«Μετανοείτε» όχι από φόβο, ούτε από υπολογισμό ή από άλλα κίνητρα, κοινωνικά, παθολογικά κλπ., αλλά από τό ευτυχές γεγονός ότι η βασιλεία του Θεού έχει έλθει στον κόσμο μας και ο Χριστός είναι ήδη παρών, «εν μέσῳ ημών», και εμείς καλούμαστε να Τον συναντήσουμε.
Η μετάνοια δὲν είναι συμμόρφωση προς τους κανόνες της κοινωνικής ηθικής δεν είναι μια πράξη που απλά ηρεμεί τη συνείδηση. Είναι συγκλονιστική συνάντηση με τον Χριστό. Η υπαρξιακή αυτή συνάντηση εχει ως επακόλουθο την πλήρη αναδιοργάνωση και αναγέννηση του ανθρώπου : Μεταβολή του πνευματικού προσανατολισμού , αλλαγή γνώμης, σκέψεων, διαθέσεων, επιθυμών, προθέσεων και κινήτρων συμπεριφοράς. Πραγματική «καινή κτίσις», νέα δημιουργία.
Στὴν Εκκλησία η μετάνοια είναι τρόπος και κανόνας ζωής μέχρι τέλους. Αγώνας κατά της παράνοιας. Η τελειότητα στον παρόντα κόσμο είναι ανέφικτη. Γι' αυτό ο Κύριος δεν λέει «μετανοήσατε», μιά μόνο φορά, αλλά «μετανοείτε», πού σημαίνει ότι η μετάνοια πρέπει να είναι διαρκής. Η διαρκής μετάνοια είναι,κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος,"σημείο της αφέσεως των αμαρτιών"(5,2),εφόσον προφανώς ολοκληρώνεται με την εξομολόγηση.
Μετανοούμε από λύπη και χαρά μαζί.
Από λύπη για την αναγνώριση του ανθρώπου ως του μέτρου όλων των πραγμάτων, για την παρερμηνεία του κόσμου και της ζωής , για την αδιαφορία προς τον πασχοντα αδελφό , για την ανοχή της αδικίας, για το χρόνο που χάσαμε μακριά από τον Θεό στη μακρινή χώρα (Λουκ.15,13), για την ασκοπη περιπλάνηση σε χώρους ουτοπικών ιδεολογημάτων.
Μετανοούμε όμως και από χαρά, αφού υπάρχουν οι διαβεβαιώσεις του Ιησου : «ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. 9,13), «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11,28)
Η Εκκλησία αλλωστε δεν ειναι κοινότητα φαρισαίων, αλλά Εκκλησία μετανοούντων αμαρτωλών, ασώτων, τελωνων, πορνών και πρώην αρνητών του Χριστού και διωκτών και υβριστών Αυτού. Η χάρη της μετάνοιας αρπάζει την ψυχή και την υψώνει προς τον Θεό. Με την μετάνοια συντελείται η «μετάβασις προς άλλην μορφήν νοήσεως, πρὸς άλλο είδος συνέσεως, ανωτέρας της ἐπιστημονικής εμπειρικής γνώσεως.
Ἐν τέλει η μετάνοια οδηγεί στην αυτογνωσία καί θεογνωσία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι βάση της αυτογνωσίας είναι η θεογνωσία και σύμφωνα με τον όσιο π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ: «Όσον εναργέστερον βλέπω τον Θεόν, τοσούτον φλογερωτέρα γίνεται η μετάνοιά μου, διότι τότε συνειδητοποιώ σαφέστερον την αναξιότητά μου ενώπιον Αυτού. Και το θαύμα τούτο επαναλαμβάνεται απαραλλάκτως ανά τους αιώνας».
* Από το Μετανοείτε του Προδρόμου στο Μετανοείτε Του Χριστού. Από το βιβλίο του π. Αναστασίου Σαργέντη " Στον απόηχο ήχο της εορτής"
Για ένα άλλο θύμα της ίδίας σφαγής στα Δίυμα της Αργολίδος, τον ανιψιό του, έχει γράψει και το βιβλίο του «Φαντάσματα τοῦ Ἐμφυλίου», ο Στυλιανός Περράκης.
