«Μετανοείτε» όχι από φόβο, ούτε από υπολογισμό ή από άλλα κίνητρα, κοινωνικά, παθολογικά κλπ., αλλά από τό ευτυχές γεγονός ότι η βασιλεία του Θεού έχει έλθει στον κόσμο μας και ο Χριστός είναι ήδη παρών, «εν μέσῳ ημών», και εμείς καλούμαστε να Τον συναντήσουμε.
Η μετάνοια δὲν είναι συμμόρφωση προς τους κανόνες της κοινωνικής ηθικής δεν είναι μια πράξη που απλά ηρεμεί τη συνείδηση. Είναι συγκλονιστική συνάντηση με τον Χριστό. Η υπαρξιακή αυτή συνάντηση εχει ως επακόλουθο την πλήρη αναδιοργάνωση και αναγέννηση του ανθρώπου : Μεταβολή του πνευματικού προσανατολισμού , αλλαγή γνώμης, σκέψεων, διαθέσεων, επιθυμών, προθέσεων και κινήτρων συμπεριφοράς. Πραγματική «καινή κτίσις», νέα δημιουργία.
Στὴν Εκκλησία η μετάνοια είναι τρόπος και κανόνας ζωής μέχρι τέλους. Αγώνας κατά της παράνοιας. Η τελειότητα στον παρόντα κόσμο είναι ανέφικτη. Γι' αυτό ο Κύριος δεν λέει «μετανοήσατε», μιά μόνο φορά, αλλά «μετανοείτε», πού σημαίνει ότι η μετάνοια πρέπει να είναι διαρκής. Η διαρκής μετάνοια είναι,κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος,"σημείο της αφέσεως των αμαρτιών"(5,2),εφόσον προφανώς ολοκληρώνεται με την εξομολόγηση.
Μετανοούμε από λύπη και χαρά μαζί.
Από λύπη για την αναγνώριση του ανθρώπου ως του μέτρου όλων των πραγμάτων, για την παρερμηνεία του κόσμου και της ζωής , για την αδιαφορία προς τον πασχοντα αδελφό , για την ανοχή της αδικίας, για το χρόνο που χάσαμε μακριά από τον Θεό στη μακρινή χώρα (Λουκ.15,13), για την ασκοπη περιπλάνηση σε χώρους ουτοπικών ιδεολογημάτων.
Μετανοούμε όμως και από χαρά, αφού υπάρχουν οι διαβεβαιώσεις του Ιησου : «ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. 9,13), «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11,28)
Η Εκκλησία αλλωστε δεν ειναι κοινότητα φαρισαίων, αλλά Εκκλησία μετανοούντων αμαρτωλών, ασώτων, τελωνων, πορνών και πρώην αρνητών του Χριστού και διωκτών και υβριστών Αυτού. Η χάρη της μετάνοιας αρπάζει την ψυχή και την υψώνει προς τον Θεό. Με την μετάνοια συντελείται η «μετάβασις προς άλλην μορφήν νοήσεως, πρὸς άλλο είδος συνέσεως, ανωτέρας της ἐπιστημονικής εμπειρικής γνώσεως.
Ἐν τέλει η μετάνοια οδηγεί στην αυτογνωσία καί θεογνωσία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι βάση της αυτογνωσίας είναι η θεογνωσία και σύμφωνα με τον όσιο π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ: «Όσον εναργέστερον βλέπω τον Θεόν, τοσούτον φλογερωτέρα γίνεται η μετάνοιά μου, διότι τότε συνειδητοποιώ σαφέστερον την αναξιότητά μου ενώπιον Αυτού. Και το θαύμα τούτο επαναλαμβάνεται απαραλλάκτως ανά τους αιώνας».
* Από το Μετανοείτε του Προδρόμου στο Μετανοείτε Του Χριστού. Από το βιβλίο του π. Αναστασίου Σαργέντη " Στον απόηχο ήχο της εορτής"
Για ένα άλλο θύμα της ίδίας σφαγής στα Δίυμα της Αργολίδος, τον ανιψιό του, έχει γράψει και το βιβλίο του «Φαντάσματα τοῦ Ἐμφυλίου», ο Στυλιανός Περράκης.
Στις άδικες σφαγές αθώων ανθρώπων στις Σπηλιές, στα Δίδυμα, από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΟΠΛΑ Αργολίδος, έχω αναφερθεί και εγώ στο έργο μου "Αθώων Αίμα", Τόμος Β΄. Ο Τόπος Θυσίας τους είναι στο εξώφυλλο:
"Στά Δίδυμα, οἱ κρατούμενοι ἔμειναν τρεῖς ἡμέρες. Κάθε βράδυ οἱ φρουροί ἔπαιρναν 7-8 κρατούμενους καί τούς ὁδηγοῦσαν γιά σφαγή στή Μεγάλη Σπηλιά, μιά κυκλική καθίζηση πλάτους περί τά 200 μέτρα, ἀλλά εὔκολα προσιτή ἀπό τή μιά της πλευρά. Ὅταν τούς ἔπερναν ἀπό τή Μικρή Σπηλιά, νύχτα πρίν τό ξημέρωμα, τούς ἔλεγαν τό σύνηθες ψεῦδος: «πᾶμε γιά μιά μικρή ἀνάκριση».
Φυσικά, οἱ κρατούμενοι ὑποψιάζονταν τήν τύχη τους, ἀσχέτως ἄν δέν ἤθελαν νά τό πιστέψουν. Κανείς δέν ἐπέστρεφε ἀπό τή δῆθεν ἀνάκριση. Μόνο κανένα καλό κομμάτι ἐνδυμασίας γύριζε, στά χέρια κάποιου φρουροῦ ἤ καί φορεμένο. Ἐξ ἄλλου, παρά τή σχετική ἀπόσταση ἀνάμεσα στίς δυό σπηλιές, οἱ κρατούμενοι ἄκουγαν τίς κραυγές αὐτῶν πού σφάζονταν. Ἰδιαίτερα, ὅσων βασανίζονταν μέ σαδισμό πρίν σφαγοῦν.
Ἡ περίπτωση τοῦ ἱερέα τοῦ Ἀγγελοκάστρου Δημητρίου Γκελῆ , παρέμεινε ἐπί μακρόν στήν τοπική μνήμη. Τόν εἶχε στείλει γιά σφαγή ὁ ὑπεύθυνός τοῦ ΕΑΜ Ἀγγελοκάστρου Κωνσταντῖνος Μάρας, ὁ ὁποῖος ἐκτελέστηκε ἀπό τούς Γερμανούς στό Σοφικό μέ διαφορά λίγων ἡμερῶν.
Ὁ ἰατρός Γεώργιος Πέτρου ἀπό τά Δίδυμα, σέ ἕνα ἡμερολόγιο πού κράτησε, ἀναφέρει: «...Πρό τῆς Ἐκκαθαριστικῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Γερμανῶν ἦλθεν ἐνταῦθα καί ἡ ΟΠΛΑ Ναυπλίου μεταφέρουσα περί τούς τεσσαράκοντα ὁμήρους..[...] κάθ᾽ ἑκάστην νύκταν ἐξήγοντο καί ἐσφάζοντο ὁμάδες ἐξ αὐτῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί εἵς ἱερεύς ἐκ τῆς περιφερείας Ἀγγελοκάστρου Ναυπλίας καί τοῦ ὁποίου οἱ φωναί ἠκούσθησαν καί ἀπό τούς ποιμένες τῆς περιοχῆς ...».
Μιά κάτοικος τοῦ ἰδίου χωριοῦ -ἀναφερόμενη μόνο μέ τό μικρό της ὄνομα, Δήμητρα- ἔλεγε ὅτι ὡς νεαρή κοπέλα τότε, ὑπῆρξε αὐτόπτης μάρτυρας τῆς βάναυσης σφαγῆς τοῦ πάπα-Δημήτρη: «…εἶχα πάει δεκαπέντε καρβέλια ψωμί μέ δυό γαϊδάρους καί ἤμουνα ἐκεῖ καί μοῦ εἴπανε: «Κοίταξε μήν πεῖς τίποτε, γιατί ὅτι τραβάει ὁ παπάς θά τραβήξεις καί σύ». [...] ἕνας τόν κτύπησε μ᾽ ἕνα ρόπαλο στό κεφάλι, κι ἕνας ἄλλος τοῦ ἔκοψε τό κεφάλι.
Φώναξε ὁ παπάς: «Πατέρα μου, Θεέ μου, σῶσε με» καί περπάτησε λίγα μέτρα χωρίς κεφάλι. Τό καρφώσανε μέ μιά ξιφολόγχη δίπλα μας, στό δυτικό σημεῖο τοῦ χωριοῦ καί στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ σέ μιά μεγάλη γούβα ...»