Η «θριαμβευτική» τελευταία αναστάσιμη ακολουθία του Οσίου Ευμενίου!

Η «θριαμβευτική» τελευταία αναστάσιμη ακολουθία που τέλεσε μόνος του Ο πατήρ Ευάγγελος Παπανικολάου, ιατρός, και τότε ιεροψάλτης, μας μεταφέρει γλαφυρά την τελευταία Ανάστασι που έκανε κοντά στον πατέρα Ευμένιο (νυν όσιος Ευμένιος): Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Ο Γέροντας, λαμπροφορεμένος, υποδεχόταν τον κόσμο και έπαιρνε τις λειτουργιές. Είχε ετοιμάσει τα καντήλια από νωρίς. Έτοιμα όλα, φώτα σβηστά. Άρχισε το «Ευλογητός», πήρε καιρό μέσα στα μαύρα του τα ράσα, με τους βοστρύχους των μαλλιών και των γενιών του να λάμπουν. Σοβαρός-σοβαρός. Ανοιγόκλεινε την πόρτα, παραπατούσε, αλλά έτρεχε κιόλας, προσκυνούσε τις Δεσποτικές εικόνες, τον θρόνο, έμπαινε στο Ιερό, έπαιρνε τις λειτουργιές, ψέλναμε τον Κανόνα «Κύματι θαλάσσης». Δεν είχε ο Γέροντας χρόνο κοσμικό, είχε χρόνο λειτουργικό. Μαζευόταν ο κόσμος, πολύς κόσμος. Χριστιανοί, που τον αγαπούσαν, αλλά και άλλοι από την γειτονιά δρασκέλιζαν την μάντρα, σκύβοντας από το μικρό πορτάκι, άρρωστοι, νοσοκόμες, γιατροί. Καθυστερούσε ο Γέροντας. Σβηστά τα φώτα. Ψέλναμε, ξαναψέλναμε, δεν έβγαινε να πη το «Δεύτε, λάβετε φως». Έφευγα από το ψαλτήρι να πάω στο Ιερό, μου έλεγε: – Ξέρω, ξέρω. Αδημονία. Οι άλλες εκκλησίες σήμαναν ήδη Ανάσταση, βαρελότα πέφτανε κι αυτός δεν έβγαινε. – Ξέρω, ξέρω, μου λέει. Όποιος θέλει ας φύγη. Δεν μπορεί. Ας τους βάλουμε στην εκκλησία, τα προβατάκια του Χριστού μας, Βαγγέλη. Μέσα στην κιβωτό είναι μια φορά τον χρόνο. Ας καθυστερήσουν. Ψάλλε εσύ, ψάλλε. – Τα είπα, Γέροντα, πάλι και πάλι. Τέλος πάντων, βγήκε. Άλλο πανηγύρι. Εκουνούσε την λαμπάδα γελώντας, βλέποντας το φως. Έπεφταν οι Χριστιανοί κι εκείνος εκουνούσε την λαμπάδα του. Πήραν το φως, διαδόθηκε παντού, έξω στις αυλές. Ψέλναμε: «Την Ανάστασίν Σου, Χριστέ Σωτήρ». Βγήκαμε, καθυστερούσε, χαιρετούσε, ευλογούσε, σταύρωνε. Ανέβηκε σε ένα πεζούλι, απέναντι από τον ναό, και πήγαινε πέρα-δώθε. Γελούσε, έλαμπε το πρόσωπό του, σωστό παιδί. Ο κόσμος περίμενε το Ευαγγέλιο. Αφού «έπαιξε» κάμποσο, πηγαίνοντας πέρα- δώθε, εστάθη. Άνοιξε το Ευαγγέλιο, δόξασε την Αγία Τριάδα, διάβασε το κείμενο, το εωθινό, όχι το σύνηθες, αλλά το άλλο, το μεγαλύτερο. Δόξα σοι, είπε το «Χριστός Ανέστη», χτύπησαν οι καμπάνες. Δεν είχαν πολλά βαρελότα. Ψέλναμε όλοι, όλος ο λαός. Νέα χαρά τώρα. – Χριστός Ανέστη, φώναζε. Περιδιάβαινε στο πεζούλι, μετά χάθηκε στον κόσμο. Είχε πάει ώρα 1:30. Μπήκαμε στην εκκλησία. – Ψάλτε, ψάλτε, έλεγε. Λιβάνιζε σε κάθε ωδή. Ψέλναμε τις Καταβασίες. Εάν μας ξέφευγε κανένα τροπάριο και το λέγαμε μόνο μια φορά, αυτός μας έλεγε: – Πες το πάλι. Μνημόνευε στην πρόθεση χιλιάδες ονόματα. Είχε πάει 2:30 το πρωί. Ο κόσμος είχε εγκλωβιστή. Μόνον οι Έλληνες ξέρουν τι σημαίνει, να πας κάπου να αναστήσης και μετά να πας να φας. Ακόμα και οι Χριστιανοί θέλουν να είναι 2 η ώρα στο τραπέζι κι εμείς μόλις που είχαμε αρχίσει. Είπα το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», τον Απόστολο, διαβάστηκε και το Ευαγγέλιο και ήρθε η ώρα των κατηχουμένων. Τρεις την νύχτα άρχισε να μνημονεύη τους ζωντανούς, χιλιάδες ονόματα. Πολλοί έφυγαν από την εκκλησία. Πήγε η ώρα 4:00 κι ακόμα να βγουν τα Άγια. Τέλος πάντων, ευδόκησε να πάψη τα μνημόνια. Βγήκαν τα Άγια κι άρχισε πάλι να μνημονεύη. Μπήκα στο Ιερό και μου λέει: – Χαίρονται, Βαγγέλη μου, χαίρονται οι πεθαμένοι. Κι εγώ του απαντώ: – Δεν ξέρω αν χαίρωνται οι πεθαμένοι. Οι ζωντανοί όμως; Μου λέει: – Χαίρονται κι αυτοί Βαγγέλη μου, ψάλλε, ψάλλε. Και τι να ψάλω; Περίμενα να τελειώση. Τελείωσε, μας κοινώνησε όλους, μας έδωσε όλα του τα κρασιά και τα πρόσφορα και τ’ αυγά, και φύγαμε κατά τις 5:00. Σκέφθηκα: «Δεν ξανάρχομαι του χρόνου, απαπαπά»! Τον επόμενο χρόνο όμως, δεν λειτούργησε. Ήταν η τελευταία πασχαλιάτικη Λειτουργία, που έκανε μόνος του, μόνος με το ποίμνιό του, ο ποιμένας ο καλός, ο ευλογημένος. (Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Σίμωνος, «Πατήρ Ευμένιος, ο ποιμήν ο καλός και θαυματουργός».) Πηγή : Πεμπτουσία
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

᾿Εκείνη δέ γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτή πραγματικά εὐαγγελίστρια(Aγ.Φωτεινή η Σαμαρείτιδα)

[....]῾Η δέ Σαμαρεῖτις, καθώς ἄκουσε ἀπό τόν Χριστό αὐτά τά ἐξαίσια καί θεοπρεπῆ λόγια, ὅτι ὁ Θεός πουθενά δέν πρέπει νά προσκυνῆται ἀληθινά, παρά μόνο κατά τό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του, ὅπως ἡ στό ῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων ψυχή πού νυμφεύεται τόν Θεό, ἀναπτερωμένη ἀπό τή φωνή τοῦ νυμφίου τῆς ἀφθαρσίας, μνημονεύει τόν προσδοκώμενο καί ποθούμενο καί, κρυφά ἀκόμη, παρόντα νυμφίο, λέγοντας. “γνωρίζω ὅτι ὁ Μεσσίας, ὁ λεγόμενος Χριστός, ἔρχεται.ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα”. Βλέπετε πώς ἦταν ἑτοιμοτάτη γιά τήν πίστι, ὅτι πλησιάζει ἤδη ὁ προσδοκώμενος, καί γεμάτη ἐλπίδα; ῏Αρα δέν ἐταίριαζε νά εἰπῆ καί αὐτή κατά τόν Δαβίδ, “ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, Θεέ, ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, θά τραγουδήσω καί θά ψάλω κατά τήν δόξα μου” (Ψαλμ. 56,8). ᾿Από πού θά ἐγνώριζε τοῦτο μέ τόση βεβαιότητα καί ἀσφάλεια καί θά εἶχε τήν ψυχική διάθεσι γι᾿ αὐτό, ἄν δέν εἶχε μελετήσει τά προφητικά βιβλία μέ ἄκρα σύνεσι; Γι᾿ αὐτό εἶχε καί τόν νοῦ τόσο μετάρσιο, ἀφοῦ εἶχε γεμίσει ἀπό τήν θεία κατοχή.ὥστε ἐμένα, καθώς βλέπω τώρα μέ χαρά τόν σφοδρό πνευματικό πόθο τῆς Σαμαρείτιδος αὐτῆς πρός τόν Χριστό, μοῦ ἔρχεται νά εἰπῶ πάλι γι᾿ αὐτήν τά λόγια τοῦ Ἄσματος ἐκείνου, “ποιά εἶναι αὐτή πού προβάλλει σάν ἡ αὐγή, ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐκλεκτή σάν ὁ ἥλιος;” (῏Ασμα 6,10). Διότι, ἀφοῦ ἐξαγγέλλει ὅτι σέ λίγο θά φανῆ ὁ νοητός ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός καί ὑποδηλώνει ὅτι δι᾿ αὐτῆς ἀρχίζει ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ἐθνῶν, σάν νά ἀνεβαίνη ἀπό ἱερά κολυμβήθρα, τήν πηγή ἐπάνω στήν ὁποία ἐστεκόταν, καθώς κατηχεῖτο ἀπό τόν Σωτῆρα, τήν βλέπω νά προβάλλη σάν πολυέραστος ὄρθρος. Εἶναι δέ ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐπείδη φέγγει, ἄν καί ἐπικρατεῖ ἡ νύκτα τῆς ἀσεβείας ἀκόμη ἐκλεκτή δέ σάν ὁ ἥλιος, γι᾿ αὐτό ὠνομάσθηκε Φωτεινή ἀπό τόν Σωτῆρα καί καταγράφηκε καί αὐτή στόν κατάλογο τῶν μελλόντων νά λάμψουν σάν ὁ ἥλιος κατά τό εὐαγγέλιο, ἐπειδή ἐπεσφράγισε τόν ὑπόλοιπο φωτοειδῆ βίο της μέ μακάριο καί μαρτυρικό τέλος, καί τώρα δέ ἀνεγνώρισε τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό καί τόν ἐξύμνησε τελείως ὡς Θεό, καί ὅ,τι εἶπε αὐτός ὕστερα στούς μαθητάς περί τοῦ συμφυοῦς καί ὁμοτίμου Πνεύματος, ὅτι, θά ἔλθη ἐκεῖνος, θά διδάξη ὅλη τήν ἀλήθεια, τοῦτο λέγει προλαβαίνοντας καί αὐτή περί αὐτοῦ, “ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα” (᾿Ιω. 15,26). ᾿Αλλά μόλις τήν εἶδε νά εἶναι τέτοιας λογῆς ὁ νοητός νυμφίος Χριστός, λέγει πρός αὐτήν ἀπροκαλύπτως, “ἐγώ εἶμαι πού σοῦ ὁμιλῶ”. ᾿Εκείνη δέ γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτή πραγματικά εὐαγγελίστρια καί ἀφήνοντας τήν ὑδρία καί τρέχοντας πρός τήν πόλι τούς πείθει μέ τά λόγια καί τούς ὁδηγεῖ πρός τήν πίστι τοῦ φανέντος, λέγοντας “ἔλθετε νά ἰδῆτε ἄνθρωπο, πού μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκαμα.μήπως αὐτός εἶναι ὁ Χριστός;”. ῾Ομιλεῖ δέ ἔτσι ὄχι ὅτι ἔχει κάποια ἀμφιβολία, ἀλλά διότι πιστεύει ὅτι καί οἱ ἄλλοι θά πληροφορηθοῦν καλύτερα μέ τή θέα καί θά πεισθοῦν εὐχερέστερα διά τῆς συνομιλίας πρός τόν Κύριο, ὅπως καί στήν πρᾶξι συνέβηκε. ᾿Εγώ καί τά προηγούμενα ἀνέπτυξα συνοπτικῶς, ἀλλά καί τή συνέχεια τῶν εὐαγγελικῶν λόγων θά παραλείψω τώρα, διότι βλέπω ὅτι ἡ ὥρα σᾶς βιάζει πρός τίς ἀνάγκες τοῦ βίου καί τά ἔργα τοῦ βίου. ᾿Αλλά ἐσεῖς προσέξατε αὐτήν τήν Σαμαρείτιδα. Μόλις ἄκουσε τά εὐαγγελικά λόγια, πού ἀνακοινώνομε κι᾿ ἐμεῖς πρός τήν ἀγάπη σας, ἀμέσως κατεφρόνησε ὅλες τίς ἀνάγκες τοῦ σώματος. ῎Αφησε ἀμέσως καί τή στάμνα καί τήν οἰκία, καί, τρέχοντας στήν πόλι καί παρασύροντας τούς Σαμαρεῖτες, ἐπανῆλθε πάλι μαζί μέ αὐτούς πρός τόν Χριστό.διότι τό, “ἔλθετε νά ἰδῆτε”, τοῦτο ἀκριβῶς σημαίνει, “ἀκολουθήσατέ με καί θά σᾶς ὁδηγήσω καί θά σᾶς δείξω τόν ἀπό τούς οὐρανούς Σωτῆρα πού ἦλθε στόν κόσμο”.[.....]
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ-Εἶναι ἀδύνατον νά τόν δεῖ καί νά τόν καταλάβει κάποιος, ἔξω ἀπό τήν Πίστη του,

Δέν µπορεῖ νά σκεφτεῖ κανείς τόν µῆνα Μάϊο, χωρίς νά τοῦ ἔρθει στό νοῦ ἐκεῖνος ὁ βασιλιάς, πού πῆρε τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τό βαθύ σκοτάδι τοῦ χειµῶνα τῆς εἰδωλολατρικῆς κακίας καί τήν ὁδήγησε στήν ἄνοιξη τῆς ζωῆς “ὡς ἐν Οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς”. Μέσα σέ αὐτόν τόν τρίτο µῆνα τῆς ἄνοιξης, συνοψίζεται ἡ περίληψη τῆς ἱστορίας τῆς ἀπόπειρας τῆς ἀνθρωπότητας νά φέρει γιά πρώτη -καί µᾶλλον καί γιά τελευταία- φορά, τό πρότυπο τῆς ζωῆς τοῦ Οὐρανοῦ στή γῆ. Καί συνοψίζεται µέ τρεῖς ἐπετείους: α) Μέ τήν ἑορτή τῆς ἐπετείου τοῦ θανάτου αὐτοῦ τοῦ βασιλιά, ὁ ὁποῖος θεµελίωσε τοῦτο τό καινό, τό µηδέποτε, µέχρι τότε, δοκιµασµένο πολίτευµα, β) Μέ τήν ἐπέτειο τῆς γέννησης τῆς Πόλης του, δηλαδή τά ἐγκαίνιά της καί, γ) Μέ τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τῆς Πόλης του, δηλαδή, τῆς Ἅλωσής της ἀπό βαρβάρους καί τῆς ὁριστικῆς της ἀλλοτρίωσης ἀπό τόν τρόπο ζωῆς, πού ὁ ἱδρυτής της εἶχε ὁραµατιστεῖ. Ὁ Μάϊος ἀνήκει στόν Κωνσταντῖνο, στόν πρῶτο καί Μέγα βασιλέα καί αὐτοκράτορα καί στήν Πόλη τοῦ Κωνσταντίνου, στήν Βασιλεύουσα Πόλη, στό “καύχηµα τῶν ὑπό τήν ἡλίου Ἀνατολήν”, στήν Κωνσταντινούπολη. Τήν εἰκοστή πρώτη µέρα αὐτοῦ τοῦ Μαΐου, θά ἀπέχουµε χίλια ἑξακόσια ὀγδόντα καί πέντε χρόνια ἀπό τήν ὁσία τελείωση τοῦ µεγάλου βασιλέα. Τήν ἑνδέκατη µέρα αὐτοῦ τοῦ Μαΐου, θά ἀπέχουµε χίλια ἑξακόσια ἐνενῆντα καί δύο χρόνια ἀπό τά ἐγκαίνια τῆς Πόλης του. Καί τήν εἰκοστή ἔνατη µέρα αὐτοῦ τοῦ Μαΐου, θά ἀπέχουµε πεντακόσια ἑξῆντα καί ὀκτώ χρόνια ἀπό τήν πτώση τῆς Πόλης του, ἀπό τό τέλος τοῦ πολιτεύµατος, τό ὁποῖο ἦταν ἐκεῖνος ὁ πρῶτος του ἐµπνευστής, ἀλλά κατανοήθηκε καί ἀγαπήθηκε ἀπό ὁλόκληρο τόν ἑτερόκλητο πληθυσµό τῆς Ἀνατολικῆς Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ ζωή καί ἡ προσωπικότητα αὐτοῦ τοῦ Μεγάλου ἀνθρώπου, δέν ἦταν καί δέν εἶναι εὔκολο νά κατανοηθεῖ. Σάν ἄνθρωπος χωρίς πατρίδα, ἔζησε καί γνώρισε σχεδόν ὅλη τήν τότε οἰκουµένη καί διάλεξε µόνος του τόν τόπο πού ἔκανε πατρίδα του καί τόν ἔδωσε καί σέ ὅλους ὅσοι θέλησαν νά ξεπεράσουν τά στενά ὅρια τῆς φυλῆς, τῆς καταγωγῆς, τῆς γενεᾶς καί νά ἐνταχθοῦν σέ ἕνα νέο “λαό”, στόν Λαό τοῦ Θεοῦ. Γι᾽αὐτό καί οἱ αὐτοκράτορες πού τόν ἀκολούθησαν, δέν εἶχαν κανένα φυλετικό ἤ ἄλλο ἐµπόδιο, ἀλλά ἦσαν ἀπό ὅλες τίς φυλές, Θρᾶκες, Ἕλληνες, Ἴσαυροι, Ἀρµένιοι, Μακεδόνες, ἀπό ὅλα τά µορφωτικά ἐπίπεδα, διανοούµενοι εὐγενεῖς ἤ ὀλιγογράµµατοι (ἤ καί ἀγράµµατοι) στρατιῶτες, ἀλλά ὑπέγραφαν ὅλοι, µηδενός ἐξαιρουµένου: «Πιστός ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ρωµαίων»! Βασιλεῖς καί πολῖτες τῆς Πόλης τοῦ Κωνσταντίνου καί τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Κωνσταντίνου, ἔτσι προσδιόριζαν τόν ἑαυτό τους, ἔτσι δήλωναν τήν καταγωγή τους, ἔτσι δήλωναν τήν ταυτότητά τους: Πιστοί στόν Χριστό, τόν Θεό, Ρωµαῖοι. Αὐτή ἦταν ἡ σφραγῖδα τῆς ὕπαρξής τους καί ἔτσι ἔµειναν στήν ἱστορική µνήµη τῶν ἀνθρώπων, ἀκόµη καί αὐτῶν πού δέν συµφωνοῦσαν µέ αὐτό τόν τρόπο ζωῆς, ἤ, πού δέν συµφωνοῦν οὔτε σήµερα, ἀλλά δέν µποροῦν νά µήν τόν βλέπουν καί νά µήν τόν διαπιστώνουν. Γράφει ἕνας σύγχρονος ἱστορικός: «Ἀπό τόν καιρό τοῦ Κωνσταντίνου εἶναι πού µπορεῖ κανείς ἐξ ἀρχῆς νά διακρίνει ὅλα τά χαρακτηριστικά στοιχεῖα τοῦ Βυζαντινοῦ πολιτισµοῦ: µιά µνηµειώδη καί ἀπόρθητη πρωτεύουσα στήν Κωνσταντινούπολη· κυρίαρχη Χριστιανικότητα· ἕνα πολιτικό σύστηµα πού ἐξαίρει τό αὐτοκρατορικό ἀξίωµα, ἀλλά ταυτόχρονα τοῦ βάζει περιορισµούς· θαυµασµό τῆς ἀσκητικῆς πνευµατικότητας· ἔµφαση στήν ἔµπρακτη ἔκφραση τῆς πνευµατικότητας· καί µιά τέτοια θεώρηση τῆς ἀπειλῆς τῶν ὁρίων, πού ξεπερνοῦσε τήν ἀµειγῶς στρατιωτική θεώρηση»1. Ἑποµένως, ὅταν δέν καταλαβαίνουν οἱ Δυτικοί ἱστορικοί τήν ἰδιαιτερότητα καί τόν τρόπο τῆς ζωῆς τῆς Ἀνατολικῆς Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας, δέν εἶναι ὅτι δέν καταλαβαίνουν, ἀλλά ὅτι δέν θέλουν νά καταλάβουν! Καί, ὅπως παραδέχεται καί ἕνας ἄλλος σύγχρονος ἱστορικός, καθηγητής τῆς Ὀξφόρδης: «Γιά νά κάνει κάποιος µιά ἐκτίµηση τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, εἶναι ἀπαραίτητο τό νά κάνει ἕνα ἅλµα πίστεως, πρός ὁποιαδήποτε κατεύθυνση καί ἄν τό κάνει»2. Καί, ἀναφέροντας τό τεράστιο διάστηµα ἀνάµεσα στή λατρεία καί στό ἔντονο µῖσος, πού δείχνουν κάποιοι ἱστορικοί πρός τό πρόσωπο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, παραδέχεται ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά τόν δεῖ καί νά τόν καταλάβει κάποιος, ἔξω ἀπό τήν Πίστη του, συµπληρώνοντας: «ἀκόµα καί οἱ πιό οὐδέτεροι, µπορεῖ νά εἶναι προκατειληµµένοι»3. Μά πῶς µπορεῖ νά δεῖ κανείς, αὐτή τήν προσωπικότητα καί τή ζωή του, ἔξω ἀπό τήν Πίστη; Δέν εἶναι ἀρκετός ὁ χῶρος, ὄχι ἑνός περιοδικοῦ, ἀλλά οὔτε καί ἑνός βιβλίου γιά νά ἀναφέρει περιληπτικά κανείς, πόσες φορές ἡ ζωή του κρεµόταν ἀπό µία κλωστή καί πῶς σωζόταν τήν τελευταία στιγµή. Πῶς νά ἑρµηνεύσει κανείς, ἔξω ἀπό τήν Πίστη, τό ὅτι ἕνας εἰδωλολάτρης, ὀπαδός τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ-Ἥλιου, ὑπακούει σέ ἕνα ὅραµα, ἀναγνωρίζει ἕνα Φῶς πιό δυνατό ἀπό αὐτό τοῦ ἥλιου, πού µέχρι τότε ἤξερε, κι ἀποφασίζει νά παραδώσει τή ζωή του σέ Αὐτόν πού δέν ἤξερε καί νά Τόν ἀκολουθήσει σέ ἕνα δρόµο πού ἔβγαζε στή Μουλβία Γέφυρα, σέ ἕνα δρόµο πού, στρατηγικά, δέν ἦταν σωστός, ἔχοντας ἀπέναντί του ἕναν µεγαλύτερο καί καλύτερα ὁπλισµένο στρατό, γνωρίζοντας καλά ὅτι, αὐτή ἡ µάχη, θά τέλειωνε µόνο µέ δύο τρόπους: ἤ µέ τό θάνατό του, ἤ µέ τή νίκη του! Ποιός τρελός τό κάνει αὐτό χωρίς Πίστη; Καί τό ἀποτέλεσµα τί ἔδειξε; Τί λέτε; Ἦταν τρελός; Ἐπίσης, ὅταν προχωροῦσε πρῶτος, πάνω στό ἄλογό του χαράζοντας τά ὅρια τῆς Πόλης του καί οἱ ἀξιωµατικοί του καί οἱ µηχανικοί πού ἀκολουθοῦσαν πίσω του κουράστηκαν καί τόν ρώτησαν πότε θά σταµατήσει καί αὐτός ἀπάντησε: «ὅταν σταµατήσει αὐτός πού πηγαίνει µπροστά µου», ἐνῶ κανείς τους δέν ἔβλεπε τίποτα, τί πιστεύετε; Τόν πέρασαν γιά τρελό; Κι ἡ πράξη, ποιόν δικαίωσε; Τήν Πίστη τοῦ Κωνσταντίνου, πού µᾶς ἐµπιστεύτηκε τήν Πόλη του καί τόν τρόπο τῆς ζωῆς του, ἤ τήν ὀλιγοπιστία τή δική µας καί τόν δικό µας τρόπο ζωῆς, πού µᾶς ἔκανε νά καταφέρουµε νά τήν κρατήσουµε µόνο γιά 1123 χρόνια καί 17 ἡµέρες; Νινέττα Βολουδάκη«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 237 Μάϊος 2022
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Μαγδαληνή Παυλίδου,107 ετών :«Η Γενοκτονία των Ποντίων όπως την έζησα - Άκουγα φωνές και νόμιζα ότι ακόμη για μένα φώναζαν οι Τούρκοι»

Η Μαγδαληνή Παυλίδου, από τα Ούζαλα του Πόντου, 107 ετών σήμερα, είναι μία από τις τελευταίες μάρτυρες της Γενοκτονίας των Ποντίων. Γεννημένη το 1915, ξεριζώθηκε από τον Πόντο το 1922, φεύγοντας με καράβι από την Σαμψούντα με προορισμό την παλιά Ελλάδα. Σήμερα ζει στα ορεινά της Δράμας, στο χωριό Χαριτωμένη. Αν και πέρασε σχεδόν ένας αιώνας από τα θλιβερά γεγονότα του ξεριζωμού, δεν ξεπέρασε πότε τον φόβο και τον πόνο που έζησε στα παιδικά της χρόνια. Ούτε όμως «άνοιξε» και ποτέ κουβέντα για τα όσα πέρασε. Ακόμη και στα παιδιά της. «Δεν μας μίλησε ποτέ για κείνη την περίοδο. Την στεναχωρούσε. Πονούσε για αυτό και δεν ήθελε να τα αναφέρει και να ξύσει πληγές» θα πει η κόρη της Μαρία- 83 χρονών σήμερα- που την φροντίζει, μένοντας στο διπλανό σπίτι. Άκουγα φωνές και νόμιζα ότι ακόμη για μένα φώναζαν οι Τούρκοι, για να έρθουν να με πάρουν «Πως δεν θυμάμαι; Όλα τα θυμάμαι. Θυμάμαι, το ένα, θυμάμαι το άλλο και στεναχωριέμαι… Άκουγα φωνές και νόμιζα ότι ακόμη για μένα φώναζαν οι Τούρκοι, για να 'ρθουν να με πάρουν. Φοβήθηκε το μάτι μου». Υποφέραμε» θα διακόψει την κόρη της, η κυρά Μαγδαληνή με την φωνή της να βγαίνει με δυσκολία. Καθισμένη στην αυλή του σπιτιού της στη Χαριτωμένη Προσoτσάνης, φορώντας το μαύρο αγαπημένο τσεμπέρι της και έχοντας ένα βλέμμα στο άπειρο, μίλησε στο ethnos.gr, σπάζοντας για πρώτη φορά τη σιωπή της, εξιστορώντας όσα την βασάνιζαν. Και μπορεί να βρίσκεται σε βαθιά γεράματα και το σώμα της να την προδίδει, όχι όμως η ψυχή και η μνήμη της που κουβαλούν θύμησες από την χαμένη πατρίδα. Όσα είδε με τα παιδικά της μάτια, τα δεινά που βίωσε η οικογένεια της, ο φόβος, ο κατατρεγμός, ο ξεριζωμός, καταστάσεις που έζησε μέχρι τα 7 της χρόνια στον Πόντο αλλά και αργότερα όταν έφτασε στην παλιά Ελλάδα. «Στα Ούζαλα ζούσαν μόνο Έλληνες. Μόλις είχαμε κάνει εκκλησία. Το χωριό ήταν όμορφο και μέσα στα δέντρα. Το σπίτι μας ήταν δίπατο με τέσσερα δωμάτια και ένα μεγάλο σαλόνι. Είχαμε και ένα μπαχτσέ. Τούρκοι δεν έμεναν στα Ούζαλα αλλά ήταν κοντά στα χωριά μας. Είχαμε και πολλούς Τούρκους που δούλευαν για μας. Όταν η μάνα μου η Χρυσάνθη είχε πολλά χωράφια- σιτάρια- έρχονταν Τούρκοι και την βοηθούσαν. Είχαν φιλίες». Ο πατέρας της ο Γιάννης μπόλιαζε δέντρα και πετάλωνε ζώα. «Οι Τούρκοι ήταν φίλοι του. Τον αγαπούσαν τον μπαμπά μου. Τον είχαν πολύ καλά. Κάθε μέρα πήγαιναν και έρχονταν στα σπίτια μας οι Τούρκοι». Μόλις 2-3 άτομα γλίτωσαν από τα Ούζαλα Όλα, όμως, άλλαξαν όταν ξέσπασε ο πόλεμος (περίοδος πρώτου Παγκόσμιου). Οι περισσότεροι κάτοικοι από τα Ούζαλα κρύφτηκαν στα γύρα βουνά, φτιάχνοντας κρυψώνες τις οποίες έσκαψαν με τα χέρια τους. «Μια χαρά ήμασταν. Όλα τα καλά είχαμε. Μετά είχαμε πόλεμο και βγήκαμε στα βουνά. Δύο-τρία άτομα σώθηκαν από τα Ούζαλα. Οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν. Κοιμόμασταν και τρώγαμε εκεί μέσα. Μια νέα κοπέλα από το χωριό μας, γέννησε μέσα στην κρυψώνα. Τούρκοι πήραν το μωρό, το πέταξαν και κείνη δεν ξέρω τι απέγινε. Την γιαγιά μου την σκότωσαν μόλις βγήκε από την κρυψώνα. Τον πατέρα μου τον σκότωσαν νωρίτερα μπροστά την εκκλησία. Δεν είδα να σκοτώνουν. Είδα, όμως, νεαρά παλικάρια σκοτωμένα στα χωράφια.…». Πώς σώθηκα Με την έναρξη του πολέμου η μητέρα της για να σωθεί έδωσε την 7χρονη Μαγδαληνή σε έναν γνωστό της Τούρκο. «Γλίτωσα. Με πήρε στην αγκαλιά της και με έβαλε στο άλογο. Εγώ ήμουν μικρή. Δεν μπορούσα να ανέβω και με πήγαν στο σπίτι του Τούρκου. Έλα κυρία Χρυσάνθη να δεις το παιδί σου όποτε θέλεις είπε στη μάνα μου ο Τούρκος. Δεν θα την πειράξουμε». Η μικρή Μαγδαληνή ανέλαβε χρέη νταντάς και πρόσεχε το μωρό του Τούρκου. Το μωρό, όμως, έπεσε κάτω και ο Τούρκος θεώρησε ότι η μικρή Μαγδαληνή το έσπρωξε. Για τιμωρία την χτύπησε με το πόδι του και έπεσε με το πρόσωπό της σε ένα τσεκούρι που ήταν παραδίπλα, κόβοντας την μύτης της. Το σημάδι στην μύτη της, την ακολουθεί μέχρι σήμερα μαζί με τις άσχημες θύμισες. «Το αφεντικό δεν με πρόσεξε. Ο παλιάνθρωπος με έσπρωξε πάνω στο τσεκούρι. Ας είναι καλά μια γυναίκα που μου έδεσε το τραύμα». Με βαπόρι από την Σαμψούντα στην παλιά Ελλάδα Ένα μήνα αργότερα η 7χρονη Μαγδαληνή μαζί με άλλα γυναικόπαιδα που μάζεψαν οι Τούρκοι, καβάλα στα άλογα πήγαν στη Σαμψούντα. «Δεν πήραμε τίποτα μαζί μας. Πού να τα πάρεις. Πού να τα κουβαλάς. Μόνο η μάνα μου πήγε να κάνει ψωμί στο φούρνο για να τρώμε στη διαδρομή. Θυμάμαι τη σκάλα στο βαπόρι μας. Μια κοπέλα όπως ανέβαινε πάνω και έτσι όπως στριμώχνονταν πολύς κόσμος, έπεσε κάτω και σκοτώθηκε. Μας φόρτωσαν στα αμπάρια. Πολύς κόσμος. Και όλοι ήταν πρόσφυγες. Καθόμασταν στο πάτωμα. Εμείς δεν είχαμε άντρες στο καράβι μας. Μόνο γυναίκες και παιδιά. Είχαμε περιουσία πάρα πολύ μεγάλη αλλά η μάνα μου ήταν αγράμματη και δεν πήραμε αποζημίωση. Οι Τούρκοι τα τσέπωσαν όλα». Και συνεχίζει: «Φτάσαμε στην παλιά Ελλάδα το 1922 και η μητέρα μου με έγραψε στο σχολείο». Μετακόμισε στη Λευκάδα, την Πρέβεζα και από κει βρέθηκε στα Κύρια της Δράμας και αργότερα στην Χαριτωμένη. «Γυρίσαμε πολλά μέρη. Είχαμε θείες και συμπέθερους στη Δράμα. Γι αυτό ήρθαμε εδώ». Ο Ερυθρός Σταυρός εντόπισε την αδερφή μου Σε αντίθεση με την Μαγδαληνή και την μητέρα της Χρυσάνθη, στον Πόντο έμεινε η μεγαλύτερή της αδερφή. «Η αδερφή μου ήταν αιχμάλωτη. Δεν μπορούσε να πάει να την πάρει η μάνα μου και όταν ήρθαμε εδώ (παλιά Ελλάδα) δήλωσε στην εφημερίδα ότι την αναζητεί. Η μαμά στεναχωριόταν για το παιδί της που έμεινε εκεί. Την εντόπισε ο Ερυθρός Σταυρός και ήρθε με τα καράβια που μάζεψαν τα ορφανά μετά την ειρήνη που υπέγραψε ο Βενιζέλος. Αγόρια και κορίτσια παντρεύτηκαν πάνω στα καράβια. Έτσι ήρθε και η αδερφή μου».Τον αδερφό της όπως και πολλούς αντάρτες τους πήγαν στην Ρωσία. «Μετά από χρόνια ο θείος μας, μας βρήκε στην παλιά Ελλάδα». Δεν θέλω να επιστρέψω στον Πόντο Σήμερα στην τηλεόραση όταν ακούει ποντιακά τραγούδια οι «κεραίες» της μένουν καρφωμένες εκεί. «Όχι δεν θέλω να πάω στα Ούζαλα του Πόντου. Που να πάω… Γέρασα… Δεν θυμάμαι πως ήταν το χωριό μας. Η πατρίδα μου είναι η Ελλάδα. Εδώ μεγάλωσα. Βλέπω τι κάνουν και σήμερα οι Τούρκοι. Γυρεύουν πόλεμο να κάνουν πάλι. Θέλουν πάλι να ρθουν, να πάρουν μέρος δικό μας σαν μην έχουν. Τόσα δικά μας μέρη ελληνικά πήραν. Δεν χόρτασαν…. Τρεις φορές πόλεμο ζήσαμε και άλλον θα δούμε;» αναρωτιέται, προσπαθώντας να υψώσει την αδύναμη φωνή της. Τον Ιούνιο η κυρά Μαγδαληνή κλείνει τα 107 και μπαίνει στα 108. Γέννησε συνολικά 9 παιδιά και έχει 15 εγγόνια. Ευχαριστούμε την πρόεδρο του «Λαογραφικού Συλλόγου Μαυροβάτου Δράμας εξ Αργυρουπόλεως και Καρς», Φανή Δημητριάδου και την Χριστίνα Σαχινίδου, πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων (ΠΟΠΣ) για τις πηγές και την υποστήριξη του ρεπορτάζ.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Κι ἂν Σταυρὸ ὑπομένει-καλή μου κάνε ὑπομονή-προσδοκᾶ μέ πόθο νά γιορτάσει Ἀνάσταση.

Τῆς γιαγιᾶς τῆς Μαρίας ὁ τόπος.Δυὸ χέρια σταυρωμένα ποὺ ὁ χρόνος τὰ ὄργωσε· λὲς πὼς μένουν ἄπραγα. Ἕνα στόμα κλειστὸ ποὺ οἱ λέξεις τοῦ τέλειωσαν·λὲς πὼς μένει κλειστό. Δυὸ μάτια ἀπλανὴ ποὺ νὰ βλέπουν κουράστηκαν·λὲς πὼς μένουν σκοτεινά. Ἕνα πρόσωπο χαμένο ποὺ λόγους δὲν κατανοεῖ·λὲς πὼς μένει ἀκοινώνητο. Μὴ περιμένετε πολλά,μοῦ εἶχαν πεῖ,ἔχει ἄνοια. Στέκομαι μπροστά της μ’ ἕνα μούδιασμα καὶ μιὰ θλίψη γιὰ τὴν ἀπολεσθεῖσα ὀμορφιὰ αὐτοῦ τοῦ ὀγδοντάχρονου κοριτσιοῦ. Μὲ φωνὴ χθαμαλὴ τῆς ἀπευθύνω τὸ κάλεσμα: «Μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε». Μὰ ἐγὼ φοβάμαι περισσότερο πὼς δὲ θὰ ἀνταποκριθεῖ,πὼς δὲ θὰ καταλάβει, πὼς δὲ θὰ συνεργαστεῖ,πὼς δὲ θ’ ἀνοίξει τὸ στόμα γιὰ νὰ λάβει τὴ θεία ἐπίσκεψη. Βρίσκω λίγο θάρρος καὶ βουτῶ τὴ λαβίδα μέσα στὸ Ποτήριο καὶ μιὰ μερίδα ἐλάχιστη λαμβάνω μὲ προσοχὴ καὶ προφύλαξη· ἔπειτα στὴ γιαγιὰ ἀπευθύνομαι: «Μεταλαμβάνει ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Μαρία…»…καὶ τὰ σταυρωμένα χέρια στρέφονται σὲ στάση ἱκεσίας·καὶ τὸ κλειστὸ στόμα ἀνοίγει νὰ δεχθεῖ τὴ μεταλαβιά· καὶ τὰ ἀπλανὴ μάτια δακρύζουν πλημυρισμένα ἀπὸ κατάνυξη· καὶ τὸ χαμένο πρόσωπο κοινωνεί μυστικὰ μὲ τὸ Χριστὸ καὶ μὲ τὸν κόσμο ὁλάκερο. Καὶ ὁ χαμένος ἐγώ,ποὺ νόμιζα πὼς ἔχωτοῦ νοῦ τὴ διαύγεια,γιὰ μια στιγμὴ ἀξιώνομαι να δῶ πίσω ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, τὸ μέρος ποὺ εἶναι κρυμμένη ἡ γιαγιὰ ἡ Μαρία τὸ τόπο ποὺ ὑπάρχει ὁλόκληρη, μὲ νοήματα κι αἰσθήματα,μὲ πληγές καὶ μνήμες, μὲ πίστη καὶ ἀγάπη, μὲ ἀλήθεια καὶ φῶς. Κι ἂν Σταυρὸ ὑπομένει-καλή μου κάνε ὑπομονή-προσδοκᾶ μὲ πόθο νὰ γιορτάσει Ἀνάσταση. π.Μιλτιάδης Ζέρβας
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