Στις άδικες σφαγές αθώων ανθρώπων στις Σπηλιές, στα Δίδυμα, από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΟΠΛΑ Αργολίδος, έχω αναφερθεί και εγώ στο έργο μου "Αθώων Αίμα", Τόμος Β΄. Ο Τόπος Θυσίας τους είναι στο εξώφυλλο:
"Στά Δίδυμα, οἱ κρατούμενοι ἔμειναν τρεῖς ἡμέρες. Κάθε βράδυ οἱ φρουροί ἔπαιρναν 7-8 κρατούμενους καί τούς ὁδηγοῦσαν γιά σφαγή στή Μεγάλη Σπηλιά, μιά κυκλική καθίζηση πλάτους περί τά 200 μέτρα, ἀλλά εὔκολα προσιτή ἀπό τή μιά της πλευρά. Ὅταν τούς ἔπερναν ἀπό τή Μικρή Σπηλιά, νύχτα πρίν τό ξημέρωμα, τούς ἔλεγαν τό σύνηθες ψεῦδος: «πᾶμε γιά μιά μικρή ἀνάκριση».
Φυσικά, οἱ κρατούμενοι ὑποψιάζονταν τήν τύχη τους, ἀσχέτως ἄν δέν ἤθελαν νά τό πιστέψουν. Κανείς δέν ἐπέστρεφε ἀπό τή δῆθεν ἀνάκριση. Μόνο κανένα καλό κομμάτι ἐνδυμασίας γύριζε, στά χέρια κάποιου φρουροῦ ἤ καί φορεμένο. Ἐξ ἄλλου, παρά τή σχετική ἀπόσταση ἀνάμεσα στίς δυό σπηλιές, οἱ κρατούμενοι ἄκουγαν τίς κραυγές αὐτῶν πού σφάζονταν. Ἰδιαίτερα, ὅσων βασανίζονταν μέ σαδισμό πρίν σφαγοῦν.
Ἡ περίπτωση τοῦ ἱερέα τοῦ Ἀγγελοκάστρου Δημητρίου Γκελῆ , παρέμεινε ἐπί μακρόν στήν τοπική μνήμη. Τόν εἶχε στείλει γιά σφαγή ὁ ὑπεύθυνός τοῦ ΕΑΜ Ἀγγελοκάστρου Κωνσταντῖνος Μάρας, ὁ ὁποῖος ἐκτελέστηκε ἀπό τούς Γερμανούς στό Σοφικό μέ διαφορά λίγων ἡμερῶν.
Ὁ ἰατρός Γεώργιος Πέτρου ἀπό τά Δίδυμα, σέ ἕνα ἡμερολόγιο πού κράτησε, ἀναφέρει: «...Πρό τῆς Ἐκκαθαριστικῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Γερμανῶν ἦλθεν ἐνταῦθα καί ἡ ΟΠΛΑ Ναυπλίου μεταφέρουσα περί τούς τεσσαράκοντα ὁμήρους..[...] κάθ᾽ ἑκάστην νύκταν ἐξήγοντο καί ἐσφάζοντο ὁμάδες ἐξ αὐτῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί εἵς ἱερεύς ἐκ τῆς περιφερείας Ἀγγελοκάστρου Ναυπλίας καί τοῦ ὁποίου οἱ φωναί ἠκούσθησαν καί ἀπό τούς ποιμένες τῆς περιοχῆς ...».
Μιά κάτοικος τοῦ ἰδίου χωριοῦ -ἀναφερόμενη μόνο μέ τό μικρό της ὄνομα, Δήμητρα- ἔλεγε ὅτι ὡς νεαρή κοπέλα τότε, ὑπῆρξε αὐτόπτης μάρτυρας τῆς βάναυσης σφαγῆς τοῦ πάπα-Δημήτρη: «…εἶχα πάει δεκαπέντε καρβέλια ψωμί μέ δυό γαϊδάρους καί ἤμουνα ἐκεῖ καί μοῦ εἴπανε: «Κοίταξε μήν πεῖς τίποτε, γιατί ὅτι τραβάει ὁ παπάς θά τραβήξεις καί σύ». [...] ἕνας τόν κτύπησε μ᾽ ἕνα ρόπαλο στό κεφάλι, κι ἕνας ἄλλος τοῦ ἔκοψε τό κεφάλι.
Φώναξε ὁ παπάς: «Πατέρα μου, Θεέ μου, σῶσε με» καί περπάτησε λίγα μέτρα χωρίς κεφάλι. Τό καρφώσανε μέ μιά ξιφολόγχη δίπλα μας, στό δυτικό σημεῖο τοῦ χωριοῦ καί στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ σέ μιά μεγάλη γούβα ...»
