Μία διδακτική ιστορία στην πνευματική έρημο του κόσμου
Κάποτε, στην ώρα της προσευχής στο κελί του, ο μέγας Μακάριος άκουσε μια φωνή άνωθεν, να του λέγει:
Μακάριε, πρέπει να ξέρεις, πώς, παρά τις προσευχές και την άσκησή σου, δεν έφτασες ακόμη στα μέτρα της αρετής, πού έχουν ανέβει εκείνες οι δύο γυναίκες, στη τάδε πολιτεία.
Το πρωί ο Γέροντας σηκώθηκε, άρπαξε το ξύλινο ραβδί του και πήρε το δρόμο για την πολιτεία εκείνη. Όταν έφτασε, ρώτησε κι έμαθε, που μένουν εκείνες οι γυναίκες και χτύπησε την πόρτα τους. Βγήκε λοιπόν ή μία γυναίκα και τον υποδέχτηκε στο σπίτι, με πολύ χαρούμενο πρόσωπο. Ώσπου να καθίσει ο Γέροντας να πάρει μια ανάσα, ήρθε και ή άλλη.
Τότε τις κάλεσε και τις δυο κοντά του και μόλις κάθισαν τους λέει:
Έκαμα όλο το δρόμο και υπέμεινα τόση κούραση, ώσπου από την έρημο να φτάσω ίσαμε εδώ. Σάς παρακαλώ, λοιπόν, να μου πείτε ποια είναι ή πνευματική σας εργασία και οί αρετές, πού αγωνίζεστε ν’ ασκείτε.
Εκείνες απαντούν, με πολλή απλότητα
-Πίστεψε μας, άγιε Γέροντα, πώς δεν μένουμε έξω από τα κρεβάτια των συζύγων μας• ποια εργασία πνευματική λοιπόν, περιμένεις από μας;
Όμως, ο Γέροντας τους έβαλε μετάνοια και τις παρακάλεσε να του φανερώσουν την αρετή τους.
Βλέποντας τότε την πολλή υπομονή του, είπαν στον άγιο Γέροντα
Εμείς είμαστε ξένες για τούτο τον κόσμο, κ’ έτυχε να παντρευτούμε συζύγους, πού ήταν αδέλφια κατά σάρκα’ Από τότε, πού ζούμε σε τούτο το σπίτι με τους άνδρες μας, δεν θυμούμαστε να ‘ χουμε μαλώσει ποτέ μεταξύ μας, ούτε να πούμε άσχημη κουβέντα ή μια στην άλλη• πάντα μας ζούμε, όλα τα χρόνια με ειρήνη και ομόνοια, αγαπημένες.
Κάποτε μας ήρθε ένας περίεργος λογισμός: Να εγκαταλείψουμε τους άνδρες μας και να πάμε σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι να ζήσουμε. Κάναμε αγώνα και παρακαλέσαμε πολύ τους άνδρες μας να αφήσουν να φύγουμε. Μα δεν τα καταφέραμε να τους πείσουμε. Έτσι, καθώς δεν πετύχαμε αυτό το σκοπό μας, κάναμε μια συμφωνία (οι δυο μας με το Θεό): να μη βγει ποτέ απ’ το στόμα μας κανένας κοσμικός λόγος, αδιαφόρετος.
Ακούγοντας τούτα τα λόγια ο άγιος εκείνος Γέροντας, θαύμασε και είπε:
Αληθινά δεν παίζει κανένα ρόλο το ν’ ακολουθεί κανείς τον παρθενικό βίο ή τον έγγαμο, το νά’ ναι μοναχός ή κοσμικός, για να του χαρίσει ο Θεός το πνεύμα του και το έλεος του’ εκείνο, πού μονάχα ζητάει από μας είναι ή προαίρεση.
Ο Γέροντας οικοδομήθηκε πνευματικά πολύ από την αρετή τους κ’ επέστρεψε στο κελί του, στην έρημο δοξάζοντας το Θεό».
Ο μέγας Μακάριος ήταν ενάρετος. Ήταν ο ασκούμενος και προσευχόμενος. Διέτρεχε, όμως, τον πνευματικό κίνδυνο να δεχτεί ότι έχει φτάσει στην ανώτατη κλίμακα των αρετών. και αυτό θα ήταν μεγάλη πτώση. Ή άνωθεν φωνή τον προτρέπει να πάρει το πνευματικό μάθημα από δυο γυναίκες, πού ζούσαν στον κόσμο. Δεν του υπέδειξε κάποιον συνασκητή του ή κάποιον φημισμένο για την αγιότητα του όσιο.
