Και τα του Θεού τω Καίσαρι;!

Στη διαμάχη γύρω από το ζήτημα της θέσπισης γάμου και τεκνοθεσίας για τους ομοφυλόφιλους η πλευρά των υποστηρικτών της, θεωρώντας ότι η Εκκλησία δεν έχει λόγο σε αυτό, επικαλείται τη γνωστή φράση του Κυρίου «τα του Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. 22,21), για να δικαιολογήσει τις ενέργειες της Πολιτείας και να ζητήσει να γίνουν από όλους σεβαστές οι αποφάσεις της. Εδώ όμως δεν πρόκειται για ένα ζήτημα σαν την πληρωμή φόρων προς το κράτος, για το οποίο ο Χριστός απάντησε «απόδοτε τα του Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ», αλλά για κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ανθρωπολογία και την ηθική του χριστιανισμού. Σε τέτοιες περιπτώσεις ισχύει το «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (πρέπει να πειθαρχούμε στον Θεό μάλλον, παρά στους ανθρώπους) (Πράξ. 5,29), όπως είπαν οι απόστολοι, αρνούμενοι να συμμορφωθούν προς τη διαταγή των ιουδαϊκών αρχών να μη διδάσκουν για το όνομα του Χριστού. Παρόμοια υπήρξε η στάση του Ιωάννη του Βαπτιστή, ο οποίος κατήγγειλε τον παράνομο (με βάση τη διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης) γάμο της Ηρωδιάδος, έστω κι αν αυτό τον οδήγησε τελικά στη φυλακή και τον αποκεφαλισμό (Ματθ. 14,1 εξ. / Μάρκ. 6,14 εξ.). Δεν μπορεί η Εκκλησία να σιωπά ή να υποτάσσεται σε «εντάλματα ανθρώπων» (Ματθ. 15,9) αντίθετα προς τις εντολές του Θεού. Θα σταθούμε λίγο σε αυτό το εδάφιο (Ματθ. 15,1 εξ.), στο οποίο αναφέρεται ότι οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι ακύρωσαν την εντολή «τίμα τον πατέρα και τη μητέρα» διδάσκοντας «εντάλματα ανθρώπων», γιατί διαβάσαμε σε δημοσίευμα ιερωμένου καί καθηγητή Θεολογίας (!), με αναφορά στο ζήτημα του γάμου των ομοφυλόφιλων, πως, όταν ο Θεός «μιλάει» στο βιβλίο της Γένεσης, αυτά τα λόγια ανήκουν στον συγγραφέα της Πεντατεύχου και όχι στον άφατο, αόρατο και υπερβατικό Θεό, και ότι αυτό είναι η βάση και η ουσία της ερμηνευτικής. Δηλαδή τι; Πρόκειται για ανθρώπινες ιδεολογίες, τις οποίες μπορεί ο καθένας να αναθεωρεί ή να ερμηνεύει κατά το δοκούν και όπως τον βολεύει σε κάθε περίσταση; Ή μήπως με το να εκφέρεται με ανθρώπινα λόγια ο θείος νόμος παύει να προέρχεται από τον άφατο, αόρατο και υπερβατικό Θεό; Κι αν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, προς τι η επισήμανση; Ο Χριστός πάντως, κατηγορώντας τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους για παράβαση της εντολής «τίμα τον πατέρα και την μητέρα», τους είπε ότι παραβαίνουν «την εντολήν του Θεού» και όχι την εντολή του Μωυσή (Ματθ. 15,1 εξ.). Ή μήπως και τα λόγια του Χριστού δεν ανήκουν στον άφατο, αόρατο και υπερβατικό Θεό, οπότε μπορούμε να υποβαθμίζουμε τη σημασία τους; Παρεμπιπτόντως, επειδή κάποιοι επικαλούνται ότι ο Χριστός δεν ανέφερε τίποτα για την ομοφυλοφιλία, ας σημειωθούν τα εξής: Ο Χριστός μπορεί να μην αναφέρθηκε άμεσα στην ομοφυλοφιλία, αναφέρθηκε όμως έμμεσα και με σαφήνεια, όταν συμβούλευσε να μνημονεύεται το πάθημα της γυναίκας του Λωτ (Λουκ. 17,32-33), όταν προειδοποίησε ότι η Δευτέρα Παρουσία θα αιφνιδιάσει πολλούς ανθρώπους, όπως αιφνιδίασε τους Σοδομίτες η βροχή πυρός και θείου από τον ουρανό (Λουκ. 17,28-30), και όταν έκανε σύγκριση της τιμωρίας των Σοδόμων με την τιμωρία που θα υποστεί η Καπερναούμ (Ματθ. 11,23-24) και όποια άλλη πόλη δεν δέχτηκε το κήρυγμα των αποστόλων (Ματθ. 10,15. Πρβλ. Λουκ. 10,12 εξ.). Δεν χρειάστηκε να προσδιορίσει τα αμαρτήματα των Σοδομιτών, γιατί αυτά ήταν ήδη γνωστά από την Παλαιά Διαθήκη. Σημειωτέο εξάλλου ότι σε εδάφια της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης υπάρχουν σαφείς αρνητικές αναφορές για την ομοφυλοφιλία, όπως είναι γνωστό. Κι ενώ αυτά δεν φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη αξία, κατά το προαναφερθέν δημοσίευμα, αφού πρόκειται για λόγια των συγγραφέων των βιβλίων της Αγίας Γραφής και όχι του ίδιου του Θεού, ο νόμος της Πολιτείας (που αυτός κι αν είναι ανθρώπινος), κατά το ίδιο άρθρο, «δεν επιδέχεται κριτική, ακόμη και εκ μέρους της Εκκλησίας». Τέτοια αποθέωση του Καισαροπαπισμού από την πλευρά ανθρώπων της Εκκλησίας, ούτε ο ίδιος ο Καίσαρας δεν θα μπορούσε να φανταστεί! Στο ίδιο κείμενο ωστόσο ασκείται κριτική στους νόμους της Ρωσίας και της Γεωργίας, που εξακολουθούν να είναι αντίθετοι στις επιδιώξεις της κοινότητας των ΛΟΑΤΚΙ. Δύο μέτρα και δύο σταθμά. Και κάπου εδώ αποκαλύπτεται ο πραγματικός λόγος της ψήφισης του επίμαχου νομοσχεδίου. Το ομολόγησε άλλωστε και ένας προβεβλημένος πολιτικός παράγοντας, αναφερόμενος στη γεωστρατηγική σημασία της ψηφοφορίας, δεδομένου ότι η Ρωσία είναι αντίθετη σε αυτά τα ζητήματα. Όλα λοιπόν έγιναν, επειδή το απαίτησε από τους υποτελείς του ο Καίσαρας των ημερών μας. Εφόσον όμως υποκύψαμε σε μία τέτοια απαίτηση και δώσαμε και τα του Θεού τω Καίσαρι, θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι, τουλάχιστον αυτή τη φορά, δεν είμαστε στη «σωστή πλευρά της ιστορίας». Στη σωστή πλευρά της ιστορίας είναι οι ομολογητές και οι μάρτυρες που δεν προσέφεραν θυσία στα είδωλα, όταν το απαιτούσαν με διατάγματα οι αυτοκράτορες, αλλά θυσίασαν ακόμα και τη ζωή τους, για να μην προδώσουν τον Χριστό. Αντίθετα, όσοι λύγισαν και θυσίασαν στα είδωλα έμειναν στην ιστορία γνωστοί ως «πεπτωκότες» (lapsi), στους οποίους αντιστοιχούν σήμερα αυτοί που υπέκυψαν στους εκβιασμούς προσφέροντας υπηρεσίες στα σύγχρονα είδωλα του «δικαιωματισμού» και της ανηθικότητας (αν βέβαια πρόκειται για χριστιανούς). Όσο για την απαίτηση (του συντάκτη του εν λόγω άρθρου, καθώς και άλλων) να σταθεί η Εκκλησία δίπλα στους «πλέον περιθωριοποιημένους και εξοστρακισμένους» (δηλαδή τους ομοφυλόφιλους), αυτό προϋποθέτει την παραδοχή του σφάλματος εκ μέρους τους, ώστε να μπορέσει η Εκκλησία να το αντιμετωπίσει ποιμαντικά. Όταν όμως η αμαρτία νομιμοποιείται ξεδιάντροπα, για τι είδους συμπαράσταση μιλάμε; Να δεχτεί η Εκκλησία ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα; Δεν αγαπάς τον αμαρτωλό, όταν τον σπρώχνεις πιο βαθιά στην αμαρτία κάνοντας το μαύρο άσπρο, για να μην τον στενοχωρήσεις, αλλά όταν του επισημαίνεις ότι βρίσκεται σε λάθος δρόμο και προσπαθείς να τον βγάλεις από αυτόν. Η αγάπη «ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία» (Α΄ Κορ. 13,6).

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος Δραγάσης & οι ιστορικοί της αλώσεως

Το 1448 ο Ιωάννης πεθαίνει, άκληρος ων. Έτσι στον βυζαντινό θρόνο ανήλθε τον Ιανουάριο του 1449 ο αδελφός του Κωνσταντίνος. Περιττό να αναφέρουμε την οικτρή οικονομική, στρατιωτική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε στην Πόλη-Κράτος του Βυζαντίου-Κωνσταντινουπόλεως. Στον Κωνσταντίνο εμφανίστηκε ο Ούγγρος μηχανικός Ουρβανός έχοντας να του παρουσιάσει την καινούργια του εφεύρεση, την Μπομπάρδα ή κανόνι. Επειδή ο Κωνσταντίνος δεν διέθετε χρήματα για να το αγοράσει ο Ουρβανός στράφηκε στους Οθωμανούς. Το 1451 ανεβαίνει στον θρόνο ο γιος του Μουράτ Β’ ο Μεχμέτ Β’, ο οποίος είχε βάλει ως στόχο την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως. Αυτός δέχθηκε τον Ουρβανό και επένδυσε στην ανακάλυψή του, η οποία απεδείχθη πολύ χρήσιμη στην πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως. Εν τωι μεταξύ στην Κωνσταντινούπολη επικρατούσε κοινωνικό χάος που επέτειναν οι αψιμαχίες των Ενωτικών με τους Ανθενωτικούς. Οι δεύτεροι ήταν πολύ περισσότεροι και είχαν με το μέρος τους τον απλό κόσμο, τον κατώτερο κλήρο και τα μοναστήρια. Τον Δεκέμβριο του 1452 έφθασε στην Κωνσταντινούπολη ο Καρδινάλιος Ισίδωρος, απεσταλμένος του Πάπα, για να κανονίσει την Εκκλησιαστική ένωση. Στις 12 Δεκεμβρίου ετελέσθη Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία σύμφωνα με το τυπικό της Εκκλησίας τη Ρώμης. Η αντίδραση ήταν τεράστια και η Αγία Σοφία έκλεισε μέχρι την παραμονή της 29ης Μαΐου του 1453. Την υπεράσπιση της Πόλεως που βρέθηκε υπό πολιορκία από τις 6 Απριλίου ανέλαβαν ολιγάριθμοι μαχητές βυζαντινοί και Γενουάτες, υπό τον Ιωάννη Ιουστινιάνη. Τελικά τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου του 1453 οι Οθωμανοί εισέρχονται στην Κωνσταντινούπολη και την καταλαμβάνουν. Έτσι καταλύεται η Βυζαντινή αυτοκρατορία, η οποία τους τελευταίους δύο αιώνες ήταν σκιά του εαυτού της άλλοτε οικουμενικής αυτοκρατορίας που εγκαθίδρυσε ο Μεγάλος Κωνσταντίνος.Το 1456 αι Αθήναι κυριεύονται παρά των Οθωμανών Το 1460 καταλύεται το Δεσποτάτο του Μυστρά Το 1461 καταλύεται η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντος Για την άλωση της Βασιλευούσης αντλούμε πληροφορίες, κατά βάσιν, από τους ιστορικούς της αλώσεως. Αυτοί είναι: ο Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής, ο Μιχαήλ Δούκας, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης και ο Μιχαήλ Κριτόβουλος. Ως απόδοση φόρου τιμής στον τελευταίο αυτοκράτορα αλλά για την ιστορική μνήμη παραθέτουμε κάποια μικρά αποσπάσματα από τα έργα τους. Γεώργιος Φραντζής Ο Γεώργιος Φραντζής ήταν βυζαντινός αξιωματούχος. Βίωσε την άλωση όντας αυτόπτης μάρτυς. Συνέγραψε το “ Χρονικό της Αλώσεως”. “Ο δε Βασιλεύς εν τωι πανσέπτωι ναώι της του Θεού Λόγου Σοφίας ελθών και προσευξάμενος μετά κλαυθμού τα άχραντα και θεία μυστήρια μετέλαβεν. Ομοίως και έτεροι πολλοί τηι αυτήι νυκτί εποίησαν. […] Και αναβάς εφ’ ίππου εξήλθομεν των ανακτόρων περιερχόμενοι τα τείχη, ίνα του φύλακας διαγείρομεν προς το φυλάττειν αγρύπνως. Ο δε τον ίππον κεντήσας δραμών έφθασεν ένθα το πλήθος των ασεβών ήρχετο, και ώσπερ ο Σαμψών επί τους αλλοφύλους εποίει, και τους ασεβείς εν τηι πρώτηι συμπλοκήι εκ των τειχών απεκρήμνισεν, ως ιδείν θαύμα ξένον τους εντυχόντας και βλέποντας. Βρυχώμενος ως λέων και την ρομφαίαν εσπασμένην έχων εν τηι δεξιάι πολλούς των πολεμίων απέσφαξε` και το αίμα ποταμηδόν εκ των ποδών και των χειρών αυτού έρρεε.” Μιχαήλ Δούκας Ο Μιχαήλ Δούκας εργάστηκε ως πρεσβευτής των Γατελούζων στη Λέσβο. Συνέγραψε το έργο “Ιστορίαι”. Έζησε τον 15ο. Ο Κωνσταντίνος στέλνει πρέσβεις στον Μεχμέτ Β’ να του πει ν’ αποσυρθεί και να συνάψουν ειρήνη. Ο Μεχμέτ αρνείται και αντιπροτείνει να τον αφήσει να φύγει με το στρατό του για την Πελοπόνησσο, μα ο Κωνσταντίνος δε δέχεται γιατί δε θέλει να ζήσει μία ζωή στην ντροπή: “Τότε δε τοσούτον εώρα, και τόσον στρατόν αναρίθμητον, και στόλον βαρύν, και πλατείαν οδόν, απεγνώκει, απήλπισε, και στείλας πρέσβεις εδέετο του τυράννου ίνα όσον βούλεται τέλος κατ’ έτος, και υπέρ την δύναμιν, και άλλα ζητήματα μόνον αναχωρήσαι των εκεί, δούναι και ειρήνην ασπάσαθαι. Ο δε τύραννος είπεν: Ουκ έστι δυνατόν αναχωρήσαι με` ή την πόλιν λαμβάνω, ή η πόλις λαμβάνει με ή ζώντα ή τεθνεώτα. Ει μεν βούλει του αναχωρήσαι ταύτης, μετ’ ειρήνης δίδωμι σοι την Πελοπόννησον` και αυτοίς τοις σοις αδελφοίς δώσω ετέρας επαρχίας, και εσόμεθα φίλοι. Εί δε ου παραχωρήσεις μοι την είσοδον ειρηνικώς, και διά μάχης εισέλθω, πάντας τους μεγιστάνους σου συν σοι πατάξω ρομφαία και τον λοιπόν άπαντα λαόν τωο βουλωμένωι παντί τωι ημετέρωι στρατώι χορηγήσω παιδεύσαι, καμοί η πόλις αρκεί μοι κενή. Ταύτα ο Βασιλεύς ακούσας, και μηδ’ οπωσούν εν τωι νωι βάλλων` ου γαρ ην δυνατόν παραδοθήναι την πόλιν τοις Τούρκοις εκ των χειρών των Ρωμαίων. Ει γαρ είχε τούτο γενέσθαι, ποίαν οδόν, ή ποίον τόπον, ή πόλιν είχον μετοικήσαι Χριστιανών του μη καταπτύειν, και ονειδίζειν, και σφακελίζειν τους Ρωμαίους; Ουχί μόνον Χριστιανοί, αλλά και αυτοί Τούρκοι και Εβραίοι είχον εξουθενείν αυτούς.“ Λαόνικος Χαλκοκονδύλης Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης κατήγετο από την αθηναϊκή αρχοντική οικογένεια των Χαλκοκονδύληδων. Έζησε τον 15ο και συνέγραψε το έργο “Αποδείξεις Ιστοριών” σε δέκα βιβλία. “Μετὰ δὲ ταῦτα, ὡς ἐδόκει αὐτῷ προσβαλεῖν, ἔπεμπεν ἐς τὸ στρατόπεδον περὶ ἀγγέλλων, ὡς ἕωθεν ἔσοιτο ἡ προσβολή, καὶ προηγόρευε δῶρα τῷ ἀριστεύοντι· τῷ μὴ μαχομένῳ δὲ θάνατος ἐπέκειτο ἡ ζημία. … τά τε κύμβαλα ἐσημαίνετο, καὶ οἱ αὐληταὶ καὶ οἱ σαλπιγκταὶ ἐσήμαινον, ἕωθεν προσέβαλε, καὶ ἁπανταχῇ τῆς πόλεως καθίσταντο ἐς μάχην οἱ βάρβαροι, καὶ προσβαλόντες ἐμάχοντο ἰσχυρῶς. κατὰ μὲν τὸ ἐς λιμένα τεῖχος ἠμύνοντο οἱ Ἕλληνες κράτιστα, καὶ ἐξεώσαντο τοὺς Τούρκους, καί πῃ κατὰ <τὰς> κλίμακας ἀναβάντων κεφαλὰς ἀπηνέγκαντο κρατύνοντες τὰ τείχη, ᾗ δ̉ αὐτὸς προσέβαλε βασιλεύς, οἱ νεήλυδες ἐπεισπεσόντες ἐβιάζοντο τοὺς ὁπλίτας τῶν Ἰανυΐων.” Μιχαήλ Κριτόβουλος Ο Μιχαήλ Κριτόβουλος κατήγετο από την Ίμβρο, έζησε τον 15ο και συνέγραψε το έργο “Ξυγγραφή Ιστοριών” ή γνωστό και με τον τίτλο: “Η ζωή του Μεχμέτ του Β’”. Στηρίχθηκε σε προφορικές και έμμεσες μαρτυρίες. Το έργο του διέπεται από τουρκοφιλία. “Μεχέμετις δὲ ὁ βασιλεὺς κατανοήσας τό τε σταύρωμα καὶ τὸ ἄλλο κατερριμμένον τοῦ τείχους κενὸν ἀνδρῶν καὶ τῶν προμαχομένων ἔρημον (ἐγγὺς γάρ που ἐτύγχανεν ὢν ἀγωνιζόμενος) τούς τε ἄνδρας ὑπεξιόντας λαθραίως τούς τε ὄντας ἀσθενῶς δι΄ ὀλιγότητα μαχομένους καὶ γνοὺς ἐκ τούτων τόν τε δρασμὸν τῶν ἀνδρῶν καὶ τὴν τοῦ τείχους ἀπόλειψιν, μέγα βοήσας εὐθύς˙, ”ἔχομεν”, εἶπεν, “ὦ φίλοι, τὴν πόλιν, ἔχομεν ἤδη. φεύγουσιν οἱ ἄνδρες ἡμᾶς. οὐκέτι παραμένειν ἀνέχονται. γυμνὸν τῶν προμαχομένων | τὸ τεῖχος. ὀλίγου πόνου τὸ ἔργον καὶ ἡ πόλις ἑάλω. Μὴ μαλακισθῆτε οὖν, ἀλλὰ χωρεῖτε πρὸς τὸ ἔργον εὐψύχως καὶ γίνεσθε ἄνδρες ἀγαθοὶ κἀγὼ μεθ΄ ὑμῶν.” ταῦτα εἰπὼν ἡγεῖτο πρῶτος αὐτός. οἱ δὲ ἀλαλάξαντες δρόμῳ καὶ βοῆ φρικαλέᾳ προλαβόντες τὸν βασιλέα χωροῦσιν ἐπὶ τὸ σταύρωμα καὶ μάχης ἰσχυρᾶς γενομένης ἐφ΄ ἱκανὸν τρέπονται τοὺς ταύτῃ Ῥωμαίους καὶ βιαίως ἐπιβαίνουσι τοῦ σταυρώματος˙ καὶ οὕτω τοὺς μὲν αὐτῶν ῥιπτοῦσι κατὰ τοῦ χάρακος τοῦ μεγάλου τείχους καὶ τοῦ σταυρώματος βαθέος ὄντος καὶ δυσδιεξιτήτου καὶ κατασφάττουσι πάντας αὐτοῦ, τοὺς δὲ ὠθοῦσι διὰ τῆς πυλίδος Ἰουστίνου, ἣν οὗτος ἀνέῳξεν ἐν τῶ μεγάλῳ τείχει, ἵνα προχείρως ἔχῃ διαβαίνειν ἐπὶ τὸ σταύρωμα.”

Ο πατέρας Αντώνιος Φραγκάκης συνομιλεί με τον μοναχό Ιερόθεο για την αγία γερόντισσα Γαλακτία!

Χρύσανθος Μαρουλάκης (1926-1944)Ο ἐθνομάρτυρας Ἡγούμενος τοῦ Πανορμίτη

Χρύσανθος Μαρουλάκης (1926-1944) Πρόκειται γιά τόν ἐθνομάρτυρα Ἡγούμενο τοῦ Πανορμίτη, πού ἐκτελέστηκε ἄγρια ἀπό τούς Ἰταλούς κατακτητές τόν Φεβρουάριο τοῦ 1944. Καταγόταν ἀπό τά Καλαβάρδα τῆς Ρόδου καί ὑπηρετοῦσε στήν Μονή ἀπό τά νεανικά του χρόνια. Ὑπῆρξε γενναιόφρων, διαπνεόμενος ἀπό ἁγνό πατριωτικό φρόνημα πού δέν ἐκάμπτετο οὐδέποτε. Πρωταγωνίστησε στήν ἐνδοξότερη θυσιαστική προσφορά τῆς Μονῆς, πού ἔλαβε χώρα τήν ἐποχή τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, ὅταν αὐτή κατέστη μέ τίς ἐπαναστατικές του ἐνέργειες, κέντρο τῆς συμμαχικῆς ἀντικατασκοπείας. Συγκεκριμένα ἀπό τό 1943 στούς χώρους της λειτουργοῦσε ἀσύρματος μέ τήν ἀμέριστη συμπαράστασή του. Τό ἀντίτιμο αὐτῆς τῆς ἐπαναστατικῆς δράσεως, ὅταν τούτη ἔγινε ἀντιληπτή στόν ἐχθρό, ἦταν ἡ ἐκτέλεση τοῦ ἰδίου τοῦ Ἡγουμένου, τοῦ Ἕλληνα στρατιώτη-ἀσυρματιστῆ Φλώρου Ζουγανέλη, καθώς ἐπίσης καί τοῦ οἰκονόμου τῆς Μονῆς Μιχαήλ Λάμπρου, τόν Φεβρουάριο τοῦ 1944. Τά δραματικά ἐκεῖνα γεγονότα, κατεγράφησαν λεπτομερῶς ἀργότερα καί δημοσιεύθηκαν σέ συνέχειες στά «Συμαϊκά Νέα» τοῦ 1966. Ἀπό τίς μαρτυρίες τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, πού ἔζησαν δίπλα στούς πρωταγωνιστές καί βίωσαν λεπτό πρός λεπτό τήν κορύφωση τοῦ δράματος, παραθέτουμε τήν ἔνδοξη καί ἡρωϊκή ἱστορία, πού σημάδεψε τήν νεότερη ἱστορία τῆς Μονῆς καί τῆς Σύμης: Τό ὅλο σχέδιο εἶχε καταστρωθεῖ ἀπό τήν συμμαχική Ὑπηρεσία τῆς «Ἀπλοθήκας» (περιοχή τῆς Μ. Ἀσίας, ἀπέναντι ἀπό τήν Σύμη), ἡ ὁποία ὀργάνωσε στό Νησί κατασκοπευτική ὁμάδα, μέ 00122 ἀπώτερο σκοπό τήν ἐγκατάσταση στρατιωτικῆς Δυνάμεως, πού θά ἔκανε κρούσεις στούς κατακτητές. Στήν ὁμάδα αὐτή ἀνῆκαν οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἀντώνιος Ἀγγελίδης, Ἀνδρέας Μοσχόβης, οἱ ὁποῖοι στήν συνέχεια ἐκτελέστηκαν, καθώς καί ὁ Ἡγούμενος Χρύσανθος Μαρουλάκης, ὁ Ἐργομηχανικός Γεώργιος Χατζησταυριός, μέ τόν Μιχαήλ Λάμπρου ὑπάλληλοι τοῦ Μοναστηριοῦ, καί ὁ ἀσυρματιστής Λοχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ Φλῶρος Ζουγανέλης, ἀπό τήν Μύκονο. Ὁ Ζουγανέλης, ἦταν ἀνεψιός τοῦ Ἡγουμένου τῆς Παναγίας «Τουρλιανῆς» τῆς Μυκόνου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε φλογερός Δάσκαλός του, πού τόν ἔμαθε νά ἀγαπᾶ τήν Ἑλλάδα καί νά πεθαίνει γι’ αὐτήν. Στήν Ἀπλοθήκα ἦρθε μέ τήν 133η Δύναμη τό Μάϊο τοῦ 1943, ἀπό τήν Μέση Ἀνατολή, ὅπου ὑπηρετοῦσε ὡς χειριστής ἀσυρμάτου γιά εἰδικές ἐπιχειρήσεις σέ ἐχθρικό ἔδαφος. Στόν Πανορμίτη ἀποβιβάστηκε τήν 10η Ὀκτωβρίου ἐκείνου τοῦ ἔτους, καί ἐμφανίστηκε ὡς ἀνηψιός τοῦ Χρυσάνθου καί ὑποψήφιος Μοναχός, ταμένος ἀπ’ τήν Μάνα του στόν Ἀρχάγγελο τῆς Σύμης. Ἐκεῖ ἐγκατέστησε σταθμό ἀσυρμάτου γιά ἐπικοινωνία μέ τήν Ἀπλοθήκα καί τό Στρατηγεῖο τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Ὑπό τήν ἔμπειρη καθοδήγηση τοῦ Ζουγανέλη, ἡ Μονή μετετράπη σ’ ἕνα ἀξιόλογο κέντρο κατασκοπείας. Ὁ ἀσύρματος εἶχε τοποθετηθεῖ μέ τέχνη ἀπό τόν ἐργομηχανικό Γεώργιο Χατζησταυριό στόν Ἡγουμενικό ὀντᾶ, κάτω ἀπό τήν «ποδιά» τοῦ παραθύρου, πού βλέπει πρός τόν ὅρμο τῆς Φανερωμένης καί ἀπό ᾿κεῖ, λειτουργοῦσε ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς μέρα-νύκτα. Ἀλλά καί ὁ Ἡγούμενος Χρύσανθος, προσέφερε μέ τόν δικό του τρόπο τίς πολύτιμες ὑπηρεσίες του. Οἱ φιλοφρονήσεις ἦταν σέ ἡμερήσια διάταξη καί τά τραπέζια μέ παρακαθήμενους πότε Ἰταλούς καί πότε Γερμανούς, ἔδιναν καί ἔπαιρναν. Πολλοί ἦταν βέβαια ἐκεῖνοι, πού ἀπερίσκεπτα παρεξηγοῦσαν αὐτές τίς κινήσεις του, μή μπορῶντας νά διανοηθοῦν τούς ἀπώτερους σκοπούς καί τά σχέδια τοῦ γενναίου καί φιλοπάτριδος ἱερωμένου. Ὑποτιθέμενος θεῖος καί ἀνεψιός, ἔπαιζαν καλά τόν ρόλο τους. Ἡ πρώτη ἐπιτυχία ἦρθε, ὅταν τό σκάφος τῆς Γερμανικῆς φρουρᾶς ἔφυγε ἀπ’ τόν ὅρμο τῆς Μονῆς στίς ἕξι τά χαράματα γιά περιπολία, καί μετά λίγα λεπτά τῆς ὥρας, ἐξουδετερώθηκε ἀπ’ τό Ἀγγλικό ὑποβρύχιο, πού εἶχε ἀξιοποιήσει στό ἔπακρο τίς σαφεῖς πληροφορίες τοῦ ἀσυρμάτου τοῦ Πανορμίτη. Μιά μέρα ξεκίνησε γιά τό Γιαλό κάτω ἀπό ἄκρα μυστικότητα μιά βάρκα ἑνός ἱταλικοῦ συνδέσμου καί βρέθηκε ἄθελά της καταδιωκόμενη, στά ἀπέναντι παράλια. Ἐν συνεχείᾳ ἡ Ἰταλική φρουρά τῆς Μονῆς, ἐναγωνίως ζητῶντας τήν λύση τοῦ μυστηρίου ἀκολούθησε τά ἴχνη, μέχρι πού ἀπροσανατολισμένη ἀποδεκατίστηκε ἀπό τούς Ἐγγλέζους κομμάντος, πού καραδοκοῦσαν Τό περιστατικό αὐτό, ἔγινε ἡ αἰτία νά ὑποψιαστοῦν οἱ κατακτητές ὅτι κάτι συμβαίνει μέ τήν Μονή καί νά ἐνισχύσουν τήν φρουρά της μέ 35 περίπου ἄνδρες, ὑπό τήν ἐποπτεία τοῦ Γερμανοῦ Λοχαγοῦ Μπάγερ, στόν ὁποῖο στρατιωτικά εἶχε ἀνατεθεῖ ἡ Σύμη. Στήν συνέχεια, κατέστρωσαν μιά καλοστημένη παγίδα, γιά νά στοιχειοθετήσουν τίς ὑποψίες τους καί νά φανερωθεῖ ἡ ἀνάμειξη τοῦ Ἡγουμένου σ’ ὅλα τοῦτα. Παρουσιάστηκαν λοιπόν δύο Ἰταλοί φασίστες, ὁ Λοχίας Γιακομίνο καί ὁ στρατιώτης Πάολο, καί ἐπί ἡμέρες πολλές, ἱκέτευαν τόν Χρύσανθο νά τούς δώσει συστατική ἐπιστολή, ἀπευθυνόμενη σέ ἀνθρώπους του στήν Ἀπλοθήκα, προφασιζόμενοι ὅτι λιποτάκτησαν. Μετά ἀπό παρέμβαση κι ἄλλων παραγόντων, φαίνεται ὅτι ἡ ἄδολη καρδιά τοῦ ἱερωμένου κάμφθηκε καί τούς ἐφοδίασε μέ τό χαρτί πού ζητοῦσαν, πέφτοντας στήν παγίδα. Οἱ δύο Ἰταλοί σκηνοθέτησαν ἀμέσως μιά νυκτερινή δραπέτευση μέ ψαροκάϊκο, ἡ ὁποία ὅμως ἀπέτυχε καί αὐτοί ὑποτίθεται συνελήφθησαν. Σκοπίμως διεδόθη, ὅτι κάποια γράμματα πού εἶχαν, πρίν συλληφθοῦν τά πέταξαν στή θάλασσα. Ὁ Ἡγούμενος πρός στιγμήν παραπλανήθηκε. Τό μεσημέρι τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1944 κατά τήν συνήθειά του, καλεῖ τόν Γερμανό ὑποδιοικητῆ τῆς Ἀστυνομίας καί τόν Ἰταλό ἀνθυπολοχαγό Τσέτσι γιά φαγητό στήν Μονή, μέ ἀπώτερο σκοπό νά ἐνισχύσει τήν ἐμπιστοσύνη τους πρός τό πρόσωπό του καί νά συγκεντρώσει χρήσιμες πληροφορίες γιά τούς συμμάχους. Ὁ Γερμανός ἀξιωματικός ἀνταποκρίνεται πρόθυμα στήν πρόσκληση, καί προσποιούμενος τόν βαθύτατα ὑποχρεωμένο στόν Χρύσανθο γιά τίς πάντοτε φιλόξενες διαθέσεις του, μετά τό φαγητό ρωτᾶ σέ τί θά μποροῦσε νά φανεῖ χρήσιμος στόν Γέροντα. Ἐκεῖνος ἔχοντας κατά νοῦ τήν ἀνέχεια καί τήν πεῖνα πού μαστίζει τούς ὑπόδουλους συμπατριῶτες του, καί μή ὑποπτευόμενος τήν παγίδα, σπεύδει νά ἐπωφεληθεῖ τῆς εὐκαιρίας, ζητῶντας 500 ὀκάδες σπόρο πατάτας ἀπό τήν Ρόδο. Ὁ Γερμανός διοικητής τότε, ἀνασύρει μιά κάρτα ἀπό τήν τσέπη του καί τήν προτείνει μαζί μέ τόν στυλό του στόν Ἡγούμενο, γιά νά σημειώσει σ’ αὐτήν τήν ἐπιθυμία του, καθώς καί τό πρόσωπο πού θά μεριμνοῦσε γιά τήν παραλαβή τῆς πατάτας. Πραγματικά· ἐκεῖνος γράφει τά σχετικά μέ τήν παραγγελία, καθώς καί τό ὄνομα τοῦ Ἱερέως τῆς Κρεμαστῆς τῆς Ρόδου Παπά-Βασίλη Παπανικολάου, ὁ ὁποῖος ὡς πρόσωπο ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, θά φρόντιζε γιά τήν παραλαβή καί τήν ἀποστολή τοῦ σπόρου. Ὁ Γερμανός ἀξιωματικός μέ τόν Ἰταλό συνάδελφό του ἔφυγαν μέ προσποιητή χαρά καί πολλές εὐχαριστίες, κατέχοντας δυστυχῶς πλέον τό ἀδιάψευστο τεκμήριο τῆς ἐπιστολῆς, μέ τόν γραφικό χαρακτῆρα τοῦ Χρυσάνθου. Οὔτε μιά ὥρα μετά, τρεῖς στρατιῶτες κατ’ ἐντολήν τους, συλλαμβάνουν τόν Ἡγούμενο, τόν Ζουγανέλη καί τόν Λάμπρου, τούς ὁποίους βρῆκαν νά συνομιλοῦν ἀκόμη στό «Ὑδραϊκό», ὅπου νωρίτερα εἶχαν συμφάγει. Ἀπό τήν πρόχειρη ἀνάκριση δέν προέκυψε κάποιο ἐπιπλέον στοιχεῖο, ἀπό τά ὑπάρχοντα, δηλαδή τίς δύο ἰδιόχειρες ἐπιστολές τοῦ Χρυσάνθου, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη μαρτυρᾶ τήν στενή σχέση πού διατηροῦσε μέ τούς Ἄγγλους τῆς μυστικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἀπλοθήκας, καί ἡ δεύτερη βεβαιώνει τήν αὐθεντικότητα τῆς πρώτης, ταυτίζοντας τόν γραφικό χαρακτῆρα τῶν δύο ἐπιστολῶν. Ὁ Μιχαήλ Λάμπρου μόλις 19 ἐτῶν, πιέζεται καί βασανίζεται γιά νά ὁμολογήσει. Εἶναι ὅμως ὁ μόνος πού δέν γνωρίζει ἀπολύτως τίποτα γιά τήν πραγματική ἰδιότητα τοῦ Ζουγανέλη, γιά τόν ὁποῖο πιστεύει ὅτι πράγματι εἶναι ἀνεψιός τοῦ Χρυσάνθου. Τό πρωΐ τῆς ἑπομένης 11ης Φεβρουαρίου γύρω στίς 08:00, ὑπό συνοδεία 6 Ἰταλῶν στρατιωτῶν μέ ἐπικεφαλῆς τόν λοχία Τσερβίνι, οἱ τρεῖς συλληφθέντες ὁδηγοῦνται πεζῆ ἀπ’ τό ἀνηφορικό μονοπάτι πρός τήν πόλη τῆς Σύμης. Σ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς διαδρομῆς, ὁ Τσερβίνι εἰρωνεύεται τόν Ἡγούμενο καί τόν Ζουγανέλη καί παροτρύνει τούς στρατιῶτες νά τούς χλευάζουν καί νά τούς χτυποῦν μέ τούς ὑποκόπανους τῶν ὅπλων, δίδοντας πρῶτος τό παράδειγμα. Μετά τό ἐκκλησάκι τοῦ Προφήτη Ἠλία, ὁ Ζουγανέλης δέρεται ἀνηλεῶς καί τό πρόσωπό του γεμίζει αἵματα ἀπό τά χτυπήματα τοῦ Τσερβίνι. Στήν κορυφογραμμή τοῦ βουνοῦ στήν περιοχή τοῦ Κουρκουνιώτη, ὁ Ἡγούμενος Χρύσανθος κοντοστέκεται συγκινημένος καί κάνει τόν σταυρό του, ρίχνοντας μιά τελευταία ἀποχαιρετιστήρια ματιά στήν Μονή τῆς μετανοίας του, πρίν αὐτή χαθεῖ ὁριστικά ἀπ’ τά μάτια του. Ἡ σεβάσμια μορφή του οὔτε ἡ ἱερή τούτη στιγμή τῆς καρδιακῆς προσευχῆς του, συγκινοῦν τόν ἀπάνθρωπο φασίστα. Πρίν τελειώσει τούτη τήν στερνή ἱκεσία στόν λατρευτό του Ἀρχάγγελο, ὁ Τσερβίνι μέ μιά ἀπότομη κίνηση τόν ἁρπάζει ἀπ’ τά πυκνά του γένια καί τόν σπρώχνει βάναυσα μπροστά, ξεστομίζοντας παράλληλα βρωμερές καί ἀνομολόγητες ὕβρεις. Ὁ Ζουγανέλης δαγκώνει τά χείλη του. Ὁ ἐξευτελισμός τοῦ Ἡγουμένου, τοῦ κοστίζει περισσότερο ἀπό τόν δικό του. Ἡ ψυχή του πλημμυρισμένη ἀπό ἀγανάκτηση καί μῖσος, ραγίζει ἀπό ἀνέκφραστο πόνο καί τά μάτια του βουρκώνουν. Εἶναι ἀδύνατο νά κρατηθεῖ περισσότερο. Ἡ κατάλληλη εὐκαιρία τοῦ δίνεται λίγα λεπτά μετά. Μόλις φτάνουν στήν Παναγία τήν «Στρατερή» καί καθίζουν γιά νά ξεκουραστοῦν, σέ μιά στιγμή πού ὁ Τσερβίνι προσπαθεῖ μέ τόν ἀναπτῆρα ἑνός στρατιώτη νά ἀνάψει τό τσιγάρο του, ὁ Ζουγανέλης ἐπωφελεῖται τῆς εὐκαιρίας καί μαζί μέ τόν Ἡγούμενο, ὁρμοῦν καταπάνω του μέ σκοπό νά τόν ἀφοπλίσουν. Ἀκολουθεῖ μιά ἡρωϊκή μά ἀπεγνωσμένη πάλη. Σέ μιά στιγμή ὁ Χρύσανθος κατορθώνει νά ἀποσπάσει τό αὐτόματο τοῦ Τσερβίνι, μά ἀλίμονο δέν γνωρίζει πῶς νά ἀπασφαλίσει τό ὅπλο, προκειμένου νά βάλλει ἐναντίον τῶν δεσμωτῶν τους. Ἡ ἄγνοιά του αὐτή, δίνει πολύτιμο χρόνο στούς Ἰταλούς νά καλυφθοῦν καί νά ρίξουν καταπάνω τους δύο χειροβομβίδες, μέ ἀποτέλεσμα τόν σοβαρό τραυματισμό τους. Ἀμέσως μετά ὁ Τσερβίνι, δίνει τό σύνθημα καί τά κορμιά τῶν τριῶν ἡρώων σωριάζονται καταγῆς χιλιοτρυπημένα ἀπό τά ἰταλικά πυροβόλα. Στήν Ἀνατολική πλευρά τῆς Παναγίας τῆς «Στρατερῆς» δίπλα στό Ἱερό, τρεῖς ξύλινοι σταυροί ἔδειχναν ἀργότερα γιά χρόνια, τούς τάφους τῶν ἐθνομαρτύρων. Ἀρκετά χρόνια μετά, τά ὀστᾶ τῶν ἡρώων μεταφέρθηκαν στήν Μονή τοῦ Πανορμίτη, ὅπου τό Μοναστήρι γιά νά τιμήσει τήν ἱερή τους μνήμη, ἔχει ἀνεγείρει ἐπιβλητικό Ἡρῶο στήν προκυμαία του, τό ὁποῖο «μέ δωρική λιτότητα» ἀπεικονίζει σέ ἀνάγλυφο ὀρείχαλκο μεγάλων διαστάσεων, τήν στιγμή τῆς ἐκτελέσεως. Τό ἔργο τοῦτο, φιλοτεχνήθηκε ἀπό τόν σπουδαῖο Συμαῖο γλύπτη, Κώστα Βαλσάμη τό ἔτος 1974. Ἀκόμη, στό χῶρο πού στεγάζεται σήμερα τό Λαογραφικό Μουσεῖο τῆς Μονῆς, μιά μικρή κρύπτη ἀφιερωμένη στούς Τρεῖς ἐκτελεσθέντες, φιλοξενεῖ τόν ἀσύρματο καί ἄλλα ἀντικείμενα τῆς ἐποχῆς τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου, προκειμένου ὁ ἐπισκέπτης-προσκυνητής νά ἀποτίει ὕστατο φόρο τιμῆς σ’ αὐτούς πού ἔπεσαν ἀγωνιζόμενοι γιά τήν ἐπικράτηση τῶν εὐγενεστέρων ἰδανικῶν τῆς ἀνθρωπότητας, τοῦ Δικαίου καί τῆς Ἐλευθερίας. Κατόπιν τά δραματικά τοῦτα γεγονότα, ἐπακολούθησαν γενικές ἔρευνες καί συλλήψεις στή Μονή, μετά τίς ὁποῖες ἀποκαλύφθηκαν πράγματα ἀδιανόητα γιά τόν κοινό νοῦ: Ἡ δεξαμενή τοῦ «Καβαλλάρη» κάτω ἀπ’ τήν μύτη κυριολεκτικά τῶν Ἰταλο-Γερμανῶν, ἔκρυβε ὁλόκληρη ἀποθήκη πυρομαχικῶν. Ὁ τάφος τοῦ Ἱερομονάχου Παϊσίου, ἀποτελοῦσε γιά πολύ καιρό τό χρηματοκιβώτιο τῆς Μονῆς, κρύβοντας μέσα ὁλόκληρη τήν περιουσία της σέ λίρες καί κοσμήματα. Αὐτά λεηλατήθηκαν ἀγρίως ἀπό τούς Ἰταλούς, πού γιά μέρες ἅρπαζαν, κατέστρεφαν καί λαφυραγωγοῦσαν. Τό ἀπαράμιλλο κάλλος τοῦ Πανορμίτη ἀμαυρώθηκε καί γιά κάποιο διάστημα ἔπαυσε νά λειτουργεῖται. Εὐτυχῶς διά τῆς φοβερᾶς προστασίας τοῦ Ταξιάρχου, ἀπεφεύχθησαν ἀνεπανόρθωτες καταστροφές εἰς τό Καθολικό καί τά κειμήλια. Ἡ διάσωσή τῶν κειμηλίων, ὀφείλεται στήν πρόνοια τῆς εὐλαβοῦς τότε Νεωκόρου τῆς Μονῆς Σταματούλας Παπανικολάου ἐκ Κρεμαστῆς Ρόδου, ἡ ὁποία μέ τήν Χάρη καί τό φωτισμό τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἐγκαίρως προέβλεψε τά γινόμενα καί πρό τῆς συλλήψεως τῶν τριῶν ἐκτελεσθέντων ἡρώων, μερίμνησε γιά τήν μεταφορά καί φύλαξή τους σέ ἀσφαλῆ χῶρο.

Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΩΣ ΖΗΛΩΤΙΚΗ ΘΕΟΤΗΤΑ

Η τηλεόραση καθιερώθηκε να βομβαρδίζει ατέλειωτες ώρες και μερόνυχτα τον κοινωνικό μαζικό άνθρωπο με ό,τι χειρότερο συμβαίνει στον κόσμο· και μόνο παρενθετικά, σχεδόν κατ’ εξαίρεση, μπορεί να παρουσιαστεί κάτι διαφορετικό ή ποιοτικό, συζήτηση, ταινία ή ντοκιμαντέρ. Το ποσοστό αυτών των τελευταίων σε σχέση με την καθημερινή σαβούρα είναι ελάχιστο. Η καθημερινή αυτή σαβούρα έχει και συνεργάτη σπουδαίο: τις διαφημίσεις. Οι διαφημίσεις είναι το άλλοθι της σαβούρας. Γιατί μέσα τους αναδύεται ένας γυαλιστερός, λουσάτος κόσμος: είτε πρόκειται για πιάτα, είτε για πλακάκια, είτε βεβαίως για αυτοκίνητα όλα αστράφτουν και επιπλέον έμμεσα ή άμεσα, σαν είδος σάλτσας ή επιδορπίου, προβάλλεται το γυναικείο σώμα ή κομμάτια του (μερικές φορές μάλιστα όχι απλώς έμμεσα ή άμεσα αλλά εξόχως προκλητικά και χυδαία). Το σώμα, όχι η γυναίκα ως ύπαρξη αλλά το σώμα της ως αυτονομημένο είδος προς ερεθισμό των αισθήσεων -και επιβολή του προϊόντος στους χαυνωμένους τηλεθεατές. Έχουμε λοιπόν δύο επίπεδα: από τη μία την καθημερινή σαβούρα, που αποδίδεται με τον όρο «πραγματικότητα», η οποία πρέπει τάχα να παρουσιαστεί σώνει και καλά για ενημέρωση του λαού και από την άλλη τον λουστραρισμένο και αστραφτερό κόσμο της διαφήμισης που με τη σειρά του αποτελεί σαβούρα, αλλά την κρύβει το ρούχο της, το κάλυμμα, το περιτύλιγμα, εν τέλει ο ψευδής ή μάλλον ψευδαισθητικός εικονισμός της: στη διαφήμιση όλα είναι ψεύτικα γιατί όλα είναι στημένα και σκηνοθετημένα. Ένας τέτοιος κόσμος παγιώνει την κατάσταση του εξαρτημένου και μαζικού άνθρωπου. Γιατί ο μαζικός αυτός άνθρωπος παρακολουθώντας τα ΜΜΕ δεν βλέπει πουθενά εικόνες που να τον βγάζουν στο ξέφωτο μιας ποιοτικά ανώτερης ζωής. Είναι περικυκλωμένος διπλά. Από τη μια η ρουτίνα της καθημερινότητας, όπου η πραγματικότητα κινείται μεταξύ εργασιομανίας, νεύρωσης και φυγής, ασφυκτικού ωραρίου και οικονομίας της αγοράς, πλαστών επιθυμιών και καταναλωτισμού-ολοκληρωτισμού. Από την άλλη, η πραγματικότητα των ΜΜΕ όπου τα πράγματα παρουσιάζονται διογκωμένα ή υπερτονισμένα, λόγω ανταγωνισμού και δημιουργίας εντυπώσεων, αλλά και επεξεργασμένα μέσα από ένα δημοσιογραφικό λόγο που κατέχεται από το πανίσχυρο σύνδρομο της λεγόμενης ενημέρωσης ανά λεπτό, ανά ώρα και ανά στιγμή για τα δήθεν τρομερά που συμβαίνουν στον κόσμο. Η ενημέρωση αυτή συνδυάζεται με την φυγοπάθεια της επικαιρότητας, η οποία, προπαντός από τότε που υπάρχει τηλεόραση στην Ελλάδα, δηλαδή επί Δικτατορίας, έχει καταστεί ο βραχνάς του κοινωνικού ανθρώπου: με αυτόν ξυπνάει και με αυτόν κοιμάται. Δεν τίθεται ζήτημα κριτηρίων ή επιλογών. Αυτά είναι ψιλά γράμματα αναγνώσιμα μόνο από δύο-τρεις χιλιάδες Έλληνες. Δεν τίθεται ζήτημα να επιλέξω αυτό ή εκείνο το σημείο της επικαιρότητας. Η επικαιρότητα υπάρχει ολόκληρη με απαιτήσεις ζηλωτικής θεότητας. Θα την υποστούμε ολόκληρη: αυτή βασιλεύει, αυτή διεισδύει εις νεφρούς και καρδίας, αυτή ανασκάβει τα πάντα· ο φακός, ειδικά τελευταία, δεν αφήνει τίποτε στο σκοτάδι! Έτσι άλλωστε φτάνουμε στην κατάργηση της προσωπικής ζωής, με πρότυπο τον «Μεγάλο Αδελφό» (και ό,τι άλλο σχετικό τον διαδέχτηκε και συνεχίζει ακάθεκτο) που οι εκπομπές του μόνο στην Ελλάδα είχαν οχτώ εκατομμύρια τηλεθεατές! Είναι τέτοια η επέλαση της επικαιρότητας στη ζωή των ανθρώπων που δεν έχουν σχεδόν καθόλου χρόνο για το μη επίκαιρο, δηλαδή για τα αληθινά και ουσιαστικά ζητήματα. Οι άνθρωποι νομίζουν στην πλειονότητά τους ότι η πραγματικότητα είναι οι οικονομικοί δείκτες, οι αποφάσεις των πολιτικών και των δημάρχων, τα τρομερά δημόσια έργα, τα μαγειρέματα των επιχειρηματιών, οι συγχωνεύσεις εταιρειών. Αυτό που μένει από τους ίδιους είναι ένα ατομικοποιημένο εγώ προσκολλημένο σα στρείδι στα επίγεια, με ένα συναισθηματισμό νοσηρό, με μια διάθεση άμεσης ικανοποίησης επιθυμιών χωρίς ίχνος τις πιο πολλές φορές πνευματικής αίσθησης κι ας μιλούμε δύο χιλιάδες χρόνια τουλάχιστον για τον άνθρωπο ως πνευματική υπόσταση και για τις διάφορες περιοχές του πνεύματος. Έχουν λησμονήσει ότι αποτελούν προσωπική ύπαρξη, ότι η ζωή τους όταν μείνει εγκλωβισμένη στα εγκόσμια παραδίνεται στην πλήξη και τη νεύρωση. Σωτήρης Γουνελάς (Από το βιβλίο: «Ο αντιχριστιανισμός»)