Οι οπαδοί του ιδεολογικού σιναφιού που αρέσκονται να στέλνουν στο διάολο την οικογένεια, διεκδικούν σήμερα επί ίσοις όροις τον θεσμό, ως «άξιοι οικογενειάρχες».
«Στο διάολο η οικογένεια, στο διάολο η πατρίς, η Ελλάδα να πεθάνει – να ζήσουμε εμείς», είναι ένα από τα βασικά συνθήματα των «δικαιωματιστών» τα τελευταία χρόνια. Αφού η οικογένεια δεν πηγαίνει στον… διάολο όπως θέλουν, πάει ο δικαιωματιστικός «διάολος» στην οικογένεια για να την κατατροπώσει νομικά με τη νομιμοποίηση του γάμου ομοφυλοφίλων και την υιοθεσία.
«Η φύση είναι ό,τι ΕΓΩ θέλω»…
«Είναι θέμα ισότητας και προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων», λένε οι υπερασπιστές του εν λόγω νομοσχεδίου.
Μα το ότι είμαστε ίσοι, δεν σημαίνει ότι είμαστε ίδιοι. Άλλο ισότητα και άλλο ισοπέδωση των φυσικών λειτουργιών. Η φύση δεν είναι πεδίο διεκδίκησης δικαιωμάτων. Στη φύση δεν υπάρχει καν ισότητα, αλλά ούτε απληστία, ούτε και κατάχρηση εξουσιών. Το κάθε έμβιο ον (εκτός του άπληστου ανθρώπου) λειτουργεί εντός των βιολογικών ορίων του. Έτσι υφίσταται μια πάνσοφη αρμονία μέσω των φυσικών διεργασιών που διαιωνίζουν τη ζωή.
Η φύση δεν ακολουθεί τη γνώμη κανενός νομοθέτη, διότι έχει τους δικούς της απαράβατους νόμους που υφίστανται πάντα, είτε τους σέβεται κανείς – είτε όχι.
Οι νόμοι των ανθρώπων δεν μπορούν να επανακαθορίσουν τη φύση. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να παρακάμψουν τα αξιώματά της, διαστρεβλώνοντας την αυταπόδεικτη ερμηνεία τους.
Και αν ακόμα θεωρείς ότι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα «ζώο», τότε ας έχεις τη μπέσα να κρίνεις το τι είναι φυσιολογικό, σύμφωνα με αυτά που παρατηρείς στο ζωικό βασίλειο. Στις τάξεις των θηλαστικών μπορεί μεν να εντοπίσεις κάποια φαινόμενα ομοφυλοφιλίας ως σπάνια εξαίρεση στον κανόνα, αλλά πάντως απογόνους ομοφυλόφιλων σίγουρα δεν θα βρεις.
Στο ζήτημα των γκέι γάμων και της υιοθεσίας, έχουμε να κάνουμε με την επικράτηση ενός και μοναδικού «νόμου» που έρχεται να ισοπεδώσει όλους τους φυσικούς νόμους. Το «νόμο» του θελήματος. Δηλαδή «η φύση είναι ό,τι ΕΓΩ θέλω». Έτσι, ευθύς εξαρχής παραβιάζουν τον βασικό νόμο της γονεϊκότητας. Κρίνονται a priori ακατάλληλοι και επικίνδυνοι γι’ αυτόν τον ρόλο.
Γονιός σημαίνει πρώτα και πάνω απ’ όλα το να ελαττώνεσαι εσύ, για να αναπτύσσεται το παιδί σου. Το να κάνεις πέρα τα «θέλω» σου για να κάνεις χώρο στα «θέλω» του παιδιού σου. Γονιός σημαίνει αυτοθυσία, και όχι να θυσιάζεις το παιδί σου στον βωμό της εγωμανίας σου.
Θα ρωτήσει κανείς: «τα παρέχουν αυτά στα παιδιά τους όλα τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια»; Όχι ασφαλώς. Αλλά αυτό δεν ακυρώνει το αξίωμα ότι η οικογένεια είναι βιολογική αποκλειστικότητα των ετεροφυλόφιλων, έτσι όπως ορίζει η ίδια η φύση της ζωής, αλλά και ο πανανθρώπινος πολιτισμός, από τότε που ο άνθρωπος περπάτησε πάνω στη γη.