Το σχέδιο του Θεού ήταν να παραμείνει ο Γέροντας στην ταπείνωση, να είναι μετριοπαθής και προπαντός ν’ αποφεύγει την περιφρόνηση των εν τω κοσμώ αδελφών του.
Οι δυο γυναίκες ήταν άγνωστες στον πολύ κόσμο. Κανένας δεν γνώριζε τον καρποφόρο πνευματικό τους αγώνα και οι ίδιες δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι είχαν αποκτήσει γνήσια αγάπη, με την οποία απέφευγαν τους κοσμικούς λόγους, τη χυδαιολογία και την κατάκριση. Σύμφωνα με τη φωνή του Θεού, ο Γέροντας δεν είχε αποκτήσει την αγάπη, πού είχαν δυο γυναίκες ούτε και τον έλεγχο των λόγων του, παρόλο, πού εκείνες ζούσαν οικογενειακή ζωή και οι σύζυγοι τους δεν συμμερίζονταν τον αγώνα τους.
Ο Θεός γνώριζε την αγαθή τους προαίρεση και ήθελε ο ασκητής Μακάριος να διαπιστώσει μόνος του ότι ή προαίρεση είναι πού σώζει τον άνθρωπο,
Ή επιθυμία των δυο γυναικών να ζήσουν σε μοναστήρι δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οι σύζυγοι τους, τους έκοψαν την επιθυμία αυτή. Αυτές, όμως, επιδόθηκαν σ’ άλλες αρετές και πέτυχαν εκείνο, πού δεν είχε κατορθώσει ο Μακάριος με την πολύχρονη άσκηση και την αδιάλειπτη προσευχή. Οι γυναίκες, που ζούσαν στον κόσμο, αποτέλεσαν φωτεινό παράδειγμα στον μέγα Μακάριο, ο όποιος ζούσε στην αγιοτόκο έρημο!
Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης. ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ.
ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼
Από το άνοστο να γεύεσθε Χριστό
Φιλαυτία είναι και η επιθυμία να φάη ή να ξεκουρασθή κανείς παραπάνω από όσο του είναι απαραίτητο. Κανονικά πρέπει να δίνουμε στο σώμα μόνον αυτό που έχει ανάγκη. Αλλο επιθυμία και άλλο ανάγκη.
Αλλο είναι να θέλω να ευχαριστήσω το σώμα και άλλο να δώσω στο σώμα αυτό που έχει ανάγκη. Ας υποθέσουμε ότι έχω μπροστά μου δύο φαγητά ίδια σε βιταμίνες, αλλά το ένα είναι πιο νόστιμο από το άλλο.
Αν προτιμήσω το νοστιμότερο, αυτό έχει φιλαυτία. Αν όμως έχω ανορεξία, επειδή είμαι φιλάσθενος, και προτιμήσω το νοστιμότερο, για να μπορέσω να το φάω, αυτό έχει διάκριση.
Μπορεί το σώμα, ο «κακός τελώνης», όπως το λέει ο Αββάς Μακάριος, να ζητάη παραπάνω, γιατί και ο οργανισμός είναι όπως τον συνηθίση κανείς.
Όταν ο άνθρωπος έχη το στομάχι περιορισμένο, τότε εύκολα μπορεί να κάνη μια εγκράτεια· διαφορετικά γίνεται δούλος στο στομάχι του, γιατί και το στομάχι μετά έχει ανάγκη να γεμίζη.
Νά, πάρε έναν που είναι πολύ χονδρός· αυτός, τόση αποθήκη που έχει κάνει, θέλει να βάλη τουλάχιστον μισό μοσχάρι μέσα, για να χορτάση, και να πιή μετά και δυο μπετόνια νερό!
– Παλιά, Γέροντα, οι άνθρωποι είχαν πιο δυνατό οργανισμό ή βίαζαν τον εαυτό τους;
– Είχαν φυσικά και λίγο πιο δυνατό οργανισμό, αλλά βίαζαν και τον εαυτό τους. Ο Χατζη-Γεώργης στα καλογέρια του έδινε κάθε μέρα λίγο μέλι και καρύδια. Και ήταν παιδιά δεκαπέντε χρονών, πάνω στην ανάπτυξη, αλλά είχαν την πνευματική ανάπτυξη!
Σήμερα μπαίνει μια κοσμική λογική: «νά μη νηστέψουν τα παιδιά, για να μην αρρωστήσουν, να μη λείψη τίποτε από τα παιδιά, για να μη δυσκολευθούν», και τελικά ζουν κακομοιριασμένα και θέλουν μπριζόλες συνέχεια, αλλά και αυτό πάλι δεν τα βοηθάει σε τίποτε.
Αν χαίρεται κανείς, όταν δεν τρώη για την αγάπη του Χριστού, τότε τρέφεται. Αν προτιμάη το άνοστο από το νόστιμο για την αγάπη του Χριστού, τότε από το άνοστο γεύεται Χριστό.
Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ, σελ. 40-42
Ο τρόπος με τον οποίο θα ξαναζήσουμε την υιότητα
Η περίοδος του Τριωδίου αποτελεί για τον άνθρωπο την αφορμή να αναζητήσει απαντήσεις σε μία μεγάλη πρόσκληση και, ταυτόχρονα, πρόκληση που του απευθύνει ο Θεός. Να ξαναγίνει ο άνθρωπος υιός, να ξαναβρεί πνευματικά την ιδιότητα του τέκνου απέναντι στο Θεό-Πατέρα και να επιστρέψει στην αρχική του οικογένεια που είναι η Εκκλησία.
Οι πολλοί σήμερα εξακολουθούν να πιστεύουν εις Ένα Θεό. Παρά τον καταιγισμό αλλότριων προτύπων που μας περιβάλλουν, είναι δύσκολο να ξεριζωθεί από την καρδιά του ανθρώπου η πίστη. Η μεταφυσική αγωνία, οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία και την λαϊκή θρησκευτικότητα, οι μεγάλες εορτές, που σε πείσμα των καιρών, αποτελούν ορόσημα για τον ανθρώπινο χρόνο, ο πόνος και η αρρώστια, σημαντικές στιγμές στην ανθρώπινη ζωή όπως είναι η βάπτιση και ο γάμος, αλλά και ο θάνατος κάνουν τον κόσμο μας, όσο κι αν μέσα του δεν αναζητεί συνειδητά τον Θεό, εντούτοις να μην Τον απορρίπτει. Πάνω σ’ αυτή την μη αρνητική στάση χτίζει η Εκκλησία τις γέφυρές της με τον σύγχρονο άνθρωπο, μέσα από την προαίρεση εργάζεται ο Θεός την σωτηρία του κόσμου.
Το Τριώδιο είναι έτσι δομημένο, ώστε να καλεί τον κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως εποχής και κατάστασης, να στραφεί στον έσω κόσμο του. Η σοφία και η θεοπνευστία των Πατέρων της Εκκλησίας μας που όρισαν τον εορτολογικό κύκλο, των υμνογράφων που συνέγραψαν τις ακολουθίες, των ασκητών που συνδύασαν την λατρεία με τον πνευματικό αγώνα, γέννησαν μία παράδοση που κράτησε τον λαό μας ζωντανό, παρά τις ιστορικές συγκυρίες, οι οποίες θα επέβαλλαν την διαγραφή του από τον ρου του κόσμου. Γιατί στην καθ’ ημάς Ανατολή το Πάσχα, η κατάληξη του Τριωδίου, αποτελεί τον κορμό της πίστης μας. Σε αντίθεση με την Δυτική Εκκλησία που νοηματοδοτεί τον πολιτισμό που γέννησε στα Χριστούγεννα και στο Σταυρό, η Ορθοδοξία πορεύεται με κέντρο της το Πάσχα και την Ανάσταση. Γι’ αυτό και το Τριώδιο στην Ανάσταση αναφέρεται και την Ανάσταση δείχνει. Η όλη προετοιμασία και η πνευματική μας προσπάθεια εκεί αποσκοπεί. Στο να ξαναβρούμε την υιότητά μας, να βιώσουμε τι σημαίνει να είναι ο Θεός για μας ο Πατέρας μας εν ουρανοίς, Αυτός που σαρκώθηκε και μας οδήγησε και πάλι στον Ουρανό.
Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα των Κυριακών του Τριωδίου. Ο τρόπος με τον οποίο θα ξαναζήσουμε την υιότητα. Υιός γίνεται ο ταπεινός τη καρδία. Αυτός που επιστρέφει από τη άσωτη ζωή. Αυτός που αγαπά το Θεό στο πρόσωπο του κάθε αδελφού του. Αυτός που υπακούει στο θέλημα του Θεού, παραιτούμενος από το δικαίωμά του να φάει, από έναν τρόπο ζωής ο οποίος δομείται με βάση τις ανάγκες των ενστίκτων. Αυτός που βλέπει το «κατ’ εικόνα Θεού» όχι στην ύλη, αλλά στο πρόσωπο. Αυτός που ζητά να φωτιστεί από το Άκτιστο Φως. Αυτός που σταυρώνει τα πάθη, τις αμαρτίες, τον παλαιό άνθρωπο. Αυτός που ανεβαίνει στα σκαλοπάτια της ασκητικής Κλίμακας, όχι για να αυτοδικαιωθεί, αλλά για να συναντήσει τον Ελεούντα Θεό. Αυτός που δεν διστάζει να εγκαταλείψει όλη τη ζωή της αμαρτίας, και να προσδεχθεί ακόμη και την μοναξιά, από αγάπη στον Αγαπήσαντα. Και γίνεται έτσι συνοδοιπόρος στην άνω Ιερουσαλήμ, μετά βαΐων και κλάδων, με τον Θεάνθρωπο, σαν εκείνα τα παιδιά που μέσα στην αθωότητά τους ήξεραν καλά πως ο επευφημούμενος επί πώλου όνου, δεν ήταν άλλος από τον Σωτήρα και Λυτρωτή.
Είναι μυστήριο μοναδικό και ανερμήνευτο ο τρόπος που διάλεξε ο Θεός να μας καλέσει κοντά Του. Να μας δείξει ότι είναι ο Πατέρας μας. Ο Δημιουργός και ο Λυτρωτής μας. Αυτός που απλώνει τα χέρια Του στο Σταυρό για να μας ανασηκώσει από τον καθημερινό θάνατο της κακίας, του εγωκεντρισμού, του ψεύδους, της φθοράς. Το μόνο που μας ζητά είναι να παρουσιασθούμε ενώπιόν Του ζητώντας Του να γίνουμε παιδιά Του. Να επιλέξουμε την οικία της Εκκλησίας, το τραπέζι της Θείας Ευχαριστίας, την καθαρή στολή της μετανοίας, το δαχτυλίδι της ελευθερίας, και πρωτίστως, το «παραρριπτείσθαι εν τω οίκω και παρά τους πόδας του Πατρός ημών μάλλον ή το οικείν εν σκηνώμασιν αμαρτωλών». Και όλη η ζωή της Εκκλησίας την περίοδο του Τριωδίου σ’ αυτό αποσκοπεί. Σε μια συνεχή επιστροφή.
Η μετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού, η νηστεία, η προσευχή, η μελέτη, η ελεημοσύνη, η ασκητικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι τρόποι με τους οποίους δείχνουμε την επιθυμία μας και πραγματώνουμε την υιότητά μας. Μπορεί να μην είμαστε αληθινά άξιοι για κανέναν από αυτούς. Όμως αυτό είναι το μυστήριο και πάλι. Ότι ο Θεός Πατέρας δεν μετρά την αρετή ή την αμαρτία, την αξιοσύνη ή την αναξιότητα. Δωρεάν δίδεται η χάρη Του σ’ αυτόν που προσέρχεται την ενδεκάτη ώρα, όσο και σ’ αυτόν που είναι εκεί από την πρώτη. Θεραπεύει μάλιστα τον πρώτο και ελεεί τον τελευταίο, γιατί Ο Πατέρας που αγαπά δεν ξεχωρίζει τα παιδιά Του. «Η τράπεζα γέμει, ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών».
Ας σπουδάσουμε την ζωή της Εκκλησίας μας και ας ξαναβρούμε νόημα στη ζωή μας, δίνοντας στον έσω κόσμο μας την δυνατότητα να ξανανιώσει παιδί. Και να γίνει αυτή η ιδιότητα όχι μία πρόσκαιρη εορτή, αλλά «πανήγυρις πανηγύρεων», στην οποία θα μετέχουμε με όλη μας την καρδιά. Αν κάτι αληθινά μας λείπει σήμερα, είναι η βίωση της Εκκλησίας ως οικογένειας. Το Τριώδιο μας δίνει αυτή την ευκαιρία. Ας μην τη σπαταλήσουμε.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Οι παράγοντες της σωτηρίας του ανθρώπου
Για να επιτύχει τη σωτηρία του ο άνθρωπος χρειάζεται ελεύθερα να συνεργαστεί με τη θεία χάρη.
Η θεία χάρη είναι η λυτρωτική ενέργεια της φύσης του Θεού. Είναι δύναμη πραγματική, αΐδια και άκτιστη, που φανερώνεται στο πεδίο της λύτρωσης του κόσμου από τη φθορά της αμαρτίας και τον θάνατο. Πέμπεται σε όλους τους ανθρώπους από τον Θεό για να τους βοηθήσει ν’ ανορθωθούν από την πτώση της αμαρτίας, να μετανοήσουν και να σώσουν την ψυχή τους. Είναι δε χάρισμα, δωρεά του Θεού στον άνθρωπο. Δεν χορηγείται επιλεκτικά σε ορισμέ¬νους που είναι άξιοι να τη δεχτούν, ενώ σε άλλους όχι. Και ο πιο καλός άνθρωπος, δεν μπορεί να έχει αξίωση στην αποστολή της θείας χάριτος. Κάτι τέτοιο σημαίνει υπερηφάνεια στην οποία αντιτάσσεται ο Θεός (Ιακ. 4,6).
Ο Θεός με τη χάρη του καλεί δίκαιους και αμαρτωλούς, να δεχτούν τα σωτήρια αποτελέσματα της φιλανθρωπίας και της αγάπης του. Αυτό το κάνει γιατί ελεύθερα το θέλει, μη αποβλέποντας στην όποια ηθική κατάσταση και ποιότητα της ζωής τους. Η χάρη είναι ελεύθερη και ανεξάρτητη δωρεά της θείας χρηστότητας, που δεν είναι δύναμη εκβιαστική και αναγκαστική. Ο άνθρωπος είναι ον λογικό και ελεύθερο και για να δεχθεί τη χάρη πρέπει να το θέλει. Έτσι εξηγείται γιατί χάνονται πολλοί στην ερημιά της αμαρτίας, όχι γιατί το θέλει ο Θεός, αλλά γιατί το θέλουν αυτοί.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει πώς λειτουργεί η χάρη και πώς ανταποκρίνεται σ’ αυτήν ο ίδιος. Πώς άλλοι άνθρωποι δέχονται το σωτήριο κάλεσμα του Θεού και άλλοι αδιαφορούν και το απορρίπτουν; Πώς, ο ένας ληστής επάνω στο σταυρό συναντά τον Θεό κι ανοίγει πρώτος τον παράδεισο, ενώ ο άλλος ληστής αρνείται τον Θεό, χάνοντας την ψυχή του;
Όπως είναι γνωστό, ο Θεός είναι παντογνώστης. Γνωρίζει τα πάντα πριν ακόμα γίνουν. Όλα τα βλέπει, παρελθόν, παρόν και μέλλον, συγχρόνως και συνολικά, πριν ακόμη αυτά συμβούν. Ο Θεός δεν γνωρίζει μόνο ό,τι έκαναν οι άνθρωποι στο παρελθόν ή ό,τι κάνουν τώρα, αλλά και ό,τι πρόκειται να κάνουν στο μέλλον. Τίποτα δεν μπορεί να κρυφτεί απ’ αυτόν. Η πρόγνωση όμως του Θεού δεν προορίζει ό,τι θα συμβεί. Οι ενέργειες των ανθρώπων δεν συμβαίνουν γιατί τις προβλέπει ο Θεός, αλλά επειδή πρόκειται να γίνουν από τον άνθρωπο, γι’ αυτό τις προγνωρίζει ο Θεός. Ο απ. Παύλος είναι σαφής: «ους προέγνω… τούτους και προώρισεν»(Ρωμ. 8,29-30), λέει δηλαδή αυτούς, των οποίων προείδε την ηθική διαγωγή, τούτους και προόρισε είτε στη σωτηρία είτε στην απώλεια. Αυτός είναι ο σχετικός προορισμός της ορθόδοξης διδασκαλίας. Αιτία δηλ. της σωτηρίας ή καταδίκης είναι οι ελεύθερες ενέργειες του ανθρώπου που γίνονται μέσα στον χρόνο και τις προβλέπει ο Θεός.
Ο αιρεσιάρχης Καλβίνος πιστεύει στον απόλυτο προορισμό δηλ. ότι αιτία της σωτηρίας και της καταδίκης των ανθρώπων είναι η θέληση του Θεού.
Το μυστήριο πάντοτε παραμένει, πώς συμπλέκονται οι ελεύθερες ενέργειες του Θεού με τις ελεύθερες ενέργειες των ανθρώπων. Το ν’ αποδίδουμε όμως την κακότητα της φύσης μας και τις αμαρτωλές μας ενέργειες στον πανάγαθο Θεό, είναι αληθινή βλασφημία κατά του ονόματός του.
Το καλύτερο είναι να εμπιστευόμαστε τη σωτήρια χάρη και πρόνοια του Θεού και να ενεργούμε σύμφωνα με τον νόμο
Γράφει ο κ. Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος