Χρύσανθος Μαρουλάκης (1926-1944) Πρόκειται γιά τόν ἐθνομάρτυρα Ἡγούμενο τοῦ Πανορμίτη, πού ἐκτελέστηκε ἄγρια ἀπό τούς Ἰταλούς κατακτητές τόν Φεβρουάριο τοῦ 1944. Καταγόταν ἀπό τά Καλαβάρδα τῆς Ρόδου καί ὑπηρετοῦσε στήν Μονή ἀπό τά νεανικά του χρόνια. Ὑπῆρξε γενναιόφρων, διαπνεόμενος ἀπό ἁγνό πατριωτικό φρόνημα πού δέν ἐκάμπτετο οὐδέποτε. Πρωταγωνίστησε στήν ἐνδοξότερη θυσιαστική προσφορά τῆς Μονῆς, πού ἔλαβε χώρα τήν ἐποχή τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, ὅταν αὐτή κατέστη μέ τίς ἐπαναστατικές του ἐνέργειες, κέντρο τῆς συμμαχικῆς ἀντικατασκοπείας. Συγκεκριμένα ἀπό τό 1943 στούς χώρους της λειτουργοῦσε ἀσύρματος μέ τήν ἀμέριστη συμπαράστασή του. Τό ἀντίτιμο αὐτῆς τῆς ἐπαναστατικῆς δράσεως, ὅταν τούτη ἔγινε ἀντιληπτή στόν ἐχθρό, ἦταν ἡ ἐκτέλεση τοῦ ἰδίου τοῦ Ἡγουμένου, τοῦ Ἕλληνα στρατιώτη-ἀσυρματιστῆ Φλώρου Ζουγανέλη, καθώς ἐπίσης καί τοῦ οἰκονόμου τῆς Μονῆς Μιχαήλ Λάμπρου, τόν Φεβρουάριο τοῦ 1944. Τά δραματικά ἐκεῖνα γεγονότα, κατεγράφησαν λεπτομερῶς ἀργότερα καί δημοσιεύθηκαν σέ συνέχειες στά «Συμαϊκά Νέα» τοῦ 1966. Ἀπό τίς μαρτυρίες τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, πού ἔζησαν δίπλα στούς πρωταγωνιστές καί βίωσαν λεπτό πρός λεπτό τήν κορύφωση τοῦ δράματος, παραθέτουμε τήν ἔνδοξη καί ἡρωϊκή ἱστορία, πού σημάδεψε τήν νεότερη ἱστορία τῆς Μονῆς καί τῆς Σύμης: Τό ὅλο σχέδιο εἶχε καταστρωθεῖ ἀπό τήν συμμαχική Ὑπηρεσία τῆς «Ἀπλοθήκας» (περιοχή τῆς Μ. Ἀσίας, ἀπέναντι ἀπό τήν Σύμη), ἡ ὁποία ὀργάνωσε στό Νησί κατασκοπευτική ὁμάδα, μέ 00122 ἀπώτερο σκοπό τήν ἐγκατάσταση στρατιωτικῆς Δυνάμεως, πού θά ἔκανε κρούσεις στούς κατακτητές. Στήν ὁμάδα αὐτή ἀνῆκαν οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἀντώνιος Ἀγγελίδης, Ἀνδρέας Μοσχόβης, οἱ ὁποῖοι στήν συνέχεια ἐκτελέστηκαν, καθώς καί ὁ Ἡγούμενος Χρύσανθος Μαρουλάκης, ὁ Ἐργομηχανικός Γεώργιος Χατζησταυριός, μέ τόν Μιχαήλ Λάμπρου ὑπάλληλοι τοῦ Μοναστηριοῦ, καί ὁ ἀσυρματιστής Λοχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ Φλῶρος Ζουγανέλης, ἀπό τήν Μύκονο. Ὁ Ζουγανέλης, ἦταν ἀνεψιός τοῦ Ἡγουμένου τῆς Παναγίας «Τουρλιανῆς» τῆς Μυκόνου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε φλογερός Δάσκαλός του, πού τόν ἔμαθε νά ἀγαπᾶ τήν Ἑλλάδα καί νά πεθαίνει γι’ αὐτήν. Στήν Ἀπλοθήκα ἦρθε μέ τήν 133η Δύναμη τό Μάϊο τοῦ 1943, ἀπό τήν Μέση Ἀνατολή, ὅπου ὑπηρετοῦσε ὡς χειριστής ἀσυρμάτου γιά εἰδικές ἐπιχειρήσεις σέ ἐχθρικό ἔδαφος. Στόν Πανορμίτη ἀποβιβάστηκε τήν 10η Ὀκτωβρίου ἐκείνου τοῦ ἔτους, καί ἐμφανίστηκε ὡς ἀνηψιός τοῦ Χρυσάνθου καί ὑποψήφιος Μοναχός, ταμένος ἀπ’ τήν Μάνα του στόν Ἀρχάγγελο τῆς Σύμης. Ἐκεῖ ἐγκατέστησε σταθμό ἀσυρμάτου γιά ἐπικοινωνία μέ τήν Ἀπλοθήκα καί τό Στρατηγεῖο τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Ὑπό τήν ἔμπειρη καθοδήγηση τοῦ Ζουγανέλη, ἡ Μονή μετετράπη σ’ ἕνα ἀξιόλογο κέντρο κατασκοπείας. Ὁ ἀσύρματος εἶχε τοποθετηθεῖ μέ τέχνη ἀπό τόν ἐργομηχανικό Γεώργιο Χατζησταυριό στόν Ἡγουμενικό ὀντᾶ, κάτω ἀπό τήν «ποδιά» τοῦ παραθύρου, πού βλέπει πρός τόν ὅρμο τῆς Φανερωμένης καί ἀπό ᾿κεῖ, λειτουργοῦσε ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς μέρα-νύκτα. Ἀλλά καί ὁ Ἡγούμενος Χρύσανθος, προσέφερε μέ τόν δικό του τρόπο τίς πολύτιμες ὑπηρεσίες του. Οἱ φιλοφρονήσεις ἦταν σέ ἡμερήσια διάταξη καί τά τραπέζια μέ παρακαθήμενους πότε Ἰταλούς καί πότε Γερμανούς, ἔδιναν καί ἔπαιρναν. Πολλοί ἦταν βέβαια ἐκεῖνοι, πού ἀπερίσκεπτα παρεξηγοῦσαν αὐτές τίς κινήσεις του, μή μπορῶντας νά διανοηθοῦν τούς ἀπώτερους σκοπούς καί τά σχέδια τοῦ γενναίου καί φιλοπάτριδος ἱερωμένου. Ὑποτιθέμενος θεῖος καί ἀνεψιός, ἔπαιζαν καλά τόν ρόλο τους. Ἡ πρώτη ἐπιτυχία ἦρθε, ὅταν τό σκάφος τῆς Γερμανικῆς φρουρᾶς ἔφυγε ἀπ’ τόν ὅρμο τῆς Μονῆς στίς ἕξι τά χαράματα γιά περιπολία, καί μετά λίγα λεπτά τῆς ὥρας, ἐξουδετερώθηκε ἀπ’ τό Ἀγγλικό ὑποβρύχιο, πού εἶχε ἀξιοποιήσει στό ἔπακρο τίς σαφεῖς πληροφορίες τοῦ ἀσυρμάτου τοῦ Πανορμίτη. Μιά μέρα ξεκίνησε γιά τό Γιαλό κάτω ἀπό ἄκρα μυστικότητα μιά βάρκα ἑνός ἱταλικοῦ συνδέσμου καί βρέθηκε ἄθελά της καταδιωκόμενη, στά ἀπέναντι παράλια. Ἐν συνεχείᾳ ἡ Ἰταλική φρουρά τῆς Μονῆς, ἐναγωνίως ζητῶντας τήν λύση τοῦ μυστηρίου ἀκολούθησε τά ἴχνη, μέχρι πού ἀπροσανατολισμένη ἀποδεκατίστηκε ἀπό τούς Ἐγγλέζους κομμάντος, πού καραδοκοῦσαν Τό περιστατικό αὐτό, ἔγινε ἡ αἰτία νά ὑποψιαστοῦν οἱ κατακτητές ὅτι κάτι συμβαίνει μέ τήν Μονή καί νά ἐνισχύσουν τήν φρουρά της μέ 35 περίπου ἄνδρες, ὑπό τήν ἐποπτεία τοῦ Γερμανοῦ Λοχαγοῦ Μπάγερ, στόν ὁποῖο στρατιωτικά εἶχε ἀνατεθεῖ ἡ Σύμη. Στήν συνέχεια, κατέστρωσαν μιά καλοστημένη παγίδα, γιά νά στοιχειοθετήσουν τίς ὑποψίες τους καί νά φανερωθεῖ ἡ ἀνάμειξη τοῦ Ἡγουμένου σ’ ὅλα τοῦτα. Παρουσιάστηκαν λοιπόν δύο Ἰταλοί φασίστες, ὁ Λοχίας Γιακομίνο καί ὁ στρατιώτης Πάολο, καί ἐπί ἡμέρες πολλές, ἱκέτευαν τόν Χρύσανθο νά τούς δώσει συστατική ἐπιστολή, ἀπευθυνόμενη σέ ἀνθρώπους του στήν Ἀπλοθήκα, προφασιζόμενοι ὅτι λιποτάκτησαν. Μετά ἀπό παρέμβαση κι ἄλλων παραγόντων, φαίνεται ὅτι ἡ ἄδολη καρδιά τοῦ ἱερωμένου κάμφθηκε καί τούς ἐφοδίασε μέ τό χαρτί πού ζητοῦσαν, πέφτοντας στήν παγίδα. Οἱ δύο Ἰταλοί σκηνοθέτησαν ἀμέσως μιά νυκτερινή δραπέτευση μέ ψαροκάϊκο, ἡ ὁποία ὅμως ἀπέτυχε καί αὐτοί ὑποτίθεται συνελήφθησαν. Σκοπίμως διεδόθη, ὅτι κάποια γράμματα πού εἶχαν, πρίν συλληφθοῦν τά πέταξαν στή θάλασσα. Ὁ Ἡγούμενος πρός στιγμήν παραπλανήθηκε. Τό μεσημέρι τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1944 κατά τήν συνήθειά του, καλεῖ τόν Γερμανό ὑποδιοικητῆ τῆς Ἀστυνομίας καί τόν Ἰταλό ἀνθυπολοχαγό Τσέτσι γιά φαγητό στήν Μονή, μέ ἀπώτερο σκοπό νά ἐνισχύσει τήν ἐμπιστοσύνη τους πρός τό πρόσωπό του καί νά συγκεντρώσει χρήσιμες πληροφορίες γιά τούς συμμάχους. Ὁ Γερμανός ἀξιωματικός ἀνταποκρίνεται πρόθυμα στήν πρόσκληση, καί προσποιούμενος τόν βαθύτατα ὑποχρεωμένο στόν Χρύσανθο γιά τίς πάντοτε φιλόξενες διαθέσεις του, μετά τό φαγητό ρωτᾶ σέ τί θά μποροῦσε νά φανεῖ χρήσιμος στόν Γέροντα. Ἐκεῖνος ἔχοντας κατά νοῦ τήν ἀνέχεια καί τήν πεῖνα πού μαστίζει τούς ὑπόδουλους συμπατριῶτες του, καί μή ὑποπτευόμενος τήν παγίδα, σπεύδει νά ἐπωφεληθεῖ τῆς εὐκαιρίας, ζητῶντας 500 ὀκάδες σπόρο πατάτας ἀπό τήν Ρόδο. Ὁ Γερμανός διοικητής τότε, ἀνασύρει μιά κάρτα ἀπό τήν τσέπη του καί τήν προτείνει μαζί μέ τόν στυλό του στόν Ἡγούμενο, γιά νά σημειώσει σ’ αὐτήν τήν ἐπιθυμία του, καθώς καί τό πρόσωπο πού θά μεριμνοῦσε γιά τήν παραλαβή τῆς πατάτας. Πραγματικά· ἐκεῖνος γράφει τά σχετικά μέ τήν παραγγελία, καθώς καί τό ὄνομα τοῦ Ἱερέως τῆς Κρεμαστῆς τῆς Ρόδου Παπά-Βασίλη Παπανικολάου, ὁ ὁποῖος ὡς πρόσωπο ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, θά φρόντιζε γιά τήν παραλαβή καί τήν ἀποστολή τοῦ σπόρου. Ὁ Γερμανός ἀξιωματικός μέ τόν Ἰταλό συνάδελφό του ἔφυγαν μέ προσποιητή χαρά καί πολλές εὐχαριστίες, κατέχοντας δυστυχῶς πλέον τό ἀδιάψευστο τεκμήριο τῆς ἐπιστολῆς, μέ τόν γραφικό χαρακτῆρα τοῦ Χρυσάνθου. Οὔτε μιά ὥρα μετά, τρεῖς στρατιῶτες κατ’ ἐντολήν τους, συλλαμβάνουν τόν Ἡγούμενο, τόν Ζουγανέλη καί τόν Λάμπρου, τούς ὁποίους βρῆκαν νά συνομιλοῦν ἀκόμη στό «Ὑδραϊκό», ὅπου νωρίτερα εἶχαν συμφάγει. Ἀπό τήν πρόχειρη ἀνάκριση δέν προέκυψε κάποιο ἐπιπλέον στοιχεῖο, ἀπό τά ὑπάρχοντα, δηλαδή τίς δύο ἰδιόχειρες ἐπιστολές τοῦ Χρυσάνθου, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη μαρτυρᾶ τήν στενή σχέση πού διατηροῦσε μέ τούς Ἄγγλους τῆς μυστικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἀπλοθήκας, καί ἡ δεύτερη βεβαιώνει τήν αὐθεντικότητα τῆς πρώτης, ταυτίζοντας τόν γραφικό χαρακτῆρα τῶν δύο ἐπιστολῶν. Ὁ Μιχαήλ Λάμπρου μόλις 19 ἐτῶν, πιέζεται καί βασανίζεται γιά νά ὁμολογήσει. Εἶναι ὅμως ὁ μόνος πού δέν γνωρίζει ἀπολύτως τίποτα γιά τήν πραγματική ἰδιότητα τοῦ Ζουγανέλη, γιά τόν ὁποῖο πιστεύει ὅτι πράγματι εἶναι ἀνεψιός τοῦ Χρυσάνθου. Τό πρωΐ τῆς ἑπομένης 11ης Φεβρουαρίου γύρω στίς 08:00, ὑπό συνοδεία 6 Ἰταλῶν στρατιωτῶν μέ ἐπικεφαλῆς τόν λοχία Τσερβίνι, οἱ τρεῖς συλληφθέντες ὁδηγοῦνται πεζῆ ἀπ’ τό ἀνηφορικό μονοπάτι πρός τήν πόλη τῆς Σύμης. Σ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς διαδρομῆς, ὁ Τσερβίνι εἰρωνεύεται τόν Ἡγούμενο καί τόν Ζουγανέλη καί παροτρύνει τούς στρατιῶτες νά τούς χλευάζουν καί νά τούς χτυποῦν μέ τούς ὑποκόπανους τῶν ὅπλων, δίδοντας πρῶτος τό παράδειγμα. Μετά τό ἐκκλησάκι τοῦ Προφήτη Ἠλία, ὁ Ζουγανέλης δέρεται ἀνηλεῶς καί τό πρόσωπό του γεμίζει αἵματα ἀπό τά χτυπήματα τοῦ Τσερβίνι. Στήν κορυφογραμμή τοῦ βουνοῦ στήν περιοχή τοῦ Κουρκουνιώτη, ὁ Ἡγούμενος Χρύσανθος κοντοστέκεται συγκινημένος καί κάνει τόν σταυρό του, ρίχνοντας μιά τελευταία ἀποχαιρετιστήρια ματιά στήν Μονή τῆς μετανοίας του, πρίν αὐτή χαθεῖ ὁριστικά ἀπ’ τά μάτια του. Ἡ σεβάσμια μορφή του οὔτε ἡ ἱερή τούτη στιγμή τῆς καρδιακῆς προσευχῆς του, συγκινοῦν τόν ἀπάνθρωπο φασίστα. Πρίν τελειώσει τούτη τήν στερνή ἱκεσία στόν λατρευτό του Ἀρχάγγελο, ὁ Τσερβίνι μέ μιά ἀπότομη κίνηση τόν ἁρπάζει ἀπ’ τά πυκνά του γένια καί τόν σπρώχνει βάναυσα μπροστά, ξεστομίζοντας παράλληλα βρωμερές καί ἀνομολόγητες ὕβρεις. Ὁ Ζουγανέλης δαγκώνει τά χείλη του. Ὁ ἐξευτελισμός τοῦ Ἡγουμένου, τοῦ κοστίζει περισσότερο ἀπό τόν δικό του. Ἡ ψυχή του πλημμυρισμένη ἀπό ἀγανάκτηση καί μῖσος, ραγίζει ἀπό ἀνέκφραστο πόνο καί τά μάτια του βουρκώνουν. Εἶναι ἀδύνατο νά κρατηθεῖ περισσότερο. Ἡ κατάλληλη εὐκαιρία τοῦ δίνεται λίγα λεπτά μετά. Μόλις φτάνουν στήν Παναγία τήν «Στρατερή» καί καθίζουν γιά νά ξεκουραστοῦν, σέ μιά στιγμή πού ὁ Τσερβίνι προσπαθεῖ μέ τόν ἀναπτῆρα ἑνός στρατιώτη νά ἀνάψει τό τσιγάρο του, ὁ Ζουγανέλης ἐπωφελεῖται τῆς εὐκαιρίας καί μαζί μέ τόν Ἡγούμενο, ὁρμοῦν καταπάνω του μέ σκοπό νά τόν ἀφοπλίσουν. Ἀκολουθεῖ μιά ἡρωϊκή μά ἀπεγνωσμένη πάλη. Σέ μιά στιγμή ὁ Χρύσανθος κατορθώνει νά ἀποσπάσει τό αὐτόματο τοῦ Τσερβίνι, μά ἀλίμονο δέν γνωρίζει πῶς νά ἀπασφαλίσει τό ὅπλο, προκειμένου νά βάλλει ἐναντίον τῶν δεσμωτῶν τους. Ἡ ἄγνοιά του αὐτή, δίνει πολύτιμο χρόνο στούς Ἰταλούς νά καλυφθοῦν καί νά ρίξουν καταπάνω τους δύο χειροβομβίδες, μέ ἀποτέλεσμα τόν σοβαρό τραυματισμό τους. Ἀμέσως μετά ὁ Τσερβίνι, δίνει τό σύνθημα καί τά κορμιά τῶν τριῶν ἡρώων σωριάζονται καταγῆς χιλιοτρυπημένα ἀπό τά ἰταλικά πυροβόλα. Στήν Ἀνατολική πλευρά τῆς Παναγίας τῆς «Στρατερῆς» δίπλα στό Ἱερό, τρεῖς ξύλινοι σταυροί ἔδειχναν ἀργότερα γιά χρόνια, τούς τάφους τῶν ἐθνομαρτύρων. Ἀρκετά χρόνια μετά, τά ὀστᾶ τῶν ἡρώων μεταφέρθηκαν στήν Μονή τοῦ Πανορμίτη, ὅπου τό Μοναστήρι γιά νά τιμήσει τήν ἱερή τους μνήμη, ἔχει ἀνεγείρει ἐπιβλητικό Ἡρῶο στήν προκυμαία του, τό ὁποῖο «μέ δωρική λιτότητα» ἀπεικονίζει σέ ἀνάγλυφο ὀρείχαλκο μεγάλων διαστάσεων, τήν στιγμή τῆς ἐκτελέσεως. Τό ἔργο τοῦτο, φιλοτεχνήθηκε ἀπό τόν σπουδαῖο Συμαῖο γλύπτη, Κώστα Βαλσάμη τό ἔτος 1974. Ἀκόμη, στό χῶρο πού στεγάζεται σήμερα τό Λαογραφικό Μουσεῖο τῆς Μονῆς, μιά μικρή κρύπτη ἀφιερωμένη στούς Τρεῖς ἐκτελεσθέντες, φιλοξενεῖ τόν ἀσύρματο καί ἄλλα ἀντικείμενα τῆς ἐποχῆς τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου, προκειμένου ὁ ἐπισκέπτης-προσκυνητής νά ἀποτίει ὕστατο φόρο τιμῆς σ’ αὐτούς πού ἔπεσαν ἀγωνιζόμενοι γιά τήν ἐπικράτηση τῶν εὐγενεστέρων ἰδανικῶν τῆς ἀνθρωπότητας, τοῦ Δικαίου καί τῆς Ἐλευθερίας. Κατόπιν τά δραματικά τοῦτα γεγονότα, ἐπακολούθησαν γενικές ἔρευνες καί συλλήψεις στή Μονή, μετά τίς ὁποῖες ἀποκαλύφθηκαν πράγματα ἀδιανόητα γιά τόν κοινό νοῦ: Ἡ δεξαμενή τοῦ «Καβαλλάρη» κάτω ἀπ’ τήν μύτη κυριολεκτικά τῶν Ἰταλο-Γερμανῶν, ἔκρυβε ὁλόκληρη ἀποθήκη πυρομαχικῶν. Ὁ τάφος τοῦ Ἱερομονάχου Παϊσίου, ἀποτελοῦσε γιά πολύ καιρό τό χρηματοκιβώτιο τῆς Μονῆς, κρύβοντας μέσα ὁλόκληρη τήν περιουσία της σέ λίρες καί κοσμήματα. Αὐτά λεηλατήθηκαν ἀγρίως ἀπό τούς Ἰταλούς, πού γιά μέρες ἅρπαζαν, κατέστρεφαν καί λαφυραγωγοῦσαν. Τό ἀπαράμιλλο κάλλος τοῦ Πανορμίτη ἀμαυρώθηκε καί γιά κάποιο διάστημα ἔπαυσε νά λειτουργεῖται. Εὐτυχῶς διά τῆς φοβερᾶς προστασίας τοῦ Ταξιάρχου, ἀπεφεύχθησαν ἀνεπανόρθωτες καταστροφές εἰς τό Καθολικό καί τά κειμήλια. Ἡ διάσωσή τῶν κειμηλίων, ὀφείλεται στήν πρόνοια τῆς εὐλαβοῦς τότε Νεωκόρου τῆς Μονῆς Σταματούλας Παπανικολάου ἐκ Κρεμαστῆς Ρόδου, ἡ ὁποία μέ τήν Χάρη καί τό φωτισμό τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἐγκαίρως προέβλεψε τά γινόμενα καί πρό τῆς συλλήψεως τῶν τριῶν ἐκτελεσθέντων ἡρώων, μερίμνησε γιά τήν μεταφορά καί φύλαξή τους σέ ἀσφαλῆ χῶρο.
Η τηλεόραση καθιερώθηκε να βομβαρδίζει ατέλειωτες ώρες και μερόνυχτα τον κοινωνικό μαζικό άνθρωπο με ό,τι χειρότερο συμβαίνει στον κόσμο· και μόνο παρενθετικά, σχεδόν κατ’ εξαίρεση, μπορεί να παρουσιαστεί κάτι διαφορετικό ή ποιοτικό, συζήτηση, ταινία ή ντοκιμαντέρ. Το ποσοστό αυτών των τελευταίων σε σχέση με την καθημερινή σαβούρα είναι ελάχιστο. Η καθημερινή αυτή σαβούρα έχει και συνεργάτη σπουδαίο: τις διαφημίσεις. Οι διαφημίσεις είναι το άλλοθι της σαβούρας. Γιατί μέσα τους αναδύεται ένας γυαλιστερός, λουσάτος κόσμος: είτε πρόκειται για πιάτα, είτε για πλακάκια, είτε βεβαίως για αυτοκίνητα όλα αστράφτουν και επιπλέον έμμεσα ή άμεσα, σαν είδος σάλτσας ή επιδορπίου, προβάλλεται το γυναικείο σώμα ή κομμάτια του (μερικές φορές μάλιστα όχι απλώς έμμεσα ή άμεσα αλλά εξόχως προκλητικά και χυδαία). Το σώμα, όχι η γυναίκα ως ύπαρξη αλλά το σώμα της ως αυτονομημένο είδος προς ερεθισμό των αισθήσεων -και επιβολή του προϊόντος στους χαυνωμένους τηλεθεατές. Έχουμε λοιπόν δύο επίπεδα: από τη μία την καθημερινή σαβούρα, που αποδίδεται με τον όρο «πραγματικότητα», η οποία πρέπει τάχα να παρουσιαστεί σώνει και καλά για ενημέρωση του λαού και από την άλλη τον λουστραρισμένο και αστραφτερό κόσμο της διαφήμισης που με τη σειρά του αποτελεί σαβούρα, αλλά την κρύβει το ρούχο της, το κάλυμμα, το περιτύλιγμα, εν τέλει ο ψευδής ή μάλλον ψευδαισθητικός εικονισμός της: στη διαφήμιση όλα είναι ψεύτικα γιατί όλα είναι στημένα και σκηνοθετημένα. Ένας τέτοιος κόσμος παγιώνει την κατάσταση του εξαρτημένου και μαζικού άνθρωπου. Γιατί ο μαζικός αυτός άνθρωπος παρακολουθώντας τα ΜΜΕ δεν βλέπει πουθενά εικόνες που να τον βγάζουν στο ξέφωτο μιας ποιοτικά ανώτερης ζωής. Είναι περικυκλωμένος διπλά. Από τη μια η ρουτίνα της καθημερινότητας, όπου η πραγματικότητα κινείται μεταξύ εργασιομανίας, νεύρωσης και φυγής, ασφυκτικού ωραρίου και οικονομίας της αγοράς, πλαστών επιθυμιών και καταναλωτισμού-ολοκληρωτισμού. Από την άλλη, η πραγματικότητα των ΜΜΕ όπου τα πράγματα παρουσιάζονται διογκωμένα ή υπερτονισμένα, λόγω ανταγωνισμού και δημιουργίας εντυπώσεων, αλλά και επεξεργασμένα μέσα από ένα δημοσιογραφικό λόγο που κατέχεται από το πανίσχυρο σύνδρομο της λεγόμενης ενημέρωσης ανά λεπτό, ανά ώρα και ανά στιγμή για τα δήθεν τρομερά που συμβαίνουν στον κόσμο. Η ενημέρωση αυτή συνδυάζεται με την φυγοπάθεια της επικαιρότητας, η οποία, προπαντός από τότε που υπάρχει τηλεόραση στην Ελλάδα, δηλαδή επί Δικτατορίας, έχει καταστεί ο βραχνάς του κοινωνικού ανθρώπου: με αυτόν ξυπνάει και με αυτόν κοιμάται. Δεν τίθεται ζήτημα κριτηρίων ή επιλογών. Αυτά είναι ψιλά γράμματα αναγνώσιμα μόνο από δύο-τρεις χιλιάδες Έλληνες. Δεν τίθεται ζήτημα να επιλέξω αυτό ή εκείνο το σημείο της επικαιρότητας. Η επικαιρότητα υπάρχει ολόκληρη με απαιτήσεις ζηλωτικής θεότητας. Θα την υποστούμε ολόκληρη: αυτή βασιλεύει, αυτή διεισδύει εις νεφρούς και καρδίας, αυτή ανασκάβει τα πάντα· ο φακός, ειδικά τελευταία, δεν αφήνει τίποτε στο σκοτάδι! Έτσι άλλωστε φτάνουμε στην κατάργηση της προσωπικής ζωής, με πρότυπο τον «Μεγάλο Αδελφό» (και ό,τι άλλο σχετικό τον διαδέχτηκε και συνεχίζει ακάθεκτο) που οι εκπομπές του μόνο στην Ελλάδα είχαν οχτώ εκατομμύρια τηλεθεατές! Είναι τέτοια η επέλαση της επικαιρότητας στη ζωή των ανθρώπων που δεν έχουν σχεδόν καθόλου χρόνο για το μη επίκαιρο, δηλαδή για τα αληθινά και ουσιαστικά ζητήματα. Οι άνθρωποι νομίζουν στην πλειονότητά τους ότι η πραγματικότητα είναι οι οικονομικοί δείκτες, οι αποφάσεις των πολιτικών και των δημάρχων, τα τρομερά δημόσια έργα, τα μαγειρέματα των επιχειρηματιών, οι συγχωνεύσεις εταιρειών. Αυτό που μένει από τους ίδιους είναι ένα ατομικοποιημένο εγώ προσκολλημένο σα στρείδι στα επίγεια, με ένα συναισθηματισμό νοσηρό, με μια διάθεση άμεσης ικανοποίησης επιθυμιών χωρίς ίχνος τις πιο πολλές φορές πνευματικής αίσθησης κι ας μιλούμε δύο χιλιάδες χρόνια τουλάχιστον για τον άνθρωπο ως πνευματική υπόσταση και για τις διάφορες περιοχές του πνεύματος. Έχουν λησμονήσει ότι αποτελούν προσωπική ύπαρξη, ότι η ζωή τους όταν μείνει εγκλωβισμένη στα εγκόσμια παραδίνεται στην πλήξη και τη νεύρωση. Σωτήρης Γουνελάς (Από το βιβλίο: «Ο αντιχριστιανισμός»)
Είναι εύκολο να λέμε:Ο κόσμος δεν πάει καλά.Οι άλλοι μας δυσκολεύουν Είναι αδύνατο ν’ αλλάξουμε Όπως κι είναι εύκολο να κρίνουμε τη συμπεριφορά των άλλων, να δικαιολογούμε τον εαυτό μας, να επαναπαυόμαστε στα όποια καλά κάνουμε. Όπως ένας ασθενής που κωλυσιεργεί τη θεραπευτική αγωγή που του ταιριάζει και του καθορίζουν, νομίζοντας πως ο χρόνος θα θεραπεύσει την ασθένειά του. Αν «θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία», η αγιότητα χρειάζεται αποφασιστικότητα, ταπείνωση και πόθο, για να φέρει την ελευθερία από τα πάθη και να βιώσουμε την καρδιακή χαρά και ειρήνη. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι τον τελευταίο λόγο στη ζωή μας τον έχει ο Χριστός που νίκησε κάθε μορφή θανάτου κι όχι ο εαυτός μας που όζει θάνατο ακόμα και στα όποια καλά κάνουμε. Η συνειδητοποίηση αυτή χαρίζει ελπίδα, γιατί η δύναμη και η σταθερότητα βρίσκονται στο Χριστό που «εξήλθε νικών και ίνα νικήσει» και μαζί Του κι όσοι στηριχτούν σ’ Αυτόν. Ο αγώνας που καλούμαστε να κάνουμε είναι για να καταθέσουμε τη θέληση και την επιθυμία μας κι όχι ν’ αντικαταστήσει τη Χάρη του Θεού. Ο κόσμος «εν τω πονηρώ κείται», επειδή βρίσκεται στη μεταπτωτική κατάσταση. Γι’ αυτό και «δεν πάει καλά». Αλλά κι εμείς είμαστε σ’ αυτό τον κόσμο, βιώνουμε τ’ αποτελέσματα της πτώσης των προπατόρων μας, δυσκολευόμαστε και δυσκολεύουμε με ό,τι είμαστε και με ό,τι δεν είμαστε και θα έπρεπε. Δεν χρειάζεται να μεμψιμοιρούμε αλλά ούτε και να επαναπαυόμαστε. Το σημαντικό είναι «να εργαζόμαστε το έργο του Θεού μας» γιατί «έρχεται νυξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι» (Ιω. 9,4). Το «έργο του Θεού μας» είναι ό,τι υπηρετεί τη σωτηρία τη δική μας και των άλλων. Τα χρόνια που ζούμε είναι ανεπανάληπτα, σπουδαία και κρίσιμα. Κάθε μέρα γίνεται μια καινούργια δυνατότητα: Να χαρούμε τα ποικίλα δώρα που μας έδωσε Να Τον ευχαριστήσουμε καρδιακά για ό,τι μας έδωσε Να τακτοποιήσουμε τις εκκρεμότητες στις σχέσεις μας Να δούμε τον εαυτό μας και ν’ αλλάξουμε Να προσευχηθούμε Να γνωρίσουμε την Αλήθεια Να μετανοήσουμε και να πορευτούμε προς τα έσχατα δυναμικά, ζωντανά, με ελπίδα. Αν ο «Θεός δεν ευλογεί το μηδέν», κατά τον Αλβανίας Αναστάσιο, είναι αντιληπτό πως είναι καθοριστικό να κάνουμε κάτι, λίγο έστω, μικρό και αδύνατο, για να κάνει ο Κύριος αυτό που δεν μπορούμε και να γίνει το «έργο μας» μεγάλο και σημαντικό. Τότε, θα βλέπουμε, τον κόσμο καλύτερο, τους άλλους όπως εμάς, τον εαυτό μας αλλαγμένο. Και θα πάρει η ζωή μας νόημα, ο χρόνος μας ελπίδα, η πίστη μας στο Χριστό θα έχει χαρά.
Δεν είναι οι ταυτότητες αυτές καθ’ αυτές, δηλαδή η μορφή και χρήση τους ως μέσο ταυτοποίησης και πιο συγκεκριμένα το «επίμαχο» σημείο τους, το «τσιπάκι». Είναι το ότι θα αποτελέσουν «το μέσο για όλα τα άλλα μέσα». Στην πραγματικότητα αυτό που ενοχλεί τον περισσότερο κόσμο που αντιδρά στις ταυτότητες (κι όσους δεν τους ενοχλεί ακόμη, είναι επειδή δεν έχουν αντιληφθεί το πόσο δραματικά θα αλλάξουν οι ζωές μας) δεν είναι οι ίδιες οι ταυτότητες, αλλά το ψηφιακό χρήμα. Το αμιγώς ψηφιακό χρήμα (καμιά σχέση με το πλαστικό που κυριαρχεί σήμερα), δηλαδή τα λεγόμενα CBDC που λανσάρονται ευρωπαϊκά από το 2024 (αρχής γενομένης από την Ελλάδα μάλιστα, όχι τυχαίως). Το μέλλον όπου τίποτα δε θα είναι κρυφό (και μην πάει το μυαλό σας μόνο στη φοροδιαφυγή), όπου οποιαδήποτε ένοχη ή μη απόλαυση, θα φαίνεται στο νοικοκυριό, στο κράτος, την εφορία, σε πραγματικό χρόνο. Και πολλοί θα πουν «ε, και, δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι αν δεν έχεις τίποτα να κρύψεις», όμως εκτός του ότι μια τέτοια νοοτροπία αποτελεί την τέλεια συνταγή για μια τεχνοκρατική απολυταρχία, το θέμα μας δεν είναι ότι έχουμε απαραίτητα κάτι να κρύψουμε. Το θέμα μας είναι να ξέρουμε ότι τουλάχιστον μπορούμε να κρύψουμε κάτι, ασχέτως αν θα εξασκήσουμε το «δικαίωμα» αυτό ποτέ. Διότι το να κρύψεις κάτι δεν είναι απαραίτητα κακό, μπορεί να συντρέχουν λόγοι ασφάλειας ή π.χ. ευαίσθητα οικογενειακά θέματα στα οποία το κράτος δε θα έπρεπε να βάζει χέρι. Είναι μια ακόμη παραβίαση της ιδιωτικότητας που ανοίγει την κερκόπορτα σε ένα μέλλον όπου όλα είναι δημόσια, όλα ανήκουν σε όλους και τίποτα σε εμάς. Μόνοι μας έχουμε κάνει «δημόσια» τα δεδομένα μας, με τα social media κλπ, θα πουν κάποιοι. Αυτό ακριβώς είναι το θέμα – μόνοι μας το κάνουμε. Είναι επιλογή μας (βεβιασμένη θα έλεγε κανείς, αφού σε έναν κόσμο όπου όλοι αλληλεπιδρούν ψηφιακά, το να ζεις «εκτός συστήματος» ισοδυναμεί με ψηφιακό θάνατο), αλλά δεν παύει να είναι επιλογή μας. Η καταναγκαστική «αναφορά» στο κράτος όλων των κινήσεων μας, τι πληρώνουμε (ή δεν πληρώνουμε), που βρισκόμαστε, αν καταναλώσαμε παραπάνω από το επιτρεπτό μηνιαίο όριο κρέατος (διότι με αυτό θα συνδεθεί το «ανθρακικό αποτύπωμα»), θα αποτελέσουν έναν άνευ προηγουμένο καθημερινό, 24/7, βιασμό από τον οποίο δεν υπάρχει γυρισμός. Και να είστε σίγουροι πως θα τον σιχαθούν πρώτοι αυτοί που τώρα τον ζητάνε. Η κάρτα που θα γίνει προέκταση του χεριού μας Διότι την ταυτότητα αυτή δε θα τη δείχνεις μια φορά το τόσο, στο αεροδρόμιο ή σε κάποιον άλλο έλεγχο, όπως έκανες μέχρι τώρα. Θα την κουβαλάς μαζί σου συνεχώς, και για όλη σου τη ζωή, διότι χωρίς αυτήν δε θα μπορείς ούτε ένα μπουκαλάκι νερό να πάρεις. Δε θα είναι απλώς μέσο ταυτοποίησης, αλλά «το μέσο των μέσων», θα την «χτυπάς» παντού, διότι από ένα σημείο και μετά, αυτή θα είναι η πιστωτική σου κάρτα, καθώς θα είναι συνδεδεμένη με όλους τους λογαριασμούς. Το σύστημα γεωεντοπισμού που «δε θα έχει», όπως σπεύδουν να καθησυχάσουν διάφοροι αδαείς (ή σκοπίμως αδαείς) δεν κρύβεται στο τσιπάκι. Κρύβεται στις συναλλαγές. Όταν θα βαράς την κάρτα στο πρώτο βενζινάδικο μετά το Αντίρριο, θα ξέρει το κράτος ότι βρίσκεσαι εκεί. Θα το ξέρει η γυναίκα σου, αλλά κυρίως, θα το ξέρει «ο Αλγόριθμος», οι γιγαντιαίες βάσεις δεδομένων που λεπτό προς λεπτό, συναλλαγή προς συναλλαγή, ταϊζονται με τα πολύτιμα data σου χτίζοντας το εξατομικευμένο ψηφιακό πρόφιλ σου, δημόσια ελεύθερο σε διαφημιστές, πολιτικούς, και άλλες… επικίνδυνες ομάδες! Αυτήν την κάρτα θα τη σκανάρεις 10 φορές τη μέρα, θα τη βλέπεις στον ύπνο σου, θα γίνει μια ακόμη προέκταση του χεριού σου, όπως το smartphone. Κι ο λόγος θα είναι το χρήμα. Αυτό είναι λοιπόν που ενοχλεί κατά βάθος τον κόσμο. Όμως, σας έχω νέα, επίδοξοι «αρνητές» ταυτοτήτων (σίγουρα θα κολλήσει αυτό το παρατσούκλι)! Το ψηφιακό χρήμα βρίσκεται ήδη εδώ, τα σκληρά θεμέλια μπήκαν δεκαετίες πριν, όταν εσείς γλεντούσατε στα πασοκικά μπουζούκια, κι η όποια «αφύπνιση» τώρα δεν είναι απλώς μάταια, αλλά σα να επιμένεις με το άλογο ενώ έχουν ήδη ασφαλτοστρωθεί οι δρόμοι, γεμάτοι πλέον αυτοκίνητα. Με άλλα λόγια, έχει ήδη συμβεί, πάει αυτό. Ναι, είναι κάρτα του πολίτη. Ακριβώς όπως την παρουσίαζαν οι αμέτρητες σχετικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας κι οι αποκαλούμενοι “συνωμοσιολόγοι”. Είναι το “χάραγμα” του Αντιχρίστου; Δεν θα το κοιτάξω επί της θρησκείας, δεν τα εξετάζω έτσι τα πράγματα, ποτέ δεν το έκανα. Όταν το Μάρτιο του 2020 κατέκρινα τις καραντίνες μέσα από αυτήν την οικονομική στήλη, οικονομικά το έκανα, όχι δογματικά. Είχα ήδη από το 2019 προειδοποιήσει για έναν άνευ προηγουμένου πληθωρισμό που θα ζούσαμε, και πως τα αδικαιολόγητης έκτασης μέτρα εγκλεισμού θα έδιναν το άλοθι για ένα έγκλημα που είχε ήδη συντελεστεί λόγω πληθωριστικής νομισματικής πολιτικής. Τόνισα πως το πρόβλημα δε θα ήταν τόσο τα έμβολια αυτά καθ’ αυτά, αλλά τα πιστοποιητικά “φρονημάτων”. Διότι θα ήταν μια πρόβα τζενεράλε για έναν κόσμο όπου όλα σου τα δεδομένα, οικονομικά και ιατρικά θα ήταν συγκεντρωμένα σε ένα bar code, το οποίο πρακτικά θα καθόριζε που μπορείς να κινηθείς, τι μπορείς να καταναλώσεις. Και το να έχεις συγκεντρωμένα όλα σου τα αβγά στο ίδιο καλάθι, δεν είναι ποτέ καλό. Το πραγματικό πρόβλημα δηλαδή δε θα ήταν το εμβόλιο αυτό καθ’ αυτό, αλλά το covid pass (και το κάθε «πάσο») που θα ερχόταν πακέτο με αυτό. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τις ταυτότητες. Και οκ, η πανδημία θα έφευγε κάποια στιγμή (“οι επόμενες δύο εβδομάδες είναι δύσκολες”) άρα μαζί της και το πιστοποιητικό, επομένως “γιατί σκούζετε συνωμοσιολόγοι που φοβάστε ότι θα τσιπαριστείτε”… έτσι; Δεν είναι έτσι. Διότι η πανδημία κι η κάθε κατάσταση “έκτακτης ανάγκης” περιμένει στη γωνία. Βλέπε “κλιματική απειλή”, όπου όλοι σιγά σιγά θα θεωρούμαστε ρυπογόνα CO2 επιβάρυνση του κλίματος, και άρα θα πρέπει κάπως να τίθεται υπό έλεγχο το τι καταναλώνουμε, τι οδηγούμε. Και για κάτι τέτοιο θα απαιτείται πάλι ένα είδος “πράσινου” πιστοποιητικού, και φυσικά η τεχνολογία που θα το καθιστά δυνατό. Η τεχνολογία αυτή είναι το λεγόμενο “τσιπάκι”. Αυτή είναι η αλήθεια και δεν προέρχεται από τη φαντασία κανενός ψεκασμένου, αλλά απ’ ευθείας από την πηγή, από την Κομισιόν, από ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες και τον ΟΗΕ. Δεν έχει σημασία πότε θα συμβούν (στόχος είναι μέχρι το 2030), αλλά το ότι θα συμβούν. Και σε έναν ψηφιακό τεχνοκρατικό κόσμο, βασική προϋπόθεση είναι ένα παγκόσμιο “διαβατήριο” που σκανάρεται εύκολα και δεν παραχαράσσεται, όπως ένα κομμάτι χαρτί με τα ακαταλαβίστικα γράμματα του κάθε… χωροφύλακα. Είναι ένα ακόμη βήμα προς την «κινεζοποίηση»; Ναι… Με άλλα λόγια, οι ψηφιακές ταυτότητες είναι μονόδρομος στον σύγχρονο κόσμο. Δεν είναι τόσο η “παρακολούθηση”, όχι τουλάχιστον με την έννοια που υποστηρίζουν κάποιοι. Ωστόσο είναι κι αυτό… bonus για το κράτος, διότι αναπόφευκτα εφόσον όλα τα κρίσιμα data μας θα είναι συγκεντρωμένα σε ψηφιακές βάσεις δεδομένων, να είστε σίγουροι πως μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον σας, όπως συμβαίνει στην Κίνα. Ένα σύστημα κοινωνικής “επιβράβευσης” αλλά και τιμωρίας, για τον καλό ή κακό πολίτη. Αν πληρώνεις τους φόρους/πρόστιμά σου ή/και έχεις κάνει όλα σου τα εμβόλια ή/και πληροίς το… μηνιαίο όριο ανθρακικού αποτυπώματος (οσονούπω), τότε θα σου επιτρέπεται η πρόσβαση σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες, και προνόμια. Διαφορετικά, θα ακυρώνεται η συναλλαγή για εκείνο το αεροπορικό ταξιδάκι που σκεφτόσουν να κάνεις. Πιστεύετε πως είναι μακριά όλα αυτά; Μπορεί, αλλά δεν έχει σημασία αυτό. Σημασία έχει, ξαναλέω, πως βασική προϋπόθεση είναι ένα universal σκανάρισμα, μια ψηφιακή ταυτότητα. Αυτή είναι το κλειδί, η αρχή για όλα. Και γι’ αυτό οι απανταχού “συνωμοσιολόγοι” που θέλουν να πάρουν τα βούνα, την βλέπουν με τόσο κακό μάτι. Αλλά στο τέλος όλα καταλήγουν σε αυτό ακριβώς. Στο πως βλέπει κανείς τα πράγματα. Είναι κακό/δυστοπικό ένα τέτοιο μέλλον; Σχετικά είναι όλα. Κάποιοι το λαχταρούν, άλλοι το τρέμουν. Δεν είναι σκοπός του άρθρου να πει τι είναι σωστό και λάθος, αυτά είναι υποκειμενικά. Εγώ απλώς ενώνω κομμάτια του ευρύτερου παζλ, διότι μόνο όταν το δεις συμπληρωμένο αντιλαμβάνεσαι καλύτερα αν τελικά είναι ωραίο ή δυστοπία αυτό που έρχεται. Διότι μια ψηφιακή ταυτότητα αν εξεταστεί από μόνη της, το 99% θα πουν “μια χαρά, βολική”. Όταν όμως εξετάσεις το θέμα μακροσκοπικά, σε συνδυασμό με το ψηφιακό χρήμα και το πως στην ουσία οι κυβερνήσεις/κεντρικές τράπεζες θα έχουν τον απόλυτο έλεγχο στην κυκλοφορία του χρήματος (και ΟΧΙ, τώρα με τα μετρητά ακόμη δεν τον έχουν), τότε αρχίζεις να τα βλέπεις όλα αλλιώς. Ακόμη περισσότερο, όταν θα συμβεί η επόμενη κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τα αντίστοιχα υποχρεωτικά μέτρα, και θα βρεθείς σε μια κατάσταση όπου ασχέτως αν συμφωνείς ή όχι με τα μέτρα, ο “αλγόριθμος” θα σε θεωρεί ως παραβάτη, αν για παράδειγμα δεν έχεις πληρώσει ένα άκυρο πρόστιμο παρκαρίσματος. Θα πεις τότε, τι σχέση έχει μια κλήση με το αν έχω κάνει το εμβόλιο, ή κάτι τέτοιο; Και θα σου πει η ταμίας στο σούπερμαρκετ (αν θα υπάρχει ταμίας τότε) “δίκιο έχεις, αλλά δεν περνάει η κάρτα στο σύστημα, λυπάμαι πρέπει να αποχωρήσετε”. Διότι όλες οι παράμετροι της ζωής σου θα είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους, εφορία, πιστοποιητικά, μητρώα, και ή θα είσαι “καλός πολίτης” ή δεν είσαι, δεν υπάρχει ενδιάμεσο για τον αλγόριθμο. Θα είναι κακό όλο αυτό; Και ναι, και όχι, όπως με όλα πάντα, το σίγουρο είναι ότι θα είναι ΑΝΑΓΚΑΙΟ. Είναι τέτοιος πλέον ο κόσμος, που το πράγμα μόνο του πάει εκεί. Συνέβη η 3η, πλέον η 4η βιομηχανική επανάσταση (αυτοματοποίηση), παγκοσμιοποίηση-αστικοποίηση, και κυρίως το ψηφιακό χρήμα. Και το χρήμα καθορίζει τον κόσμο. Είμαστε στην εποχή του λεγόμενου Internet of Things, οι ταυτότητες θα ξέφευγαν…; Από τη στιγμή που το εμπόριο κι οι συναλλαγές είναι αμιγώς ψηφιακές (σε πολύ λίγα χρόνια θα έχουν εξαφανιστεί επίσημα τα μετρητά), τότε ήταν αναπόφευκτο να υπάρξει ένα ψηφιακό διαβατήριο. Ήτοι ταυτότητες με τσιπάκι. Η τεχνολογία δε σταματιέται, οπότε άδικα σκούζουμε. Τα πάντα στη Φύση εξελίσσονται χάριν αποδοτικότητας, και όχι απαραίτητα τι είναι σωστό και γουστόζικο. Τα εντυπωσιακά μαμούθ έδωσαν τη θέση τους σε πιο μικρά, πιο βιώσιμα θηλαστικά. Η γουστόζικη ουρά του ανθρώπου κόπηκε, ως περιττή. Το εμπόριο θέλει να τρέχει ταχύτατα, κι η γρήγορη ταυτοποίηση είναι μέρος αυτού. Η χαρτούρα εξαφανίζεται παντού. Όλα για χάρη αποδοτικότητας. Θα παραβιαστούν ιδιωτικότητες, θα βαδίσουμε προς μια κινεζική τεχνοκρατική δυστοπία; Πιθανόν ναι. Αλλά τη φύση δεν την ενδιαφέρει αυτό, την ενδιαφέρει να επιβιώσεις, να ευδοκιμήσεις. Όλα αυτά αποτελούν υποδομές των οποίων οι βάσεις μπήκαν δεκαετίες πριν, άρα είναι τελειωμένη ιστορία, που όχι απλώς δεν αλλάζει, αλλά δεν υπάρχει εναλλακτική αυτής, όπως “ομόλογησε” και ο Σ.Μπαλάσκας με το χαρακτηριστικό “και στα βουνά να πάτε, ψηφιακή ταυτότητα θα χρειάζεστε”. Διότι πολύ απλά δεν υπάρχουν πια “βουνά”. Δεν υπάρχουν χωριά, με την παλιά έννοια της βιώσιμης, αυτάρκους κοινωνίας που μπορούσαν να ζουν ως κολλεκτίβες, με ανταλλακτική οικονομία. Τότε υπήρχε αυτός που έπηζε τυρί, αυτός που είχε τον τράγο, αυτός που έκοβε ξύλα. Και χρήματα να μην είχες, ήταν δυνατό μέσω της ανταλλαγής να λάβεις αυτό που χρειάζεσαι. Πλέον δε γίνεται, διότι η επαρχία ερήμωσε, ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης. Άντε και έφυγες και πήγες στα βουνά. Τι θα κάνεις; Άντε και έγινες κτηνοτρόφος, και βγάζεις το δικό σου γάλα, κρέας, ζυμώνεις ψωμί, κόβεις ξύλα. Κάποια στιγμή, θα αναγκαστείς να περάσεις μέσα από το σύστημα, να πραγματοποιήσεις μια συναλλαγή, διότι πολύ απλά δεν θα υπάρχει κανένας στο χωριό να σου προσφέρει αυτό που θες. Να πάρεις μέταλλα, πετρέλαιο, φάρμακα. Διότι οι μικρές κοινωνίες δεν είναι πια αυτάρκεις. Ούτε καν ολόκληρες χώρες δεν είναι αυτάρκεις. Τρανό παράδειγμα η ίδια η Ελλάδα, που δεν έχει καν το βασικό, ενεργειακή αυτάρκεια, πόσο μάλλον βιομηχανίες και αυτάρκης αγροτική παραγωγή. Από εκεί και πέρα τι να συζητήσουμε; Πως περιμένει ο κόσμος να “παρακάμψει το σύστημα”, να μην έχει ψηφιακή ταυτότητα, όταν το ίδιο το σύστημα δεν είναι αυτάρκες κι άρα χρειάζεται πάρε-δώσε με το εξωτερικό, με τις οδηγίες και κανονικότητες του οποίου είναι αναγκασμένο να είναι πλήρως εναρμονισμένο; Όλα αυτά είναι ψευδαισθήσεις, και σε τούτον εδώ τον συνωμοσιολόγο αρέσει να είναι ρεαλιστής. …αλλά είναι μονόδρομος σε ένα ψηφιακό κόσμο Αυτός είναι ο κόσμος που ζούμε το 2023, καταπιείτε το και πάμε παρακάτω. Η Ελλάδα είναι μια χρεοκοποημένη, υποθηκευμένη χώρα αναγκασμένη να ακολουθεί ντιρεκτίβες, καθώς είναι πλήρως εξαρτημένη από ξένους δανειστές. Και κανένας πολιτικός δεν έχει τη βούληση να το αλλάξει αυτό. Αλλά ούτε και κανένας πολίτης, από όλους όσους σκούζουν για ταυτότητες κλπ, έιναι πραγματικά διατεθειμένος να πληρώσει το κόστος μιας ανεξαρτητοποίησης από αυτό το σύστημα. Διότι αυτό θα σήμαινε σκληρή φτώχεια, κι όταν λέω σκληρή όχι να μην έχεις βενζίνη, αλλά ούτε αυτοκίνητο. Να γίνεις μια χώρα πραγματικά τριτοκοσμική, όπως είσαι ήδη (απλά δε φαίνεται, γιατί ζούμε με ψεύτικα δανεικά). Να περάσεις δύσκολα για πολλές δεκαετίες, μέχρι σιγά σιγά να ξαναξεκινήσουν βιομηχανίες, να νοικοκυρευτούν ενεργειακά και δημοσιονομικά, να απορριφθούν παθογόνα καρκινώματα (που δε θα αναλύσω εδώ) – γενικά να γίνουν ανυπολόγιστες θυσίες, και μάλιστα από μια γενιά που δεν έφταιξε ποτέ γι’ αυτήν την κατάντια, καθώς παρέλαβε καμμένη γη. Κι αφού γίνουν οι θυσίες, πιθανόν δε θα ζήσει κανένας από αυτή τη γενιά για να προλάβει να απολαύσει τους καρπούς των προσπαθειών. Και ελάτε πείτε μου τώρα, με το χέρι στην καρδιά, ειδικά στην εποχή μας που ο κόσμος δε θυσιάζει ούτε το like του, την εποχή της αρπαχτής και της επιβίωσης, ποιος θα δεχτεί να θυσιάσει τα πάντα, προκειμένου να έχει στην καλύτερη την πιθανότητα (διότι δεν είναι καν σίγουρο) να γίνει αυτάρκης, να γίνει μάγκας κι ανεξάρτητος και να μην έχει κανένα κινεζικό σύστημα παρακολούθησης πάνω από το κεφάλι του;! ΟΥΔΕΙΣ. Ουδείς υπολογίσιμος τουλάχιστον. Η συντριπτική πλειοψηφία της κρίσιμης μάζας, ακόμη κι αυτοί που αντιτίθονται στη ψφιακή ταυτότητα, μόλις συνειδητοποιήσουν πραγματικά τι παίζεται εδώ, θα κάνουν πίσω. Θα πουν φέρε το τσιπάκι να πάει στο διάολο, άλλωστε δεχτήκαμε τόσα και τόσα. Αυτή εξάλλου είναι η νοοτροπία του σημερινού homo sapiens: “αφού κατάπια το Χ πράγμα, τι πειράζει και το Υ;” «Αφού μας παρακολουθούν ήδη με τα κινητά». Ανόητο επιχείρημα από μόνο του, αλλά δεν έιναι η παρακολούθηση αυτή καθ’ αυτή. Είναι αυτό που οι Αμερικανοί ονομάζουν “means to an end”. Δεν είναι η ταυτότητα ως ταυτότητα, αλλά η χρήση της ως μέσο για να τρέξουν άλλα μέσα. Ούτε εγώ θέλω τις ψηφιακές ταυτότητες. Αλλά υπάρχει κάτι που δε θέλω ακόμη περισσότερο. Να χάνω το χρόνο μου. Με ψευδαισθήσεις και ψευτομαγκιές. Είσαι τόσο μάγκας; Βρες τον τρόπο να ζήσεις off-the-grid που λένε οι Αμερικανοί, χωρίς τσιπάκια, ανεξάρτητος. Και θα σε χειροκροτήσω. Με το να “ζητάς” και να απαιτείς “αλλαγή”, δικαίωματα και αξιοπρεπή μεταχείριση από το ίδιο το σύστημα που υποτίθεται σε γλεντάει, δεν είσαι μάγκας, είσαι ένα χαμένο κορμί. Κανείς δε σου χρωστάει τίποτα, το σύστημα είναι κακό, πιο κακό και ψυχρό και τεχνοκρατικό από ποτέ, κι εσύ σε αντίθεση με άλλες εποχές, αυτή τη στιγμή δεν έχεις απολύτως κανένα leverage στα χέρια σου, κανένα όπλο. Περί «αντίστασης» Είσαι η Κωνσταντινούπολη το 1453. Μόλις έπεσες, και θέλεις επανάσταση;! Κοιμόσουν τόσα χρόνια όταν η αυτοκρατορία έδινε δαφή σημάσια παρακμής, αλλά ακόμη υπήρχαν τα μέσα να σωθεί η κατάσταση, ήταν ακόμη ανοιχτό το παραθυράκι. Κοιμόσουν τότε, και ξύπνησες τώρα, αφού συνέβη το κακό. Στην ουσία δεν ξύπνησες με την έννοια της αφύπνισης, όπως θέλουν να νομίζουν οι περισσότεροι συνωμοσιολόγοι (γι’ αυτο διαφέρουμε), απλά πετάχτηκες πάνω από το ΜΠΑΜ. Οι ψηφιακές ταυτότητες και η κάθε δυστοπία, ουσιαστικά συνέβησαν δεκαετίες πριν, όταν σφυράγαμε ανέμελα, διότι ποιος να ασχοληθεί τότε με τέτοια θέματα. Τώρα κάποιοι απλά βιώνουν το σοκ. Είσαι στα χειρότερα σου, ο εχθρός είναι στα καλύτερά του, μόλις μπήκε στην Πόλη κι εσυ θες επανάσταση καημένε; Δεν την έκανες τότε που είχες δύναμη. Αν θες να κάνεις κάτι χρήσιμο, πάψε να γκρινιάζεις, για το σύστημα, για τη φτώχεια σου, για την κινεζοποίησή μας, πάψε να ζητάς, αναγνώρισε για αρχή που βρίσκεσαι, και ξεκίνα να κάνεις. Να κάνεις κάτι ρεαλιστικό, χρήσιμο για σένα, και μακροπρόθεσμα για την κοινωνία. Απλές καθημερινές πράξεις, κάνε έργο πέραν της δουλειάς σου, διάβασε, κάνε παιδιά, μεταλαμπάδευσε αξίες, ώστε όταν θα έρθει η σωστή ώρα και θα έχεις ανασυνταχθεί, θα έχεις δυνάμεις κι ο εχθρός θα έχει μαλακώσει, με λίγα λόγια όταν θα ωριμάσουν οι συνθήκες και θα έχουν περάσει τα 400 χρόνια σκλαβιάς, να είσαι έτοιμος, για την ανατροπή. Μέχρι τότε, επιβίωσε, και μη γκρινιάζεις για τίποτα, πόσο μάλλον να περιμένεις απο κράτος κι αντιπολίτευση να το αλλάξει, το χρόνο σου χάνεις. Αυτά από έναν συνωμοσιολόγο…
Η αγάπη έχει πάντα μέσα της κίνδυνο, διότι έχει ρίσκο και ξεβόλεμα. Όταν αγαπάς σφόδρα δεν σε ενδιαφέρει τίποτα, ούτε η ζωή σου, ούτε το βόλεμα σου, μέσα σου ήδη κατοικεί το αγαπημένο πρόσωπο που ποθείς και θα κάνεις τα πάντα για αυτό όσο και επικίνδυνα αν είναι. Δεν έχει λογικές , κουτάκια, και μαθηματικές πράξεις διότι δεν μπορείς να την κλείσεις πουθενά. Σπάει τα δεσμά για αυτό και ο θάνατος δεν μπόρεσε να αντέξει τη δική της ορμή ως Πρόσωπο. Έρχεται ο Θεός ως μανιακός εραστής, λαμβάνει σάρκα και μας ανοίγει τις πύλες της Βασιλείας των Ουρανών. Μας σοκάρει όλο αυτό. Όταν ο άλλος σου λέει ότι είναι τρελά ερωτευμένος μαζί σου σε σοκάρει. Δεν ξέρεις τι να κάνεις, τρελαίνεσαι ,φοβάσαι, νιώθεις κίνδυνο να σε τυλίγει ολόκληρο.Και πας να κάνεις ένα βήμα και αναρωτιέσαι «Και αν πληγωθώ; Και αν κάνω λάθος;». Γίνεται σεισμός μέσα στην καρδιά διότι έρχεται μια πρόσκληση ώστε να κάνει την υπερβαση. Να αφήσει όλες τις σταθερές και να αρχίζει να σχοινοβατεί για να περάσει στην απέναντι όχθη, στην μεγάλη συνάντηση. Όλα αυτά γιατί; Πολύ απλά διότι δεν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε μια ολοκληρωτική αγάπη και δεν είμαστε έτοιμοι να προσφέρουμε την αγάπη μας στον άλλον άνευ όρων. Μόνο με την τόλμη ξεπερνάς κινδύνους αλλά για να γίνει αυτό ο πόθος για να δοθείς πρέπει να υπερβαίνει τον φόβο μήπως χάσεις κατι. Φοβόμαστε να αγαπήσουμε διότι ο εγωϊσμός σου φωνάζει "Κράτα ! μην τα δίνεις όλα". Η τολμηρή καρδιά όμως απαντά "Όχι θα τα δώσω όλα , ακόμα και ο θάνατος δεν θα σταθεί εμπόδιο!". Και ξαφνικά ο Χριστός γίνεται «σημείο αντιλεγόμενο» για τη ζωή του καθενός. Ανάλογα με το κατά πόσο θέλεις να μπεις σε αυτή την σχέση αγάπης. Μας φοβίζει η αγάπη του Χριστού διότι δεν μας θέλει χλιαρούς, θέλει αποφάσεις ζωής και δεν είμαστε έτοιμοι να τις πάρουμε. Για να μπούμε στην αγάπη του Χριστού χρειάζεται ο Χριστός να γίνει η ζωή μας με πράξεις ζωής και όχι με μισόλογα του στυλ «Θα δούμε, λίγο , ίσως, μπορεί, δεν χρειάζεται τόσο, δεν μπορώ έτσι». Στην αγάπη ή δίνεις τα πάντα ή δεν προχωράς καθόλου. Μια αγάπη που δεν σου υπόσχεται ροδοπέταλα αλλά δοκιμασίες για να μπορέσεις να αξιωθείς τους καρπούς της (Λουκ. 21:12) «πρό δέ τούτων πάντων ἐπιβαλοῦσιν ἐφ' ὑμᾶς τάς χεῖρας αὑτῶν καί διωξουσιν παραδιδόντες εἰς τάς συναγωγάς καί φύλακας ἀπαγομένους ἐπί βασιλεῖς καί ἡγεμόνας ἕνεκεν του ὀνόματος μου». Ο Ιωσήφ από Αριμαθαίας, ο Νικόδημος και οι Μυροφόρες τόλμησαν να πάνε να βρουν τον αγαπημένο. Το εφόδιο τους ; Μια εσωτερική τολμηρή αγάπη για τον Χριστό. Μέσα στο σκοτάδι της αβεβαιότητας, της θλίψης και του κινδύνου εκείνοι ήθελαν το ποθούμενο. Μέσα στον κίνδυνο ο Ιωσήφ να χάσει τη δημόσια θέση του και από την άλλη οι Μυροφόρες απλές και αδύναμες γυναίκες που ζουν μέσα σε μια πατριαρχική κοινωνία να κινδυνεύσουν να τις κυνηγήσουν. Ο πόθος της αγάπης στα καλύτερα του. Μέσα στα σκοτάδια και τους κινδύνους έρχεται η σφοδρότητα της τόλμης για το αγαπημένο πρόσωπο. Αυτοί οι κίνδυνοι μπροστά στην αγάπη μοιάζουν σαν τσίμπημα κουνουπιού. Μην ξεχνάμε το κεντρί του θανάτου δεν μπόρεσε να αγγίξει την ενσαρκωμένη Αγάπη. Ο Χριστός δεν θέλει κάτι από εμάς , κάτι από τη ζωή μας. Θέλει ΕΜΑΣ ολόκληρους όπως και εκείνος έλαβε όλο τον άνθρωπο και προσφέρεται ο Ίδιος. Μην ξεχνάμε (Ματθ 19:29) «καὶ πᾶς ὅστις ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου ἑκατονταπλασίονα λήμψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει». Το ρίσκο της τόλμης έχει έναν όμορφο θάνατο «Να πεθάνω εγώ για να ζήσεις εσύ» και αυτός ο πόθος μυρίζει Ανάσταση.