Οι ανάξιοι γονείς, δεν αναιρούν τη σημασία του πατέρα και της μητέρας
«Γιατί λέτε ότι είναι ακατάλληλοι για κηδεμόνες οι ομοφυλόφιλοι, αφού τόσες και τόσες φορές κακοποιούνται παιδιά από ζευγάρια ετεροφυλόφιλων;», σου λένε με ένα άλλο φαιδρό επιχείρημα.
Είναι σαν να λένε: «γιατί να μην βάλουμε το μωρό να μπουσουλάει και στη μέση μιας λεωφόρου, αφού κατά καιρούς έχουν σκοτωθεί παιδιά και από ατυχήματα μέσα στο σπίτι τους»; Τόση «λογική» έχει το επιχείρημά τους. Τα εγκλήματα κακοποίησης από κάποιους διεστραμμένους ετεροφυλόφιλους που δυστυχώς έγιναν γονείς (ή κηδεμόνες), δεν αναιρεί τη φυσιολογικότητα της ανατροφής ενός παιδιού, που είναι το να έχει μητέρα και πατέρα. Είναι άλλο το ένα και άλλο το άλλο.
Ξεκινάμε με την παραδοχή ότι τα παιδιά δεν πρέπει να μεγαλώνουν σε ένα παρά φύσιν περιβάλλον, στερούμενα την αναντικατάστατη ευλογία της μητρικής και πατρικής αγάπης. Αφού το εξασφαλίζουμε αυτό ως αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση, πάμε και στο παρακάτω απαιτούμενο, δηλαδή το ότι πρέπει να είναι οι (απαραιτήτως ετεροφυλόφιλοι) γονείς, άξιοι να μεγαλώσουν ένα παιδί.
Το θέμα είναι να εξασφαλίσεις στο παιδί το βέλτιστο περιβάλλον σύμφωνα με τη φύση του, και αν δεν μπορείς – τουλάχιστον να περιορίσεις αυτά που στερείται το παιδί με το περίσσευμα της αγάπης σου (όπως κάνουν τόσες και τόσες ηρωικές μονογονεϊκές οικογένειες).
Και αφού οι δικαιωματιστές κόπτονται τόσο πολύ για τη «διαφορετικότητα» τους, γιατί δεν σέβονται τη διαφορετικότητα και τη μοναδικότητα της μάνας; Γιατί θέλουν να την εκμηδενίσουν και να την υποκαταστήσουν;
Και πάνω απ’ όλα, γιατί δεν σέβονται την ψυχική ισορροπία των ίδιων των παιδιών; Γιατί δεν ρωτάνε τα ίδια πώς επιθυμούν να μεγαλώσουν; Προφανώς γιατί δεν ενδιαφέρονται για τη γνώμη τους, ειδάλλως δεν θα τα έβλεπαν ως «αξεσουάρ».
Αναπαραγωγικά «μηχανήματα»
Ενώ το σύμφωνο συμβίωσης ήδη καλύπτει – εδώ και χρόνια – τα αστικά δικαιώματα των ομοφυλόφιλων ζευγαριών, οι πιέσεις που ασκεί η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα για αναγνώριση του γάμου, αφορούν ουσιαστικά την κοινωνική αναγνώριση και καταξίωση της ομοφυλοφιλίας από το κράτος. Στην ουσία θα επιφέρει την «κανονικοποίηση» των σεξουαλικών παρεκκλίσεων και την εξίσωση των ομόφυλων ζευγαριών με την παραδοσιακή οικογένεια.
Το επερχόμενο νομοσχέδιο ανοίγει διάπλατα τον δρόμο για τη στυγνή εκμετάλλευση των γυναικών που θα χρησιμοποιούνται ως αναπαραγωγικά «μηχανήματα» για να προσφέρουν παιδιά σε κάθε ενδιαφερόμενο αγοραστή. Αυτή είναι η δήθεν ισότητα και ο σεβασμός στο γυναικείο φύλο που ευαγγελίζονται οι «δικαιωματιστές». Ζευγάρια ομοφυλόφιλων να μεταχειρίζονται τη γυναικεία μήτρα ως «εργοστάσιο» που πουλάει επιβεβαίωση και κοινωνική καταξίωση.
