὴ ὅτι ὁ Θεὸς καθιστᾷ τοὺς βασιλεῖς εἰς τὸν θρόνον τῆς ἐξουσίας; Τὶ ἄλλο, εἰμὴ ὅτι ὅστις ἐναντιοῦται εἰς ταύτην τὴν ἀνισότητα, ἐκεῖνος ἐναντιοῦται εἰς τὸν θεόν, τὸν ταύτην ποιήσαντα; Τὶς δὲ ἄλλος ἐναντιοῦται εἰς ταύτην τὴν ἀνισότητα, εἰμὴ ὅστις οὐ μόνον κηρύττει ἰσότητα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ἐπαγγέλεται μῖσος ἄσπονδον καὶ παντελῆ ἀφανισμὸν τῶν βασιλέων καὶ ἀρχόντων; ὅτι δὲ ὁ τοιοῦτός ἐστιν ἀσεβὴς καὶ ἄπιστος, οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως ἔχει χρείαν. Ἀδελφοί μου, χριστιανοί, προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ διακρίνατε, πόσον παράλογός ἐστι τῆς ἰσότητος τῶν ἀνθρώπων ἡ διδασκαλία· κατανοήσατε καὶ γνῶτε, ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτῆς ἐστιν ἡ καταστροφὴ τῆς πίστεως καὶ ἡ οἰκοδομὴ τῆς άσεβείας· ἐμβλέψατε καὶ ἴδετε ὁποῖά εἰσι τὰ ἐλεεινὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα. Τὴν τῶν ἀνθρώπων ἀνισότητα ὠκονόμησεν αὐτὸς ὁ δημιουργὸς τῆς κτίσεως, ἵνα ὁ κάθεὶς χρείαν ἔχῃ τῆς τῶν ἄλλων βοηθείας· ἐκ τούτου δὲ πάντες πλησιάζουσιν ἀλλήλοις καὶ ἀγαπῶσιν ἀλλήλους καὶ συνιστῶσι τὰς πόλεις καὶ τὰς βασιλείας καὶ τὰς κοινὰς τῶν ἀνθρώπων ὁμηγύρεις, ἐν αἵς αὐτὸς ὁμοφώνως ἐν γῇ δοξάζεται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καθὼς καὶ ἐν οὐρανῷ ὁμοθυμαδὸν ὑπὸ τῶν ἁγίων ἀγγέλων· καθὼς δὲ διὰ τῆς ἀνισότητος πάντων τῶν λοιπῶν κτισμάτων ἐτεχνίτευσεν ἡ σοφία τοῦ θεοῦ τὸ ὡραῖον καὶ πάντερπνον σύστημα τοῦ κόσμου, οὕτω διὰ τῆς ἀνισότητος τῶν ἀνθρώπων ἐσύστησε καὶ ἐστερέωσεν οὐ μόνον τὰς πόλεις, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἁγίαν αὐτοῦ ἐκκλησίαν. Ἀδελφοί μου, μνημονεύετε, τὶ εἶπε ῥητῶς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον· «Ἐν ὑστέροις καιροῖς, εἶπεν, ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνης καὶ διδασκαλίας δαιμονίων» (Τιμ. δ΄, 1)· μὴ οὖν πλανᾶσθε ὑπὸ τῆς δαιμονικῆς διδασκαλίας τῶν ἀποστησάντων ἀπὸ τῆς προτέρας αὐτῶν πίστεως καὶ κηρυττόντων τὴν πλάνην τῆς τῶν ἀνθρώπων ἰσότητος· μὴ πλανηθῆτε, νομίζοντες, ὅτι πάντες ἐσμὲν ἴσοι καὶ οὐδεὶς ἐστιν ἡμῶν ἀνώτερος· ἀλλὰ βλέποντες τὰς ὐπ’ αὐτοῦ τοῦ παντοκράτορος θεοῦ διορισθεῖσας μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἐπισήμους ἀνισότητας, ἀποστρεφόμενοι τὸ πανώλεθρον τῆς ἰσότητος σύστημα, «ὑποτάγητε πάσῃ ἀνθρωπίνῃ κτίσει διὰ τὸν Κύριον, εἴτε βασιλεῖ, ὡς ὑπερέχοντι εἴτε ἡγεμόσιν, ὡς δι’ αὐτοῦ πεμπομένοις εἰς ἐκδίκησιν μὲν κακοποιῶν, ἔπαινον δὲ ἀγαθοποιῶν· ὅτι οὕτως ἐστὶ τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ· ἀπόδοτε πᾶσι τὰς ὀφειλάς· τῷ τὸν φόρον, τὸν φόρον· τῷ τὸ τέλος, τὸ τέλος· τῷ τὸν φόβον, τὸν φόβον· τῷ τὴν τιμήν, τὴν τιμήν» (Ῥωμ. ιγ΄, 7).Γένοιτο.
Ας πάμε με τον νου μας στα χρόνια που ήρθε ο Χριστός. Τρεις κατηγορίες ανθρώπων είχε προς τους οποίους έπρεπε να απευθυνθεί: στους Ιουδαίους, στους ειδωλολάτρες και στους αδιάφορους για την θρησκεία, ανάμεσα στους οποίους δέσποζαν οι φιλόσοφοι.
Η αυτάρκεια εμπόδιο
Οι Ιουδαίοι έζησαν την διαθήκη, την συμφωνία του Θεού με τον Αβραάμ και τους απογόνους του, ότι θα τον ευλογήσει και θα δοξάσει το όνομά του, εφόσον έκανε υπακοή στο θέλημά Του και έφευγε από την γη της Μεσοποταμίας και πήγαινε στη γην Χαναάν. Η διαθήκη αυτή επαναβεβαιώθηκε στο όρος Σινά, με τις εντολές που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή, οι οποίες προετοίμασαν τον κόσμο για τον ερχομό του Μεσσία. Παρά το γεγονός ότι πολλές φορές οι Ιουδαίοι αποστάτησαν από την σχέση τους με τον Θεό, εντούτοις υπερηφανεύονταν ότι ήταν ο περιούσιος λαός. Τον Μεσσία τον θεωρούσαν ως τον πολιτικό ηγέτη, που θα τους ελευθέρωνε από τους Ρωμαίους και θα τους καθιστούσε κυρίαρχους του κόσμου. Το μεγαλύτερο εμπόδιο για να πιστέψουν στον Χριστό ήταν η αυτάρκειά τους, ότι κατείχαν την αλήθεια στην πληρότητά της.
Η ταπείνωση γεννά ελπίδα
Οι ειδωλολατρικοί λαοί βασανίζονταν από την πολυθεΐα των ειδώλων. Δεν έβρισκαν απαντήσεις στα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς δεν είχαν την ελπίδα της ανάστασης. Μπορεί να πίστευαν στην αθανασία της ψυχής, αλλά δεν προσδοκούσαν τίποτα για το σώμα τους. Παράλληλα, η ζωή τους δεν είχε την πειθαρχία των Ιουδαίων, αλλά ήταν παραδομένοι στην ελευθερία των παθών και στην αγωνία για επιβίωση. Δεν ήταν κι αυτοί ελεύθεροι, γιατί ήταν υποταγμένοι στην κυριαρχία των Ρωμαίων. Ωστόσο, η απλότητα, η δεκτικότητα και η ταπεινότητα του καθημερινού ανθρώπου γεννούσαν προοπτικές για να γίνει από αυτούς το πρόσωπο του Χριστού αποδεκτό.
Η αυτάρκεια της γνώσης
Οι φιλόσοφοι και όσοι είχαν εμπιστοσύνη στην εξουσία και τις δυνάμεις τους, όπως ο βασιλιάς Ηρώδης, ο Πόντιος Πιλάτος, όπως και οι μετά τον Χριστό στοχαστές δεν αναζητούσαν το Θεό, αλλά την γνώση, εξερευνούσαν τους μηχανισμούς της ζωής ή αρκούνταν στα αγαθά τους και την δόξα τους. Η αυτάρκεια της γνώσης, των παθών, της εξουσίας ήταν το μεγάλο εμπόδιο για να πιστέψουν στον Χριστό, ο οποίος προχωρούσε πέρα από αυτά τα χαρακτηριστικά.
Ο Χριστός καλεί σε μετάνοια
Ο Χριστός ξεκινά την επίγεια δράση του από τους ειδωλολάτρες, από αυτούς που κατοικούν στην χώρα και στην σκιά του θανάτου. Είναι αυτοί που δεν έχουν την υπερηφάνεια ότι γνωρίζουν, αλλά μέσα στην απλότητά τους μπορούν να συναισθανθούν ποιος είναι ο Θεός και να δούνε την αμαρτωλότητά τους, τι τους χωρίζει από αυτόν. Γι’ αυτό το κήρυγμα του Χριστού είναι η μετάνοια. Η παρουσία του Χριστού φωτίζει την ύπαρξη που αγνοεί, αρκεί να έχει την ταπείνωση και την απλότητα.
Οι τρεις αυτές κατηγορίες ανθρώπων εξακολουθούν να υπάρχουν και στην εποχή μας. Οι άνθρωποι χωρίζονται
σ’ αυτούς που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα για τον Θεό,
σ’ αυτούς που έχουν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους, στον νου, στα υλικά αγαθά, στην σοφία και στην γνώση, στην εξουσία τους και αδιαφορούν για τον φωτισμό τους
και σε εκείνους που νιώθουν ότι κατοικούν «εν χώρα και σκιά θανάτου» (Ματθ. 4, 16).
Οι τελευταίοι καταλαβαίνουν ότι τα έργα και τα αγαθά τους δεν δίνουν αιωνιότητα, αλλά τους κάνουν να πορεύονται προς τον θάνατο, μπροστά στον οποίο είναι ανίσχυροι. Θέλουν όμως τον φωτισμό, διψούν για την αλήθεια και αναζητούν Κάποιον να μοιραστεί το φορτίο τους. Αυτοί είναι τελικά και οι πιο δεκτικοί στο μήνυμα του Ευαγγελίου.
Ο Χριστός απευθύνθηκε προς όλους. Το ίδιο κάνει και η Εκκλησία. Και οι τρεις κατηγορίες ανθρώπων έχουν δικαίωμα στον φωτισμό. Ο καθένας από εμάς όμως καλείται να δώσει απάντηση σε ποια κατηγορία ανήκει και να ανταποκριθεί στο Ευαγγέλιο. Δρόμος και τρόπος για όλους είναι η μετάνοια, αυτήν που ο Θεός την διακηρύττει και είναι έτοιμος να την δεχτεί.
[....]ο Σεβήρος, κυριαρχημένος από φοβερή αλαζονεία και στηριζόμενος στη βασιλική εξουσία, αναθεμάτισε με μύρια αναθέματα τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος και προσπαθούσε να στερεώση την αίρεσι του Ευτυχή, που εκήρυττε ότι η φύσι του Κυρίου Ιησού Χριστού, του υιού του Θεού, μετά την σάρκωσι και γέννησί του από την αγία Παρθένο, ήταν μία και φθαρτή. Και επειδή ήταν φίλος των ταραχών, πολλές καινοτομίες επέφερε καταστρεπτικές για τα δόγματα και τους θεσμούς της Εκκλησίας. Αποδεχόταν τη δεύτερη και ληστρική Σύνοδο της Εφέσου σαν όμοια με εκείνη που πρώτη φορά συναθροίσθηκε στην πόλι αυτή και διακήρυττε ότι ο Διόσκουρος και ο άγιος Κύριλλος, ο μεγάλος και θεόφρων Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, ήσαν ίσοι και κοινοί διδάσκαλοι της Εκκλησίας, ενώ ο Διόσκουρος είχε δεχθή σαν ομόφρονά του του τον αιρεσιάρχη Ευτυχή και είχε καθαιρέσει και σκοτώσει τον ορθοδοξότατο πατριάρχη της Βασιλεύουσας Φλαβιανό.
Έτσι προχωρώντας όλο και περισσότερο στην ασέβεια ο Σεβήρος ακόνισε την γλώσσα του σε βλασφημία κατά του Θεού, και εχώριζε την μία και αδιαίρετη τριαδική θεότητα. Γιατί λέγοντας και βεβαιώνοντας ότι η υπόστασι είναι φύσι και η φύσι υπόστασι και μη γνωρίζοντας καμμιά διαφορά σ’ αυτά τα ονόματα, τόλμησε να λέγη ότι η μία και ομοούσιος και προσκυνητή Τριάδα, είναι Τριάδα φύσεων και υποστάσεων και θεοτήτων, δηλαδή ότι είναι τρεις Θεοί.
Αυτόν τον ψυχοφθόρο και επικίνδυνο Σεβήρο, ανάγκαζε ο Βασιλιάς τον πατριάρχη Ηλία να τον δεχθή ομόφρονα και συλλειτουργό. Και επειδή ο Ηλίας δεν ήθελε καθόλου να κάνη αυτό, ο Βασιλιάς άναψε περισσότερο από θυμό και έστειλε στα Ιεροσόλυμα κάποιον Όλυμπο, καταγόμενο από την Καισαρεία και που ήταν διοικητής της Παλαιστίνης. Του έδωσε να έχη μαζί του και την επιστολή που είχε γράψει ο Ηλίας από την Σιδόνα στον Βασιλιά, και με την οποία, για να διαλύση τη σύνοδο εκείνη, είχε οικονομικά2 αναφέρει ότι δεν συμφωνεί με τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, να διώξη με κάθε τρόπο τον Ηλία από την Αρχιεπισκοπή.
Ο Όλυμπος έφθασε με μεγάλη βασιλική στρατιωτική δύναμι και αφού εχρησιμοποίησε πολλούς τρόπους και τεχνάσματα και παρουσίασε και την παραπάνω επιστολή, έδιωξε τον Ηλία από την Αρχιεπισκοπή και τον περιόρισε στον Αϊλά.
Στο θρόνο των Ιεροσολύμων ανέβασε τον Ιωάννη, τον γυιο του Μαρκιανού, που συγκατατέθηκε να δεχθή επικοινωνία με τον Σεβήρο και να αναθεματίση τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Τούτο έγινε την πρώτη Σεπτεμβρίου, στην αρχή της δεκάτης Ινδικτιώνας.
Όσιοι Σάββας ο Ηγιασμένος και Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης(Τοιχογραφία Μονή Σταυρονικήτα)
Όταν ο αγιασμένος Σάββας και οι άλλοι πατέρες της ερήμου έμαθαν αυτά, συνάχθηκαν και διαμαρτυρήθηκαν στον Ιωάννη να μη δεχθή σε επικοινωνία τον Σεβήρο, αλλά να προκινδυνεύσει και να αγωνισθή υπέρ της Συνόδου της Χαλκηδόνας και ότι στον αγώνα αυτόν θα είναι όλοι σύμμαχοί του. Έτσι ο Ιωάννης όσα υποσχέθηκε στον δούκα Όλυμπο ότι θα τηρήση, τα παρέβη, εμπιστευόμενος περισσότερο τους πατέρες.
Ο Βασιλιάς Αναστάσιος, όταν έμαθε ότι ο Ιωάννης παρέβη τις συμφωνίες, εξεμάνει και αφού έδιωξε τον Όλυμπο, έστειλε τον νέο διοικητή του δουκάτου της Παλαιστίνης, τον Αναστάσιο τον γυιο του Παμφίλου, να πιέση και να πείση τον Ιωάννη να δεχθή σε επικοινωνία εκκλησιαστική τον Σεβήρο και να αναθεματίση τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Εάν δεν πεισθή, τότε να τον διώξη από τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο.
Όταν έφθασε στα Ιεροσόλυμα ο Αναστάσιος, πήγε αιφνιδιαστικά και συνέλαβε και έκλεισε στη φυλακή τον Αρχιεπίσκοπο. Όλοι οι κάτοικοι της αγίας πόλεως χάρηκαν γι’ αυτό, γιατί είχε γίνει προδότης και είχε επιβουλευθή τον Αρχιεπίσκοπο Ηλία.
Κάποιος ονομαζόμενος Ζαχαρίας, άρχοντας της πόλεως Καισαρείας, έφυγε κρυφά από τη φρουρά και πήγε νύκτα στον Ιωάννη και τον συμβούλεψε και του είπε. Εάν θέλης να πράξης σωστά και να μη στερηθής και την επισκοπή σου, πρόσεξε να μη σε πείση κανείς και δεχθής σε επικοινωνία τον Σεβήρο, αλλά να φανής ότι συμφωνείς με τον δούκα και να του πης ότι εδώ τώρα θα κάνης αυτά που σου προτείνει και δεν θα αλλάξης γνώμη, αλλά για να μη λέη ο κόσμος ότι τα πράττω αυτά από ανάγκη και βία, θα φύγω από εδώ και μετά δυο ημέρες που θα είναι Κυριακή, θα πράξω πρόθυμα όσα με διατάξης. Αφού ο δούκας πίστεψε στα λόγια αυτά, τον αποκατέστησε στον θρόνο του τον επισκοπικό.
Ο Αρχιεπίσκοπος όταν απολύθηκε, κάλεσε τη νύκτα όλο το σύστημα των μοναχών στην αγία πόλι. Ήλθαν από παντού. Μερικοί που εμέτρησαν το πλήθος, ανάγγειλαν στον Πατριάρχη ότι ήσαν περίπου δέκα χιλιάδες μοναχοί. Επειδή καμμιά άλλη εκκλησία δεν χωρούσε όλο αυτό το πλήθος, φάνηκε καλό να συναχθούν όλοι στον ναό του αγίου Στεφάνου, που μπορούσε να χωρέση όλο αυτό το πλήθος.
Συγχρόνως ήθελαν να συναντήσουν και τον Υπάτιο, τον ανεψιό του Βασιλιά, που μόλις είχε απολυθή από την αιχμαλωσία του Βιταλιανού και είχε έλθει στα Ιεροσόλυμα για να εκπληρώση κάποιο του τάξιμο. Συναθροίσθηκαν όλοι οι μοναχοί και οι πολίτες στον σεβάσμιο ναό που είπαμε, και ήλθε και ο Αναστάσιος ο δούκας και ο Ζαχαρίας ο άρχοντας. Μαζί με το πλήθος βρισκόταν και ο Υπάτιος στο σεβάσμιο ναό του αγίου Στεφάνου.
Ανέβηκε ο Πατριάρχης στον άμβωνα έχοντας μαζί του τον Θεοδόσιο και τον Σάββα, τους κορυφαίους και αρχηγούς όλων των μοναχών.
Όλος ο λαός εφώναζε επί πολλές ώρες και έλεγε: Αναθεμάτισε τους αιρετικούς και βεβαίωσέ μας για τη Σύνοδο επικυρώνοντας τις αποφάσεις της. Χωρίς κανένα δισταγμό και καμμιά αναβολή και με κοινή συμφωνία και οι τρεις αναθεμάτισαν τον Νεστόριο και τον Ευτυχή, τον Σεβήρο και τον Σωτήριχο επίσκοπο Καισαρείας και Καππαδοκίας και όλους εκείνους που δεν δέχονταν τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Αφού διακήρυξαν αυτά και οι τρεις και κατέβηκαν από τον άμβωνα, γύρισε ο αββάς Θεοδόσιος κι εφώναξε στο λαό και είπε: Όποιος δεν δέχεται τις τέσσερις Συνόδους όπως τα τέσσερα Ευαγγέλια, να είναι αναθεματισμένος[....].