Ποιὸς ἀγαπάει ἀληθινὰ σήμερα; Βουλγαράκης Ἠλίας
Συνέντευξη μὲ τὸν Καθηγητὴ κ. Ἠλία Βουλγαράκη
ΕΡΩΤΗΣΗ: Πολὺ συχνὰ χρησιμοποιοῦμε τὴ λέξη ἀγάπη στὴν καθημερινή μας ζωή. Τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε;
ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗΣ: Δὲν μπορεῖ κανεὶς ν\’ ἀπαντήσει εὔκολα στὸ ἐρώτημά σας, γιατί δὲν νομίζω ὅτι ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχει ἕνας ἑνιαῖος τρόπος ποὺ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀγάπη. Βλέπουμε συχνὰ νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη μὲ τόσο διαφορετικὰ νοήματα. Ἀπὸ τὸ «κάνω ἀγάπη» ποὺ μπορεῖ νὰ δηλώνει ἀκόμη καὶ μία ἀνέραστη σωματικὴ ἐπαφή, ὥς τὴν ἀγάπη σὰν βαθειὰ κοινωνία ἑνὸς ζευγαριοῦ γερόντων, ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει κίνητρο τὸ συμφέρον, ἔστω κι ἂν δὲν τὸ συνειδητοποιοῦμε, ὥς τὴν ἀγάπη ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση, ἀπὸ τὴν ἀγάπη στὸ Θεὸ γιὰ νὰ εἰσπράξουμε μία ἐλπίζομενη ἀνταπόδοση, ὥς τὴν ἀγάπη ποὺ εἶναι ἕνα καθολικὸ δόσιμο τοῦ ἑαυτοῦ μας σ\’ Αὐτόν, ὑπάρχει τεράστια διαφορά. Συνήθως οἱ ἄνθρωποι συλλογιοῦνται, ζοῦν καὶ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη, βλέποντας μόνο μία της πλευρά, δηλαδὴ μὲ τρόπο ἀποσπασματικό. Ἄλλοτε τὴ βιώνουν ἀρρωστημένα, σὲ μορφὲς ποὺ ἀνήκουν στὴν παθολογία της. Κάποτε, καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ καθόλου σπάνιο, τὴ ζοῦν μέσα στὴν πλήρη ἄρνησή της, ποὺ δὲν εἶναι τὸ μίσος ὅπως συνήθως πιστεύουμε, ἀλλὰ ὁ ἐγωισμός.
ΕΡΩΤ.: Σύμφωνα μὲ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, ποιὰ εἶναι ἡ σωστὴ ἔννοια τῆς ἀγάπης;
ΒΟΥΛ: Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία δέχεται ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι καθολικὸ φαινόμενο, ποὺ δὲν ἀπαντιέται μόνο στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ σ\’ αὐτὰ τὰ ζῶα. Δέχεται ἀκόμη ὅτι ὁλόκληρο τὸ σύμπαν εἶναι δημιουργημένο ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ ὅτι λειτουργεῖ, στὴν πιὸ βαθειά του δομή, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους της. Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ ἄξονας γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο περιστρέφεται ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἀκόμη καὶ τὸ κακό, ὅσο κι ἂν φανεῖ αὐτὸ ποὺ λέγω τολμηρό, ὑπακούει στὸ νόμο τῆς ἀγάπης. Κανεὶς δὲν κάνει τὸ κακὸ χωρὶς νὰ ἀποβλέπει στὸ προσωπικό του καλό, δηλαδὴ ἀπὸ μία κίνηση ἀγάπης γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅσο κι ἂν ἡ ἀγάπη αὐτὴ εἶναι διαστροφή. Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία δέχεται, ὅτι τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς πραγματικῆς καὶ σωστῆς ἀγάπης βρίσκεται στὸ Θεό. Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης τὸ λέγει αὐτό, ὅταν σὲ μία ἐπιστολὴ του γράφει: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶ» (Α\’ Ἰωαν. Δ\’ 8). Ἡ ἴδια ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ Θεοῦ φανερώθηκε καὶ φανερώνεται μὲ πολλοὺς τρόπους. Ὁ πιὸ μεγαλειώδης εἶναι ἡ ἀπόφασή Του νὰ στείλει τὸν Υἱόν του στὴ γῆ, ποὺ γίνεται ἄνθρωπος ὅπως καὶ μεῖς, θυσιάζεται, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ σώσει ὅλους τους ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ἀνεπανάληπτη χειρονομία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκει, ὅτι ἡ ἀγάπη, στὸ πιὸ βαθύ της νόημα, εἶναι μία ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, μία πορεία πρὸς τὸν ἄλλο.
ΕΡΩΤ.: Θὰ λέγαμε, λοιπόν, πὼς ἡ δυσκολία στὴν ἐπικοινωνία μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τὴν αἰσθανόμαστε τόσο ἔντονα, ἔχει σχέση μὲ τὴν ἔλλειψη χριστιανικῆς ἀγάπης;
BΟΥΛ.: Δὲν ἔχω καμμιὰ ἀμφιβολία πάνω σ\’ αὐτό. Ἡ ἔλλειψη ἀγάπης ἤ καλύτερα ἡ διαστροφή της, ποὺ εἶναι ὁ ἐγωισμός, εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κάκου. Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι μία μορφὴ ἀγάπης μὲ ἀνάδρομη κατεύθυνση. Ἀντὶ νὰ πορεύεται πρὸς τὸν ἄλλο, ἀναδιπλώνεται στὸν ἑαυτό της. Ἀντὶ νὰ ὁδηγεῖται σὲ μία ἕνωση μὲ τὸν ἄλλο, καταλήγει στὴ διάστροφη μορφή της, τὴν αὐτοένωση, δηλαδὴ τὴ μόνωση. Ἀντὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ προσφέρεται στὸν ἄλλο γιὰ νὰ χαρεῖ μαζί του τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἐπικοινωνίας, ἐκμεταλλεύεται τὸν ἄλλο γιὰ νὰ φτάσει στὴν πλήρη διάσπαση καὶ στὴ μοναξιά. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι αὐτὴ ἡ μοναξιὰ εἶναι ἡ ἀρρώστια τοῦ αἰώνα μας, τὸ μεγάλο τίμημα ποὺ πληρώνουμε γιατί ἀρνηθήκαμε τὴ χριστιανικὴ ἀγάπη. Κάτι ἐκκλησιαστικὰ κείμενα περιγράφουν τὴν κόλαση σὰν ἕνα τόπο ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ εἶναι μαζί, ἀλλὰ θὰ στέκονται πλάτη μὲ πλάτη, δηλαδὴ δὲν θὰ μποροῦν νὰ κυττάζονται στὸ πρόσωπο, δὲν θὰ μποροῦν νὰ ἐπικοινωνοῦν. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἡ μορφὴ αὐτῆς τῆς κολάσεως δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστη.
ΕΡΩΤ.: Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση μεταξὺ ἀγάπης καὶ εὐτυχίας;
BOΥΛ.: Ἡ καθημερινή μας πείρα μᾶς μιλάει γι\’ αὐτό. Ὅσοι, γιὰ κάποιο λόγο νοιώθουν τὸ ὄμορφο αὐτὸ συναίσθημα, καὶ ἔρχονται ἀρκετὲς στιγμὲς ποὺ σχεδὸν ὅλοι τὸ νοιώθουμε εἴτε στὸν ἀληθινὸ ἔρωτα, εἴτε στὴ μητρότητα, εἴτε στὴν πραγματικὴ φιλία, ξέρουμε ὅτι μᾶς γεμίζει χαρά. Κι εἶναι φυσικὸ αὐτὸ γιατί ὁ ἄνθρωπος στὴν οὐσία του εἶναι πλασμένος νὰ ἐπικοινωνεῖ κι ἡ ἀληθινὴ ἐπικοινωνία γίνεται, ὅπως εἴδαμε, μόνο μὲ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη σοῦ σπάει τὰ δεσμὰ τῆς μοναξιᾶς ὅπου σ\’ ἔκλεισε ὁ ἐγωισμός, σὲ κάνει νὰ λειτουργεῖς καὶ πάλι σωστά, σύμφωνα μὲ τὸν ἀληθινὸ προορισμό σου, σὲ φέρνει σὲ ταυτότητα μὲ τὸν ἀληθινό σου ἑαυτό. Κάθε ὅμως μηχάνημα ἤ κάθε ὄργανο ποὺ λειτουργεῖ σωστὰ καὶ σύμφωνα μὲ τὸν προορισμὸ του εἶναι γαλήνιο. Ἡ γαλήνη αὐτὴ στὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ εὐτυχία. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ προσθέσουμε κάτι ἄλλο. Ὅσο ἡ ἀγάπη αὐτὴ ξεμακραίνει ἀπὸ τὸν ἐγωισμό, ὅσο, δηλαδή, γίνεται πιὸ σωστὴ καὶ πιὸ ἀληθινή, τόσο πιὸ ὁλοκληρωτικὰ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν εὐτυχία.
ΕΡΩΤ.; Μπορεῖτε νὰ μᾶς ἀναφέρετε ἕνα παράδειγμα χριστιανικῆς ἀγάπης;
BOYΛ.: Τὰ παραδείγματα εἶναι ἄφθονα, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν ξέρει κανεὶς πιὸ νὰ πρωτοδιαλέξει. Προτιμῶ, χωρὶς νὰ φύγω ἀπὸ τὸ ἐρώτημά σας, νὰ σᾶς πῶ ὅτι καὶ σ\’ αὐτὴ τὴ χριστιανικὴ ἀγάπη ὑπάρχουν σκαλοπάτια, φέρνω ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴ διδασκαλία ἑνὸς ἁγίου, ποὺ προχώρησε πολὺ στὴν ἀγάπη. Ξέρω ὅτι τὰ λεγόμενά του πολλοὺς θὰ ξαφνιάσουν, ἄλλους θὰ ἀναστατώσουν κι ἄλλους θὰ ἐξοργίσουν. Εἶναι ὅμως ταυτόχρονα σίγουρο, ὅτι πολλοὺς ἄλλους θὰ τοὺς ὑποψιάσουν, τὸ λιγότερο, γιὰ τὸ πόσο μακριὰ μπορεῖ νὰ φτάσει κανεὶς μὲ τὴν ἀγάπη. Λέγει. λοιπόν, ὁ ἅγιος Δωρόθεος γιὰ τὶς διαφορετικὲς περιπτώσεις συμπεριφορᾶς μὲ ἀγάπη ἀπέναντι σὲ μία προσβολή, ποὺ γίνεται σ\’ ἕναν ἄνθρωπο. Ὁ πρῶτος δὲν θέλει νὰ ἀντιμιλήσει, ἀλλὰ ἡ συνήθεια τὸν παρασύρει. Ἕνας ἄλλος μὲ περισσότερη ἀγάπη ἀγωνίζεται νὰ μὴν πεῖ τίποτε, ἀλλὰ στενοχωριέται γιὰ τὴν προσβολή. Ἄλλος πιὸ τέλειος δὲν στενοχωριέται γιὰ τὴν προσβολὴ ἀλλὰ γιατί δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ὑποφέρει. Ἄλλος πάλι δὲν προσέχει τὴν προσβολή, ἀλλὰ λυπᾶται γιὰ τὴν ταραχὴ τοῦ ἄλλου. Τέλος ἕνας ἀκόμη πιὸ προχωρημένος στὴν ἀγάπη ἀναζητεῖ νὰ βρεῖ μέσα του τὸ ποσοστὸ τῆς εὐθύνης του γιὰ τὴν ταραχὴ ποὺ δοκιμάζει αὐτὸς ποὺ τὸν πρόσβαλε.
ΕΡΩΤ.: Κι ὅμως πολλὲς φορὲς ἀκοῦμε νὰ λένε ὅτι ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη εἶναι μία ἀδυναμία.
BOYΛ: Τὸ ἔχω κι ἐγὼ ἀκουστά, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ. Εἶναι δυνατὸ νὰ χαρακτηρίζουμε ὡς ἀδυναμία τὴ σωστὴ λειτουργία ἑνὸς ὀργάνου; Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀδυναμία τὸ νὰ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος σύμφωνα μὲ τὸν προορισμό του. Ἀντίθετα, ἀδυναμία εἶναι ἡ δυσλειτουργία, μὲ ἄλλα λόγια τὸ ἄγχος, ποὺ φέρνει μὲ τὴ σειρὰ του τὰ δῶρα τοῦ σημερινοῦ μας ἀνέραστου πολιτισμοῦ, δηλαδὴ τὶς ψυχώσεις καὶ τὶς νευρώσεις. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ δὲν εἶναι τὸ θύμα. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη δὲν εἶναι μία συνεχὴς ὑποχώρηση. Ἡ ἀγάπη εἶναι μία βαθειὰ δύναμη, ποὺ πηγάζει ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ ἰσορροπία. Ἡ δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης σοῦ διώχνει τὸ φόβο ἀπὸ τὴ ζωή σου. Ἔχεις δεῖ κανένα νὰ φοβᾶται αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ; Ἡ ἀγάπη σου δίνει ἀκόμα μία εὐεργετικὴ ὑπεροχή. Αὐτὸ σὲ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν εὐθιξία, ποὺ εἶναι τόσο συνηθισμένο φαινόμενο στοὺς ἀδύνατους.
ΕΡΩΤ.: Θὰ λέγαμε ὅτι τὸ συναίσθημα τῆς ἀγάπης ἐκφράζεται εὐκολώτερα καὶ πιὸ ὁλοκληρωμένα στὸν ἔρωτα;
ΒΟΥΛ.: Ὅσο κι ἂν μπορεῖ νὰ σᾶς ξαφνιάσει αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ, εἶναι πάντως ἀλήθεια ὅτι στὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων χρησιμοποιεῖται πολὺ συχνὰ ἡ λέξη ἔρωτας ἀντὶ γιὰ τὴ λέξη ἀγάπη. Ἕνας μεγάλος ἀσκητής, ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας, ἔφτασε νὰ πεῖ (καὶ δὲν εἶναι μόνο αὐτὸς ποὺ τὸ εἶπε), ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη στὸ Θεὸ πρέπει νὰ μοιάζει μὲ τὴν μανιασμένη ἀγάπη τοῦ ἐραστῆ γιὰ τὴν ἐρωμένη του. Ταυτόχρονα, ὅμως οἱ ἴδιοι συγγραφεῖς διακρίνουν τὸν ἔρωτα ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Ὁ ἔρωτας ἀναφέρεται καὶ ἀφορᾶ δύο πρόσωπα, ἐνῶ ἡ ἀγάπη εἶναι κάτι πολὺ πιὸ γενικό. Ἄν, συνήθως, χρησιμοποιοῦμε τὸν ἔρωτα γιὰ νὰ πάρουμε μία εἰκόνα τῆς ἀγάπης, εἶναι ἐξίσου ἀλήθεια, ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι στὴν οὐσία του κάτι τὸ πιὸ μερικὸ ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ὄχι μόνο σὲ ἔκταση, ἀλλὰ καὶ σὲ ποιότητα. Πολλὲς φορὲς στὸν ἔρωτα ἀγαπᾶμε ἀποσπασματικά. Ὁ ἔρωτας δὲν μπορεῖ νὰ καλύψει ὅλες τὶς περιπτώσεις ἀγάπης, ὅπως τὸν γεμάτο ἀμοιβαία ἀφοσίωση δεσμὸ ἑνὸς γεροντικοῦ ζευγαριοῦ, τὴν ἁπαλὴ ἐμπιστοσύνη τοῦ μικροῦ παιδιοῦ στοὺς γονεῖς του, τὴν ὄμορφη σχέση ποὺ δημιουργεῖ ἡ φιλία. Μεγάλο πράγμα ὁ ἔρωτας στὴ στεγνὴ ἀπὸ συναισθήματα ἐποχή μας, δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι μπορεῖ νὰ φτάσει τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ πλάτος τῆς ἀγάπης.
ΕΡΩΤ.: Εἶναι δυνατὸ νὰ λέμε ὅτι ἀγαπᾶμε ἕνα μόνο πρόσωπο καὶ ν\’ ἀδιαφοροῦμε γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους;
BOYΛ.: Τί θὰ λέγατε γιὰ ἕνα γιὸ ποὺ ἀγαπᾶ τὴ μητέρα του ὥστε νὰ μὴν ἔχει μάτια νὰ δεῖ μία κοπέλλα; Δὲν ἔχει ἡ στάση του αὐτὴ κάτι τὸ ἄρρωστο; Τί θὰ λέγατε πάλι γιὰ ἕνα ἀντρόγυνο, ποὺ τόσο πολὺ ἀγαπιέται, ὥστε νὰ ἀρνιέται νὰ γεννήσει παιδιά, μήπως τοὺς πάρουν μέρος ἀπὸ τὴν μεταξύ τους ἀγάπη; Ὅταν ἡ ἀγάπη κλείνεται καὶ δὲν προσφέρεται πιὸ πέρα, χάνει τὴν ὀξυγόνωσή της καὶ μαραζώνει. Εἶναι, κατὰ βάθος, ἕνας ὁμαδικὸς ἐγωισμός, ποὺ δὲν μένει στὸ τέλος δίχως συνέπειες γι\’ αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν ἀγάπη. Ἀκόμα κι αὐτὴ ἡ ἀγάπη στὸ Θεό, ὅταν ἀποκλείει τοὺς ἄλλους, εἶναι ἀπόλυτα ἀπαράδεκτη. Μά, θὰ μοῦ πεῖτε, μπορῶ νὰ ἀγαπῶ ὅλους τους ἀνθρώπους; Κι ἐγώ, μὲ τὴ σειρά μου, θὰ ἔλεγα ὅτι, ὅταν ἕνας μπορέσει νὰ ἀγαπήσει σωστὰ κι ἀληθινὰ ἕναν ἄλλο, ἀνακαλύπτει μέσα του ὅτι, αὐτόματα, ἀγαπάει ὅλον τὸν κόσμο. Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ διαπιστώνουμε ἀκόμα καὶ στὸν ἔρωτα. Ὅταν ἡ ψυχὴ τραγουδάει, τὰ μάτια βλέπουν ὅλο τὸν κόσμο διαφορετικά. Μὲ τὸ νὰ λέμε, ὅμως ὅτι ἀγαπᾶμε ὅλους τους ἀνθρώπους, δὲν σημαίνει πὼς πρέπει νὰ φορτωθοῦμε ἐπάνω μας τὴν εὐθύνη γιὰ ὅλους. Ἀρκεῖ ἀκόμα ἕνα κάποιο χαμόγελο, ἕνας ζεστὸς λόγος, ἕνας πρόσχαρος χαιρετισμός, δύο κουβέντες παρηγοριᾶς, μία διάθεση νὰ δώσουμε λίγη προσοχὴ στὸν ἄλλο, μία προθυμία νὰ τὸν ἀκούσουμε, μία στάση φιλικὴ σὲ στιγμὲς ἐντάσεως καὶ ἐκνευρισμοῦ, λίγη περισσότερη ὑπομονὴ ἡ κατανόηση καὶ τόσα ἄλλα.
ΕΡΩΤ.: Ποῦ ὀφείλεται τὸ ὅτι πολλοὶ ἀπὸ μᾶς δὲν μποροῦν νὰ νοιώσουν αὐτὸ τὸ συναίσθημα;
BOYΛ.: Ἀπὸ ὅσα εἴπαμε πιὸ πάνω, θὰ μποροῦσε νὰ δοθεῖ σὰν ἀπάντηση ὅτι δὲν νοιώθουμε τὴν ἀγάπη, γιατί δουλεύουμε στὸν ἐγωισμό. Ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ εἶναι μία ἁπλὴ μετάθεση τοῦ ἐρωτήματος. Γιατί τότε εἴμαστε ἐγωιστές; Φοβοῦμαι ὅτι, γιὰ τὴν ἔκταση ποὺ ἔχει πάρει ὁ ἐγωισμὸς σήμερα, φταίει κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος, ἡ ἐποχή μας. Ἐνῶ σήμερα ἔχουμε δώσει τόση ἀξία στὸν ἄνθρωπο, στὶς προσωπικές μας σχέσεις, ἔχει μειωθεῖ ἡ πίστη μας σ\’ αὐτόν. Οἱ ἄνθρωποι μᾶς ἀπογοητεύουν. Δὲν τοὺς ἐμπιστευόμαστε. Ἔτσι, κλεινόμαστε ὁλοένα καὶ περισσότερο στὸν ἑαυτό μας. Ἐμπιστευόμαστε ὁλοένα καὶ περισσότερο στὶς δυνάμεις μας. Εἶναι βαρὺς ὁ κλῆρος τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐξαρτᾶ τὰ πάντα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Γιατί, ὅμως, χάσαμε τὴν πίστη μας στὸν ἄνθρωπο; Προσωπικὰ δὲν ἔχω ἀμφιβολία, ὅτι αὐτὸ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι χάσαμε τὴν πίστη μας στὸ Θεό. Σκεφθεῖτε γιὰ λίγο αὐτὸ ποὺ σᾶς λέω. Ἡ ἀπιστία ἤ ἡ ἀμφιβολία βαραίνει πάνω στὴν ὕπαρξή μας. Μᾶς ἀποδυναμώνει τὴν ἐλπίδα. Μᾶς ἀφαιρεῖ τὴ δυνατότητα νὰ χαλαρώσουμε. Εἴμαστε σφιγμένοι. Ἀφοῦ δὲν ἔχουμε κάποιον νὰ ἐνδιαφέρεται γιά μᾶς, αὐτόματα τὸ συναίσθημα τῆς αὐτοσυντηρήσεως μεγαλώνει. Προσπαθοῦμε, στὴν ἀπελπισία μας, νὰ κρατηθοῦμε ἀπ\’ ὅ,τι βροῦμε.
ΕΡΩΤ.: Πῶς μποροῦμε νὰ αἰσθανθοῦμε ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλο; Εἶναι κάτι ποὺ ὑπάρχει ἔμφυτο σὲ ὁρισμένους ἤ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ;
BOYΛ.: Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι προνόμιο ὁρισμένων. Εἶναι κάτι ἔμφυτο στὸν ἄνθρωπο. Ἁπλὴ ἀπόδειξη εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι μας, ἀνεξαιρέτως, ἀπὸ τὴ μία μεριὰ πικραινόμαστε βαθιά, ὅταν δὲν μᾶς ἀγαποῦν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐπιθυμοῦμε ζωηρὰ νὰ μᾶς προσφέρουν ἀγάπη. Ἡ δυσκολία εἶναι νὰ τὴν δείξουμε κι ἐμεῖς. Ἔχω ἀκούσει ἀρκετοὺς νὰ λένε ὅτι «θὰ παντρευτῶ ἀπὸ ἀγάπη κι ὅσο αὐτὴ ὑπάρχει, θὰ κρατήσω τὸ δεσμό μου». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ παίρνουν, δυστυχῶς τὴν ἀγάπη σὰν κάτι δεδομένο, ποὺ ὑπάρχει ἤ δὲν ὑπάρχει, κι ὄχι σὰν κάτι ποὺ σὲ καλεῖ νὰ τὸ φροντίσεις, νὰ τὸ καλλιεργήσεις καὶ νὰ τὸ ἀναπτύξεις. Ἄν, ὅμως, ἡ ἀγάπη ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὴν εὐτυχία μας, καὶ εἴδαμε ὅτι ἔτσι εἶναι, τότε ἀξίζει τὸν κόπο νὰ παλαίψουμε γι\’ αὐτήν. Πρέπει, ὅμως στὴν προσπάθειά μας, νὰ ξεκινήσουμε σωστά. Ὅπως σὲ κάθε ἀγώνα, ἔτσι καὶ σ\’ αὐτὸν χρειάζεται μία τεχνική. Πρέπει πρῶτα ἀπ\’ ὅλα, νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ ἀγάπη μᾶς συμφέρει. Ἀμφιβάλλουμε γι’αὐτό; Ἂς κάνουμε μία δοκιμή. Ἂς χαλαρώσουμε γιὰ λίγο κι ἂς δείξουμε ἀγάπη. Τὶς περισσότερες φορὲς θὰ τὴν εἰσπράξουμε. Θὰ βροῦμε ἀνταπόκριση. Παρατηροῦμε ἔτσι, ὅτι ὁ κόσμος δὲν εἶναι τόσο κακός, ὅσο φανταζόμαστε. Διαπιστώνουμε ὅτι ἔχει ἀκόμα εὐαισθησία. Ἂν συνεχίσουμε τὸ πείραμα θὰ δοῦμε σιγὰ-σιγὰ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀλλάζουν γύρω μας. Στὴν πραγματικότητα, ἔχουμε ἀλλάξει ἐμεῖς. Θέλουμε νὰ προχωρήσουμε πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή; Πρέπει τότε νὰ στρέψουμε τὴν φροντίδα μας μέσα στὸν ἑαυτό μας, γιὰ νὰ καλυτερέψουμε τὴν ποιότητα τῆς ἀγάπης μας. Κι αὐτὸ θὰ γίνεται ὅσο πιὸ πολὺ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν ἐγωισμό. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα χρειάζεται ἡ ἄσκηση. Κι ἄσκηση δύσκολη, ἀλλὰ καὶ εὐχάριστη. Τὸ πόσο θὰ τραβήξει ἡ ἄσκηση αὐτὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ στόχο ποὺ βάζουμε καὶ ἀπὸ τὴν πίστη μας στὴν ἀξία τῆς ἀγάπης. Καὶ στὴν ἄσκησή μας γιὰ τὴν ἀγάπη ἔχουμε Κάποιον, ποὺ εἶναι πρόθυμος νὰ μᾶς βοηθήσει. Εἶναι Αὐτός, ποὺ τὴν ἔζησε στὴν τέλειά της μορφὴ καὶ μᾶς τὴ δίδαξε μὲ τόσους τρόπους, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι τὸ ἀνέβασμά Του πάνω στὸ σταυρό.
Ἡ ὑπομονή (Ἅγιος Τύχων, ἀρχιεπίσκοπος Βορονέζ καί Ζαντόνσκ)
ΣΤΗ ΖΩΗ μας οἱ δοκιμασίες ἐναλλάσσονται μέ τίς χαρές. Ὁ ἄνθρωπος κυοφορεῖται μέ πόνους καί γεννιέται μέ ὠδίνες. Τό κλάμα εἶναι ἡ πρώτη ἐγκόσμια ἐκδήλωση τοῦ νεογνοῦ, πού συνεχίζει τήν ἐπίγεια πορεία του μέ ἱκανοποιήσεις ἀλλά καί μέ ἀπογοητεύσεις, μέ πανηγυρισμούς ἀλλά καί μέ πένθη, μέ ἠρεμία ἀλλά καί μέ ἀναστατώσεις, μέ χορτασμό ἀλλά καί μέ πείνα, μέ εὐτυχία ἀλλά καί μέ δυστυχία. Ἔτσι κυλᾶ ὅλος ὁ ἀνθρώπινος βίος, γιά νά τελειώσει μέ τήν ἀρρώστια, τά γηρατειά καί τόν θάνατο.
Ὁ ἄπιστος ἄνθρωπος καταβάλλεται ἀπό τίς δοκιμασίες. Ἄν, μάλιστα, αὐτές εἶναι πολύ μεγάλες, ἀπελπίζεται καί καμιά φορά φτάνει ὥς τήν αὐτοχειρία. Ὁ πιστός, ὅμως, γνωρίζοντας τήν αἰτία τῶν δοκιμασιῶν ἀλλά καί τήν ὠφέλειά τους −τήν ψυχική καλλιέργεια μέσω τῆς ὑπομονῆς καί τήν κληρονομιά τῆς οὐράνιας βασιλείας−, τίς ἀντιμετωπίζει σωστά καί τίς ἐκμεταλλεύεται σωτήρια, σύμφωνα μέ τίς παραινέσεις τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου: «Νά χαίρεστε, ἀδελφοί μου, ὅταν δοκιμάζεστε ἀπό ποικίλους πειρασμούς· γιατί πρέπει νά ξέρετε ὅτι μέσα ἀπό τή δοκιμασία τῆς πίστεώς σας γεννιέται ἡ ὑπομονή» (Ἰακ. 1:2-3). Καί εἶναι «μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού δέχεται μέ ὑπομονή τίς δοκιμασίες, καθώς, ἄν τίς ὑποστεῖ μέ ἐπιτυχία, θά κερδίσει τό στεφάνι τῆς αἰώνιας ζωῆς» (Ἰακ. 1:12).
Ὁ Κύριος, ἄλλωστε, μᾶς διαβεβαίωσε: «Μέ τήν ὑπομονή σας θά σώσετε τίς ψυχές σας» (Λουκ. 21:19). «Ὅποιος ὑπομένει ὥς τό τέλος, αὐτός θά σωθεῖ» (Ματθ. 10:22). Ὁ Ἴδιος, μάλιστα, μᾶς ἔδωσε κορυφαῖο παράδειγμα ὑπομονῆς καί μακροθυμίας: «Τίς λοιδορίες δέν τίς ἀνταπέδιδε καί, ὅταν ἔπασχε, δέν ἀπειλοῦσε· ἐμπιστευόταν τόν δίκαιο Κριτή» (Α΄ Πέτρ. 2:23). Γι’ αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει νά Τόν μιμηθοῦμε: «Ἀναλογιστεῖτε Αὐτόν πού ὑπέμεινε τόση ἐχθρότητα ἐναντίον Του ἀπό μέρους τῶν ἁμαρτωλῶν, γιά νά μήν ἀποκάμετε καί χάσετε τό θάρρος σας» (Ἑβρ. 12:3). «Νά ὑπομένετε ὅπως ὁ Χριστός» (Β΄ Θεσ. 3:5). «Ἄν ὑπομένουμε, μαζί Του καί θά βασιλεύσουμε» (Β΄ Τιμ. 2:12).
Εὔλογα, λοιπόν, ἀποφαίνεται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὅτι «τίποτα δέν εἶναι ἰσάξιο τῆς ὑπομονῆς. Αὐτή εἶναι ἡ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, τό θεμέλιο τῶν κατορθωμάτων, τό γαλήνιο λιμάνι, ἡ εἰρήνη μέσα στούς πολέμους, ἡ γαλήνη μέσα στή φουρτούνα, ἡ ἀσφάλεια μέσα στίς ἐπιβουλές, ἡ δύναμη πού κάνει τόν ἄνθρωπο πιό στέρεο κι ἀπό διαμάντι».
Ὁ “Χρυσόστομος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας”, ὁ ἅγιος Τύχων ὁ Θαυματουργός (1724-1783), ἀρχιεπίσκοπος Βορονέζ καί Ζαντόνσκ, μᾶς διδάσκει μέσ’ ἀπό τίς ἑπόμενες σελίδες ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή ὑπομονή, πῶς ἀποκτᾶται καί πῶς ἑδραιώνεται στήν ψυχή, ποιά εἶναι ἡ δύναμή της καί ποιοί οἱ καρποί της, μέ ποιά μέσα ἐνισχύεται καί ἀναπτύσσεται. Πιστεύουμε ὅτι οἱ νουθεσίες του θά ὠφελήσουν κάθε φιλόθεο ἀναγνώστη, πού θέλει ν’ ἀκούσει κάποτε τόν Κύριο νά τοῦ λέει: «Ἐπειδή τήρησες τόν λόγο μου κι ἔδειξες ὑπομονή, γι’ αὐτό κι ἐγώ θά σέ διαφυλάξω, ὅταν θά ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ τελικοῦ πειρασμοῦ, πού θ’ ἀποτελέσει τή μεγάλη δοκιμασία γιά τόν κόσμο, γιά ὅλους τούς κατοίκους τῆς γῆς» (Ἀπ. 3:10).
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
Ἡ ὑπομονή
«ΜΕ ΤΗΝ ὑπομονή σας σῶστε τίς ψυχές σας» (Λουκ. 21:19).
«Αὐτό ἑλκύει τή θεία χάρη, τό νά ὑπομένει κανείς δοκιμασίες καί νά πάσχει ἄδικα, ἔχοντας τή συνείδηση ὅτι ἔτσι εὐαρεστεῖται ὁ Θεός. Τί ἀξία θά εἶχε ἄν ὑπομένατε τούς βασανισμούς γιά κάτι κακό πού κάνατε; Ἄν, ὅμως, κάνετε τό καλό καί σᾶς τιμωροῦν, καί παρ’ ὅλα αὐτά δείχνετε ὑπομονή, τότε θά ἔχετε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτό σᾶς κάλεσε ὁ Θεός. Γιατί ὁ Χριστός ὑπέμεινε παθήματα γιά σᾶς, ἀφήνοντάς σας τό ὑπόδειγμα γιά νά βαδίσετε στά δικά Του ἀχνάρια» (Α΄ Πέτρ. 2:19-21).
«Ἔχοντας γύρω μας μιά τόσο μεγάλη στρατιά μαρτύρων, ἄς τινάξουμε ἀπό πάνω μας κάθε φορτίο (βιοτικῶν μεριμνῶν) καί τήν ἁμαρτία, πού εὔκολα μᾶς παρασύρει, καί ἄς τρέχουμε μέ ὑπομονή τό ἀγώνισμα (τοῦ δύσκολου δρόμου) πού ἔχουμε μπροστά μας» (Ἑβρ. 12:1).
Ἡ ζωή μας ἀπό τή γέννηση ὥς τόν θάνατο εἶναι γεμάτη δυσκολίες καί περιπέτειες. Μέ δάκρυα γεννιόμαστε. Μέ στεναγμούς ζοῦμε. Μέ φόβο πεθαίνουμε. Μολονότι νομίζουμε ὅτι πολλοί ἄνθρωποι ζοῦν εὐτυχισμένα, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι δέν ὑπάρχει εὐτυχία πού νά μή διαταράσσεται ἀπό πόνο, βάσανα, ταλαιπωρίες, συμφορές. Τό φάρμακο γιά κάθε λογῆς συμφορά εἶναι ἡ ὑπομονή.
Ὅπως ἡ ἀνδρεία τοῦ πολεμιστῆ δέν ἀποδεικνύεται παρά μόνο τήν ὥρα τῆς μάχης, ἔτσι καί ἡ ἀληθινή ὑπομονή δέν φανερώνεται παρά μόνο στόν καιρό τῶν δυσκολιῶν καί τῶν ἀντιξοοτήτων. Πολλοί νομίζουν ὅτι ἔχουν ὑπομονή, ἀλλά μέ τήν πρώτη συμφορά ἀποδεικνύουν τό ἀντίθετο. Ὁ καλός καπετάνιος φαίνεται στή φουρτούνα, ὄχι στή γαλήνη. Ὁ ὑπομονετικός ἄνθρωπος φαίνεται στή δοκιμασία, ὄχι στήν εὐτυχία.
Ἡ ὑπομονή συνίσταται στή γενναιόψυχη καί ἀγόγγυστη ἀποδοχή κάθε κακοῦ, στήν καταστολή τοῦ θυμοῦ καί τῆς ἀγανακτήσεως, στήν ταπεινή ὑποταγή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Συμφορές βρίσκουν τόσο τούς ἀσεβεῖς ὅσο καί τούς εὐσεβεῖς. Μόνο οἱ δεύτεροι, ὡστόσο, τίς σηκώνουν ὑπομονετικά καί γενναιόψυχα.
Τά ὑπάρχοντά τους τά χάνουν τόσο οἱ δίκαιοι ὅσο καί οἱ ἁμαρτωλοί. Οἱ δίκαιοι ἀναφωνοῦν μαζί μέ τόν Ἰώβ: «Ὁ Κύριος τά ἔδωσε, ὁ Κύριος τά πῆρε πίσω. Ὅπως φάνηκε καλό στόν Κύριο, ἔτσι κι ἔγινε. Εὐλογημένο νά ’ναι αἰώνια τό ὄνομά Του!» (Ἰώβ 1:21). Οἱ ἁμαρτωλοί, ἀπεναντίας, βαρυγγωμοῦν καί ἀγανακτοῦν.
Ἀδικίες γίνονται τόσο σέ βάρος τῶν καλῶν ὅσο καί σέ βάρος τῶν κακῶν. Οἱ καλοί συγχωροῦν τούς ἀδικητές τους καί δέν τούς ἐκδικοῦνται, ἔστω κι ἄν μποροῦν. Οἱ κακοί, ἀπεναντίας, προσπαθοῦν μέ κάθε τρόπο νά ἀνταποδώσουν τήν ἀδικία.
Ἡ ἀληθινή ὑπομονή προέρχεται ἀπό τήν πίστη στόν ἀληθινό Θεό· χωρίς τήν πίστη δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει. Ἐπειδή ὁ σαρκικός ἑαυτός μας θέλει πάντοτε νά γίνεται τό θέλημά του, πού δέν εἶναι παρά ἡ ἀπόλαυση, ἡ εὐχαρίστηση καί ἡ χαρά τοῦ κόσμου τούτου, σέ κάθε δυσκολία ἤ συμφορά του ἀναστατώνεται, ταράζεται καί ἀγανακτεῖ. Ὅταν, ὅμως, ζεῖ ἡ πίστη στήν καρδιά μας, διώχνει τήν ταραχή, ὑπενθυμίζοντάς μας ὅτι ὅλα συμβαίνουν μέ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅτι τίς δοκιμασίες τίς στέλνει ὁ Κύριος ὄχι ἀπό σκληρότητα ἀλλά ἀπό ἀγάπη, καθώς «διαπαιδαγωγεῖ ὅποιον ἀγαπᾶ» (Ἑβρ. 12:6), ὅτι τήν πρόσκαιρη θλίψη θά τήν ἀκολουθήσει ἡ αἰώνια εὐφροσύνη. Νά πῶς παρηγοροῦσε τήν ψυχή του στή λύπη ὁ προφήτης Δαβίδ: «Γιατί εἶσαι περίλυπη, ψυχή μου; Γιατί μέ συνταράζεις; Νά ἐλπίζεις στόν Θεό. Σ’ Αὐτόν θά προσφέρω δοξολογία. Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρας μου καί ὁ Θεός μου» (Ψαλμ. 41:6).
Σέ κάθε δυσκολία καί θλίψη ἡ ὑπομονή μᾶς παραδίνει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί μᾶς κάνει πρόθυμους νά ὑποφέρουμε τά πάντα παρά ν’ ἁμαρτήσουμε μπροστά Του. Στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ πίστη, ἡ μητέρα τῆς ὑπομονῆς, πού ἐναντιώνεται στό σαρκικό φρόνημα καί τό ὑποτάσσει στό θεῖο θέλημα. Ὁ πιστός, μολονότι ἀπό ἀνθρώπινη ἀδυναμία προσεύχεται ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπό τή θλίψη −γιατί «τό πνεῦμα εἶναι πρόθυμο, ἀλλά ἡ σάρκα εἶναι ἀδύναμη» (Ματθ. 26:41)−, ἀκολουθώντας τόν ἀρχηγό τῆς πίστεως, τόν Κύριο Ἰησοῦ, καταλήγει: «Ἄς μή γίνει τό δικό μου θέλημα, ἀλλά τό δικό Σου» (Ματθ. 26:39).
* * *
Ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ καί ἑδραιώνει μέσα του τήν ὑπομονή, ὅταν ἀναλογίζεται καί ἀποδέχεται τά ἑξῆς:
1. Ὅλα ὅσα συμβαίνουν, μέ τήν ἅγια πρόνοια τοῦ Θεοῦ συμβαίνουν. «Τά καλά καί τά ἄσχημα, ἡ ζωή καί ὁ θάνατος, ἡ φτώχεια καί ὁ πλοῦτος, ὅλα ἀπό τόν Κύριο προέρχονται», λέει ὁ σοφός Σειράχ (11:14). Νά παραδίνεσαι, λοιπόν, στό ἅγιο θέλημά Του καί στίς συμφορές νά λές μαζί μέ τόν Ἰώβ: «Ἄν τά καλά τά δεχτήκαμε ἀπό τό χέρι τοῦ Κυρίου, δέν θά ὑπομείνουμε καί τά ἄσχημα;» (Ἰώβ 2:10). Ἀπό τόν πανάγαθο Θεό, τήν Πηγή ὅλων τῶν ἀγαθῶν, δέν μπορεῖ νά προέλθει παρά μόνο τό ἀγαθό. Καί μολονότι ὁ σαρκικός λογισμός μας βλέπει τή συμφορά σάν κακό, αὐτή στέλνεται γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς μας. Γιατί ὁ Θεός δέν θέλει νά μᾶς ἐξασφαλίσει τήν κοσμική εὐτυχία, ἀλλά τήν πνευματική.
2. Ἀπό φιλανθρωπία μᾶς στέλνει τίς συμφορές ὁ Θεός ὡς παιδαγωγικές τιμωρίες. «Γιατί ὁ Κύριος παιδαγωγεῖ ὅποιον ἀγαπᾶ» (Ἑβρ. 12:6), ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος. Οἱ τιμωρίες αὐτές, πάντως, ὅσο βαριές κι ἄν εἶναι, δέν ἀναλογοῦν στή βαρύτητα τῶν ἁμαρτημάτων μας, μέ τά ὁποῖα περιφρονήσαμε τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Πάντοτε ὁ πολυέλεος Κύριος μᾶς τιμωρεῖ ἐλαφρότερα ἀπ’ ὅσο μᾶς ἀξίζει.
Ὁ Θεός μέ τήν ἄπειρη ἀγαθότητα καί μακροθυμία Του ὑπομένει τήν ἁμαρτωλότητά μας, περιμένοντας τή μετάνοιά μας. Κι ἐμεῖς, λοιπόν, πρέπει νά ὑπομένουμε τίς πατρικές παιδαγωγικές τιμωρίες Του καί μάλιστα νά Τόν εὐγνωμονοῦμε γι’ αὐτές, καθώς ἀποτελοῦν ἐκδηλώσεις τοῦ ἐλέους Του: Μ’ αὐτές ἐπιδιώκει νά μᾶς σωφρονίσει, νά μᾶς φέρει σέ συναίσθηση καί μετάνοια, καί νά μᾶς ὁδηγήσει στή σωτηρία, ὥστε νά μή χαθοῦμε αἰώνια.
3. Ἄν ἕνας θνητός βασιλιάς ὑποσχόταν πλοῦτο ἀμύθητο καί δόξα μεγάλη σέ κάποιον φτωχό καί ἄσημο ἄνθρωπο, μέ τήν προϋπόθεση ὅτι αὐτός θά ὑποβαλλόταν σέ μερικές παροδικές δοκιμασίες, ἀμφιβάλλεις ὅτι θά τίς ὑπέμενε ὁλοπρόθυμα; Ἄν ἕνας γιατρός ὑποσχόταν ζωή καί ὑγεία σέ κάποιον ἑτοιμοθάνατο, μέ τήν προϋπόθεση ὅτι αὐτός θά ὑποβαλλόταν σέ μιά πολύ ἐπώδυνη θεραπεία, ἀμφιβάλλεις ὅτι θά τήν ὑπέμενε καρτερικά; Ὁ ἀθάνατος Βασιλιάς, ὁ Θεός, μᾶς ὑπόσχεται πλοῦτο ὄχι φθαρτό ἀλλά ἄφθαρτο καί δόξα ὄχι γήινη ἀλλά οὐράνια, ζητώντας μας μόνο νά ὑπομείνουμε κάποιες ἐφήμερες δοκιμασίες. Ὁ παντοδύναμος Γιατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μᾶς ὑπόσχεται ζωή ὄχι λιγόχρονη ἀλλά αἰώνια καί ὑγεία ὄχι τοῦ θνητοῦ σώματος ἀλλά τῆς ἀθάνατης ψυχῆς, ζητώντας μας μόνο νά ὑπομείνουμε τούς ἀναπόφευκτους πόνους τῆς ἀναγκαίας θεραπευτικῆς ἀγωγῆς. Πῶς, λοιπόν, δέν θά τά ὑπομείνουμε ὅλα, προκειμένου νά λάβουμε τίς ἀνεκτίμητες αὐτές θεῖες δωρεές; Ὁ Κύριος δέν θ’ ἀργήσει νά μετατρέψει τή θλίψη μας σέ χαρά: «Ὅσοι σπέρνουν μέ δάκρυα, θά θερίσουν μέ ἀγαλλίαση. Αὐτοί πού πήγαιναν στά χωράφια τους κι ἔσπερναν μέ δάκρυα, θά ἐπιστρέφουν μέ χαρά, φορτωμένοι τή σοδειά τους» (Ψαλμ. 125:5-6). Ἀπό τόν δρόμο τῶν θλίψεων θά φτάσουμε στήν αἰώνια μακαριότητα: «Γιά νά μποῦμε στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ πρέπει νά περάσουμε ἀπό πολλές θλίψεις» (Πράξ. 14:22).
4. Ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ἄνθρωπος, ὑπέμεινε παθήματα φρικτά καί πέθανε πάνω στόν Σταυρό. Γιά ποιόν; Γιά σένα καί γιά μένα. Τί Τόν ὤθησε σ’ αὐτό; Ἡ ἀγάπη Του γιά σένα καί γιά μένα. Καί γιά ποιό σκοπό; Γιά νά μᾶς ἐξασφαλίσει τήν αἰώνια σωτηρία. Πόσο ἀχάριστοι θά φανοῦμε, λοιπόν, ἄν, μολονότι ὁ Κύριος ὑπέμεινε τόσα γιά χάρη μας, δέν θελήσουμε νά δείξουμε οὔτε λίγη ὑπομονή κι ἐμεῖς γιά χάρη Του, ἤ μᾶλλον γιά τό καλό μας! Γιατί ἡ ὑπομονή ὠφελεῖ ἐμᾶς, ὄχι Ἐκεῖνον, καί ἡ ἀνυπομονησία βλάπτει ἐμᾶς, ὄχι Ἐκεῖνον. Ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅτι ὅποιος μετέχει στήν ὑπομονή Ἐκείνου, θά μετάσχει καί στή δόξα Του, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος (βλ. Ρωμ. 8:17).
5. Ὅπως ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νά ἐπιβραβεύεται ὁ ἐνάρετος γιά τήν ἀρετή του, ἔτσι ἀπαιτεῖ καί νά τιμωρεῖται ὁ ἁμαρτωλός γιά τίς ἁμαρτίες του. Εἶναι καλύτερα, λοιπόν, νά ὑπομείνει μέ εὐγνωμοσύνη ὁ ἁμαρτωλός τιμωρίες ἐδῶ στή γῆ, ὁμολογώντας τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ μαζί μέ τόν προφήτη πού ἔλεγε, «Δίκαιος εἶσαι, Κύριε, καί οἱ ἀποφάσεις Σου σωστές» (Ψαλμ. 118:137), παρά νά μήν ὑπομείνει τιμωρίες στήν παρούσα ζωή καί νά τιμωρεῖται στήν ἄλλη. Ἐδῶ ὁ Θεός τιμωρεῖ, ἀλλά συνάμα καί παρηγορεῖ· ἐκεῖ δέν ὑπάρχει παρηγοριά. Ἐδῶ οἱ τιμωρίες εἶναι ἐλαφριές, παιδαγωγικές καί πρόσκαιρες· ἐκεῖ εἶναι βαριές, καταδικαστικές καί αἰώνιες.
Θυμήσου ποῦ ὁδήγησε ἡ πλατιά ὁδός τόν πλούσιο τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος «φοροῦσε ροῦχα πολυτελή καί διασκέδαζε κάθε μέρα σέ πλούσια συμπόσια» (Λουκ. 16:19). Τόν ὁδήγησε στόν ἅδη! Ἐκεῖ, λοιπόν, καθώς βασανιζόταν, «σήκωσε τά μάτια του καί εἶδε ἀπό μακριά τόν Ἀβραάμ… “Πατέρα μου Ἀβραάμ”, τοῦ φώναξε, “σπλαχνίσου με!… Ὑποφέρω μέσα σ’ αὐτή τή φωτιά!”» (Λουκ. 16:23-24). Φώναξε, ἀλλά μάταια.
Ὤ, πόσο μεγάλη εὐσπλαχνία δείχνει ὁ Θεός σ’ ἐκείνους πού τιμωρεῖ ἐδῶ καί ἐλεεῖ ἐκεῖ! Καί πόσο μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ὑπομένουν τίς πατρικές Του τιμωρίες! «Ὅταν ὁ Κύριος μᾶς τιμωρεῖ», ἐξηγεῖ ὁ ἀπόστολος, «μᾶς διαπαιδαγωγεῖ, ἔτσι ὥστε νά μήν ὑποστοῦμε τήν τελική καταδίκη μαζί μέ τόν κόσμο» (Α΄ Κορ. 11:32).
6. Εἴτε ὑπομένοντας εἴτε μήν ὑπομένοντας, τή συμφορά δέν μποροῦμε νά τήν ἀποφύγουμε. Καί ὅταν αὐτή ἔρθει μέ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, δέν μποροῦμε νά τήν ξεπεράσουμε μέ τήν ἀνυπομονησία, πού τήν ἀκολουθεῖ μόνο βλάβη καί καταστροφή. Μέ τήν ὑπομονή βρίσκει κανείς ἀνακούφιση σέ κάθε συμφορά. Ἄς παρατηρήσουμε ἐκείνους πού πάσχουν ἀπό χρόνιες ἀσθένειες. Ὅσοι κάνουν ὑπομονή, μέ τόν καιρό συνηθίζουν στήν κατάσταση αὐτή καί τήν αἰσθάνονται σάν φυσική. Ἀπεναντίας, ὅσοι δέν κάνουν ὑπομονή, ὄχι μόνο ἐπιβαρύνουν τήν κατάστασή τους, ἀλλά καμιά φορά φτάνουν μέχρι τήν αὐτοκτονία, κι ἔτσι στεροῦνται τόσο τήν πρόσκαιρη ὅσο καί τήν αἰώνια ζωή.
Ὅποιος ὑποφέρει μακροχρόνια, ἄς συλλογίζεται: “Ἔκανα ὑπομονή μέχρι σήμερα· μπορῶ, ἑπομένως, νά κάνω καί αὔριο. Ἔκανα ὑπομονή τό βράδυ· μπορῶ, ἑπομένως, νά κάνω καί τό πρωί καί μετά τό πρωί”. Μιά τέτοια σκέψη ἐνισχύει τήν ὑπομονή μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
7. Ἡ ὑπομονή στίς συμφορές εἶναι ἀσυμβίβαστη μέ τόν γογγυσμό. Ἐκεῖνος πού γογγύζει, θεωρεῖ, ἀκόμα καί ὅταν δέν τό λέει ξεκάθαρα, ὅτι ἄδικα τοῦ στάλθηκαν οἱ συμφορές ἀπό τόν Θεό. Τό παιδί πού γογγύζει καί ἀγανακτεῖ, ὅταν ὁ πατέρας του τό τιμωρεῖ γιά κάποιο παράπτωμά του, δείχνει ἔτσι ὅτι τήν τιμωρία τή θεωρεῖ εἴτε τελείως ἄδικη εἴτε ὑπέρμετρη. Ὅταν, λοιπόν, κι ἐμεῖς γογγύζουμε καί ἀγανακτοῦμε μέ τίς συμφορές πού μᾶς στέλνει ὁ Θεός, δείχνουμε ἔτσι ὅτι Τόν θεωροῦμε ἄδικο ἤ σκληρό.
Ποιός ἀπό μᾶς, ὅμως, εἶναι ἀναμάρτητος; Ποιός ἀπό μᾶς εἶναι δίκαιος μπροστά στόν Κύριο; Συχνά συμβαίνει νά μήν ἔχουμε φταίξει στόν ἄνθρωπο πού μᾶς κατατρέχει, νά ἔχουμε φταίξει, ὅμως, στόν Θεό. Συχνά, ἐπίσης, συμβαίνει νά μήν εἴμαστε ἔνοχοι γιά κάτι πού μᾶς ἀποδίδουν, νά εἴμαστε, ὅμως, ἔνοχοι γιά κάτι ἄλλο. Ἄς δεχόμαστε, λοιπόν, τίς συμφορές μας ὡς δίκαιες τιμωρίες γιά ἁμαρτίες τίς ὁποῖες ἔχουμε ὄντως διαπράξει. Ὅλες οἱ συμφορές μας ἀπό τίς ἁμαρτίες μας προῆλθαν. Γι’ αὐτό σ’ ὅλες τίς συμφορές ἄς βλέπουμε τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί ἄς ὁμολογοῦμε τό φταίξιμό μας.
8. Ὅσο πλησιάζει ἡ ἔσχατη ἡμέρα τοῦ κόσμου, ἡ ἡμέρα τῆς Κρίσεως, τόσο πληθαίνει ἡ κακία. «Καί ἐπειδή πληθαίνει ἡ κακία, ψυχραίνεται ἡ ἀγάπη τῶν πιό πολλῶν» (πρβλ. Ματθ. 24:12). Σέ τέτοιες συνθῆκες δέν περιμένουμε παρά βία καί ἀνομία. Ὅσοι, λοιπόν, θέλουν νά ζήσουν μέ εὐσέβεια, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά ὁπλιστοῦν μέ ὑπομονή καί μ’ αὐτήν, σάν μέ πνευματικό ξίφος, νά ἀποκρούουν τίς ἐπιθέσεις τοῦ κακοῦ. Ἡ κακία νικιέται προπάντων μέ τήν ὑπομονή.
9. Ἄς ἀναλογιστοῦμε τή μακροθυμία πού δείχνει ὁ Θεός σ’ ὅλους τούς ἄνομους τοῦ κόσμου τούτου, τούς ὁποίους θά μποροῦσε μέσα σέ μιά στιγμή νά ἀφανίσει! Πόσοι εἶναι οἱ ἀσεβεῖς, πού βλασφημοῦν τό ἅγιο ὄνομά Του! Πόσοι εἶναι οἱ εἰδωλολάτρες, πού προσκυνοῦν ἀντί γι’ Αὐτόν τά κτίσματά Του! Πόσοι εἶναι οἱ ἄθεοι, πού ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξή Του! Πόσοι εἶναι οἱ διῶκτες καί οἱ αἱρετικοί, πού πολεμοῦν τήν Ἐκκλησία Του! Πόσοι εἶναι οἱ ἁμαρτωλοί, πού ἀσύστολα καταπατοῦν τόν ἅγιο νόμο Του! Ὅλους αὐτούς τούς ὑπομένει μακρόθυμα ὁ πανάγαθος Θεός. Ἀπό τή δική Του μακροθυμία μαθαίνουμε νά ὑπομένουμε κι ἐμεῖς τούς ἐχθρούς μας.
Ὅλοι καί ὅλα θά ἔχουν ἕνα τέλος. Ὅλοι θά λάβουν ὅ,τι τούς ἀξίζει. «Νά, ὁ Κριτής στέκεται κιόλας μπροστά στήν πόρτα» (Ἰακ. 5:9). «Ἕτοιμος εἶναι ἀπό τόν θρόνο Του νά κρίνει» (Ψαλμ. 9:8). Γνωρίζει καλά ποιοί καταπιέζουν καί ποιοί καταπιέζονται, ποιοί καταδιώκουν καί ποιοί καταδιώκονται, ποιοί στεροῦν καί ποιοί στεροῦνται, ποιοί χλευάζουν καί ποιοί χλευάζονται, ποιοί ἀδικοῦν καί ποιοί ἀδικοῦνται. Ἔχει μετρημένα τά δάκρυα τῶν θλιμμένων καί τούς στεναγμούς τῶν φτωχῶν. Ὅλα θά τά ἀποκαλύψει τότε. Καί «ὅλοι μας πρέπει νά παρουσιαστοῦμε μπροστά στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ, γιά νά πάρει ὁ καθένας τήν ἀμοιβή του ἀνάλογα μέ τά ὅσα καλά ἤ κακά ἔπραξε σ’ αὐτή τή ζωή» (Β΄ Κορ. 5:10).
10. Ἡ ὑπομονή κάνει τόν ἄνθρωπο ἀνδρεῖο, δυνατό, ἀνίκητο. Ὁ ὑπομονετικός μπορεῖ νά στερηθεῖ τά πάντα, μπορεῖ νά διωχθεῖ, μπορεῖ νά χτυπηθεῖ, μπορεῖ νά φυλακιστεῖ, μπορεῖ νά θανατωθεῖ, ἀλλά δέν μπορεῖ νά νικηθεῖ. Γιατί ἡ δύναμή του δέν εἶναι σωματική, ἀλλά πνευματική. Σωματικά καταβάλλεται, ἀλλά πνευματικά παραμένει ἀκατάβλητος. Σωματικά πληγώνεται, ἀλλά πνευματικά παραμένει ἀβλαβής. Σωματικά φυλακίζεται, ἀλλά πνευματικά παραμένει ἐλεύθερος. Σωματικά πεθαίνει, ἀλλά πνευματικά παραμένει ζωντανός. Μέ τό πνεῦμα νικᾶ ὅλους τούς ἐχθρούς του. Ἔτσι νικοῦσαν οἱ ἅγιοι μάρτυρες, τούς ὁποίους οὔτε οἱ ἁλυσίδες οὔτε οἱ φυλακές οὔτε οἱ μαστιγώσεις οὔτε ἡ φωτιά οὔτε τά θηρία δέν μπόρεσαν νά νικήσουν. Θριάμβευσαν πάνω σέ ὅλους καί σέ ὅλα μέ τό ἐλεύθερο πνεῦμα τους.
Ἐσύ πού ὑποφέρεις, νά ἀναλογίζεσαι τά χειρότερα πού ὑποφέρουν ἄλλοι. Ἄν πάσχεις ἀπό χρόνια ἀσθένεια ἤ μόνιμη ἀναπηρία καί ἔχεις κοντά σου ἀνθρώπους πού σέ ἐξυπηρετοῦν, νά σκέπτεσαι ἐκείνους πού πάσχουν ἀπό βαρύτερη ἀσθένεια ἤ ἀναπηρία καί δέν ἔχουν κανέναν νά τούς φροντίσει· ὡστόσο, κάνουν ὑπομονή. Ἄν σέ κατατρέχουν, νά σκέπτεσαι τούς φυλακισμένους, τούς δούλους καί τούς αἰχμαλώτους, πού ζοῦν μακριά ἀπό τίς οἰκογένειες καί τίς πατρίδες τους κάτω ἀπό ἄθλιες συνθῆκες, μέ ἐξοντωτική ἐργασία, μέ ἀνεπαρκή διατροφή, μέ συνεχή κακομεταχείριση· ὡστόσο, κάνουν ὑπομονή. Ἄν εἶσαι φτωχός, νά σκέπτεσαι ἐκείνους πού δέν ἔχουν οὔτε ἕνα καλύβι γιά νά προφυλαχθοῦν ἀπό τίς κακοκαιρίες, οὔτε ροῦχα γιά ν’ ἀλλάξουν τά κουρέλια τους, οὔτε ἕνα κομμάτι ψωμί γιά τόν ἑαυτό τους καί τά παιδιά τους· ὡστόσο, κάνουν ὑπομονή. Ὅλοι αὐτοί ὑπομένουν τόσο σκληρές δοκιμασίες. Πῶς ἐσύ δέν μπορεῖς νά ὑπομείνεις τίς ἐλαφρότερες δικές σου;
Νά θυμᾶσαι πάντοτε ὅτι «αὐτά πού τώρα ὑποφέρουμε, δέν ἰσοσταθμίζουν τή δόξα πού μᾶς ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός στό μέλλον» (Ρωμ. 8:18). Ὅσο βαριές κι ἄν εἶναι οἱ δοκιμασίες μας, ὅσο μεγάλη κι ἄν εἶναι ἡ ὑπομονή πού κάνουμε, ἡ μελλοντική δόξα, πού ἑτοιμάστηκε ἀπό τόν Θεό γιά τούς ὑπομονετικούς, εἶναι ἀσύγκριτα μεγαλύτερη. Γιατί, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «μάτι δέν εἶδε καί αὐτί δέν ἄκουσε καί λογισμός ἀνθρώπου δέν ἔβαλε ὅσα ἑτοίμασε ὁ Θεός γι’ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν» (Α΄ Κορ. 2:9).
Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀξία καί ἡ ὠφέλεια τῆς ὑπομονῆς σέ κάθε κοινωνία καί σέ κάθε σχέση! Μέ τήν ὑπομονή διαφυλάσσονται ἡ ἀγάπη καί ἡ εἰρήνη ἀνάμεσα στούς ἄρχοντες καί τούς ὑπηκόους, στούς γονεῖς καί τά παιδιά, στούς ἐργοδότες καί τούς ἐργαζομένους, στούς προϊσταμένους καί τούς ὑφισταμένους, στούς συζύγους, στούς ἀδελφούς, στούς γείτονες, στούς φίλους.
Χωρίς ὑπομονή κανένα καλό δέν γίνεται. Ἀπό ἀνυπομονησία μαλώνουν ὁ ἄνδρας μέ τή γυναίκα, ὁ ἀδελφός μέ τόν ἀδελφό, ὁ φίλος μέ τόν φίλο. Ἀπό ἀνυπομονησία ἐπιπλήττει τό ἀφεντικό τόν ὑπάλληλο, ὁ πατέρας τόν γιό, ὁ ἄνδρας τή γυναίκα, ὁ ἄρχοντας τόν ὑπήκοο. Ἀπό ἀνυπομονησία, ἐπίσης, ξεσηκώνονται, ὅταν ἐπιπλήττονται, ὁ ὑπάλληλος κατά τοῦ ἀφεντικοῦ, ὁ γιός κατά τοῦ πατέρα, ἡ γυναίκα κατά τοῦ ἄνδρα, ὁ ὑπήκοος κατά τοῦ ἄρχοντα, καί ζητοῦν ἐκδίκηση. Ἡ ἀνυπομονησία διαλύει σπίτια, χωριά, πόλεις καί κράτη, καθώς ἀπ’ αὐτήν προέρχονται οἱ διχόνοιες, οἱ φιλονικίες, οἱ ὕβρεις, οἱ αἱματοχυσίες. Ἡ ἀνυπομονησία κάνει τόν ἄνθρωπο νά στρέφεται καί ἐναντίον τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του, νά χτυπιέται, νά τραβᾶ τά μαλλιά του, νά γίνεται σάν θηρίο ἤ σάν δαιμονισμένος καί καμιά φορά νά αὐτοκτονεῖ, θανατώνοντας ἔτσι ὄχι μόνο τό σῶμα του ἀλλά καί τήν ψυχή του.
Ἡ ὑπομονή ἀποτρέπει ὅλα αὐτά τά κακά. Μακάρια εἶναι τά σπίτια καί τά χωριά, μακάριες οἱ πόλεις καί οἱ κοινωνίες ὅπου κατοικεῖ ἡ ὑπομονή. Γιατί αὐτή εἶναι ὁ ἀμυντικός ὁπλισμός τους καί τό προστατευτικό τεῖχος τους· αὐτή εἶναι ἡ πηγή τῆς εἰρήνης, ὁ φύλακας τῶν ἀρετῶν, τό στεφάνι τῆς εὐσέβειας, τό σημάδι τῆς πίστεως, ἡ αἰτία τῆς χαρᾶς, ὁ καρπός τῆς ταπεινοφροσύνης, ἡ ἀνάπαυση τῆς συνειδήσεως, τό ἔμβλημα τῶν χριστιανῶν, ἡ ὁδός πρός τήν αἰώνια ζωή, ὁ πρόδρομος τῆς οὐράνιας δόξας, ἡ νίκη ἐπί τοῦ διαβόλου καί τῶν δαιμόνων.
* * *
Ἡ ὑπομονή ἐνισχύεται καί ἀναπτύσσεται μέ τά ἀκόλουθα μέσα:
1. Μέ τήν προσευχή, μέ τήν ὁποία ζητᾶμε καί παίρνουμε τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά σηκώσουμε πιό εὔκολα τόν σταυρό μας. Τό παιδί, ὅταν πονᾶ, καταφεύγει στόν γονιό του γιά νά βρεῖ ἀνακούφιση. Ἔτσι κι ἐμεῖς βρίσκουμε ἀνακούφιση καί παρηγοριά σέ κάθε συμφορά μας, ὅταν μέ τήν προσευχή καταφεύγουμε σ’ Ἐκεῖνον πού εἶναι «Πατέρας τοῦ ἐλέους καί Θεός κάθε παρηγοριᾶς» (Β΄ Κορ. 1:3).
2. Μέ τήν Ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτημάτων μας, ἐπειδή μ’ αὐτήν ὁμολογοῦμε ταπεινά ὅτι ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτωλότητάς μας μᾶς βρίσκουν οἱ συμφορές, καί γι’ αὐτό οὔτε γογγύζουμε οὔτε ἔχουμε παράπονα ἀπό κανέναν παρά μόνο ἀπό τόν ἑαυτό μας.
3. Μέ τήν ψαλμωδία καί τήν πνευματική ὑμνωδία. Μέ τραγούδια μετριάζουν οἱ στρατοκόποι τή δυσφορία τους ἀπό τή μακρά καί ἐξαντλητική ὁδοιπορία. Μέ τραγούδια ξεδίνουν οἱ ἐργάτες κατά τήν πολύωρη ἐργασία τους. Μέ ψαλμούς καί ὕμνους, λοιπόν, παρηγοροῦνται οἱ πιστοί καί ὑπομένουν τήν κάθε δοκιμασία τους.
4. Μέ τή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὅπως σ’ ἕνα φαρμακεῖο βρίσκουμε ποικιλία φαρμάκων, μέ τά ὁποῖα θεραπεύονται οἱ διάφορες σωματικές ἀσθένειες, ἔτσι καί στήν Ἁγία Γραφή βρίσκουμε ποικιλία θεόπνευστων συμβουλῶν, πού ἐνισχύουν τήν ὑπομονή μας καί μᾶς παρηγοροῦν. «Ὅσα γράφτηκαν ἐκεῖ στό παρελθόν», λέει ὁ ἀπόστολος, «γράφτηκαν γιά νά μᾶς διδάσκουν, ὥστε μέ τήν ὑπομονή καί τήν ἐνίσχυση πού δίνουν οἱ Γραφές, νά κρατᾶμε στέρεη τήν ἐλπίδα μας» (Ρωμ. 15:4).
Το αλφάβητο των Χριστουγέννων...
Κάποτε στην πολύσοφη χώρα των γραμμάτων έπεσε μεγάλη στενοχώρια. Γιατί, ενώ πλησίαζαν Χριστούγεννα, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τα γράμματα για να σχηματίσουν λέξεις όπως πόλεμος, ζήλια, κακία, εγωισμός. Ύστερα από πολλές συζητήσεις τα γράμματα αποφάσισαν να κάνουν κάτι σημαντικό, για να συμμετέχουν κι αυτά στη γιορτή: Να γίνουν η Αλφαβήτα των Χριστουγέννων! Δεν θα δέχονταν να φτιάχνουν λέξεις παρά μόνο χριστουγεννιάτικες!
Πήρα ένα Α και το έκανα άστρο.
Με το Β έγραψα Βηθλεέμ
και με το Γ τη γέννηση του Κυρίου.
Στο Δ βρήκα τα δώρα που Του χάρισαν
και με το Ε την ελπίδα που μάς έφερε στη γη.
Με το Ζ θυμήθηκα τα ζώα που Τον ζέσταιναν
και με το Η τον Ηρώδη τον κακό βασιλιά.
Με το Θ είπα “Θεέ μου”
και με το Ι ψιθύρισα “Ιωσήφ”.
Το Κ μού έφερε στο νου την καλοσύνη
και με το Λ το λιβάνι και το λυτρωμό.
Μέσα στο Μ είδα τους Μάγους
και στο Ν την Άγια Νύχτα.
Το Ξ σκόρπισε την ξαστεριά
και με το Ο γιόρτασε η οικουμένη.
Το Π με γονάτισε μπροστά στην Παναγία.
Το Ρ μού θύμισε το Ραββί, το δάσκαλο.
Μ’ ένα μεγάλο Σ το σπήλαιο.
Μ’ ένα χαρούμενο Τ τραγούδησα τραγούδια.
Το Υ ήταν για τους ύμνους
και το Φ το φως που φώτισε την πλάση.
Ένα Χ είπε “Χριστέ μου!”.
Οι άγγελοι έψελναν με το Ψ ψαλμούς
και το Ωσσανά που αρχίζει από Ω.
Ι.Μ Σταγών και Μετεώρων
στις 3:30:00 μ.μ.
Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 12-12-2021 (ΙΑ' Λουκά - Προπατόρων)
Το Αποστολικό Ανάγνωσμα
(᾿Εφεσ. ε´ 8-19)
Αδελφοί, ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε· – ὁ γὰρ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ καὶ ἀληθείᾳ· – δοκιμάζοντες τί ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ. Καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε· τὰ γὰρ κρυφῇ γινόμενα ὑπ᾿ αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν· τὰ δὲ πάντα ἐλεγχόμενα ὑπὸ τοῦ φωτὸς φανεροῦται· πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστι.
Διὸ λέγει· ῎Εγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός. Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾿ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι. Διὰ τοῦτο μὴ γίνεσθε ἄφρονες, ἀλλὰ συνιέντες τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Καὶ μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία, ἀλλὰ πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ.
Απόδοση:
Αδελφοί, νὰ ζεῖτε σὰν ἄνθρωποι ποὺ ἀνήκουν στὸ φῶς. Γιατὶ ἡ ζωὴ ἐκείνων ποὺ ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα διακρίνεται γιὰ τὴν ἀγαθότητα, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀλήθεια. Νὰ ἐξετάζετε τὶ ἀρέσει στὸν Κύριο. Καὶ νὰ μὴ συμμετέχετε στὰ σκοτεινὰ κι ἀνώφελα ἔργα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ νὰ τὰ ξεσκεπάζετε. Γι’ αὐτὰ ποὺ κάνουν ἐκεῖνοι στὰ κρυφά, εἶναι ντροπὴ ἀκόμα καὶ νὰ μιλᾶμε. ῞Οταν ὅμως ὅλα αὐτὰ ἔρχονται στὸ φῶς, ἀποκαλύπτεται ἡ ἀληθινή τους φύση. Γιατὶ ὅ,τι φανερώνεται γίνεται κι αὐτὸ φῶς. Γι’ αὐτὸ λέει ἕνας ὕμνος· «Ξύπνα ἐσὺ ποὺ κοιμᾶσαι, ἀναστήσου ἀπὸ τοὺς νεκρούς, καὶ θὰ σὲ φωτίσει ὁ Χριστός». Προσέχετε, λοιπόν, καλά, πῶς ζεῖτε· μὴ ζεῖτε ὡς ἀσύνετοι ἀλλὰ ὡς συνετοί. Νὰ χρησιμοποιεῖτε σωστὰ τὸν χρόνο σας, γιατὶ ζοῦμε σὲ πονηροὺς καιρούς. Γι’ αὐτὸ μὴν εἶστε ἄφρονες, ἀλλὰ ν’ ἀντιλαμβάνεστε τὶ θέλει ὁ Κύριος ἀπὸ σᾶς. Νὰ μὴ μεθᾶτε μὲ κρασί, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀσωτεία, ἀλλὰ νὰ γεμίζετε μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Νὰ τραγουδᾶτε στὶς συνάξεις σας ψαλμοὺς καὶ ὕμνους καὶ πνευματικὲς ὠδές· νὰ ψάλλετε μὲ τὴν καρδιά σας στὸν Κύριο.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Κατά Λουκάν (ιδ΄ 16-24)
Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς· καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα.
Καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. Ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. Καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. Καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.
Καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. Καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. Καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου.
Λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου. Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή:
«Κάποιος ἤθελε νὰ παραθέσῃ μεγάλο δεῖπνον καὶ ἐκάλεσε πολλούς. Καὶ ἔστειλε τὸν δοῦλον του κατὰ τὴν ὥραν τοῦ δείπνου νὰ πῇ εἰς τοὺς καλεσμένους, «Ἐλᾶτε, διότι ὅλα εἶναι πιὰ ἔτοιμα».
Ἀλλ’ ἄρχισαν διὰ μιᾶς ὅλοι νὰ δικαιολογοῦνται. Ὁ πρῶτος τοῦ εἶπε, «Ἀγόρασα κάποιο χωράφι καὶ πρέπει νὰ πάω νὰ τὸ ἰδῶ· σὲ παρακαλῶ, θεώρησέ με δικαιολογημένον». Ἄλλος εἶπε, «Ἀγόρασα πέντε ζευγάρια βώδια καὶ πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω· σὲ παρακαλῶ, θεώρησέ με δικαιολογημένον». Ἄλλος εἶπε, «Ἐνυμφεύθηκα γυναῖκα καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ ἔλθω».
Καὶ ἦλθε ὁ δοῦλος καὶ τὰ εἶπε αὐτὰ εἰς τὸν κύριόν του. Τότε ὠργίσθηκε ὁ οἰκοδεσπότης καὶ εἶπε εἰς τὸν δοῦλον του, «Ἔβγα γρήγορα στὶς πλατεῖες καὶ τοὺς δρόμους τῆς πόλεως καὶ φέρε ἐδῶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλούς». Καὶ εἶπε ὁ δοῦλος, «Κύριε, ἔγινε ἐκεῖνο ποὺ διέταξες καὶ ὑπάρχει ἀκόμη χῶρος». Καὶ εἶπε ὁ κύριος εἰς τὸν δοῦλον, «Ἔβγα εἰς τοὺς δρόμους καὶ εἰς τοὺς περιφραγμένους τόπους καὶ ἀνάγκασέ τους νὰ μποῦν, διὰ νὰ γεμίσῃ τὸ σπίτι μου.
Διότι σᾶς λέγω, ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, ποὺ εἶχαν προσκληθῆ, δὲν θὰ γευθῇ τὸ δεῖπνον μου. Διότι πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι, λίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί».
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)