Και παρότι το νομοσχέδιο για επικοινωνιακούς λόγους δεν επιτρέπει επίσημα την παρένθετη μητρότητα, είναι βέβαιο ότι θα βρεθούν «παραθυράκια» για να παρακαμφθεί αυτό, μέχρι που να επιτραπεί και επίσημα. Και ακόμα χειρότερα, αυτά τα κατά παραγγελία παιδιά θα επιλέγονται με όρους ευγονικής και τα «ελαττωματικά προϊόντα» θα καταλήγουν να γίνονται κλινικά απόβλητα ή συστατικά βιοχημικών εργαστηρίων.
Τα φεμινιστικά κινήματα – βέβαια – έχουν «λουφάξει» μπροστά σε όλα αυτά τα αίσχη, αφού το μόνο που τους ενοχλεί είναι η βιολογική πυρηνική οικογένεια, η φυσική τεκνογονία και η προστασία του αγέννητου παιδιού. Θέλουν να σφαγιάζουν ελεύθερα τα δικά τους «σπλάχνα» μέσω των εκτρώσεων, και ταυτόχρονα ισχυρίζονται ότι μπορούν να αγαπούν το «σπλάχνο» μιας άλλης γυναίκας, δηλαδή το υιοθετημένο παιδί ή εκείνο που θα παραγγείλουν από μια παρένθετη κλωσσομηχανή.
Από τη στιγμή που σε όλες τις δημοσκοπήσεις φαίνεται ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού διαφωνεί με τη θεσμοθέτηση του γάμου των ομοφυλοφίλων και σε συντριπτικό ποσοστό (που πλησιάζει το 80%) απορρίπτει την υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, είναι πρόδηλο ότι η επιβολή του συγκεκριμένου νομοσχεδίου και το σιγοντάρισμά του από όλα τα συστημικά ΜΜΕ, είναι προϊόν ατζέντας.
Αλλά όσο και να θέλουν να στολίσουν το παρά φύσιν με πλουμίδια μιας δήθεν «κανονικότητας», αυτά τα κοινωνικά μορφώματα που θέλουν να λέγονται «οικογένειες», είναι μια στείρα απομίμηση της ίδιας της εξέλιξης της ζωής. Αν η υγιής οικογένεια θεωρείται ορθώς το βασικό κύτταρο της κοινωνίας, η παρά φύσιν «οικογένεια» είναι «ξενιστής» που θα αναπαράγει πανομοιότυπα αντίγραφα του «ιού» της ατίμωσης του ανθρώπου, και νομοτελειακά θα επιφέρει τον κοινωνικό θάνατο…
«Η ζωή εδώ είναι ένα τίποτα – η αιωνιότητα είναι τα πάντα και αυτό που κάνουμε είναι να ετοιμάζουμε τις ψυχές μας για την βασιλεία των Ουρανών. Έτσι τελικά τίποτα δεν είναι φοβερό. Και αν ακόμη πάρουν τα πάντα από μας, δεν μπορούν να πάρουν την ψυχή μας… Όλες τις δοκιμασίες, τις οποίες Αυτός [ο Κύριος] στέλνει, επιτρέπει — όλα είναι προς το καλύτερον· παντού βλέπεις το χέρι Του.
Οι άνθρωποι σου κάνουν κάτι κακό. Εσύ να το δέχεσαι χωρίς γογγυσμό, και Αυτός θα στείλη τον φύλακα Άγγελο, τον Παράκλητον Αυτού. Ποτέ δεν είμεθα μόνοι μας· Αυτός — ο πανταχού Παρών, ο Παντογνώστης — είναι η αυτο-Αγάπη. Πως να μην Τον πιστεύσωμε; Ο ήλιος λάμπει. Αν και ο κόσμος αμαρτάνη και εμείς αμαρτάνομε, σκότος και πονηρία βασιλεύουν, αλλά ο Ήλιος της Δικαιοσύνης θα λάμψη· μόνο να ανοίξωμε τα μάτια μας, την πόρτα της ψυχής να κρατήσωμε ανοικτή, ώστε να δεχώμεθα τις ακτίνες του Ηλίου αυτού μέσα μας.
Μόνον, κάνε υπομονή ακόμη, παιδάκι μου, και η οδύνη αυτή θα περάση· εμείς θα λησμονήσωμε τα βάσανα· θα μείνη μόνον ευγνωμοσύνη για όλα. Μεγάλη σχολή. Κύριε, βοήθησε αυτούς, που δεν μπορούν να έχουν αγάπη για τον Θεό στις πικραμένες καρδιές τους, οι οποίοι βλέπουν όλο κακό και δεν προσπαθούν να καταλάβουν, ότι όλο αυτό θα περάση· δεν μπορεί να γίνη αλλοιώς· ο Σωτήρ ήλθε και μας έδειξε το παράδειγμα.
Ο ακολουθών την οδόν Αυτού, ακολουθεί την αγάπη και τα παθήματα, κατανοεί όλη την μεγαλωσύνη της Ουράνιας Βασιλείας. Δεν δύναμαι να γράψω· δεν κατορθώνω να εκφράζω με λόγια αυτό, το οποίο γεμίζει την ψυχή μου… Ζούμε εδώ στην γη, αλλά ήδη είμαστε στα μισά του δρόμου για τον άλλο κόσμο. Βλέπουμε με άλλα μάτια… . Έχω παραδώσει τα πάντα στην προστασία του Θεού… Όσο πιο πολύ υποφέρουμε εδώ, τόσο πιο όμορφα θα είναι στην αντίπερα όχθη, όπου τόσα αγαπημένα πρόσωπα μας περιμένουν… Πως μπορεί να ζητά κανείς κάτι περισσότερο; Προσφέρουμε στον Θεό ευχαριστία για την κάθε μέρα…».
Στην τελευταία της επιστολή στην Άννα Βυρούμποβα έγραφε: «..Νοιώθουμε ότι πλησιάζει μια θύελλα, αλλά γνωρίζουμε ότι ο Θεός είναι Ελεήμων και θα φροντίση για μας… οι ψυχές μας βρίσκονται σε ειρήνη. Ό,τι και αν συμβή θα είναι με το θέλημα του Θεού».
Mια μέρα με θείο φωτισμό ο Αγιος Αντώνιος ὁ ὁποῖος ἦταν τότε ἐνενήντα ἐτῶν,ξεκίνησε έφτασε στα απόμακρα μέρη της ερήμου όπου ασκήτευε ο όσιος Παύλος, βαδίζοντας τρεις ημέρες,πιστεύοντας ὅτι κανένας ἄλλος ἄνθρωπος δὲν εἶχε ζήσει ζωὴ τόσο ἀφιερωμένη στὸν Θεὸ ὅσο ἐκεῖνος.
Τὴν ἑπόμενη νύχτα πληροφορήθηκε σὲ ἐνύπνιο ὅτι ἕνας ἐρημίτης σὲ μιὰν ἄλλην ἔρημο διῆγε οὐράνια βιοτὴ πιὸ τελεία ἀπὸ ἐκείνον καὶ εἶχε φθάσει σὲ ἡλικία ἑκατὸν δεκατριῶν ἐτῶν.
Ὁ μακάριος γέροντας χωρὶς χρονοτριβὴ πῆρε τὸ ραβδὶ του καὶ ἄρχισε νὰ ὁδοιπορεῖ, ἀφήνοντας τὴ θεία Πρόνοια νὰ τὸν ὁδηγήσει. Καθ’ ὁδὸν συναπαντήθηκε μὲ πολλὰ ἄγρια θηρία, σταλμένα ἀπὸ τὸν δαίμονα, τὰ ὁποία ἐξοντώνονταν ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ καὶ τοῦ ἔδειχναν τὴν κατεύθυνση ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει. Τέλος μιὰ λύκαινα τὸν ὁδήγησε ὡς τὸ σπήλαιο καὶ μὲ προσευχὲς καὶ παρακάλια ὁ Αντώνιος κατόρθωσε νὰ πείσει τὸν Παῦλο νὰ τοῦ ἀνοίξει.
Οἱ δύο γέροντες ἀλληλοασπάσθηκαν χαιρετώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ τὸ ὄνομά του. Εὐχαρίστησαν τὸν Θεὸ ποὺ ἐπέτρεψε μιὰ τέτοια συνάντηση καὶ ὅταν κάθησαν, ὁ Παῦλος ποὺ δὲν εἶχε μιλήσει σὲ ἄνθρωπο ἐπὶ ἐνενήντα χρόνια, ρώτησε τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο γιὰ τὸν κόσμο, ἂν ἡ εἰδωλολατρία βασιλεύει ἀκόμη, ἂν συνεχίζονται οἱ διωγμοί.
Ἐνῶ συνομιλοῦσαν, ἕνα κοράκι ἦλθε ξαφνικὰ σ’ ἕνα κλαδὶ κι ἔρριξε στὰ πόδια τους ἕναν ὁλόκληρο ἄρτο.
Ὁ Παῦλος εἶπε στὸν ἐπισκέπτη του: «Θαύμασε τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ καὶ ἑβδομήντα χρόνια ὁ Θεὸς μοῦ στέλνει μὲ αὐτὸ τὸ κοράκι καθημερινὰ μισὸ ἄρτο γιὰ τὴν τροφὴ μου καὶ σήμερα, μὲ τὸν ἐρχομὸ σου, ὁ Κύριος διπλασίασε τὴν μερίδα». Ἀφοῦ κατανάλωσαν τὴν οὐράνιο αὐτὴ τροφὴ μὲ εὐχαριστίες, πέρασαν ὅλη τὴν νύχτα προσευχόμενοι.
Τὴν ἄλλη μέρα ὁ Παῦλος ὀμολόγησε στὸν Ἀντώνιο ὅτι γνώριζε ἀπὸ καιρὸ τὸν τόπο διαμονῆς του καὶ ὅτι ὁ Κύριος τὸν εἶχε στείλει τώρα σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ παραδώσει στὴν γῆ τὸ πτωχὸ γήινο σαρκίο του, καθὼς πλησίαζε ἡ ὥρα ποὺ θὰ τέλειωναν οἱ ἀγῶνες του.
Ὁ Ἀντώνιος τὸν ἱκέτευσε μὲ δάκρυα νὰ μὴν τὸν ἀφήσει, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσει τὸν Κύριο νὰ τὸν πάρει κι ἐκείνον μαζὶ του. Ὁ ὅσιος Παῦλος τοῦ ζήτησε τότε νὰ φέρει ἀπὸ τὸ κελλὶ του τὸν μανδύα ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ μὲ αὐτόν.
Ὁ γέροντας τῶν ἐνενήντα ἐτῶν ξαναβρῆκε τὸ σφρίγος τῆς νιότης του γιὰ νὰ πάει καὶ νὰ ἐπιστρέψει σὲ μία ἡμέρα, ἔμπλεος ἐπιθυμίας νὰ ξαναδεῖ τὸν Παῦλο, φοβούμενος μήπως ἐκεῖνος παραδώσει τὴν ψυχὴ του ὅσο θὰ ἔλειπε.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα τὸ πρωί, καθὼς βρισκόταν ἀκόμη καθ’ ὁδόν, εἶδε τὴν ψυχὴ τοῦ Παύλου νὰ ὑψώνεται στὸν οὐρανὸ ἐν μέσω τῶν ἀγγέλων, τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων.
Φώναξε: «Παῦλε, γιατὶ μὲ ἐγκαταλείπεις; Σὲ γνώρισα τόσο ἀργὰ καὶ φεύγεις τόσο νωρίς!»
Ἔτρεξε ὡς τὸ σπήλαιο, ὅπου βρῆκε τὸν Παῦλο ἀκίνητο ὡσὰν νὰ προσευχόταν. Τὸν σκέπασε μὲ τὸν μανδύα τοῦ μεγάλου ὁμολογητὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔψαλε γι’ αὐτὸν ἐπικήδειους ὕμνους καὶ βοηθούμενος ἀπὸ δύο λιοντάρια ποὺ κατὰ θεία οἰκονομία ἦλθαν κι ἔσκαψαν ἕναν τάφο μὲ τὰ νύχια τους, ἐναπέθεσε μὲ εὐλάβεια τὸ σῶμα τοῦ πρώτου ἐρημίτη στὸ χῶμα, ἐπὶ προσδοκία ἀναστάσεως. Γιὰ νὰ μὴ στερηθεῖ τὴν χάρη τοῦ ἁγίου, ὁ Ἀντώνιος πῆρε μαζὶ του τὸν χιτώνα ποὺ εἶχε φτιάξει ὁ Παῦλος μὲ τὰ χέρια του ἀπὸ φύλλα φοινικιᾶς, καὶ τὸν φοροῦσε στὶς μεγάλες ἑορτὲς τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Πεντηκοστῆς.
Στον τόπο που ο Άγιος Παύλος ο Ερημίτης ή Θηβαίος ασκήτευσε, δημιουργήθηκε αργότερα μοναστήρι, το οποίο βρίσκεται ακόμη σε λειτουργία.
Διά πρεσβειών του Οσίου Παύλου του Θηβαίου,Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς.